O Κρώφορντ Μπ. Μάκφερσον και η ιστορία της φιλελεύθερης δημοκρατίας

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

O Κρώφορντ Μπ. Μάκφερσον (1911-1987) υπήρξε ένας σημαντικός πολιτικός επιστήμονας, συγγραφέας και καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Τορόντο. Με το έργο του αποπειράθηκε να σκιαγραφήσει την ιστορική καθιέρωση στη Δύση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, στο πολιτικό πλαίσιο της οποίας βρισκόμαστε ακόμη, αλλά και να διευρύνει περαιτέρω τη λαϊκή συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, εισηγούμενος νέα μοντέλα πολιτικής αντιπροσώπευσης που να είναι λιγότερο ελιτίστικα και περισσότερο ανοικτά προς όσο το δυνατόν περισσότερους πολίτες. Η πολιτική σκέψη του, που ταξινομείται συνήθως στην κατηγορία του καναδέζικου ιδεαλισμού, από κοινού με τον Γκραντ και τον Ταίηλορ, επιδιώκει να αποτελέσει μιαν απάντηση στον νεοφιλελευθερισμό, συμβιβάζοντας τη φιλελεύθερη δημοκρατία με τη μαρξιστική κριτική, διασώζοντας συνάμα τα κυριότερα στοιχεία του κλασικού φιλελευθερισμού και συγχρόνως αποδεσμεύοντάς τα, όσο αυτό είναι δυνατό, από το περιοριστικό, κατά τη γνώμη του, οικονομοκεντρικό και καπιταλιστικό πλαίσιο, υπό το οποίο διαμορφώθηκαν.

Έχει επισημανθεί ότι η πολιτική ιστορία της Δύσης διαιρείται σε πέντε κύριες ιστορικές περιόδους: 1) ελληνική πόλη-κράτος, 2) δεσποτισμός ανατολικού τύπου, 3) βαρβαρικά βασίλεια, 4) συγκεντρωτικές μοναρχίες, 5) νεότερο αντιπροσωπευτικό κράτος. Πόσο καλά γνωρίζουμε όμως την ιστορία της πέμπτης και τελευταίας φάσης, υπό τις συνθήκες της οποίας ζούμε σήμερα;

Αρχικά, ο Μάκφερσον εντοπίζει τέσσερα βασικά μοντέλα δημοκρατίας: την Προστατευτική, την Αναπτυξιακή, τη Δημοκρατία της Ισορροπίας (που ο ίδιος θεωρεί ότι κυριαρχεί σήμερα) και τη Δημοκρατία της Συμμετοχής, την οποία εισηγείται στη συνέχεια ο ίδιος για το μέλλον. Όπως παρατηρεί, στην πολιτική παράδοση της Δύσης, από τον Πλάτωνα μέχρι τον 19ο αι., η έννοια της δημοκρατίας είχε κυρίως αρνητική σημασία, καθώς γινόταν αντιληπτή ως η κυριαρχία των εργαζομένων, αμαθών και φτωχών στρωμάτων της κοινωνίας έναντι των ανώτερων, «πολιτισμένων» και πλουσίων τάξεων. Η ίδια η δημοκρατία κατά κανόνα θεωρούνταν ως μια διακυβέρνηση από τη λάθος τάξη, μια πραγματική ταξική απειλή και ως τέτοια ήταν ασυμβίβαστη όχι μονάχα με τις αντιλήψεις περί ιεραρχίας αλλά και με τις ίδιες τις αρχές του φιλελευθερισμού. Μάλιστα, οι μεγάλοι φιλελεύθεροι θεωρητικοί του 17ου και του 18ου αι. δεν ήταν οπαδοί της δημοκρατίας. Αντίθετα, προέβαλαν την έννοια της πολιτικής αντιπροσώπευσης, έχοντας ως πρότυπο όχι τόσο την αρχαία Αθήνα όσο την Ρώμη. Να σημειωθεί ότι και στην αρχαιότητα, η δημοκρατία υπήρξε μια ασταθής και μάλλον βραχύβια μορφή πολιτεύματος, ενώ οι επιφανέστεροι διανοητές της εποχής είχαν κριτική, αν όχι και αρνητική στάση απέναντί της. Η αρχαία άμεση δημοκρατία ξεκίνησε από την Χίο (6ος αι. π.Χ.), εδραιώθηκε οριστικά με τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη στην Αθήνα (507 π.Χ.), αν και διακοπτόταν από μικρές φάσεις τυραννίας, για να διαλυθεί τελικά οριστικά μετά την κατάληψη της Αθήνας από τα μακεδονικά στρατεύματα (338 π.Χ.). Οι θεωρίες της δημοκρατίας, όπου και όποτε έκαναν την εμφάνισή τους στους Νεώτερους Χρόνους, είχαν γενικά έναν ουτοπικό χαρακτήρα, αφού οι θεωρητικοί τους προσδοκούσαν είτε ένα αταξικό σύστημα, όπου δε θα υπάρχει ιδιοκτησία ή απλώς ένα μονοταξικό σύστημα, στο οποίο δε θα υπάρχει υπερβολικός πλουτισμός ή ακραία φτώχεια. Από την άλλη, οι μεγάλοι φιλελεύθεροι θεωρητικοί του 17ου και του 18ου αι. αλλά και των αρχών του 19ου αι. δεν ήταν υποστηρικτές της δημοκρατίας και μονάχα από τα μέσα του ίδιου αιώνα (και μέχρι τα μέσα του 20ού), επεδίωξαν τον συνδυασμό της αποδοχής της αγοράς με μιαν ηθική και ανθρωπιστική προσέγγιση. Πρακτικά, οι φιλελεύθερες δημοκρατίες έκαναν την εμφάνισή τους μόλις τον 19ο αι. και ακόμη και τότε διατηρούσαν τον ολιγαρχικό τους χαρακτήρα, υπηρετώντας κυρίως τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Ακόμη, η γενικευμένη αποδοχή της δημοκρατίας ως κατάλληλης μορφής για την οργάνωση της πολιτικής ζωής είναι φαινόμενο των τελευταίων εκατόν πενήντα χρόνων, αν όχι και πιο πρόσφατα. Οι πρώτες φιλελεύθερες δημοκρατίες προέκυψαν λόγω του καπιταλισμού και οι περισσότεροι κλασικοί φιλελεύθεροι ήταν μάλλον καχύποπτοι απέναντί τους.

Πρώτη μορφή φιλελεύθερης δημοκρατίας υπήρξε η προστατευτική δημοκρατία. Το συγκεκριμένο μοντέλο διακυβέρνησης στηρίχθηκε σε μια κατά βάση υλιστική και απαισιόδοξη ανθρωπολογία, σύμφωνα με την οποία τα ανθρώπινα όντα χαρακτηρίζονται από εγωκεντρισμό και κατά συνέπεια το καθένα τους αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για τα υπόλοιπα. Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε εδώ η σκέψη των Βρετανών φιλελευθέρων, Τζέρεμυ Μπένθαμ και Τζαίημς Μιλλ. Στον βρετανικό φιλελευθερισμό τα άτομα προωθούν τα συμφέροντά τους στην κοινωνία σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς, ενώ ρόλος του κράτους σε αυτή τη διαδικασία, είναι απλώς να αποτελεί ένα είδος «διαιτητή». Η προστατευτική δημοκρατία των Μπένθαμ και Τζαίημς Μιλλ διέθετε ένα ωφελιμιστικό (ευδαιμονιστικό) υπόβαθρο. Αντιλαμβανόταν την κοινωνία ως ένα σύνολο αλληλοσυγκρουόμενων ατόμων, καθένα από τα οποία επιδιώκει τη χρήση των υπολοίπων προς όφελός του, ακολουθώντας τη χομπσιανή εμμονή στον υλισμό και την αυτοσυντήρηση, αλλά και συναρμόζοντας τη με την ωφελιμιστική αρχή περί μέγιστης ευδαιμονίας για τον μέγιστο αριθμό ανθρώπων. Με βάση αυτή καθιερώθηκε το γενικό δικαίωμα ψήφου (στους άνδρες) το 1832, κάτι που εφαρμοζόταν για πρώτη φορά και με αρκετές επιφυλάξεις. Στόχο είχε αφενός να υπηρετεί την ελεύθερη αγορά και αφετέρου να προστατεύει τα μέλη της κοινωνίας από τον δεσποτισμό ενός πιθανού τυράννου. Αυτή η μορφή Δημοκρατίας παραγκωνίστηκε ύστερα από την κριτική του Τζων Στιούαρτ Μιλλ, ο οποίος πρότεινε ένα νέο μοντέλο: αυτό της αναπτυξιακής δημοκρατίας. Αντίθετα με αυτή, η αναπτυξιακή δημοκρατία που συνέλαβε ο Τζων Στιούαρτ Μιλλ και τροποποίησαν άλλοι (Ντιούι, Χόμπχάουζ κ.ά.), οι οποίοι πρακτικά απλώς τροποποίησαν το μοντέλο του Μιλλ εξισώνοντας την αξία ψήφου των πολιτών, είχε ως στόχο την ολόπλευρη ανάπτυξη των ατόμων και επομένως, την κατάκτηση της ευδαιμονίας. Ωστόσο, το πρόβλημα που προέκυψε και δεν ήταν άλλο από την ανισότητα και τη συσσώρευση κεφαλαίου στα χέρια μιας ολιγαρχίας, δεν αντιμετωπίστηκε σοβαρά, αλλά αφελώς θεωρήθηκε πως θα ξεπεραστεί στην πορεία της ανάπτυξης του συστήματος. Σε αντίθεση με το μοντέλο 1 (των Μπένθαμ και Τζαίημς Μιλλ), το οποίο στηριζόταν στην αποδοχή της καπιταλιστικής πραγματικότητας, το μοντέλο 2 (του Στιούαρτ Μιλλ) στόχευε την ολόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου, ωστόσο δε μπορούσε να την πραγματοποιήσει.

Γι’ αυτό, στη δεκαετία του ’40 και κυρίως μετά τη δημοσίευση του βιβλίου Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός, Δημοκρατία, του οικονομολόγου Τζόσεφ A. Σουμπέτερ, προέκυψε το μοντέλο της ισορροπίας, το οποίο απέρριψε την ηθική που θεμελίωνε το προηγούμενο, έβλεπε τον πολίτη ως καταναλωτή που διαθέτει ίση πρόσβαση, παραβλέποντας την τάση του καπιταλισμού στον σχηματισμό μονοπωλίων (ή ολιγοπωλίων) και επομένως, στη διατήρηση της άνισης πρόσβασης στην πολιτική συμμετοχή, καθώς και στην αδιαφορία που εκείνη συνεπάγεται. Ο Μάκφερσον επεξεργάζεται ένα τέταρτο, μελλοντικό, μοντέλο δημοκρατίας, το οποίο ονομάζει «δημοκρατία της συμμετοχής». Αυτό το σύστημα, που πολλοί έχουν αρχίσει να ευαγγελίζονται, θα λειτουργεί αναγκαστικά με αντιπροσώπευση και θα παραμένει φιλελεύθερο και δημοκρατικό, ωστόσο θα συμβαδίζει με τον περιορισμό των ανισοτήτων, θεσπίζοντας μια πυραμιδοειδή δομή συμμετοχής, όπου θα υφίσταται άμεση δημοκρατία στη λήψη αποφάσεων των εργαζομένων στον χώρο εργασίας τους. Με αυτό, μοιάζει να υπονοεί ο Μάκφερσον, η δημοκρατία θ’ ανακτήσει το ουτοπικό της περιεχόμενο αλλά και την ηθικοπλαστική της λειτουργία, απορρίπτοντας την οικονομιστική εικόνα του ανθρώπου ως καταναλωτή, για μια δικαιότερη κατανομή των αγαθών στην κοινωνία. Οι ουτοπίες του παρελθόντος (πχ κοινωνία χωρίς δούλους) γίνονται πολύ συχνά οι συνθήκες του παρόντος, μοιάζει να μας υπενθυμίζει η πρόταση του καθηγητή Μάκφερσον.

ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ