φιλοσοφία

Νίκος Σγουρομάλλης, Αναπαριστώντας το ανεικόνιστο

Αναπαριστώντας το ανεικόνιστο: εμπόδια και δυνατότητες εκφοράς ενός λόγου για τον θάνατο

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

~.~

Ο θάνατος, όμως, είναι χαρά;
Μαργαρίτα Καραπάνου, Rien ne va plus

Η τέχνη δεν μου άρεσε καθόλου. Ξέρεις πως εμείς οι Συριανοί δεν αγαπούμε πολλά ανακατώματα με τους αποθαμένους και το βράδυ αλλογυρίζομεν για να μην περάσωμεν απ’ εμπρός από νεκροταφείο. Τες σαβανώτρες και τους νεκροθάπτες τους φέρνουμε όλους απ’ έξω, από τη Μύκονο ή τη Σαντορίνη, γιατί παρά να μαλάζη νεκροκρέββατα και κουφάρια θα προτιμούσε και ο πιο ξεπεσμένος Συριανός να μαζεύη καβαλλία. Εφοβόμουν μη με σιχαθή και η γυναίκα μου. […] Τον πρώτο καιρό υπέφερα πολύ. Σκάπτοντας τη μαύρη εκείνη γη του νεκροταφείου, τη γεμάτη κόκκαλα και σάπια σανίδια, δεν μπορούσα να μη θυμηθώ το κόκκινο κοτέτζι, τα γουρούνια και τ’ άλλα που ήτανε όλα δικά μου. Από νοικοκύρης, νεκροθάπτης. Άσχημη αλλαξιά![1]

~.~

(περισσότερα…)

Ο ΜακΓκράθ, η ιστορία και το μέλλον του αθεϊσμού στη Δύση

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

«Ο άνθρωπος, με τη βοήθεια της επιστημονικής γνώσης και του ανθρωπισμού μπορεί να κυριαρχήσει στη φύση και να τη μεταχειριστεί με σωφροσύνη για να καταστεί ευδαίμων»: αυτό υπήρξε σε γενικές γραμμές το αστικό ιδανικό, όπως το έχει σκιαγραφήσει ο Παναγιώτης Κονδύλης. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, ο νεώτερος ευρωπαϊκός πολιτισμός έδινε στον Θεό ένα είδος “τιμητικής αποστρατείας”, μετατρέποντάς Τον σε εγγύηση της αστικής κοσμοεικόνας, αλλά και ωθώντας Τον διακριτικά στο περιθώριο, καθώς έδινε στο Άνθρωπο (με άλφα κεφαλαίο) την κεντρική σημασία. Σύμφωνα με μια έρευνα που έγινε το 1916 από το American Men of Science, σε ερωτηθέντες 1000 Αμερικανούς ερευνητές από τον χώρο της φυσικής, της βιολογίας και των μαθηματικών, ένα ποσοστό της τάξης του 42% πίστευε στον Θεό, περίπου ένα 42% δήλωνε άθεο, και το 17% δήλωνε πως δεν ήταν βέβαιο. Η έρευνα επαναλήφθηκε από το American Men of Science, ογδόντα χρόνια μετά, με τα αποτελέσματα να είναι χωρίς σοβαρή απόκλιση: το 39% εμφανιζόταν να πιστεύει στον Θεό, το 45% δήλωνε άθεο, και τέλος, το 15% ισχυριζόταν ότι δεν είχε κατασταλάξει σχετικά. Σύμφωνα πάλι με μια έρευνα του 2009, το 33% του συνόλου των επιστημόνων στις Η.Π.Α. εμφανιζόταν να πιστεύει στον Θεό, το 18% στην ύπαρξη μιας ανώτερης δύναμης, ενώ το 41% θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως άθεο. Σήμερα, οι δεδηλωμένοι άθεοι/αθεϊστές αποτελούν περίπου το 7% του παγκόσμιου πληθυσμού, με την Κίνα να βρίσκεται πρώτη στατιστικά (200 εκατομμύρια άνθρωποι). Παρά τις έντονες αμφισβητήσεις εναντίον των θρησκειών, αυτές δείχνουν να ανθίστανται. Πώς εξηγείται αυτό;

Στο βιβλίο του Το λυκόφως του αθεϊσμού (The Twilight of Atheism, 2004), ο Άλιστερ ΜακΓκράθ αναλαμβάνει το εγχείρημα να σκιαγραφήσει συνοπτικά και γλαφυρά, μέσα σε περίπου τετρακόσιες σελίδες, την ιστορία του αθεϊστικού κινήματος στην ευρωπαϊκή σκέψη, από την εποχή του γαλλικού Διαφωτισμού μέχρι και τον 20ό αιώνα. Ο (πρώην αθεϊστής και νυν Αγγλικανός κληρικός) ΜακΓκράθ, που πλέον ασπάζεται μιαν άποψη που είναι ευρύτερα γνωστή ως “θεολογικός κριτικός ρεαλισμός”, δεν αντικρούει τόσο τα διάφορα αθεϊστικά επιχειρήματα αλλά επιλέγει να απομυθοποιήσει την αίγλη του αθεϊσμού, απλώς προβάλλοντας τα ιστορικά σφάλματα και τις αδυναμίες του, με σκοπό να φανεί ότι τελικά δεν είναι βιώσιμη αντιπρόταση απέναντι στη θρησκευτικότητα, μια προσπάθεια που έχει εκτιμηθεί και από σύγχρονους άθεους διανοητές, όπως ο Τζούλιαν Μπαγκνίνι και ο Τζον Ν. Γκρέι. Το βιβλίο του χωρίζεται σε δυο μεγάλες ενότητες, το «Μεσουράνημα» και το «Λυκόφως». Ο συγγραφέας παρουσιάζει τις κυριότερες μορφές που έλαβε ο αθεϊσμός εκφραζόμενος από σημαντικές προσωπικότητες με ακτινοβολία, ενώ προβλέπει ότι το αθεϊστικό κίνημα στο μέλλον πρόκειται μάλλον να εκλείψει. (περισσότερα…)

O Γιόχαν Χουιζίνγκα και η γέννηση του ανθρώπινου πολιτισμού από το παιχνίδι

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Τα βιβλία που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της σειράς των εκδόσεων Γνώση, «Φιλοσοφική και Πολιτική βιβλιοθήκη», υπό την επιμέλεια του Παναγιώτη Κονδύλη, διέπονται, στην πλειονότητά τους, από μια μάλλον απαισιόδοξη οπτική. Συγκεκριμένα, η Χάννα Άρεντ παρουσιάζει τη διαφορά ανάμεσα στην αρχαία και τη νεώτερη αντιμετώπιση της δημόσιας σφαίρας με τρόπο απαισιόδοξο εξυμνώντας την πρώτη σε βάρος της δεύτερης, τονίζοντας πως η δεύτερη σηματοδοτεί την παρακμή της δημόσιας σφαίρας. Ο Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ παρατηρεί την παρακμή των «μεγάλων αφηγήσεων» για την ανθρώπινη χειραφέτηση και τη μετατροπή των πανεπιστημίων σε εμπορικές επιχειρήσεις, ο Καρλ Μάννχαϊμ παρατηρεί την έλευση του σκεπτικισμού κατά τη διαπάλη ανάμεσα στις μεγάλες πολιτικές ιδεολογίες των Νεώτερων Χρόνων, ο Καρλ Λέβιτ διατυπώνει την άποψη ότι ο σύγχρονος άνθρωπος, εγκλωβισμένος ανάμεσα στην αρχαιοελληνική και τη χριστιανική κοσμοθεώρηση, τείνει να συλλαμβάνει τον κόσμο ως κάτι το τυχαίο, ο Έρνστ Κασσίρερ παρατηρεί με ανησυχία την πρόσφατη επιστροφή του προλογικού και μυθικού τρόπου σκέψης στην πολιτική ζωή, ενώ ο Κρώφορντ ΜακΦέρσον βλέπει τη σημερινή φιλελεύθερη Δημοκρατία ως μια οπισθοδρομική επιστροφή σε παλιότερες, «ολιγαρχικές» μορφές δημοκρατικής διακυβέρνησης. Αντίστοιχα, ο Γιόχαν Χουιζίνγκα διαπιστώνει, στις αρχές του εικοστού αιώνα, την απώλεια του παιγνιώδους στοιχείου από τον σύγχρονο πολιτισμό. Ας δούμε πιο αναλυτικά τη θεωρία του.

(περισσότερα…)

O Κρώφορντ Μπ. Μάκφερσον και η ιστορία της φιλελεύθερης δημοκρατίας

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

O Κρώφορντ Μπ. Μάκφερσον (1911-1987) υπήρξε ένας σημαντικός πολιτικός επιστήμονας, συγγραφέας και καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Τορόντο. Με το έργο του αποπειράθηκε να σκιαγραφήσει την ιστορική καθιέρωση στη Δύση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, στο πολιτικό πλαίσιο της οποίας βρισκόμαστε ακόμη, αλλά και να διευρύνει περαιτέρω τη λαϊκή συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, εισηγούμενος νέα μοντέλα πολιτικής αντιπροσώπευσης που να είναι λιγότερο ελιτίστικα και περισσότερο ανοικτά προς όσο το δυνατόν περισσότερους πολίτες. Η πολιτική σκέψη του, που ταξινομείται συνήθως στην κατηγορία του καναδέζικου ιδεαλισμού, από κοινού με τον Γκραντ και τον Ταίηλορ, επιδιώκει να αποτελέσει μιαν απάντηση στον νεοφιλελευθερισμό, συμβιβάζοντας τη φιλελεύθερη δημοκρατία με τη μαρξιστική κριτική, διασώζοντας συνάμα τα κυριότερα στοιχεία του κλασικού φιλελευθερισμού και συγχρόνως αποδεσμεύοντάς τα, όσο αυτό είναι δυνατό, από το περιοριστικό, κατά τη γνώμη του, οικονομοκεντρικό και καπιταλιστικό πλαίσιο, υπό το οποίο διαμορφώθηκαν.

(περισσότερα…)

O Ερνστ Κασσίρερ και η «επιστροφή» του μύθου

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Τι είναι αυτό που αποκαλούμε «μύθο»; Ποια η σημασία του; Ο Joseph Campbell ορίζει τους μύθους ως σημειακά ερεθίσματα που αποδεσμεύουν σωματικές αντιδράσεις και κατευθύνουν σε στόχους, παρόμοια με τον ρόλο που παίζουν τα ένστικτα στα ζώα. Όπως έχει επισημανθεί, ο μύθος εξυπηρετεί κυρίως τέσσερεις βασικές λειτουργίες: «μυστικιστική» (έμφαση στο θαυμασμό για τον κόσμο γύρω μας), «κοσμολογική» (ερμηνεία της φύσης), «κοινωνιολογική» (ισχυροποίηση κοινωνικής τάξης) και τέλος, «παιδαγωγική» (διδασκαλία του πως μπορούμε να ζήσουμε μια αληθινά ανθρώπινη σε κάθε περίσταση). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι υφίστανται δύο θεμελιώδεις αλλά και τελείως διαφορετικές μορφές μυθολογίας: η πρώτη είναι προσανατολισμένη στη φύση (απαντάται σε λαούς που καλλιεργούν τη γη) και η δεύτερη είναι εκείνη που συνδέεται αυστηρά με μια συγκεκριμένη κοινωνία (απαντάται σε νομαδικούς λαούς που μετακινούνται). Σύμφωνα με τον Γάλλο ιστορικό και αρχαιολόγο Paul Veyne, για τους αρχαίους Έλληνες δεν υπήρξε στην πραγματικότητα μια οξεία διάσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στον μύθο, πριν από την ανάπτυξη του ορθού λόγου (6ος π.Χ. αιώνας). Αυτή η ανάπτυξη ήταν ακριβώς η εφεύρεση της συγκεκριμένης διαμάχης, η οποία ξεκίνησε αρχικά από ορισμένους ειδικούς, όπως ο Ηρόδοτος, οι οποίοι επεδίωξαν τον έλεγχο των μυθικών αφηγήσεων, αντί να αρκεστούν στην εμπιστοσύνη των αγαθών προθέσεων του αφηγητή.

(περισσότερα…)

Κώστας Μελάς, Η ανεξέλεγκτη δύναμη της τεχνοεπιστήμης

 

1.

Τα τελευταία σαράντα χρόνια, ίσως και περισσότερο, η ανθρωπότητα υφίσταται την όλο και αυξανόμενη χιονοστιβάδα της σύγχρονης τεχνολογίας (τεχνοεπιστήμης). Η κυριάρχηση της λογικής της είναι εμφανής σχεδόν στο σύνολο των ανθρωπίνων πεδίων δράσης.

Στο κοινωνικό πεδίο, η αποσάθρωση και η απουσία νοήματος από τις μαζικοδημοκρατικές συνομαδώσεις, οι οποίες όλο και επεκτείνονται σε πλανητικό επίπεδο υποκαθιστώντας τα προϋπάρχοντα κοινωνικά σχήματα, αποτελούν τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της μετανεωτερικότητας. Η «κοινωνία» αδυνατεί να αναγνωρίσει τον εαυτό της[1] παραδιδόμενη αμετάκλητα σε έναν χυδαίο αγοραίο ηδονισμό. Πολτοποιείται η όποια συλλογικότητα στο όνομα ενός φρενήρη ατομισμού, της λατρείας του εφήμερου και της βραχυπρόθεσμης απόλαυσης. Οι διαπιστώσεις που κάνουν οι ειδικοί για τις σημερινές δημοκρατίες είναι σαφείς: άρνηση της ύπαρξης, διαστροφή, σωματικοί και ψυχικοί φόνοι, παράδοξη παρακμή του υποκειμένου με τις μορφές ενός ακραίου ατομικισμού, μαζοποίηση των συμπεριφορών.[2] Ο άνθρωπος δεν διαθέτει πλέον άλλα σημεία αναφοράς πέρα από τις προσωπικές του αντιλήψεις, την εμπειρία και τις ερμηνείες του. Και από τη στιγμή που τα πάντα μπορούν να σημαίνουν τα πάντα, δε σημαίνουν τίποτε, επειδή έχουν χάσει την καθολική τους ισχύ. Το ατομικό Εγώ γίνεται το μέτρο των πάντων και, συνεπώς, αυτό είναι το μόνο που μετράει: πως αισθάνομαι Εγώ, πως σκέφτομαι Εγώ. Εγώ απαιτώ να γίνονται σεβαστά το δικό μου γούστο, το πώς Εγώ τελικά είμαι, γιατί διαφορετικά αισθάνομαι προσβεβλημένος[3]. (περισσότερα…)

Παυλίνα Σκούφη, Είναι έναντι Δέοντος: Υπό αίρεση. Η περιγραφική θεωρία της απόφασης του Π. Κονδύλη

της ΠΑΥΛΙΝΑΣ ΣΚΟΥΦΗ

Ο «ταξιδιώτης» μιλάει.

Οι “σκέψεις για τις ηθικές προκαταλήψεις”, αν δεν θέλει κανείς να είναι προκαταλήψεις για τις προκαταλήψεις, προϋποθέτουν μια τοποθέτηση έξω από την ηθική, κάποιο σημείο πέρα απ’ το καλό και το κακό, στο οποίο πρέπει να ανεβούμε, να σκαρφαλώσουμε ή να πετάξουμε… το ζήτημα είναι αν μπορεί κανείς πραγματικά να πάει εκεί πάνω.

ΦΡ. ΝΙΤΣΕ, Η χαρούμενη επιστήμη, §380

I. Προανάκρουσμα

Η νεώτερη γνωσιοθεωρία απέσπασε τον άνθρωπο από το ομηρικό φως και τη θεία δόξα του και τον ενέταξε στον πεπερασμένο ορίζοντα των φυσικών διαδικασιών. Η γνώση κατανοήθηκε ως συσχετισμός των ανθρωπίνων γνωστικών ικανοτήτων και όχι ως αντανάκλαση δεδομένων μεταφυσικά ουσιών. Η ανάδειξη των ποικίλων δεσμεύσεων της γνώσης από τις βαθύτερες κλίσεις της ύπαρξης εμβάθυνε τον σκεπτικισμό έναντι κάθε ψευδαίσθησης της αυτοτέλειας του πνεύματος και το πρωτείο του Λόγου αντικαταστάθηκε από εκείνο του εργαλειακού χαρακτήρα της συνείδησης. Στον βαθμό που αναγνωρίστηκε ο προοπτικός και αποσπασματικός χαρακτήρας της ενθάδε ύπαρξης, δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί η δυνατότητα του κόσμου να περικλείει άπειρες ερμηνείες και εναλλασσόμενες ηθικές επιταγές. Οι ερμηνευτικές κατηγορίες κάθε καθηκοντολογίας έχασαν το ουσιολογικό αντίκρισμά τους και αναζητήθηκε εκείνος ο νιτσεϊκός διονυσιακός άνθρωπος που μπορεί να αντέξει τη θέα του φοβερού και του αμφίβολου.[1]

(περισσότερα…)

Κώστας Μελάς, Η διάκριση Φίλου – Εχθρού στη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη

 

 

1.

Γράφει ο Κονδύλης: «Η σκέψη μου, όπως κάθε σκέψη, έχει μιαν πεμπτουσία, όμως αυτήν πρέπει να την αποστάξει ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μέσα από το σύνολο του έργου μου. Αλλιώς η οποιαδήποτε φόρμουλα όχι μόνον δεν θα κατανοηθεί, αλλά και σίγουρα θα παρανοηθεί»[1].

Έχω την γνώμη ότι ελάχιστοι, ίσως αρκετοί λιγότεροι από τα δάκτυλα του ενός χεριού, είναι οι μελετητές που έχουν ακολουθήσει την παραπάνω ρήση του Κονδύλη αναφορικά με το έργο του[2]. Η μεγάλη πλειοψηφία των μελετητών αναφέρονται σε σημεία του έργου του για να πουν την άποψή τους για κάποιο θέμα, θεωρώντας ότι με τον συγκεκριμένο τρόπο η άποψή τους αυτή αποκτά θεωρητικό κύρος. Οι παραπομπές είναι μερικές φορές άκρως επιφανειακές και τις περισσότερες δεν έχουν καμία συνάφεια με τον πυρήνα της σκέψης του Κονδύλη. Ο καθένας διαλέγει ό,τι «του πάει». Οι περισσότεροι βέβαια ούτε καν διαλέγουν, απλά σχηματίζουν μια δική τους αντίληψη, που πόρρω απέχει από τον πυρήνα της κονδύλειας σκέψης, και επιχειρηματολογούν γι’ αυτήν ακατάπαυστα. Άλλωστε είμαστε στην εποχή της αυτοπραγμάτωσης με κριτήριο μόνο τον εαυτό. (περισσότερα…)

O Καρλ Μαννχάιμ και οι πολιτικές ιδεολογίες στη Νεωτερικότητα

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Ήδη από τις πρώτες στιγμές της, η Νεωτερικότητα συνδέθηκε με ουτοπικά οράματα και ιδανικά. Το «ουτοπικό» δεν έχει τη σημασία ενός αφηρημένου και απραγματοποίητου ονείρου. Ως ουτοπικό (<ου + τόπος) ορίζεται κάτι που δεν υφίσταται πουθενά στον κόσμο σήμερα. Η σύλληψη μιας κοινωνίας χωρίς δούλους, για παράδειγμα, στην εποχή του Αριστοτέλη θα ήταν ουτοπική, ενώ σήμερα δεν είναι. Δεν είναι λοιπόν υπερβολή αν πούμε ότι οι ουτοπίες του παρελθόντος συχνά γίνονται οι πραγματικότητες του σήμερα. Κατά την εξέλιξη των Νεώτερων Χρόνων, λόγω της σταδιακής αποθρησκειοποίησης των δυτικών κοινωνιών, όλο και περισσότερα τμήματα της θρησκευτικής εσχατολογίας άρχισαν να προσλαμβάνουν έναν αμιγώς κοσμικό χαρακτήρα ως οράματα κοινωνικής μεταβολής. Σύμφωνα με τον Karl Mannheim, ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα των Νεώτερων Χρόνων είναι η συζήτηση γύρω από τους όρους ιδεολογία και ουτοπία.  Σημαντικό ρόλο στην κατανόηση της ιδεολογίας, έχει η μαρξιστική σκέψη, τόσο του ίδιου του Μαρξ όσο και άλλων μαρξιστών στοχαστών.

(περισσότερα…)

O Καρλ Λέβιτ και η Επανάσταση του Χριστιανισμού

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Πώς άρχισε η φιλοσοφία της Ιστορίας; Τι εννοούμε όταν λέμε «νόημα της Ιστορίας»; Όπως υποστηρίζει ο Karl Löwith, η αναζήτηση για το νόημα της ιστορίας ήταν στην πραγματικότητα αναζήτηση για το νόημα της οδύνης μέσα στην ιστορία. Ο όρος φιλοσοφία της Ιστορίας, που συναντάται για πρώτη φορά στον Βολταίρο, δηλώνει τη συστηματική ερμηνεία της Παγκόσμιας Ιστορίας σύμφωνα με μια γενική αρχή, με βάση την οποία τα ιστορικά γεγονότα και οι σειρές των γεγονότων ενοποιούνται και κατευθύνονται προς ένα έσχατο νόημα. Η πίστη στο νόημα της Ιστορίας σημαίνει την πίστη στην ύπαρξη ενός τελικού στόχου ή σκοπού, ο οποίος υπερβαίνει τα πραγματικά γεγονότα της εμπειρίας.

(περισσότερα…)

Η Χάννα Άρεντ και η αλλοτρίωση του σύγχρονου κόσμου

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

(περισσότερα…)

Λογοτεχνία και φιλοσοφία: Αποκλίσεις και συγκλίσεις – διάσταση και ομολογία

*

του ΚΩΣΤΑ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ

Ποια είναι η σχέση λογοτεχνίας και φιλοσοφίας; Το θέμα είναι βέβαια  σύνθετο, και συναρτάται με τα ζητήματα: Τι είναι η λογοτεχνία, τι είναι η φιλοσοφία, ποιο είναι το έργο και ο σκοπός τους; Θα επιχειρήσω να θίξω τα θέματα με την ακόλουθη σειρά: Πρώτα, θα αναφέρω μερικές διαφορές τους, από τις οποίες μπορεί να φανεί (και ίσως, εν μέρει να εξηγηθεί) η αμοιβαία δυσπιστία τους∙ έπειτα, θα αναφέρω ένα κύριο κοινό σημείο τους, αλλά και μερικές συναφείς διαφορές∙ τέλος, θα αναφέρω ένα ακόμα συστατικό κοινό στοιχείο, στο οποίοι στηρίζεται η σύγκλιση και η «ομολογία» τους.

Α΄  Για να προσεγγίσομε το θέμα μας, δεν μπορούμε να αποφύγομε τα ερωτήματα: Τι είναι η λογοτεχνία; Τι είναι η φιλοσοφία; Και γι’ αυτό, θα αναφέρω πρώτα μερικές διαφορές τους, τις, κατά τη γνώμη μου, κυριότερες και ουσιώδεις. Κύριος σκοπός της φιλοσοφίας είναι η αναζήτηση της γνώσης και της αλήθειας, ενώ άμεσος σκοπός και πρώτιστο έργο της λογοτεχνίας δεν είναι η γνώση και η αλήθεια καθ’ εαυτήν. Η φιλοσοφία είναι κυρίως θεωρία, και ακόμα και όταν ασχολείται με την πράξη (τα πρακτικά ζητήματα, λ.χ. τα ηθικά), τα μελετά θεωρητικά, ως θεωρία. Αντιθέτως, η λογοτεχνία είναι ποίηση (με την πρωταρχική σημασία του όρου), δημιουργία, έκφραση, τέχνη. Και οι δύο είναι δυνατόν να χρησιμοποιούν το σύνολο των πνευματικών και ψυχικών δυνάμεων και ικανοτήτων, αλλά η φιλοσοφία στηρίζεται κυρίως ή κατ’ εξοχήν στις έλλογες και νοητικές ικανότητες (στον νου, στη νόηση), ενώ η λογοτεχνία αξιοποιεί και απευθύνεται ιδίως στη φαντασία, στη διαίσθηση, στο συναίσθημα, στη συγκίνηση.  Εξειδικεύοντας το σημείο αυτό, η φιλοσοφία -ως θεωρία του ορθού Λόγου– λειτουργεί καθοριστικά με θεμέλιο και πλαίσιό της τον ορθό Λόγο, ακολουθώντας τις απαιτήσεις, τους κανόνες και τη μεθοδολογία του: σωστή θέση και διάκριση των ζητημάτων, αποσαφήνιση των εννοιών, υποχρέωση στήριξης σε επιχειρήματα (ει δυνατόν σε αποδείξεις), και στην πραγματικότητα (στα πραγματικά δεδομένα), αποφυγή λογικών σφαλμάτων.  Η φιλοσοφία επιδιώκει κατ’ αρχήν την καθολικότητα της γνώσης και της αλήθειας, με αντικειμενική ή διυποκειμενική εγκυρότητα και ισχύ∙ στόχος και ιδεώδες της, ρυθμιστικό και κανονιστικό (εννοείται άφθαστο, αλλά ισχυρό), είναι ένα συνεκτικό σύστημα σύνολης της γνώσης (εννοείται: κατά προσέγγιση, όχι αλάνθαστο ή τέλειο πραγματικά, αλλά ιδεατά τελειοποιούμενο), ενώ δεν συμβαίνει αυτό με τη λογοτεχνία∙ της αρκεί συχνά το υποκειμενικά αληθινό, η «δόξα». Η λογοτεχνία παρουσιάζει και εξεικονίζει, από τη φύση της, επιμέρους περιπτώσεις και το συγκεκριμένο σε απέραντη ποικιλία, ενώ η φιλοσοφία αναζητεί το γενικό και το καθόλου. (περισσότερα…)