Άλασνταιρ Μακιντάιρ: οι μάνατζερ, οι ψυχοθεραπευτές και η ριζική ηθική «τομή» του Διαφωτισμού

*

του ΜΥΡΩΝΟΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Alasdair Macintyre, Μετά την αρετή
Μετάφραση Δημήτρης Δημακόπουλος,
Νίκος Μανωλόπουλος, Μιχάλης Πάγκαλος
Εκδόσεις Άρτος Ζωής, Αθήνα 2021
Έξω απ’ τες αίθουσες, χλωμές και κακοεντυμένες
με φορεσιές ενός παλιού καιρού,
οι Αρετές γυρίζουν και με πίκρα ακούνε
την εορτή που κάμνουνε οι εταίρες μεθυσμένες.
Κ. Π. Καβάφης, «Στο σπίτι της Ψυχής»

Στην εποχή μας, γίνεται πολύς λόγος για «ηθική». Παρότι όμως αυτή παραμένει θέμα συζήτησης, συχνά η ίδια η λέξη απουσιάζει, καθώς σε πολλούς φέρνει στο μυαλό εικόνες από παλιότερες εποχές πουριτανισμού και υπερβολικής αυστηρότητας των ηθών, με αποτέλεσμα το περιεχόμενο της έννοιας να «μεταγγίζεται» μέσα από τις διόδους της επιστημονικής πληροφόρησης. Αυτό συμβαίνει περισσότερο στις επιστήμες του management και της ψυχολογίας/ψυχοθεραπείας, το λεξιλόγιο των οποίων εκλαϊκεύεται (ίσως και με παρανοήσεις) και πραγματοποιεί τη συνέχιση της ηθικής με άλλα μέσα: μιλάμε π.χ. για «στοχοθεσία», «διαρκή εξέλιξη»  και «προσαρμογή», όπως επίσης και για «αναζήτηση εαυτού», «δουλειά με τον εαυτό μας», «εσωτερικό ψάξιμο» και άλλα ηχηρά παρόμοια, όπως θα έλεγε και ο ποιητής. Πάντως, στις καθημερινές μας συζητήσεις, στον ακαδημαϊκό χώρο αλλά και στην απόδοση της δικαιοσύνης, ο λόγος περί ηθικής κατέχει κύρια σημασία. Όταν όμως προσπαθήσει κανείς να προσδιορίσει τι είναι «ηθικό» και τι όχι, τα πράγματα μάλλον δυσκολεύουν απότομα. Παρατηρώντας τον περί ηθικής λόγο σε μια σύγχρονη κοινωνία, το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεται κανείς είναι ότι υπάρχει ένας γενικός πλουραλισμός, ο οποίος στηρίζεται στο γεγονός της πληθώρας των διαθέσιμων απόψεων, οι οποίες όμως τείνουν να συγκρούονται μεταξύ τους δίχως σταματημό ακόμη για τα πιο στοιχειώδη ζητήματα, καθώς η καθεμιά εκκινεί από θεμελιωδώς διαφορετικά θεμέλια. Σύμφωνα με τον Σκώτο φιλόσοφο και ακαδημαϊκό Άλασνταιρ Μακιντάιρ (1929), η κουλτούρα της σύγχρονης Δύσης, όσον αφορά την ηθική, θα μπορούσε να συνοψιστεί περιεκτικά σε μία μονάχα λέξη: συγκινησιοκρατία. Ο σύγχρονος ηθικός λόγος χαρακτηρίζεται από τρία βασικά γνωρίσματα: δογματισμό, ορθολογικότητα και πλουραλισμό. Αυτή η ιδέα αναλύεται διεξοδικά στο κορυφαίο έργο του, το Μετά την αρετή (After virtue, 1981), ανάγνωσμα ογκώδες και απαιτητικό, καθώς εκεί ο Μακιντάιρ συνδυάζει δεδομένα από διαφορετικά γνωστικούς κλάδους (ηθική/πολιτική φιλοσοφία, επιστημολογία, φιλολογία, ιστορία, κοινωνιολογία και ψυχολογία), προσεγγίζοντας περιμετρικά το πρόβλημα που επιθυμεί να αναδείξει, πεπεισμένος πως μόνο με μια τέτοια συνδυαστική εξέταση μπορούν να αναδειχθούν οι βαθύτερες συνάφειες πίσω από τις σταδιακές ανεπίγνωστες ιστορικές μεταβολές. Τι σημαίνει όμως συγκινησιοκρατία; Ας πάρουμε ως παράδειγμα τις αμβλώσεις. Στον δημόσιο διάλογο σχετικά με αυτές, βλέπουμε την ηθική αξία της αυτοδιάθεσης του γυναικείου σώματος να αντιπαρατίθεται με το στοιχειώδες ηθικό αξίωμα του «χρυσού κανόνα» (δηλ. το να μην κάνουμε στους άλλους οτιδήποτε δε θα θέλαμε να μας κάνουν), ενώ και τα δύο συγκρούονται με την άποψη που αναγνωρίζει το έμβρυο ως ανθρώπινο πρόσωπο, οπότε θεωρεί φόνο την άμβλωση και την απαγορεύει. Καθένα από αυτά τα ιδανικά έχει τους θιασώτες του. Το ίδιο συμβαίνει και στους φιλοσόφους: ο Μακιντάιρ παρουσιάζει τις αλληλοσυγκρουόμενες πολιτικές φιλοσοφίες των Τζον Ρωλς και Ρόμπερτ Νόζικ, υποστηρίζοντας πως αμφότερες είναι λογικά συνεκτικές, ωστόσο είναι ασύμμετρες και αδύνατο να συμβιβαστούν, διότι ξεκινούν από διαφορετικά θεμελιώδη ιδανικά.

Βλέπουμε, έτσι, αφενός την αντιπαράθεση μερικών θεμελιωδώς διαφορετικών ηθικών αντιλήψεων, μια αντιπαράθεση που ακριβώς επειδή είναι ατέρμονη (πλουραλισμός), δεν μπορεί να επιλυθεί παρά μονάχα με την αυθαίρετη και απόλυτη προτίμηση των αρχών μιας από αυτές τις διδασκαλίες σε βάρος άλλων (δογματισμός). Το παράδοξο, φαινομενικά τουλάχιστον, είναι ότι καθεμιά τους εκφράζει λογικά και συνεπή επιχειρήματα (ορθολογικότητα). Αντίστοιχες ριζικές διαφωνίες, με εξίσου ριζικές και αυθαίρετες λύσεις, μπορεί κανείς να παρατηρήσει στη συζήτηση για το αν υφίστανται δίκαιοι πόλεμοι και υπό ποιες προϋποθέσεις, όπως επίσης και στο αν «δικαιοσύνη» σε ένα κράτος σημαίνει ότι πρέπει να προέχει η οικονομική ισότητα ή η οικονομική ελευθερία. Μεταξύ άλλων, οι σοβαρές διχογνωμίες που πυροδοτήθηκαν με αφορμή την πρόσφατη πανδημία, θα δικαίωναν τις σκέψεις του Μακιντάιρ.

Πάντως, σε όλες αυτές και σε ακόμη περισσότερες περιπτώσεις συναντάμε θεμελιωδώς αντίθετες ηθικές διδασκαλίες που γίνονται αποδεκτές δογματικά και αλληλοσυγκρούονται με σφοδρότητα και χωρίς σταματημό, ώσπου τελικά να κυριαρχήσει κάποια, κάτι που όμως ουδέποτε συμβαίνει οριστικά και ολοκληρωτικά. Σύμφωνα με τον Μακιντάιρ, από τον 18ο αιώνα και έπειτα, πολλές από τις ηθικές μας έννοιες και παραδόσεις έχουν απολέσει τη σημασία τους και σήμερα διατηρούνται στον καθημερινό μας λόγο μονάχα αποσπασμένες από το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο η καθεμιά ανήκε άλλοτε. Αυτό φανερώνεται μέσα από το εξής παράδοξο: ενώ η «ουσία» της ηθικής έχει πρακτικά κατακερματιστεί, οι επιμέρους εκφράσεις και τα μοτίβα της φαίνεται πως επιβιώνουν. Παράλληλα, ο Μακιντάιρ έχει να πει και αρκετά για τους ανθρώπινους τύπους που, κατά τη γνώμη του, δεσπόζουν σήμερα. Αυτοί είναι  βασικά τέσσερεις: ο πλούσιος εστέτ, ο ψυχοθεραπευτής και ο μανατζερ (αργότερα θα προσθέσει σε αυτόν τον κατάλογο και τον «συντηρητικό ηθικολόγο»). Καθένας από αυτούς τους τύπους που κυριαρχούν στη συγκινησιοκρατική μας κουλτούρα, αποτελεί ένα ιδιότυπο «ιερατείο» και νομιμοποιείται στην κοινωνία από ειδικούς ιδεολογικούς μύθους, ενώ παράλληλα νομιμοποιούν και οι ίδιοι την κοινωνία, απλά και μόνο με την παρουσία τους (χωρίς αυτό να σημαίνει αναγκαστικά πως τυγχάνουν και καθολικής αποδοχής). Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι βασικά ένας: η συγκινησιοκρατία. Η συγκινησιοκρατία αποτελεί μια φιλοσοφική θεωρία που εισήχθη στο φιλοσοφικό μας λεξιλόγιο κατά τις αρχές του 20ού αιώνα και διατεινόταν ότι εξηγεί το νόημα της ηθικής αναφερόμενη στη λεξιλογική χρήση των εννοιών της, την οποία θεωρούσε βασικά συναισθηματικής φύσεως. Όταν, υποστήριξε ο Βρετανός φιλόσοφος Μουρ (και, πριν από αυτόν, μερικώς και ο Χιουμ), ισχυρίζομαι ότι μια συγκεκριμένη πράξη είναι ηθικά καλή, αυτό που πραγματικά εννοώ είναι ότι την εγκρίνω ο ίδιος, ότι ανταποκρίνομαι με συναισθηματικά θετικό τρόπο απέναντι σε αυτή.  Σύμφωνα με τον Μακιντάιρ, παρότι η συγκινησιοκρατία απέτυχε στο πλαίσιο της αναλυτικής φιλοσοφίας και έχει ίσως εγκαταλειφθεί εκεί, ωστόσο αυτή παραμένει κατά κάποιον τρόπο μαζί μας και χαρακτηρίζει την κουλτούρα μας, λαμβάνοντας πολλά και διαφορετικά φιλοσοφικά «προσωπεία» (π.χ. σαρτρικός υπαρξισμός, νιτσεϊκός μηδενισμός). Στην πραγματικότητα βέβαια, η συγκινησιοκρατία των αρχών του 20ού αιώνα δεν έκανε τίποτε άλλο από το να διαπιστώνει το αδιέξοδο των αποτυχημένων προσπαθειών θεμελίωσης της ηθικής, γενικεύοντας όμως παράλληλα αυτό το ιστορικά συγκεκριμένο αδιέξοδο και θεωρώντας πως επειδή η νεωτερική απόπειρα ορθολογικής θεμελίωσης της ηθικής απέτυχε, άρα και κάθε απόπειρα ορθολογικής θεμελίωσης της ηθικής είναι καταδικασμένη να αποτυγχάνει. Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια, επιμένει ο Μακιντάιρ, ο οποίος συλλαμβάνει ολόκληρη τη Νεωτερικότητα (και ακόμη περισσότερο το αποκορύφωμά της, τον Διαφωτισμό) βασικά ως αλληλοδιαδοχή αλλεπάλληλων αποτυχημένων προσπαθειών θεμελίωσης της ηθικής, ενώ επιθυμεί να δείξει πως η ηθική όχι μονάχα μπορεί να οριστεί με λογικό τρόπο, αλλά και πως αυτό έχει ήδη γίνει κατά το παρελθόν, το οποίο όμως, κατά τους Νεώτερους Χρόνους, δυστυχώς σταδιακά λησμονήθηκε.

Στις προνεωτερικές κοινωνίες, το άτομο κατά κανόνα προσδιοριζόταν από την κοινωνική ομάδα μέσα στην οποία εντασσόταν και η οποία αποτελούσε όχι μονάχα κοινωνικό ρόλο τον οποίο τυγχάνει να εκτελεί, αλλά αναπόσπαστο τμήμα της υπόστασής του και προσδιορίζουν με ακρίβεια τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του. Όχι σπάνια, η θέση που είχε το κάθε άτομο μέσα στην ομάδα, ήταν κάτι που κληρονομούσε. Σε περίπτωση απώλειας αυτής της θέσης του, το άτομο θα μετατρεπόταν σε ξένο και απόκληρο, αν όχι σε ένα πρόσωπο χωρίς προσωπική ταυτότητα. Σε άμεση συνάρτηση με αυτά, ο Μακιντάιρ σκιαγραφεί εδώ τα ιδανικά που δεσπόζουν στον κόσμο των ομηρικών επών, δείχνοντάς μας πως στις κοινωνίες που περιγράφουν (όπως και στις «ηρωικές» κοινωνίες γενικότερα), η κοινωνική δομή και η ηθική ταυτίζονται, η ταυτότητα του κάθε ατόμου δε νοείται ξεχωριστά από τους κοινωνικούς ρόλους του αλλά ορίζεται ως το σύνολο αυτών, πράγμα που φυσικά συνεπάγεται και εναρμόνιση εκ μέρους του, ακόμη και με τίμημα τον θάνατο.

Η ιδέα ότι θεμελιακές ηθικές έννοιες (π.χ. ελευθερία-ισότητα) μπορούν να βρίσκονται σε σύγκρουση και να εναπόκειται σε εμάς να λάβουμε μια απόφαση στο πλαίσιο ενός τραγικού ηθικού διλήμματος (μια ιδέα που ανέδειξε ιδιαίτερα ο Αϊζάια Μπερλίν), θα ήταν για τις προνεωτερικές κοινωνίες εντελώς ακατανόητη. Ωστόσο, το παρόν βιβλίο δεν επιδιώκει να αναδείξει τις προνεωτερικές ηθικές παραδόσεις γενικά, παρά μόνο μία από αυτές: πρόκειται για την αρετολογική παράδοση που εκπροσώπησαν ο Αριστοτέλης και ο Ακινάτης. Η αρετολογική ηθική παράδοση έβλεπε τον άνθρωπο τελολογικά: ορίζοντας a priori έναν σκοπό της φύσης του, της «αληθινής» του φύσης, και έπειτα θέσπιζε ηθικές προσταγές για την πραγμάτωση αυτού του σκοπού. Με τον Διαφωτισμό επήλθε η διάλυση της έννοιας του σκοπού και, λίγο αργότερα, ακολούθησε η απόρριψη της έννοιας της ανθρώπινης φύσης. Έτσι, συντελέστηκε η διάκριση ανάμεσα στο δέον και στο είναι, μια διάκριση που αποτέλεσε, για την ηθική φιλοσοφία, χάσμα τραγικά αγεφύρωτο:

Σε κάποιο σημείο της προόδου- όπως αποκαλείται- προς τη νεωτερικότητα, η ανθρώπινη ζωή έπαψε να υποβάλλεται σε μια μορφή αντικειμενικής και απρόσωπης αξιολόγησης που επιτρέπει την αποτίμηση των συγκεκριμένων πράξεων και σχεδίων ενός δεδομένου ατόμου. Το γεγονός αυτό πέρασε σε κάποιο βαθμό απαρατήρητο διότι, ως επί το πλείστον, δεν επισημαίνεται ως απώλεια αλλά χαιρετίζεται αυτάρεσκα ως όφελος, ως η ιστορική στιγμή απελευθέρωσης του ατόμου. (σελ. 104)

Επιδίωξη του Διαφωτισμού ήταν να παρασχεθούν νέα, μη θεολογικά, θεμέλια στην ηθική. Αυτό προϋπέθετε την απόρριψη της αρετολογικής ηθικής παράδοσης που μέχρι τότε μεσουρανούσε ακόμη. Οι διαφωτιστές ήθελαν να οικοδομήσουν ένα σύστημα ηθικής στηριγμένο στη δική τους σύλληψη περί ανθρώπινης φύσης, είχαν όμως κληρονομήσει και ένα σύνολο ηθικών εννοιών από μια παράδοση που ήταν ριζικά ασύμβατη με αυτή τη σύλληψή τους. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που τελικά απέτυχε το εγχείρημά τους. Σύμφωνα με τον Μακιντάιρ, δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Ο Διαφωτισμός, αυτό το κοσμοϊστορικό πνευματικό γεγονός το οποίο πλήθος στοχαστών σήμερα επιζητεί να αναδείξει και να το ωθήσει στην ολοκλήρωση, υπήρξε, κατά τον Μακιντάιρ, μια πραγματική καταστροφή στο πεδίο της ηθικής. Τον εξοβελισμό του αριστοτελισμού από την ηθική σκέψη της Δύσης ακολούθησε μια περίοδος όπου «αρετές» θεωρούνταν πλέον οι ευχάριστες ή κοινωνικά ωφέλιμες ιδιότητες κάποιου.

Ωστόσο, συνεχίζει ο ίδιος, παρότι ο 18ος αιώνας έθεσε τα θεμέλια, το συμπέρασμα ότι είναι τελικά αδύνατο να κάνουμε μιαν εκλογή στο πεδίο της ηθικής, με ορθολογικά μέσα, δε «ρίζωσε» στην κουλτούρα της Δύσης, παρά έπειτα από τη δημοσίευση του magnum opus του Δανού υπαρξιστή φιλοσόφου Σαίρεν Κίρκεγκωρ, Είτε είτε (1843). Αυτό το ζοφερό έργο με το ρομαντικό του ύφος, ήταν που ανέδειξε την ηθική ως μια αυθαίρετη προσωπική δέσμευση ανάμεσα σε αμοιβαίως αποκλειόμενα ιδανικά, καθιερώνοντας τη συγκινησιοκρατία στην κουλτούρα μας. Σύμφωνα με τον Μακιντάιρ, αφού αυτή εδραιώθηκε ως γενική θέση για την ηθική, καθιέρωσε με τη σειρά της μια συμπεριφορά που λαμβάνει χώρα μέχρι και σήμερα: πρόκειται για το ηθικό «ξεμασκάρεμα». Συγκεκριμένα, όπως βλέπουμε, σχεδόν ανά γενιά συμβαίνει μια διαμαρτυρία των νεώτερων απέναντι στους προγενέστερους, οι οποίοι στηλιτεύονται για την υποτιθέμενη υποκρισία τους: έτσι, οι ευαγγελικοί της σέκτας του Κλάπχαμ μέμφονταν την ηθική των Διαφωτιστών ως υποκριτική δικαιολόγηση της αμαρτίας, έπειτα τα εγγόνια της εν λόγω σέκτας μέμφονταν τους παππούδες τους ως ψευδευλαβείς υποκριτές, για να κατακριθούν και οι ίδιοι στη συνέχεια, πάλι για υποκρισία, από την ομάδα του Μπλούσμπερυ, την οποία επέκρινε για υποκρισία ο Ντ. Χ. Λώρενς κ.λπ. Με αυτόν τον τρόπο, εκάστη γενιά ενδόμυχα παραδέχεται την κυνική μεταμφίεση των προσωπικών μας επιθυμιών και στόχων ως ηθικών αξιών. Σύμφωνα με τον Μακιντάιρ, ο πρώτος που διέγνωσε αυτή την ηθική κρίση δεν ήταν άλλος από τον Νίτσε. Εκείνος, παρά τις επιπόλαιες αντιπροτάσεις του (υπεράνθρωπος), συνειδητοποίησε με διορατικότητα ότι αφού όλες οι απόπειρες ορθολογικής θεμελίωσης της ηθικής αποτυγχάνουν, τότε η ίδια η πίστη σε κάποια ηθική δεν είναι παρά η «μεταμφίεση» των μη λογικών επιθυμιών μας.

*

*

Η συγκρότηση μιας ηθικής διδασκαλίας προϋποθέτει ορισμένες ηθικές παραινέσεις, οι οποίες με τη σειρά τους δεν μπορούν να γίνουν πλήρως κατανοητές παρά από μια κοινωνιολογική επισκόπηση των ιστορικοκοινωνικών συνθηκών μέσα στις οποίες διαμορφώθηκαν. Είναι εμφανής εδώ ο ιστορικισμός του Μακιντάιρ, ο οποίος ξεκαθαρίζει ότι η ιστορία της ηθικής είναι κατάλληλη για να μας κάνει να αποφανθούμε για τη φιλοσοφία της, ακριβώς όπως η ιστορία της επιστήμης ωθεί σε συγκεκριμένες θέσεις για την επιστημολογία (φιλοσοφία της επιστήμης). Η αριστοτελική τελολογία/αρετολογία είναι κατά κάποιον τρόπο ένα «παράδειγμα», ασύμμετρο με όλα εκείνα που γέννησε η Νεωτερικότητα. Παρότι δεν τονίζεται πολύ, το βιβλίο φέρει την επίδραση της συζήτησης που προέκυψε στην επιστημολογία, μερικές δεκαετίες πριν, μετά τη δημοσίευση του πολύκροτου έργου του Τόμας Κουν Η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων.

Εδώ όμως βρίσκεται ίσως και το πιο λεπτό σημείο της επιχειρηματολογίας του, που πυροδοτεί αμφισβήτηση. Συγκεκριμένα, ο Μακιντάιρ αντιλαμβάνεται την αρετολογία ως μια ηθική παράδοση ανάμεσα σε άλλες, τονίζοντας πως δεν υπάρχει ορθολογικός τρόπος να αποφασιστεί προκαταβολικά η ορθότητα των ισχυρισμών της. Τότε όμως, διερωτάται κανείς, πώς αποφεύγεται ο σχετικισμός; Πώς θα επιλέξουμε μια ηθική παράδοση έναντι των υπολοίπων; Ο Μακιντάιρ προτείνει δύο τρόπους: αφενός μέσω του εντοπισμού αντιφάσεων (ενν. με βάση τους δικούς τους όρους), και αφετέρου, μέσω επίλυσης των προβλημάτων που αυτές δημιουργούν. Αν, για παράδειγμα, η αρετολογική παράδοση μπορεί να βρει πειστικές απαντήσεις εκεί που οι υπόλοιπες (π.χ. η καντιανή) βρέθηκαν σε αδιέξοδο, καθώς και αν αναδειχθούν οι αντιφάσεις τους, τότε αξίζει να την επιλέξουμε έναντι αυτών. Αν κατορθώνει επίσης να απαντά στα ερωτήματα και να αντιμετωπίζει τις πιθανές αντιρρήσεις, τότε φαίνεται πως ο πυρήνας της είναι ανθεκτικός και αντέχει στον χρόνο, οπότε είναι η καλύτερη που διαθέτουμε[1].

Πάντως, ο Μακιντάιρ επικαλείται τον Αριστοτέλη αλλά δεν έχει στραφεί ακόμη αποφασιστικά υπέρ του Ακινάτη, πράγμα το οποίο συνέβη λίγο αργότερα, όταν πείστηκε πως ο τελευταίος υπήρξε περισσότερο «αριστοτελικός» από τον Αριστοτέλη. Μελετώντας το έργο του τελευταίου, αρχικά για πολεμικούς σκοπούς, ο Μακιντάιρ κατέληξε τελικά να γίνει υποστηρικτής του. Όπως θα παραδεχτεί ο ίδιος, ήδη από τη συνεργασία του με το περιοδικό The New Reasoner, εκδήλωσε προθυμία για τη διατύπωση μιας καταδίκης των σταλινικών πρακτικών σε ηθική βάση, ενώ παράλληλα άρχισε να αντιλαμβάνεται πως ο μαρξισμός, τον οποίον τότε ακόμη ασπαζόταν, βιώνει μια βαθιά ηθική εξάντληση. Στο όνομα τίνος θα έπρεπε λοιπόν να ασκηθεί η κριτική απέναντι σε όσα έπραξε ο Στάλιν; Μήπως στο όνομα των φιλελεύθερων ιδανικών; Μα αυτά ήταν που καταδίκαζε ρητά και πειστικά ο μαρξισμός.

Ο Μακιντάιρ τελικά συνειδητοποίησε πως τόσο ο φιλελευθερισμός όσο και ο μαρξισμός στηρίζουν την ηθική τους στη βάση του Διαφωτισμού και πως αυτό τις καθιστά σε τελική ανάλυση αδιέξοδες. Αναζητώντας μιαν αντιπρόταση, ο Σκώτος φιλόσοφος κατέληξε στην αρετολογική ηθική παράδοση, όπως αυτή εκπροσωπήθηκε από τον Αριστοτέλη. Να σημειωθεί ότι ο ίδιος ξεκαθαρίζει ευθέως πως ουδέποτε υπήρξε υποστηρικτής του κοινοτισμού, τον οποίο απορρίπτει (μαζί με τον συντηρητισμό) ως μιαν άλλη μορφή φιλελευθερισμού. Παράλληλα, εξηγεί, η αρετολογία συνιστά απόρριψη όχι μονάχα του φιλελεύθερου καπιταλισμού, αλλά και πρακτικά όλων των νεωτερικών πολιτικών ιδεολογιών. Ωστόσο, έχοντας την επίγνωση πως και ο ίδιος εντάσσεται μέσα στη Νεωτερικότητα, θεωρεί πως δεν είναι εφικτή ή επιθυμητή η πλήρης απόρριψή της: το είδος της εξιστόρησης που πραγματοποιεί στο παρόν βιβλίο του, ομολογεί, κατέστη εφικτό μόνο ύστερα από τον 18ο και 19ο αιώνα, με σημαντικούς πρωτεργάτες της διανοητές σαν τον Βίκο και τον Κόλλινγουντ. Για τον Αριστοτέλη, οι επιμέρους αρετές χαρακτηρίζονται από ενότητα και αλληλεξάρτηση, δηλαδή δεν μπορούν να συγκρούονται μεταξύ τους και η απόκτηση της καθεμιάς προϋποθέτει άλλες. Διαφωνώντας (και) σε αυτό με την αριστοτελική παράδοση όμως, ο Μακιντάιρ επίσης προσθέτει πως τίποτε δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να συγκρούονται μεταξύ τους διαφορετικές αρετές, καταλήγοντας σε τραγικό δίλημμα. Παράλληλα, αποδέχεται και κάποιες νεωτερικές ηθικές αντιλήψεις: όταν, λόγου χάρη, αναλύει την αριστοτελική ηθική και τις επιδράσεις της στην παράδοση της αρετολογικής ηθικής (κυρίως μέσω των Ηθικών Νικομαχείων), ξεκαθαρίζει πως οι απόψεις του Αριστοτέλη για τη δουλεία πρέπει οπωσδήποτε να απορριφθούν, κάτι το οποίο μπορεί να γίνει δίχως να χαθεί ο πυρήνας της θεωρίας του.

Ας συνοψίσουμε τώρα τη συλλογιστική του Μακιντάιρ: η Νεωτερικότητα κληρονόμησε έναν μακρύ εννοιολογικό κατάλογο αρετών από το παρελθόν, έχασε όμως το μεταφυσικό πλαίσιο (τελολογία) στο οποίο αυτές θεμελιώνονταν. Όσες απόπειρες έγιναν από τότε να θεμελιωθούν οι εν λόγω αρετές σε νέες βάσεις (π.χ. Χιουμ), απλώς απέτυχαν, ώσπου, κατά τον 19ο αιώνα, διαπιστώθηκε ρητά (για πρώτη φορά από τον φιλόσοφο Κίρκεγκωρ στο έργο του Είτε είτε) η πλήρης αδυναμία να υπάρξει μια ορθολογική θεμελίωση της ηθικής, η οποία θεωρήθηκε πως μπορεί να ευρεθεί μονάχα μέσα από μια ριζικά ανορθολογική πράξη επιλογής, ένα είδος αυθαίρετης προσωπικές δέσμευσης. Αυτά που έως τότε λογίζονταν ως αρετές, κατά τον 17ο και 18ο αιώνα θεωρήθηκαν είτε «πάθη», είτε αναγκαίες εσωτερικές τάσεις εντός μας για τη χαλιναγώγηση αυτών των παθών. Στη θέση της αγάπης, λόγου χάρη, ο 17ος και 18ος αιώνας, τόνισαν τον «αλτρουισμό», ως ιδιότητα που μας διδάσκει η ίδια η φύση. Από τον 19ο αιώνα και χάρη στη σημαδιακή μορφή του Κίρκεγκωρ, κύρια τάση της κουλτούρας μας, στη Δύση, όσον αφορά την ηθική, είναι ο συναισθηματισμός («συγκινησιοκρατία») και σήμερα, οποτεδήποτε επιχειρούμε να συζητήσουμε περί ηθικής, καταλήγουμε σε έναν πλουραλιστικά ατέρμονο διάλογο, ακριβώς λόγω του ότι πολλοί άνθρωποι ασπαζόμαστε διαφορετικές θεμελιώδεις αξίες, τις οποίες έχουμε επιλέξει εκ των προτέρων και κυρίως συναισθηματικά, ως έκφραση των προσωπικών μας προτιμήσεων.  Σε αυτό το πλαίσιο, δεδομένου ότι καθένας μας έχει τις δικές του προτιμήσεις και δεν υπάρχει κοινό έδαφος για εναρμόνισή τους, η ασυνεννοησία και ο δογματισμός ανάμεσά μας, προκύπτουν αναπόδραστα.

Από τα παραπάνω, κάποιοι ίσως θυμηθούν συνειρμικά το αντίστοιχα σημαντικό έργο του καθηγητή Λέο Στράους, Φυσικό δίκαιο και ιστορία (Natural right and history, 1953), το οποίο επίσης επιχειρηματολογούσε υπέρ της επαναφοράς μιας αρχαίας κλασικής θεώρησης ενάντια στη Νεωτερικότητα, με το σκεπτικό ότι η τελευταία προάγει τον ηθικό σχετικισμό και καταλήγει στον μηδενισμό (στη θεωρία) και ότι, επομένως, ευνοεί την απανθρωπιά (στην πράξη). Ο Μακιντάιρ κλείνει το βιβλίο λέγοντας πως αναμένουμε έναν «νέο Άγιο Βενέδικτο», μια προσωπικότητα που θα οικοδομήσει θεσμούς για να εξασφαλίσουν τη διατήρηση και την ευδοκίμηση κοινοτήτων μέσα στη γενικότερη παρακμή. Τελικά, σύμφωνα με τον Μακιντάιρ, δύο δρόμοι ανοίγονται μπροστά μας: ή θα επιστρέψουμε στην αρετολογική/αριστοτελική ηθική παράδοση που συλλαμβάνει τον άνθρωπο ως ον με εγγενείς σκοπούς και αρνείται να κάνει διάζευξη ανάμεσα στο είναι και το δέον, είτε θα βαδίσουμε το ολισθηρό μονοπάτι του Διαφωτισμού, το οποίο αναπόδραστα οδηγεί τελικά στη συγκινησιοκρατία-συναισθηματισμό, συνεπέστερη κατάληξη της οποίας αποτελεί ο νιτσεϊκός μηδενισμός. Τι θα διαλέξουμε λοιπόν, μας λέει, Νίτσε ή Αριστοτέλη; Η επιλογή είναι ολότελα δική μας.

ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ

 


[1] Πρόκειται, μπορεί να παρατηρήσει κανείς, για έναν μάλλον «νεωτερικό» τρόπο υπεράσπισης της κλασικής αρετολογίας: ενώ ο Μακιντάιρ υποστηρίζει μια ηθική παράδοση που μιλάει με απόλυτο και ανιστορικό τρόπο για ανθρώπινη «φύση», ο ίδιος είναι ρητά ιστορικιστής. Πώς όμως συμβιβάζονται αυτά τα δύο; Πώς συμβαδίζει μια τόσο ριζική ρήξη με τη Νεωτερικότητα, με την επιλεκτική αλλά και ουσιαστική συνέχισή της;