O Καρλ Μαννχάιμ και οι πολιτικές ιδεολογίες στη Νεωτερικότητα

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Ήδη από τις πρώτες στιγμές της, η Νεωτερικότητα συνδέθηκε με ουτοπικά οράματα και ιδανικά. Το «ουτοπικό» δεν έχει τη σημασία ενός αφηρημένου και απραγματοποίητου ονείρου. Ως ουτοπικό (<ου + τόπος) ορίζεται κάτι που δεν υφίσταται πουθενά στον κόσμο σήμερα. Η σύλληψη μιας κοινωνίας χωρίς δούλους, για παράδειγμα, στην εποχή του Αριστοτέλη θα ήταν ουτοπική, ενώ σήμερα δεν είναι. Δεν είναι λοιπόν υπερβολή αν πούμε ότι οι ουτοπίες του παρελθόντος συχνά γίνονται οι πραγματικότητες του σήμερα. Κατά την εξέλιξη των Νεώτερων Χρόνων, λόγω της σταδιακής αποθρησκειοποίησης των δυτικών κοινωνιών, όλο και περισσότερα τμήματα της θρησκευτικής εσχατολογίας άρχισαν να προσλαμβάνουν έναν αμιγώς κοσμικό χαρακτήρα ως οράματα κοινωνικής μεταβολής. Σύμφωνα με τον Karl Mannheim, ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα των Νεώτερων Χρόνων είναι η συζήτηση γύρω από τους όρους ιδεολογία και ουτοπία.  Σημαντικό ρόλο στην κατανόηση της ιδεολογίας, έχει η μαρξιστική σκέψη, τόσο του ίδιου του Μαρξ όσο και άλλων μαρξιστών στοχαστών.

Τι είναι όμως ιδεολογία; Ο Μάνχάιμ προβαίνει σε κριτική στον μαρξισμό, εξηγώντας ότι ο μαρξισμός, από εργαλείο αποφενακισμού των ιδεολογιών, αναγνωρίστηκε και εκείνος τελικά ως μια ιδεολογία, ανάμεσα στις άλλες. Όμοια, αν όχι και ακόμη σφοδρότερη, είναι και η προσέγγιση του Plamenatz, σερβικής καταγωγής καθηγητή στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Συγκεκριμένα, ο καθηγητής Plamenatz επιχειρεί μιαν αναλυτική κριτική εξέταση του μαρξισμού κυρίως, αλλά και άλλων συγγραφέων που έγραψαν σχετικά με την έννοια της ιδεολογίας (Μάνχάιμ, Pareto). Ιδεολογία, αποτελεί ένα σύνολο δοξασιών που συμμερίζεται και στο οποίο καταφεύγει σχετικά συχνά μια ομάδα ανθρώπων, αφορά ζητήματα καίρια για εκείνη και, ανεξάρτητα του αν είναι αληθές ή ψευδές, χρησιμεύει στη διατήρηση ή τη δικαίωσή της, εξηγεί. Όπως μας λέει ο Μάνχάιμ, η λέξη «ιδεολογία» χρησιμοποιείται και γίνεται κατανοητή συνήθως με δύο τρόπους: τη «μερική» έννοια και την «ολική». Η μερική έννοια, προικισμένη με υποτιμητική σημασία, έχει τη σημασία ότι ορισμένες από τις απόψεις του υποκειμένου χαρακτηρίζονται από σφαλερότητα και οφείλονται είτε σε αυταπάτη, είτε σε απόπειρα συνειδητής εξαπάτησης. Αντίθετα, με τη μερική έννοια της ιδεολογίας, που δεν διαθέτει υποτιμητική σημασία, δηλώνεται απλώς ότι υφίσταται σύνδεση ανάμεσα σε ιδεολογικές δοξασίες και σε ορισμένους ιστορικοκοινωνικούς παράγοντες εντός των οποίων αναπτύσσονται.

Σύμφωνα με τον Plamenatz, ο όρος επινοήθηκε πρώτη φορά στη Γαλλία του 18ου αι., για να περιγράψει μια σχολή σκέψης με επιφανέστερο εκπρόσωπο τον Κοντιγιάκ, που επιδιδόταν στη μελέτη των ανθρώπινων ιδεών ως δημιουργημάτων των αισθήσεων. Ύστερα τη μεταχειρίστηκε ο Ναπολέων, προκειμένου να εκφράσει την περιφρόνησή του προς τους ανθρώπους της θεωρίας, που ασχολούνται όχι με την πράξη, αλλά με αφηρημένες ιδέες. Το σημερινό της, εν πολλοίς περιφρονητικό νόημα, ως ένα σύνολο στενά συνδεδεμένων δοξασιών και στάσεων που χαρακτηρίζει μια ομάδα ή μια κοινότητα, το εξέλαβε από τον Καντ και κυρίως στον 19ο αι., από τους Χέγκελ και Μαρξ, που αντιδιέστειλαν το Υποκειμενικό Πνεύμα ο ένας και τη συνείδηση ο άλλος, από το Αντικειμενικό πνεύμα και την κοινωνική ύπαρξη αντίστοιχα, προς επίρρωση των δεύτερων σε βάρος των πρώτων (ιδεολογικές ψευδαισθήσεις), στο πλαίσιο της Φιλοσοφίας της Ιστορίας τους που σκιαγραφούσε την πορεία της ανθρωπότητας προς την πρόοδο (με διαφορετικό νόημα στον καθένα φυσικά). Οι ιδεολογικές δοξασίες έχουν μια «περιγραφική» και μια «πειστική» λειτουργία, καθώς επιδιώκουν αφενός να εξηγήσουν γιατί η κατάσταση σε ένα ζήτημα είναι όπως είναι και αφετέρου δικαιολογούν ή καταδικάζουν αυτή την κατάσταση. Σε κάθε ασύμμετρη σχέση (τα μέλη της είναι άνισα ως προς τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις τους) υπάρχουν ιδέες πρωτογενείς (που βοηθούν την εκτέλεση των κοινωνικών υποχρεώσεων) δευτερογενείς (που είναι ευρύτερες και γενικές) και τριτογενείς (ευρύτεροι θεωρητικοί στοχασμοί για το σύστημα). Μάλιστα, κάθε κοινωνική σχέση (ή θεσμός) χαρακτηρίζεται από ιδεολογικές δοξασίες και από τα συμφέροντα των μελών της. Σύμφωνα με τον Plamenatz, η πολιτική ιδεολογία, μια μορφή ιδεολογίας, επηρεάζει τις αντιλήψεις των ανθρώπων σχετικά με τα κοινά συμφέροντα των ομάδων που ανήκουν και (πιο σπάνια) τους ιδιωτικούς τους σκοπούς. Οι κοινωνικές ομάδες μπορεί να συνειδητοποιούν τα συλλογικά συμφέροντά τους, οπότε είναι ενεργητικές, ή να μην τα συνειδητοποιούν, οπότε είναι παθητικές. Μια υποκατηγορία αυτών, οι τάξεις, είναι ομάδες περιεκτικές (η επικοινωνία των μελών της είναι μεγαλύτερη σε σχέση με εκείνη άλλων ομάδων) και αποκλειστικές (υπό την έννοια ότι η μετακίνηση από μια τάξη σε μιαν άλλη είναι ασυνήθιστα κουραστική ή ενοχλητική για όποιον την κάνει).

Τρεις είναι οι υποκατηγορίες τάξεων: οι καπιταλιστικές (πχ αστοί), οι κάστες (πχ οι ιερείς στην αρχαία Ινδία) και οι νομικές τάξεις, όπως τις ονόμαζε ο Μαρξ (πχ οι φεουδάρχες στον δυτικοευρωπαϊκό Μεσαίωνα). Σύμφωνα με τον Plamenatz, η αποκλειστικότητα μιας τάξης συνεπάγεται αργές κοινωνικές μεταβολές, χαμηλή ταξική συνείδηση των μελών της και λιγότερες συγκρούσεις (π.χ. «πρωτόγονες» κοινωνίες). Αντίθετα, η αύξηση της περιπλοκότητας των κοινωνιών συνεπάγεται όχι μονάχα μείωση του θεολογικού υπέρ ενός κοινωνικοπολιτικού τρόπου κατανόησης αυτών εκ μέρους των μελών τους, αλλά και αύξηση των συγκρούσεων που οφείλεται σε ένταση της συνείδησης των διαφορών τους (π.χ. βιομηχανικές κοινωνίες). Όταν η διάδοση ιδεολογικών δοξασιών γίνεται όχι ως αυτοσκοπός αλλά για χάρη κάποιου άλλου σκοπού, τότε πρόκειται για εκμετάλλευση μιας ιδεολογίας. Από τον 18ο αι. και μετά άρχισε να διατυπώνεται η θέση ότι η θρησκεία είναι μια μορφή «ιδεολογίας», η χρησιμότητα της οποίας, ανάλογα με την ερμηνεία, είναι: (1) να δίνει στους αδαείς ανθρώπους την ψευδαίσθηση της γνώσης ή (2) να καθησυχάζει τον ανθρώπινο φόβο μπροστά στο άγνωστο ή (3) να διατηρεί σταθερές και συνεκτικές τις ανθρώπινες κοινότητες και κοινωνίες ή (4) για να ενισχύσει τα ανθρώπινα κίνητρα προς αγαθοεργία ή τέλος, (5) να προσφέρει στον άνθρωπο μια θετική αντίληψη για τον ίδιο και τον ρόλο του μέσα στον κόσμο. Η Γαλλική Επανάσταση του 1789 ήταν που άνοιξε τα μάτια των θεωρητικών της πολιτικής και τους έκανε να συλλάβουν τις δυνατότητες για μια μαζική πολιτική εκμετάλλευση των ιδεολογιών. Έτσι, τους τελευταίους αιώνες οι ιδεολογικές δοξασίες έφτασαν να αναφέρονται κυρίως στην κοινωνία και στη διακυβέρνηση, κερδίζοντας έδαφος από τις θρησκευτικές. Αυτό είναι το τελικό συμπέρασμα του Plamenatz.

Σύμφωνα με τον Καρλ Μάνχάιμ, με τη σταδιακή του θεολογικού πλαισίου κατά τους Νεώτερους Χρόνους, η πολιτική ήρθε στο προσκήνιο και έλαβε τεράστια σημασία. Κάθε μεγάλο ιδεώδες έπρεπε να είναι πλέον πολιτικά επιτεύξιμο: με αυτό κάνει την εμφάνισή της η έννοια της ουτοπίες. Ως «ουτοπίες» ο Μάνχάιμ ορίζει όλες τις υπερβατικές του είναι παραστάσεις και ιδέες που επέδρασαν κάποτε μετασχηματιστικά πάνω στο ιστορικό και κοινωνικό είναι. Σχηματικά, τέσσερεις υπήρξαν οι κύριες ουτοπικές συλλήψεις των Νεώτερων Χρόνων: η χιλιαστική, η φιλελεύθερη, η συντηρητική και τέλος, η σοσιαλιστική. Είναι σημαντικό να προστεθεί ότι οι αυτές βρίσκονταν εξαρχής σε στενή συνάφεια μεταξύ τους, καθώς γεννήθηκαν και καταξιώθηκαν με πολεμική πρόθεση, με την καθεμιά να αποτελεί την «αντιουτοπία» της άλλης.

Ένας γενικός κανόνας για τις ουτοπίες είναι ότι όσο περισσότερο εδραιώνεται μια ιδεολογία μέσα στην κοινωνία, τόσο ατονεί μέσα της το ουτοπικό στοιχείο, δηλαδή η επιθυμία για ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις, προς όφελος του συνετού υπολογισμού για λύσεις συγκεκριμένων πρακτικών προβλημάτων. Είναι επίσης λογικό να είναι σφοδρότερες οι συγκρούσεις ανάμεσα σε ομάδες που συγγενεύουν ιδεολογικά, καθότι είναι μεγαλύτερος ο κίνδυνος να παρασυρθούν κάποια μέλη και να προσχωρήσουν από τη μια ομάδα στην άλλη. Μια αντίθεση ανάμεσα στις δύο παραπάνω έννοιες, είναι ότι ενώ η έννοια της ιδεολογίας χρησιμοποιούνταν ως επί το πλείστον ως όπλο μομφής από επαναστάτες ενάντια στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων, η έννοια της ουτοπίας αποτελούσε τη μομφή από την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων προς κάθε επαναστατικό όραμα. Στην πραγματικότητα, ουτοπία είναι ένα σύνολο ιδεών που δεν έχουν αναφορά σε ένα υπαρκτό κοινωνικό σύστημα. Συνήθως συγκρούονται με μια δεδομένη κοινωνική κατάσταση (που ονομάζεται «τοπία») και φιλοδοξεί να την ανατρέψει. Οι φιλελεύθερες ιδέες των αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη ήταν κάποτε ουτοπικές, σήμερα όμως είναι (έστω θεωρητικά) αυτονόητες για το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου μας. Υπό αυτή την έννοια, οι ουτοπίες του παρόντος μπορούν να γίνουν οι πραγματικότητες του μέλλοντος. Μάλιστα, η ουτοπία βρίσκεται σε συνάφεια με τον τρόπο βίωσης του ιστορικού χρόνου. Το πώς διαιρεί μια ομάδα ή ένα κοινωνικό στρώμα τον ιστορικό χρόνο, εξαρτάται άμεσα από την ουτοπία της.

Πάντως, στην εποχή μας η ιδεολογία έγινε αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης για τέσσερις κυρίως σκοπούς: τη συσπείρωση μιας ισχυρής ομάδας που επιδιώκει να κερδίσει την εξουσία, την παρότρυνση πολιτών να κάνουν μεγάλες θυσίες που ήταν σημαντικότερες περισσότερου για τους ηγέτες τους παρά για τους ίδιου, για να επεκτείνει την εξουσία μιας ομάδας ή μιας κυβέρνησης έξω από τα σύνορα της χώρας της και τέλος, για να αποκτηθεί ή να διατηρηθεί ο έλεγχος μέσα σ’ ένα κόμμα ή οργάνωση. Ο συγκερασμός της πολιτικής με τη νεότερη επιστήμη είχε ως αποτέλεσμα κάθε πολιτική τάση, καθώς επεδίωκε να γίνει αποδεκτή, να λαμβάνει ένα επιστημονικό επίχρισμα, ενώ οι επιστημονικές αντιλήψεις να παίρνουν μια πολιτική χροιά.

Μόνο σ’ έναν κόσμο θεμελιακού μετασχηματισμού, η ουσία του οποίου δεν έγκειται μόνο στο γίγνεσθαι, αλλά και στο απογίγνεσθαι, μπορεί να προχωρήσει η διαπάλη τόσο, ώστε η μια παράταξη δεν επιχειρεί να εκμηδενίσει μόνο τις συγκεκριμένες επιμέρους αντιλήψεις και τοποθετήσεις, παρά και το πνευματικό υπόβαθρο της άλλης […] Μόνο επειδή στον σύγχρονο κόσμο οι αποφασιστικές κοινωνικές πολώσεις διαπνέονται από τελείως διαφορετική βούληση διαμόρφωσης του κόσμου κατέστη δυνατή μια τέτοια βάθυνση και εξάρθρωση.

ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ