O Ερνστ Κασσίρερ και η «επιστροφή» του μύθου

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Τι είναι αυτό που αποκαλούμε «μύθο»; Ποια η σημασία του; Ο Joseph Campbell ορίζει τους μύθους ως σημειακά ερεθίσματα που αποδεσμεύουν σωματικές αντιδράσεις και κατευθύνουν σε στόχους, παρόμοια με τον ρόλο που παίζουν τα ένστικτα στα ζώα. Όπως έχει επισημανθεί, ο μύθος εξυπηρετεί κυρίως τέσσερεις βασικές λειτουργίες: «μυστικιστική» (έμφαση στο θαυμασμό για τον κόσμο γύρω μας), «κοσμολογική» (ερμηνεία της φύσης), «κοινωνιολογική» (ισχυροποίηση κοινωνικής τάξης) και τέλος, «παιδαγωγική» (διδασκαλία του πως μπορούμε να ζήσουμε μια αληθινά ανθρώπινη σε κάθε περίσταση). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι υφίστανται δύο θεμελιώδεις αλλά και τελείως διαφορετικές μορφές μυθολογίας: η πρώτη είναι προσανατολισμένη στη φύση (απαντάται σε λαούς που καλλιεργούν τη γη) και η δεύτερη είναι εκείνη που συνδέεται αυστηρά με μια συγκεκριμένη κοινωνία (απαντάται σε νομαδικούς λαούς που μετακινούνται). Σύμφωνα με τον Γάλλο ιστορικό και αρχαιολόγο Paul Veyne, για τους αρχαίους Έλληνες δεν υπήρξε στην πραγματικότητα μια οξεία διάσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στον μύθο, πριν από την ανάπτυξη του ορθού λόγου (6ος π.Χ. αιώνας). Αυτή η ανάπτυξη ήταν ακριβώς η εφεύρεση της συγκεκριμένης διαμάχης, η οποία ξεκίνησε αρχικά από ορισμένους ειδικούς, όπως ο Ηρόδοτος, οι οποίοι επεδίωξαν τον έλεγχο των μυθικών αφηγήσεων, αντί να αρκεστούν στην εμπιστοσύνη των αγαθών προθέσεων του αφηγητή.

Ως τότε, ο μύθος γινόταν αντιληπτός ως κάτι ενδιάμεσο, ένα tertium quid ανάμεσα στην αλήθεια (εμπειρία) και το ψεύδος (εξαπάτηση), καθώς είχε την πρόθεση γενεαλογίας (π.χ. μύθοι για γενάρχες πόλεων) και τοποθετούνταν συνήθως σε μια εποχή όπου οι θεοί ζούσαν ακόμη μαζί με τους θνητούς, μια εποχή μακρινή και απρόσιτη, πριν την έναρξη των μαρτυρημένων γεγονότων, που συμβατικά θεωρούνταν ο Τρωικός πόλεμος. Ορθολογισμός ήταν η ανασύνθεση του παρελθόντος με βάση το ιστορικό παρόν.Τα φαινόμενα αρχαίας δυσπιστίας στους μύθους προέρχονταν είτε από απίστους και η ανυπακοή στους άλλους, είτε από την ανάπτυξη «επαγγελματικών κέντρων αλήθειας». Σε ολόκληρο τον αρχαιοελληνικό κόσμο υπήρχε η πεποίθηση ότι καμία ιδέα δεν είναι απόλυτα ψευδής, οπότε οι διάφοροι ήρωες (πχ Θησέας, Ηρακλής) θεωρούνταν πως ήταν υπαρκτά πρόσωπα, αν και βέβαια ήταν αμφίβολο το τι ακριβώς ήταν. Η ιδέα πως οι ήρωες και οι θεοί αποτελούσαν εντελώς φανταστικά όντα με αλληγορική-συμβολική σημασία, προέρχεται βασικά από τον 19ο αιώνα, αν και είχε διατυπωθεί εν μέρει, ήδη από τον Fontenelle. Πάντως, στην ελληνική Αρχαιότητα, υπήρχαν δύο κύριες «τάσεις»: αφενός η κριτική των θρύλων (από τους ιστορικούς) και αφετέρου η αλληγορική ερμηνεία αυτών (από τους φιλοσόφους), από όπου θα αναδυθεί, περίπου δέκα πέντε αιώνες αργότερα, η αλληγορική ερμηνεία της Βίβλου. Οπότε, οι Έλληνες έβλεπαν τον μύθο ως μεσολάβηση, κάτι ιδιαίτερο μεταξύ αλήθειας και ψεύδους, έναν παραμορφωμένο καθρέπτη της πραγματικότητας, αλλά όχι ένα απλό σύνολο φανταστικών επινοήσεων ex nihilo. Ο Paul Veyne παρατηρεί επίσης ότι η ιστοριογραφία στον σύγχρονο κόσμο διαθέτει μια σοβαρή διαφορά σε σχέση με την αρχαία ιστοριογραφία: η διαφορά είναι ότι για την τελευταία η παράθεση πηγών εκ μέρους του ιστορικού δεν ήταν καθόλου αναγκαία, μάλιστα ήταν και περιττή. Ο αρχαίος ιστορικός, σε αντίθεση με τον σύγχρονο, όφειλε να κρίνει και να επιλέξει το υλικό του από τις πηγές, αλλά το έργο του γινόταν περισσότερο αντιληπτό ως παράδοση παρά ως έρευνα και συνεπώς οι αποδέκτες του όφειλαν απλώς να τον εμπιστευτούν. Από μια άποψη, ήταν όπως ένας σύγχρονος ρεπόρτερ: απευθυνόταν στους απλούς ανθρώπους, που δεν ήταν σε θέση να ελέγξουν τις πηγές του. Η συνήθεια της παράθεσης πηγών προέρχεται αφενός από τις θεολογικές διαμάχες και αφετέρου από τη νομική πρακτική, όπου έπρεπε να γίνεται επίκληση στην Αγία Γραφή ή τα δικαστικά κείμενα αντίστοιχα. Με λίγα λόγια, λέει ο Veyne, η χρήση επιστημονικής υποσημείωσης έχει πολεμική και στρεψόδικη προέλευση: απευθυνόταν σε άλλους ειδικούς εντός του Πανεπιστημίου. Λόγω της ανατίμησης της σημασίας του Πανεπιστημίου με τα χρόνια και του μονοπωλιακού ρόλου που πλέον κατέχει στην πνευματική δραστηριότητα, καθώς και λόγω των κοινωνικοοικονομικών αναγκών για εργασία εξαιτίας της έλλειψης μαικηνών, ο ιστορικός σήμερα δε γράφει για τους απλούς αναγνώστες (όπως κάνει π.χ. ένας δημοσιογράφος) αλλά για τους άλλους πανεπιστημιακούς ιστορικούς, για να διαβαστεί δηλαδή το έργο του πρωτίστως από αυτούς.

Προς το τέλος της ζωής του, ο μεγάλος Γερμανοεβραίος φιλόσοφος Ernst Cassirer αποπειράθηκε να σκιαγραφήσει τον ρόλο του μύθου στην ανθρώπινη ζωή και στη (δυτική) φιλοσοφική σκέψη, από την αρχαιότητα μέχρι και τον 19ο αι. Αρχικά, εξετάζοντας τις θεωρίες των ψυχολόγων και των ανθρωπολόγων: από τις σελίδες του βιβλίου περνούν οι Frazer, Tylor, Levi Bruhl, Malinowski, Gennep και Freud, που προσπάθησαν να ερμηνεύσουν τον μύθο και τον ρόλο του στις πρωτόγονες κοινωνίες, διατυπώνει μια περιγραφική κρίση: ο μύθος αποτελεί τη λεκτική περιγραφή και νοηματοδότηση των μυστικιστικών τελετών, οι οποίες δεν είναι τίποτε άλλο από τη δραματοποίηση του ανθρώπινου θαυμασμού και φόβου μπροστά στα φαινόμενα της ζωής, κυριότερο των οποίων είναι ο θάνατος. Συγκεκριμένα, οι τελετές δραματοποιούν τον θάνατο ως μια μετάβαση από μια κατάσταση σε μιαν άλλη, αναλογικά με τη μεταβολή των εποχών και των καταστάσεων στη φύση. Κατόπιν, ο μύθος προσπαθεί να περιγράψει το νόημα και τον σκοπό αυτών των τελετουργιών. Χάρη στην αρχαιοελληνική σκέψη πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά, σύμφωνα με τον Cassirer, η μετάβαση από τον μύθο στην ορθολογική κατανόηση της φύσης, που αργότερα επεκτάθηκε στην ορθολογική κατανόηση τω ανθρώπινων κοινωνιών.
Κάθε σχολή και τάση της αρχαιοελληνικής σκέψης έχει το μερίδιό της σε αυτή τη μετάβαση. Πρώτοι οι Προσωκρατικοί, αναζητώντας την αιτία του κόσμου μας στο νερό, τον αέρα ή τα τέσσερα στοιχεία, ήταν οι πρώτοι που δεν αρκέστηκαν σε μια μυθική εξιστόρηση της προέλευσης των πάντων, αλλά αναζήτησαν φυσική εξήγηση, ανάγοντας την αιτία στα φυσικά στοιχεία. Αργότερα ο Σωκράτης και οι Σοφιστές έστρεψαν το φιλοσοφείν στη γνώση του ανθρώπου, για να φτάσουμε στον Πλάτωνα, ο οποίος υπέταξε τη χρήση του μύθου στη λογική αλήθεια και, στην Πολιτεία του, εξόρισε μια για πάντα την «απάτη της φαντασίας» (ποίηση) από την κοινωνική ζωή. Με τον Πλάτωνα εμφανίζεται η πρώτη λογικά συνεπής και συστηματική κατανόηση της πολιτικής, που εξακολουθεί να πυροδοτεί αμέτρητες συζητήσεις, σε όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα.

Όσον αφορά τον Μεσαίωνα, λέει ο Cassirer, η ομοιογένειά του που συχνά μας εντυπωσιάζει, δεν θα είχε πραγματοποιηθεί χωρίς τον συμβιβασμό του μυθικού στοιχείου (θρησκευτική πίστη) με τη λογική. Όσον αφορά στο κράτος, οι μεσαιωνικοί στοχαστές, ως μονοθεϊστές, ήταν αναγκασμένοι να αποδεχτούν την έκπτωση αυτού του κόσμου και κατά συνέπεια του κράτους, ως αποτέλεσμα του προπατορικού αμαρτήματος, το οποίο έπρεπε να συμβιβάσουν με την αρχαιοελληνική αντίληψη της δικαιοσύνης. Αυτό άρχισε από τον Άγιο Αυγουστίνο και κορυφώθηκε με τον σχολαστικισμό και ιδιαίτερα με τους χριστιανούς φιλοσόφους, Μεγάλο Αλβέρτο και Θωμά Ακινάτη, οι οποίοι κατοχύρωσαν τη σύζευξη του φυσικού λόγου με τη χριστιανική διδασκαλία. Ωστόσο, η ομοιογένεια του Μεσαίωνα επρόκειτο κάποια στιγμή να λάβει τέλος. Με την Μεταρρύθμιση προκλήθηκε ένα ρήγμα και η Εκκλησία έπαψε να ρυθμίζει σε ολόκληρη τη χριστιανοσύνη το ηθικά και πολιτικά σωστό. Για να αποφευχθεί η απειλή συρράξεων και πολέμου ανάμεσα στα ευρωπαϊκά έθνη, έπρεπε να βρεθεί ένα σημείος σύγκλισης ανάμεσά τους: έτσι επινοήθηκε ο φυσικός λόγος και οι θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου, οι οποίες μπορούσαν να προσδιορίζουν κάθε ηθικά άνθρωπο εν γένει και να νομιμοποιήσουν ένα μη θεοκρατικό κράτος (Χομπς, Λωκ, Ρουσσώ) με βάση τον ορθολογισμό. Ωστόσο, το πρώτο δείγμα εκκοσμίκευσης και διαφυγής από τον συμπαγή κόσμο του Μεσαίωνα, δεν το έφερε η Μεταρρύθμιση αλλά η Αναγέννηση. Ο Cassirer υποδεικνύει εδώ δύο κείμενα-σταθμούς για τις απαρχές τις νεώτερης σκέψης: τον Διάλογο του Γαλιλαίου και τον Ηγεμόνα του Μακιαβέλλι. Τόσο ο Μακιαβέλλι όσο και ο Γαλιλαίος αυτονόμησαν αυτά που υπάγονταν στη μεσαιωνική κοσμοιεωρία ως μέρη της (επιστήμη και πολιτική αντίστοιχα), αμφισβητώντας τις a priori παραδοχές τους και εισάγοντας νόμους, αντλημένες από την κοινή εμπειρία και θεμελιωμένες στην αναγεννησιακή ιδέα της ομοιομορφίας του κόσμου.

Και οι δύο τους συζητήθηκαν και σχολιάστηκαν εκτενώς, ενώ αναγνωρίστηκε εξαρχής η πρωτοτυπία της σκέψης τους. Ειδικότερα ο Μακιαβέλλι, που επηρέασε όλους τους μεγάλους ηγεμόνες έκτοτε, ερμηνεύτηκε με διαφορετικούς τρόπους: τον 17ο αι. ως ένας διεφθαρμένος απατεώνας, τον 18ο αι. ως ένας ακραιφνής υποστηρικτής της δημοκρατίας και κατά τον 19ο αι. ιστορικιστικά, ως ένας υπερασπιστής της ένωσης της τότε Ιταλίας σε ενιαίο κράτος. Ωστόσο, η αναγνώριση στην πολιτική αξία του θρησκευτικού στοιχείου εκ μέρους του Μακιαβέλλι, κατά τον 20ό αι. έγινε πράξη από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του φασισμού. Σύμφωνα με τον Cassirer, η ανατίμηση του μύθου, που εμφανίζεται αρχικά στις κριτικές του ρομαντισμού στον Λόγο, κατά τα τέλη του 18ου αι., ολοκληρώθηκε κατά τον 19ο αι. με φιλοσόφους όπως ο Φίχτε και κυρίως ο Σέλλινγκ, οι οποίοι επέδρασαν στη διαμόρφωση της ηρωολατρίας στο έργο του Καρλάυλ. Ο Καρλάυλ, άθελά του φυσικά, προσέφερε στον ολοκληρωτισμό τη λατρεία του μεγάλου ανδρός. Ωστόσο, ο σύγχρονος ολοκληρωτισμός καθορίστηκε όχι μονάχα από την ηρωολατρία αλλά και από δύο εξαιρετικά δημοφιλείς ιδέες: τη λατρεία της φυλής του Γκομπινώ και την προτεραιότητα του κράτους στον Χέγκελ. Αυτοί οι δύο συγγραφείς, θέτοντας την προτεραιότητα της φυλής και του κράτους αντίστοιχα, συνετέλεσαν άθελά τους στην αντικατάσταση όλων των υπόλοιπων αξιών από τα λατρεία της φυλής των «Αρίων» (όρος του Γκομπινώ), ενσαρκωμένη μέσα στην ανώτερη αξία του κράτους (Χέγκελ). Δυο επίσης σημαντικοί συντελεστές στην επικράτηση του φασισμού ήταν ο Σπένγκλερ και ο Χάιντεγγερ.

Ο Σπένγκελ, με τις δυσοίωνες προβλέψεις του για την παρακμή του δυτικού πολιτισμού, προώθησε μια μοιρολατρική αντίληψη της ιστορίας, εμπνέοντας την επιθυμία της γερμανικής νεολαίας για ένα νέο κίνημα, πέρα από τον δυτικό πολιτισμό. Σε αυτά συνετέλεσε επίσης ο ανορθολογικός υπαρξισμός του Χάιντεγγερ. Εκμεταλλευόμενος λοιπόν το πνευματικό κλίμα της Ευρώπης στον 20ό αι., ο ολοκληρωτισμός έκανε τη δυναμική του εμφάνιση προωθώντας έναν χαρισματικό ηγέτη, ο οποίος μπορούσε να κατευθύνει τις μάζες μέσα από λέξεις και μυστικιστικά σύμβολα και να ελέγξει τις σκέψεις του. Η διάγνωση του Cassirer είναι απαισιόδοξη: σύμφωνα με τον ίδιο, η δημοφιλία ηγετών σαν τον Χίτλερ αποδεικνύει ότι ολόκληρος ο πολιτισμός και η λογική μας αποτελεί μονάχα μιαν αδύναμη επίστρωση, κάτω από το παχύ υπόστρωμα του μύθου και των τελετουργιών. Δεν μένει παρά να εμφανιστούν συνθήκες έντονης ματαίωσης προσδοκιών και αποδιοργάνωσης, αντίστοιχες με αυτές που παρουσιάστηκαν τη δεκαετία του ’30 στην Γερμανία, για να επικρατήσει ξανά το χάος.

Άνθρωποι σαν τον Χίτλερ διαδραματίζουν τότε τον ρόλο του μάγου που υπνωτίζει τη συλλογική συνείδηση, υποσχόμενος να την καθοδηγήσει στην επίτευξη των στόχων της. Για τον φιλόσοφο, ήταν η αντίδραση στον ορθολογισμό εκ μέρους του ρομαντικού κινήματος, αυτή που προετοίμασε (αν και ακουσίως) την ανατίμηση του μύθου και την κυριαρχία του στην πολιτική ζωή του 20ού αι., με τα, γνωστά σε όλους μας, τραγικά αποτελέσματα. Σε κάθε περίπτωση, υπογραμμίζει ο Cassirer, ο μύθος είναι ακαταμάχητος. Δεν μπορεί να καταπολεμηθεί από λογικά επιχειρήματα και κατά συνέπεια η φιλοσοφία δε μπορεί να τον αναχαιτίσει. Ωστόσο, μπορεί να κάνει κάτι άλλο, το οποίο είναι σημαντικό: να τον κατανοήσει. Αν η φιλοσοφία είναι ανίκανη να σκεφτεί πέραν της ιστορίας και να προβλέψει το μέλλον, μπορεί τουλάχιστον να μας προσφέρει τα κατάλληλα λογικά εργαλεία ώστε να αντιληφθούμε πόσο ευάλωτοι είμαστε όλοι μας στην επίδρασή του. Αν και γνήσιος ορθολογιστής, θα μπορούσε να παρατηρηθεί ότι ο Cassirer είναι κάπως επηρεασμένος από τον ρομαντισμό. Αυτό φαίνεται από την τραγική αντίληψη της ζωής, που σκιαγραφείται στο ώριμο έργο του, όπου ο μύθος παρουσιάζεται ως διαρκώς παρούσα δύναμη και η λογική ως σπάνια και πολύτιμη ανθρώπινη κατάκτηση, το οποίο μπορεί ανά πάσα στιγμή να χαθεί, οδηγώντας ξανά την ανθρωπότητα πίσω στην κτηνώδη κατάσταση από όπου με τόσο κόπο κάποτε εξήλθε.

ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ