φιλοσοφία

O Γιόχαν Χουιζίνγκα και η γέννηση του ανθρώπινου πολιτισμού από το παιχνίδι

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Τα βιβλία που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της σειράς των εκδόσεων Γνώση, «Φιλοσοφική και Πολιτική βιβλιοθήκη», υπό την επιμέλεια του Παναγιώτη Κονδύλη, διέπονται, στην πλειονότητά τους, από μια μάλλον απαισιόδοξη οπτική. Συγκεκριμένα, η Χάννα Άρεντ παρουσιάζει τη διαφορά ανάμεσα στην αρχαία και τη νεώτερη αντιμετώπιση της δημόσιας σφαίρας με τρόπο απαισιόδοξο εξυμνώντας την πρώτη σε βάρος της δεύτερης, τονίζοντας πως η δεύτερη σηματοδοτεί την παρακμή της δημόσιας σφαίρας. Ο Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ παρατηρεί την παρακμή των «μεγάλων αφηγήσεων» για την ανθρώπινη χειραφέτηση και τη μετατροπή των πανεπιστημίων σε εμπορικές επιχειρήσεις, ο Καρλ Μάννχαϊμ παρατηρεί την έλευση του σκεπτικισμού κατά τη διαπάλη ανάμεσα στις μεγάλες πολιτικές ιδεολογίες των Νεώτερων Χρόνων, ο Καρλ Λέβιτ διατυπώνει την άποψη ότι ο σύγχρονος άνθρωπος, εγκλωβισμένος ανάμεσα στην αρχαιοελληνική και τη χριστιανική κοσμοθεώρηση, τείνει να συλλαμβάνει τον κόσμο ως κάτι το τυχαίο, ο Έρνστ Κασσίρερ παρατηρεί με ανησυχία την πρόσφατη επιστροφή του προλογικού και μυθικού τρόπου σκέψης στην πολιτική ζωή, ενώ ο Κρώφορντ ΜακΦέρσον βλέπει τη σημερινή φιλελεύθερη Δημοκρατία ως μια οπισθοδρομική επιστροφή σε παλιότερες, «ολιγαρχικές» μορφές δημοκρατικής διακυβέρνησης. Αντίστοιχα, ο Γιόχαν Χουιζίνγκα διαπιστώνει, στις αρχές του εικοστού αιώνα, την απώλεια του παιγνιώδους στοιχείου από τον σύγχρονο πολιτισμό. Ας δούμε πιο αναλυτικά τη θεωρία του.

(περισσότερα…)

O Κρώφορντ Μπ. Μάκφερσον και η ιστορία της φιλελεύθερης δημοκρατίας

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

O Κρώφορντ Μπ. Μάκφερσον (1911-1987) υπήρξε ένας σημαντικός πολιτικός επιστήμονας, συγγραφέας και καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Τορόντο. Με το έργο του αποπειράθηκε να σκιαγραφήσει την ιστορική καθιέρωση στη Δύση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, στο πολιτικό πλαίσιο της οποίας βρισκόμαστε ακόμη, αλλά και να διευρύνει περαιτέρω τη λαϊκή συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, εισηγούμενος νέα μοντέλα πολιτικής αντιπροσώπευσης που να είναι λιγότερο ελιτίστικα και περισσότερο ανοικτά προς όσο το δυνατόν περισσότερους πολίτες. Η πολιτική σκέψη του, που ταξινομείται συνήθως στην κατηγορία του καναδέζικου ιδεαλισμού, από κοινού με τον Γκραντ και τον Ταίηλορ, επιδιώκει να αποτελέσει μιαν απάντηση στον νεοφιλελευθερισμό, συμβιβάζοντας τη φιλελεύθερη δημοκρατία με τη μαρξιστική κριτική, διασώζοντας συνάμα τα κυριότερα στοιχεία του κλασικού φιλελευθερισμού και συγχρόνως αποδεσμεύοντάς τα, όσο αυτό είναι δυνατό, από το περιοριστικό, κατά τη γνώμη του, οικονομοκεντρικό και καπιταλιστικό πλαίσιο, υπό το οποίο διαμορφώθηκαν.

(περισσότερα…)

O Ερνστ Κασσίρερ και η «επιστροφή» του μύθου

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Τι είναι αυτό που αποκαλούμε «μύθο»; Ποια η σημασία του; Ο Joseph Campbell ορίζει τους μύθους ως σημειακά ερεθίσματα που αποδεσμεύουν σωματικές αντιδράσεις και κατευθύνουν σε στόχους, παρόμοια με τον ρόλο που παίζουν τα ένστικτα στα ζώα. Όπως έχει επισημανθεί, ο μύθος εξυπηρετεί κυρίως τέσσερεις βασικές λειτουργίες: «μυστικιστική» (έμφαση στο θαυμασμό για τον κόσμο γύρω μας), «κοσμολογική» (ερμηνεία της φύσης), «κοινωνιολογική» (ισχυροποίηση κοινωνικής τάξης) και τέλος, «παιδαγωγική» (διδασκαλία του πως μπορούμε να ζήσουμε μια αληθινά ανθρώπινη σε κάθε περίσταση). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι υφίστανται δύο θεμελιώδεις αλλά και τελείως διαφορετικές μορφές μυθολογίας: η πρώτη είναι προσανατολισμένη στη φύση (απαντάται σε λαούς που καλλιεργούν τη γη) και η δεύτερη είναι εκείνη που συνδέεται αυστηρά με μια συγκεκριμένη κοινωνία (απαντάται σε νομαδικούς λαούς που μετακινούνται). Σύμφωνα με τον Γάλλο ιστορικό και αρχαιολόγο Paul Veyne, για τους αρχαίους Έλληνες δεν υπήρξε στην πραγματικότητα μια οξεία διάσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στον μύθο, πριν από την ανάπτυξη του ορθού λόγου (6ος π.Χ. αιώνας). Αυτή η ανάπτυξη ήταν ακριβώς η εφεύρεση της συγκεκριμένης διαμάχης, η οποία ξεκίνησε αρχικά από ορισμένους ειδικούς, όπως ο Ηρόδοτος, οι οποίοι επεδίωξαν τον έλεγχο των μυθικών αφηγήσεων, αντί να αρκεστούν στην εμπιστοσύνη των αγαθών προθέσεων του αφηγητή.

(περισσότερα…)

Κώστας Μελάς, Η ανεξέλεγκτη δύναμη της τεχνοεπιστήμης

 

1.

Τα τελευταία σαράντα χρόνια, ίσως και περισσότερο, η ανθρωπότητα υφίσταται την όλο και αυξανόμενη χιονοστιβάδα της σύγχρονης τεχνολογίας (τεχνοεπιστήμης). Η κυριάρχηση της λογικής της είναι εμφανής σχεδόν στο σύνολο των ανθρωπίνων πεδίων δράσης.

Στο κοινωνικό πεδίο, η αποσάθρωση και η απουσία νοήματος από τις μαζικοδημοκρατικές συνομαδώσεις, οι οποίες όλο και επεκτείνονται σε πλανητικό επίπεδο υποκαθιστώντας τα προϋπάρχοντα κοινωνικά σχήματα, αποτελούν τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της μετανεωτερικότητας. Η «κοινωνία» αδυνατεί να αναγνωρίσει τον εαυτό της[1] παραδιδόμενη αμετάκλητα σε έναν χυδαίο αγοραίο ηδονισμό. Πολτοποιείται η όποια συλλογικότητα στο όνομα ενός φρενήρη ατομισμού, της λατρείας του εφήμερου και της βραχυπρόθεσμης απόλαυσης. Οι διαπιστώσεις που κάνουν οι ειδικοί για τις σημερινές δημοκρατίες είναι σαφείς: άρνηση της ύπαρξης, διαστροφή, σωματικοί και ψυχικοί φόνοι, παράδοξη παρακμή του υποκειμένου με τις μορφές ενός ακραίου ατομικισμού, μαζοποίηση των συμπεριφορών.[2] Ο άνθρωπος δεν διαθέτει πλέον άλλα σημεία αναφοράς πέρα από τις προσωπικές του αντιλήψεις, την εμπειρία και τις ερμηνείες του. Και από τη στιγμή που τα πάντα μπορούν να σημαίνουν τα πάντα, δε σημαίνουν τίποτε, επειδή έχουν χάσει την καθολική τους ισχύ. Το ατομικό Εγώ γίνεται το μέτρο των πάντων και, συνεπώς, αυτό είναι το μόνο που μετράει: πως αισθάνομαι Εγώ, πως σκέφτομαι Εγώ. Εγώ απαιτώ να γίνονται σεβαστά το δικό μου γούστο, το πώς Εγώ τελικά είμαι, γιατί διαφορετικά αισθάνομαι προσβεβλημένος[3]. (περισσότερα…)

Παυλίνα Σκούφη, Είναι έναντι Δέοντος: Υπό αίρεση. Η περιγραφική θεωρία της απόφασης του Π. Κονδύλη

της ΠΑΥΛΙΝΑΣ ΣΚΟΥΦΗ

Ο «ταξιδιώτης» μιλάει.

Οι “σκέψεις για τις ηθικές προκαταλήψεις”, αν δεν θέλει κανείς να είναι προκαταλήψεις για τις προκαταλήψεις, προϋποθέτουν μια τοποθέτηση έξω από την ηθική, κάποιο σημείο πέρα απ’ το καλό και το κακό, στο οποίο πρέπει να ανεβούμε, να σκαρφαλώσουμε ή να πετάξουμε… το ζήτημα είναι αν μπορεί κανείς πραγματικά να πάει εκεί πάνω.

ΦΡ. ΝΙΤΣΕ, Η χαρούμενη επιστήμη, §380

I. Προανάκρουσμα

Η νεώτερη γνωσιοθεωρία απέσπασε τον άνθρωπο από το ομηρικό φως και τη θεία δόξα του και τον ενέταξε στον πεπερασμένο ορίζοντα των φυσικών διαδικασιών. Η γνώση κατανοήθηκε ως συσχετισμός των ανθρωπίνων γνωστικών ικανοτήτων και όχι ως αντανάκλαση δεδομένων μεταφυσικά ουσιών. Η ανάδειξη των ποικίλων δεσμεύσεων της γνώσης από τις βαθύτερες κλίσεις της ύπαρξης εμβάθυνε τον σκεπτικισμό έναντι κάθε ψευδαίσθησης της αυτοτέλειας του πνεύματος και το πρωτείο του Λόγου αντικαταστάθηκε από εκείνο του εργαλειακού χαρακτήρα της συνείδησης. Στον βαθμό που αναγνωρίστηκε ο προοπτικός και αποσπασματικός χαρακτήρας της ενθάδε ύπαρξης, δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί η δυνατότητα του κόσμου να περικλείει άπειρες ερμηνείες και εναλλασσόμενες ηθικές επιταγές. Οι ερμηνευτικές κατηγορίες κάθε καθηκοντολογίας έχασαν το ουσιολογικό αντίκρισμά τους και αναζητήθηκε εκείνος ο νιτσεϊκός διονυσιακός άνθρωπος που μπορεί να αντέξει τη θέα του φοβερού και του αμφίβολου.[1]

(περισσότερα…)

Κώστας Μελάς, Η διάκριση Φίλου – Εχθρού στη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη

 

 

1.

Γράφει ο Κονδύλης: «Η σκέψη μου, όπως κάθε σκέψη, έχει μιαν πεμπτουσία, όμως αυτήν πρέπει να την αποστάξει ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μέσα από το σύνολο του έργου μου. Αλλιώς η οποιαδήποτε φόρμουλα όχι μόνον δεν θα κατανοηθεί, αλλά και σίγουρα θα παρανοηθεί»[1].

Έχω την γνώμη ότι ελάχιστοι, ίσως αρκετοί λιγότεροι από τα δάκτυλα του ενός χεριού, είναι οι μελετητές που έχουν ακολουθήσει την παραπάνω ρήση του Κονδύλη αναφορικά με το έργο του[2]. Η μεγάλη πλειοψηφία των μελετητών αναφέρονται σε σημεία του έργου του για να πουν την άποψή τους για κάποιο θέμα, θεωρώντας ότι με τον συγκεκριμένο τρόπο η άποψή τους αυτή αποκτά θεωρητικό κύρος. Οι παραπομπές είναι μερικές φορές άκρως επιφανειακές και τις περισσότερες δεν έχουν καμία συνάφεια με τον πυρήνα της σκέψης του Κονδύλη. Ο καθένας διαλέγει ό,τι «του πάει». Οι περισσότεροι βέβαια ούτε καν διαλέγουν, απλά σχηματίζουν μια δική τους αντίληψη, που πόρρω απέχει από τον πυρήνα της κονδύλειας σκέψης, και επιχειρηματολογούν γι’ αυτήν ακατάπαυστα. Άλλωστε είμαστε στην εποχή της αυτοπραγμάτωσης με κριτήριο μόνο τον εαυτό. (περισσότερα…)

O Καρλ Μαννχάιμ και οι πολιτικές ιδεολογίες στη Νεωτερικότητα

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Ήδη από τις πρώτες στιγμές της, η Νεωτερικότητα συνδέθηκε με ουτοπικά οράματα και ιδανικά. Το «ουτοπικό» δεν έχει τη σημασία ενός αφηρημένου και απραγματοποίητου ονείρου. Ως ουτοπικό (<ου + τόπος) ορίζεται κάτι που δεν υφίσταται πουθενά στον κόσμο σήμερα. Η σύλληψη μιας κοινωνίας χωρίς δούλους, για παράδειγμα, στην εποχή του Αριστοτέλη θα ήταν ουτοπική, ενώ σήμερα δεν είναι. Δεν είναι λοιπόν υπερβολή αν πούμε ότι οι ουτοπίες του παρελθόντος συχνά γίνονται οι πραγματικότητες του σήμερα. Κατά την εξέλιξη των Νεώτερων Χρόνων, λόγω της σταδιακής αποθρησκειοποίησης των δυτικών κοινωνιών, όλο και περισσότερα τμήματα της θρησκευτικής εσχατολογίας άρχισαν να προσλαμβάνουν έναν αμιγώς κοσμικό χαρακτήρα ως οράματα κοινωνικής μεταβολής. Σύμφωνα με τον Karl Mannheim, ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα των Νεώτερων Χρόνων είναι η συζήτηση γύρω από τους όρους ιδεολογία και ουτοπία.  Σημαντικό ρόλο στην κατανόηση της ιδεολογίας, έχει η μαρξιστική σκέψη, τόσο του ίδιου του Μαρξ όσο και άλλων μαρξιστών στοχαστών.

(περισσότερα…)

O Καρλ Λέβιτ και η Επανάσταση του Χριστιανισμού

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Πώς άρχισε η φιλοσοφία της Ιστορίας; Τι εννοούμε όταν λέμε «νόημα της Ιστορίας»; Όπως υποστηρίζει ο Karl Löwith, η αναζήτηση για το νόημα της ιστορίας ήταν στην πραγματικότητα αναζήτηση για το νόημα της οδύνης μέσα στην ιστορία. Ο όρος φιλοσοφία της Ιστορίας, που συναντάται για πρώτη φορά στον Βολταίρο, δηλώνει τη συστηματική ερμηνεία της Παγκόσμιας Ιστορίας σύμφωνα με μια γενική αρχή, με βάση την οποία τα ιστορικά γεγονότα και οι σειρές των γεγονότων ενοποιούνται και κατευθύνονται προς ένα έσχατο νόημα. Η πίστη στο νόημα της Ιστορίας σημαίνει την πίστη στην ύπαρξη ενός τελικού στόχου ή σκοπού, ο οποίος υπερβαίνει τα πραγματικά γεγονότα της εμπειρίας.

(περισσότερα…)

Η Χάννα Άρεντ και η αλλοτρίωση του σύγχρονου κόσμου

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

(περισσότερα…)

Λογοτεχνία και φιλοσοφία: Αποκλίσεις και συγκλίσεις – διάσταση και ομολογία

*

του ΚΩΣΤΑ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ

Ποια είναι η σχέση λογοτεχνίας και φιλοσοφίας; Το θέμα είναι βέβαια  σύνθετο, και συναρτάται με τα ζητήματα: Τι είναι η λογοτεχνία, τι είναι η φιλοσοφία, ποιο είναι το έργο και ο σκοπός τους; Θα επιχειρήσω να θίξω τα θέματα με την ακόλουθη σειρά: Πρώτα, θα αναφέρω μερικές διαφορές τους, από τις οποίες μπορεί να φανεί (και ίσως, εν μέρει να εξηγηθεί) η αμοιβαία δυσπιστία τους∙ έπειτα, θα αναφέρω ένα κύριο κοινό σημείο τους, αλλά και μερικές συναφείς διαφορές∙ τέλος, θα αναφέρω ένα ακόμα συστατικό κοινό στοιχείο, στο οποίοι στηρίζεται η σύγκλιση και η «ομολογία» τους.

Α΄  Για να προσεγγίσομε το θέμα μας, δεν μπορούμε να αποφύγομε τα ερωτήματα: Τι είναι η λογοτεχνία; Τι είναι η φιλοσοφία; Και γι’ αυτό, θα αναφέρω πρώτα μερικές διαφορές τους, τις, κατά τη γνώμη μου, κυριότερες και ουσιώδεις. Κύριος σκοπός της φιλοσοφίας είναι η αναζήτηση της γνώσης και της αλήθειας, ενώ άμεσος σκοπός και πρώτιστο έργο της λογοτεχνίας δεν είναι η γνώση και η αλήθεια καθ’ εαυτήν. Η φιλοσοφία είναι κυρίως θεωρία, και ακόμα και όταν ασχολείται με την πράξη (τα πρακτικά ζητήματα, λ.χ. τα ηθικά), τα μελετά θεωρητικά, ως θεωρία. Αντιθέτως, η λογοτεχνία είναι ποίηση (με την πρωταρχική σημασία του όρου), δημιουργία, έκφραση, τέχνη. Και οι δύο είναι δυνατόν να χρησιμοποιούν το σύνολο των πνευματικών και ψυχικών δυνάμεων και ικανοτήτων, αλλά η φιλοσοφία στηρίζεται κυρίως ή κατ’ εξοχήν στις έλλογες και νοητικές ικανότητες (στον νου, στη νόηση), ενώ η λογοτεχνία αξιοποιεί και απευθύνεται ιδίως στη φαντασία, στη διαίσθηση, στο συναίσθημα, στη συγκίνηση.  Εξειδικεύοντας το σημείο αυτό, η φιλοσοφία -ως θεωρία του ορθού Λόγου– λειτουργεί καθοριστικά με θεμέλιο και πλαίσιό της τον ορθό Λόγο, ακολουθώντας τις απαιτήσεις, τους κανόνες και τη μεθοδολογία του: σωστή θέση και διάκριση των ζητημάτων, αποσαφήνιση των εννοιών, υποχρέωση στήριξης σε επιχειρήματα (ει δυνατόν σε αποδείξεις), και στην πραγματικότητα (στα πραγματικά δεδομένα), αποφυγή λογικών σφαλμάτων.  Η φιλοσοφία επιδιώκει κατ’ αρχήν την καθολικότητα της γνώσης και της αλήθειας, με αντικειμενική ή διυποκειμενική εγκυρότητα και ισχύ∙ στόχος και ιδεώδες της, ρυθμιστικό και κανονιστικό (εννοείται άφθαστο, αλλά ισχυρό), είναι ένα συνεκτικό σύστημα σύνολης της γνώσης (εννοείται: κατά προσέγγιση, όχι αλάνθαστο ή τέλειο πραγματικά, αλλά ιδεατά τελειοποιούμενο), ενώ δεν συμβαίνει αυτό με τη λογοτεχνία∙ της αρκεί συχνά το υποκειμενικά αληθινό, η «δόξα». Η λογοτεχνία παρουσιάζει και εξεικονίζει, από τη φύση της, επιμέρους περιπτώσεις και το συγκεκριμένο σε απέραντη ποικιλία, ενώ η φιλοσοφία αναζητεί το γενικό και το καθόλου. (περισσότερα…)

Τι σημαίνει να είναι κανείς «ιππότης της πίστης»;

 του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Σήμερα η θρησκευτική πίστη αντιμετωπίζεται συνήθως ως ένα σύνολο πεποιθήσεων που νοηματοδοτούν την ανθρώπινη ζωή μέσα από την επίκληση του υπερβατικού. Στον Δυτικό κόσμο, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις γίνονται σεβαστές και αποδεκτές, στον βαθμό που δέχονται τη φιλελεύθερη αρχή της ανεκτικότητας και δεν επιχειρούν να επιβληθούν με πολιτικά μέσα. «Καθένας είναι ελεύθερος να πιστεύει ό,τι θέλει», είναι η χαρακτηριστική φράση που εμφανίζεται στην αρχή και (συνηθέστερα) στο τέλος κάθε συζήτησης για το υπερφυσικό. Μάλιστα, κάθε δημόσια αναφορά στο υπερφυσικό, ακόμη και αν γίνεται από μη θρησκευτική σκοπιά, κατά κανόνα συνοδεύεται από την καθησυχαστική φράση που μόλις αναφέρθηκε, προκειμένου να μην εκληφθεί ως δείγμα απόπειρας προσηλυτισμού ή φονταμενταλισμού. (περισσότερα…)

Σχετικά με το σαθρό υλικό του ανθρώπου

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Isaiah_BerlinΤο βιβλίο Το σαθρό υλικό του ανθρώπου αποτελείται από επτά δοκίμια που έγραψε ο Αζάϊα Μπερλίν μέσα σε διάστημα σαράντα ετών. Ο τίτλος του βιβλίου προέρχεται από τη φράση του Καντ ότι τίποτε εντελώς ίσιο δεν μπορεί να προέλθει από ένα ξύλο τόσο στραβό όσο ο άνθρωπος. Τη φράση χρησιμοποίησε παραφρασμένη ο φιλόσοφος Ρόμπερτ Κόλλινγουντ, σε διάλεξή του το 1929, από όπου την άκουσε για πρώτη φορά ο Μπερλίν. Πρόκειται για απλό αλλά και πυκνογραμμένο βιβλίο, φορτωμένο από παραθέματα. Όλα τα δοκίμια τα διατρέχει η αντίληψη ότι κατά τον 19ο αιώνα συντελέστηκε ένα ρήγμα στην ευρωπαϊκή σκέψη: πρόκειται για την παρακμή των ουτοπικών ιδεών που κυριαρχούσαν από την εποχή του Πλάτωνα για δύο χιλιάδες χρόνια. Αυτή η παρακμή έχει ως αποτέλεσμα την πνευματική κατάσταση του σήμερα.

Ο Μπερλίν υποστηρίζει ότι αυτή η καίριας σημασίας αλλαγή επήλθε με τα έργα δύο συγκεκριμένων στοχαστών: του Βίκο και του Χέρντερ. Ενώ ο πρώτος υπέδειξε ότι υπάρχουν ριζικές διαφορές ανάμεσα στις ιστορικές περιόδους που διανύει ένα έθνος και κατά συνέπεια δεν μπορούμε να κάνουμε συγκρίσεις, ο δεύτερος προχώρησε περισσότερο τονίζοντας ότι κάθε πολιτισμός φέρει το δικό του αξιακό σύστημα και έχει μια αναλάβει τη δική του μοναδική αποστολή μέσα στον κόσμο. Τόσο ο Βίκο όσο και ο Χέρντερ, μοιάζει να υπονοεί ο Μπερλίν, υπήρξαν κατά κάποιο τρόπο Ιστορικιστές (ίσως και πρόδρομοι της Ερμηνευτικής), και επηρέασαν πάρα πολύ τον σύγχρονο φιλελεύθερο Ουμανισμό.

Ωστόσο, δεν θα έπρεπε να νομίσει κανείς πως πρόκειται για σχετικιστές στοχαστές, καθώς και οι δύο αποδέχονται ότι υπάρχουν θεμελιώδεις αξίες που είναι κοινές στην ανθρωπότητα, απλώς δεν ταυτίζονται αναγκαία μεταξύ τους. Επομένως, αντίθετα με άλλους επιφανείς διανοουμένους (π.χ. Μαρξ, Νίτσε, Φρόϋντ), οι Βίκο και Χέρντερ δεν ανήκουν στο σχετικισμό, αλλά υποστηρίζουν μια «πολιτισμική πολυαρχία».
Το αποτέλεσμα των ιδεών των Βίκο και Χέρντερ ήταν να καταρρεύσει το δεδομένο σχήμα που θεωρούσαν δεδομένο από την Αρχαιότητα έως τον 18ο αι. Αυτό το σχήμα αποτελούταν από τρεις θέσεις:

  • Κάθε μεγάλο ερώτημα του ανθρώπου επιδέχεται μία και μόνο ορθή απάντηση.
  • Αυτή η απάντηση είναι δυνατό να ανακαλυφθεί κάποτε.
  • Το σύνολο των ορθών απαντήσεων στα επί μέρους ερωτήματα πρέπει να είναι αρμονικό και να μην υπάρχουν συγκρούσεις της μιας με την άλλη.

Όταν τελικώς, και εν πολλοίς χάρη στη συμβολή των Βίκο και Χέρντερ, ανατράπηκε αυτός ο τρόπος σκέψης, έγινε για πρώτη φορά αντιληπτός ο τραγικός χαρακτήρας της ανθρώπινης ζωής: οι επιμέρους αξίες βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση μεταξύ τους και επομένως, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τις συμβιβάσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα. Για παράδειγμα, συχνά συγκρούεται η ελευθερία με την ευτυχία ή η ελευθερία με την ισότητα. Είναι αδύνατο αυτές οι αξίες, αν και θετικές, να εναρμονιστούν πλήρως. Αυτό είναι το δράμα της ζωής μας. Με την ανατροπή του προηγούμενου μοντέλου, εμφανίστηκε το σαρωτικό κίνημα του Ρομαντισμού, που επεδίωκε να ανατρέψει μέχρι τότε όλα τα δεδομένα πρότυπα. Πράγματι, εκεί που ο Ορθολογισμός προέβαλλε τη γνώση, ο Ρομαντισμός αποθέωνε τη βούληση, εκεί που ο Ορθολογισμός υποστήριζε την οικουμενικότητα και το σύνολο, ο Ρομαντισμός αντιπρότεινε το άτομο και τις ιδιαίτερες επί μέρους διαφορές των ανθρώπων στην παράδοση (θρησκεία, γλώσσα, ιστορία).

Isaiah Berlin

Με την έλευση του Ρομαντισμού αντικαταστάθηκε το πρότυπο του σοφού που γνωρίζει όλες τις απαντήσεις στα υπαρξιακά ερωτήματα, από εκείνο του ήρωα που ακολουθεί το προσωπικό του όραμα και ζητάει όλο και περισσότερη ελευθερία για να εκφραστεί. Ενώ όμως έδρασε ως επανάσταση για την απελευθέρωση του ατόμου από την εργαλειοποίηση του ορθολογιστικού τρόπου σκέψης μετά τον Διαφωτισμό, ο Ρομαντισμός στη συνέχεια εξελίχθηκε σε ένα νέο καταπιεστή: φέρνοντας στο προσκήνιο τη βούληση, την ηρωολατρία και τον τραγικό χαρακτήρα της ζωής, οδήγησε στη δημιουργία μορφωμάτων ολοκληρωτισμού (κομουνισμός, φασισμός, εθνικοσοσιαλισμός) που προκάλεσαν εκατόμβες θυμάτων.

Μάλιστα, ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ήδη από το ξέσπασμα της Γαλλικής επανάστασης (1789), ο Ζοζέφ ντε Μαιστρ, που συνόψιζε τον παλιό κόσμο του έθνους, της θρησκείας και της μοναρχίας, προειδοποιούσε προφητικά για τους κινδύνους που ενείχε η θεμελίωση του κόσμου αποκλειστικά στη λογική και την πλειοψηφία. Επιπλέον, οι σύγχρονες μορφές ολοκληρωτισμού θεωρούνται από τον Μπερλίν αναβιώσεις όσων χάθηκαν από την κυριαρχία του μονόπλευρου Ορθολογισμού.

Ακόμη και οι πρόσφατες αναβιώσεις του εθνικισμού, δημιουργός του οποίου ήταν ο Χέρντερ, αποτελεί απόδειξη ότι με την επικράτηση των ιδεωδών του Διαφωτισμού παραμερίζονται και στις μέρες μας βίαια οι εθνικές αξίες που ύμνησε ο Ρομαντισμός. Ποιο είναι το συμπέρασμα του Μπερλίν; Τόσο ο Διαφωτισμός (18ος αι.) που ύμνησε τον ορθό λόγο, όσο και ο Ρομαντισμός (19ος αι.) που ύμνησε τα συναισθήματα, ξεκίνησαν ως απελευθερωτικά κινήματα για να καταλήξουν σε μια νέα μορφή υποδούλωσης του ανθρώπου: πρόκειται για τη βιομηχανική εργαλειοποίηση και τη φανατική βουλησιαρχία αντίστοιχα.

Σύμφωνα με τον Μπερλίν, το δίδαγμα από αυτά είναι ότι πρέπει να προκύψει μια στάση ζωής που θα αρνείται τη μονομέρεια για χάρη της ολόπλευρης ανάπτυξης του ανθρώπου. Είναι ανάγκη να τεθούν τα θεμέλια μια ανεκτικής και πλουραλιστικής κοινωνίας που θα αποφεύγει τις ακρότητες του παρελθόντος που κόστισαν χιλιάδες ανθρώπινες ζωές. Η σκέψη του Μπερλίν, όπως εκφράζεται ήδη από τον τίτλο του βιβλίου, απορρίπτει κάθε ουτοπία ως βίαιη και επικίνδυνη για την ανθρώπινη ευημερία, ενώ πρεσβεύει ότι ποτέ δεν μπορεί να δοθεί μια οριστική λύση στα διαχρονικά μας προβλήματα.

Κάθε οριστική λύση στα ανθρώπινα προβλήματα είναι ουσιαστικά ανέφικτη. Το μόνο που μπορεί να γίνει είναι ορισμένοι περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένοι συμβιβασμοί.

ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ