του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ
Τι είναι Αριστερά, και τι Δεξιά; Ζούμε σε μια εποχή όπου οι πολιτικές διαμάχες έχουν λάβει έναν ιδιαίτερα οξύ χαρακτήρα και όμως οι περισσότεροι δυσκολευόμαστε να απαντήσουμε αυτή τη στοιχειώδη ερώτηση. Με μια σύντομη περιήγηση στην ελληνική Βικιπαίδεια, μπορεί να δει κανείς ότι εκεί ορίζονται ως «Αριστερές», οι αντιλήψεις που:
«α) Αντιμάχονται την αδικία, τις βαθιές ανισότητες και τις διακρίσεις που απορρέουν από την ταξική δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας, β) Προωθούν την κοινωνική ισότητα, την φιλία και την συνεργασία ανάμεσα στα έθνη και τους λαούς, με σεβασμό στην κουλτούρα κάθε λαού, γ) Αγωνίζονται για ουσιαστική παιδεία και μόρφωση που να αφορά όλα τα μέλη της κοινωνίας, εναντίον του σκοταδισμού είτε εθνικιστικού, είτε θρησκευτικού».
Αντίθετα, ο όρος «Δεξιά»:
«αναφέρεται στις πολιτικές που προωθούν την ιδέα της συντήρησης. Η ιδεολογία της δεξιάς ασπάζεται την προάσπιση των θρησκειών και των εθνικών παραδόσεων, γιατί αποτελούν, κατ’ αυτή, αναπόσπαστο στοιχείο κάθε κοινωνίας, απαραίτητο για την μετεξέλιξη και τη διαρκή πρόοδό της. Η δεξιά εμφανίζεται υπέρμαχη μόνο του οικονομικού φιλελευθερισμού, ενώ αντιτίθεται στον πολιτικό φιλελευθερισμό, τις πολιτικές ελευθερίες, στην ανεξιθρησκία και το διαφορετικό».
Με λίγα λόγια, έχουμε μια Αριστερά που κατέχει ένα ολοφάνερο ηθικό πλεονέκτημα (δικαιοσύνη, φιλία, συνεργασία, σεβασμό, διαφωτισμό) εναντίον μιας Δεξιάς που είναι συνδεδεμένη με όλα τα κακά (ανελευθερία, μη ανεκτικότητα, μίσος στο «διαφορετικό»). Μα, θα αναρωτηθεί κανείς, πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν τόσο κακοί και διεφθαρμένοι άνθρωποι που να στηρίζουν αυτή την πολιτική τάση που λέγεται «Δεξιά»; Και αν τελικά η διαφορά ανάμεσα σε Δεξιά και Αριστερά είναι τόσο απλή και σαφής, γιατί μας είναι τόσο δύσκολο (τουλάχιστον σε όσους από μας δεν αναμασάμε κομματικά συνθήματα) να πούμε κάτι πιο συγκεκριμένο από το παραπάνω; Μάλλον κάτι άλλο συμβαίνει λοιπόν. Κάτι που ενώ το διαισθανόμαστε, μας είναι δύσκολο να το προσδιορίσουμε. Μια σύντομη ιστορική επισκόπηση κρίνεται αναγκαία.
Ο αιώνας που πέρασε έχει δίκαια ονομαστεί «εποχή των ιδεολογιών», καθώς οι συγκρούσεις μεταξύ κρατών έλαβαν χαρακτηριστικά ιδεολογικών συγκρούσεων.
Ωστόσο, πρώτη η Γαλλική Επανάσταση του 1789 ήταν που άνοιξε τα μάτια των θεωρητικών της πολιτικής και τους έκανε να συλλάβουν τις δυνατότητες για μια μαζική πολιτική εκμετάλλευση των ιδεολογιών. Ήταν αυτή που εδραίωσε οριστικά τις αξίες της Νεοτερικότητας, βάση των οποίων αποτελεί η βεβαιότητα πως ο κόσμος μας βρίσκεται σε συνεχή πρόοδο. Τότε καθορίστηκαν οι θεμελιώδεις όροι του πολιτικού φάσματος. Συγκεκριμένα, στις 11 Σεπτεμβρίου, οι Γάλλοι βουλευτές της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης συνήλθαν προκειμένου να αποφασίσουν σχετικά με το βασιλικό βέτο. Όσοι από αυτούς τάχθηκαν υπέρ, τοποθετήθηκαν δεξιά από τον πρόεδρο της συνεδρίας, ενώ όσοι ήταν κατά, αριστερά. Έκτοτε ο συντηρητισμός ονομάστηκε «Δεξιά», ο σοσιαλισμός «Αριστερά», ενώ ο φιλελευθερισμός φαίνεται ότι εκπροσωπούσε το «Κέντρο», μια μεσολάβηση ανάμεσα σε αυτά τα δύο. Αυτή η διαφοροποίηση αντικατόπτριζε το πώς αντιλαμβανόταν καθεμιά την κοινωνική μεταβολή: ο συντηρητισμός επεδίωκε μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιβράδυνση και ομαλή μετάβαση, ο φιλελευθερισμός αποσκοπούσε σε ήπιες αλλά και σταθερές μεταρρυθμίσεις, και τέλος, ο σοσιαλισμός επεδίωκε να γίνουν ριζοσπαστικές αλλαγές στην κοινωνία. Ωστόσο, με την επικράτηση της αστικής τάξης και την εδραίωση του βιομηχανικού καπιταλισμού, ο συντηρητισμός της παράδοσης (δηλαδή ο οποίος αντιλαμβανόταν τον κόσμο ως ένα ιεραρχικό σύστημα που στηρίζεται στη θεϊκή τάξη και υποστήριζε τα δικαιώματα της κληρονομικής αριστοκρατίας των φέουδων) ουσιαστικά παρήκμασε και εξαφανίστηκε.
Ωστόσο, στα τέλη του 19ου αιώνα έκανε την εμφάνισή της μια (άκρα) Δεξιά με εθνικιστικό πρόσημο, που πλέον δεν επεδίωκε την παλινόρθωση αλλά την εγκαθίδρυση μιας νέας κοινωνικής τάξης. Διαφορετική από τον συντηρητισμό-νοσταλγό του μεσαιωνικού και χριστιανικού παρελθόντος, ήταν ριζοσπαστική και αντιλαμβανόταν την πολιτική ως δαρβινική πάλη για την «επιβίωση του ισχυρότερου». Ο πόλεμος του 1870 ήταν η πρώτη διεθνής σύγκρουση που ερμηνεύτηκε με δαρβινικούς όρους. Αυτός ο νέος συντηρητισμός με τον εθνικιστικό, ιμπεριαλιστικό, κρατικιστικό και βίαια αντιαριστερό του λόγο, ουσιαστικά υπήρξε η γέφυρα μετάβασης από τον παραδοσιακό συντηρητισμό του 19ου αιώνα στον εθνικιστικό ριζοσπαστισμό του 20ού.
Συγκεκριμένα, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ευρώπη είδε τη σύγκρουση αυτών των τριών μεγάλων ιδεολογιών: ο φιλελευθερισμός αποσκοπούσε στην εθνική αυτονομία και αυτοδιάθεση των λαών, ο (νέος) συντηρητισμός επεδίωκε την εθνική, στρατιωτική κυριαρχία, ενώ ο σοσιαλισμός ήθελε να εγκαταστήσει μια παγκόσμια κομουνιστική κοινωνία, πέρα από τα όρια των εθνικών κρατών. Η ιδεολογική διαμάχη ενσαρκώθηκε σε διαμάχη ανάμεσα σε κράτη. Εκμεταλλευόμενος λοιπόν το πνευματικό κλίμα της Ευρώπης στον 20ό αιώνα, ο φασισμός, γέννημα του (νέου) συντηρητισμού, έκανε τη δυναμική του εμφάνιση προωθώντας έναν χαρισματικό ηγέτη, ο οποίος μπορούσε να κατευθύνει τις μάζες μέσα από λέξεις και σύμβολα και να ωθήσει σε έναν νέο πόλεμο. Ο νέος πόλεμος, που έφερε και την οριστική συντριβή του φασισμού, άνοιξε τον δρόμο στο ψυχροπολεμικό τοπίο: η αντιπαράθεση πλέον ήταν ανάμεσα στα φιλελεύθερα κράτη της Δύσης και τον ρωσικό σοσιαλισμό. Μετά την εσωτερική αποσύνθεση και την πτώση των μεγάλων σοσιαλιστικών καθεστώτων, απέμεινε πρακτικά ο φιλελευθερισμός ως ο απόλυτος κυρίαρχος στο διεθνές γίγνεσθαι. Ο 20ός αιώνας έκλεισε έτσι με την τριπλή νίκη της φιλελεύθερης δημοκρατίας: πρώτα έναντι των μεγάλων αυτοκρατοριών, έπειτα εναντίον των διάφορων φασισμών, και τέλος εναντίον του κομουνιστικού σοσιαλισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός και η σοσιαλδημοκρατία, οι δύο σημαντικότερες πολιτικές τάσεις της εποχής μας, δεν είναι στην πραγματικότητα δύο αντιτιθέμενα συστήματα, αφού κανένα από τα δύο δεν επιδιώκει την κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά περισσότερο ως διαμάχη ανάμεσα σε δύο διαφορετικές εκδοχές του φιλελευθερισμού, η μια από τις οποίες δίνει έμφαση στην κοινωνική δικαιοσύνη (σοσιαλδημοκρατία-Αριστερά), ενώ η άλλη στην ατομική ελευθερία και την οικονομική ανάπτυξη μέσω επενδύσεων (νεοφιλελευθερισμός-Δεξιά). Μάλιστα, τις τελευταίες τρεις δεκαετίες η Αριστερά εστιάζει την κριτική της στην υποχώρηση της σοσιαλδημοκρατίας (κράτος πρόνοιας) υπέρ του νεοφιλελευθερισμού. Σήμερα, δεδομένης της διασφάλισης της δημοκρατίας, το ερώτημα (που λαμβάνει κυρίως οικονομικό χαρακτήρα) είναι αν πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην ελευθερία ή στην ισότητα. Σχηματικά, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η σύγκρουση νεοφιλελευθερισμού και σοσιαλδημοκρατίας έγκειται στην προτίμηση ενός από τα δύο στοιχεία της φιλελεύθερης δημοκρατίας: ο νεοφιλελευθερισμός επιμένει σθεναρά υπέρ του φιλελεύθερου στοιχείου, επιζητώντας τη διευρυμένη επάνοδο των αρχών του κλασικού φιλελευθερισμού του laissez-faire, ενώ οι πολυποίκιλες εκδοχές της σοσιαλδημοκρατίας επιδιώκουν την υπέρβαση των ανισοτήτων, και σε τελική ανάλυση του ίδιου του καπιταλισμού, απορρίπτοντας το δίλημμα «επανάσταση ή μεταρρύθμιση» υπέρ του προτάγματος «επανάσταση μέσω μεταρρύθμισης», το οποίο προβάλλουν ως ένα περαιτέρω βήμα εκδημοκρατισμού.
Αυτά για το Κέντρο και την Αριστερά. Τι σημαίνει όμως Δεξιά σήμερα; Πώς εμπλέκεται ο σύγχρονος συντηρητισμός με τη διαμάχη σοσιαλδημοκρατίας και νεοφιλελευθερισμού; Αρχικά, ο σημερινός συντηρητισμός ελάχιστη σχέση έχει με τον νέο συντηρητισμό, ο οποίος όπως είδαμε προέβαλε έναν επιθετικό και αντιφιλελεύθερο εθνικισμό. Πρόκειται έτσι για την τρίτη, κατά σειρά, μορφή συντηρητισμού, η οποία έχει κοινό με τις προηγούμενες την έμφαση στην υπεράσπιση των παραδοσιακών αξιών. Σήμερα, ενώ ο νεοφιλελευθερισμός και η σοσιαλδημοκρατία τείνουν να ζητούν μια όλο και μεγαλύτερη διεθνική συνεργασία στο πλαίσιο της Παγκοσμιοποίησης, επιδιώκοντας ισχυρές αλλαγές στην οικονομία και την πολιτική, ο σύγχρονος συντηρητισμός επιδιώκει να διασώσει ορισμένες αξίες του παρελθόντος: έθνος, θρησκεία, παράδοση, αλλά και τις βασικές αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αντίθετα λοιπόν με τη σύγχρονη Αριστερά που τονίζει την κρατική δράση απέναντι στο άτομο και με το φιλελεύθερο Κέντρο, που δίνει το προβάδισμα στην ατομική πρωτοβουλία, η Δεξιά θέτει την κοινωνία υπεράνω και του κράτους και του ατόμου. Ένας από τους σημαντικότερους υποστηρικτές του πολιτικού Συντηρητισμού ήταν ο Βρετανός φιλόσοφος και συγγραφέας, Sir Roger Scruton. Εδώ θα ασχοληθούμε με την παρουσίαση και τον σχολιασμό του βιβλίου του Τρελοί, Τσαρλατάνοι, Ταραχοποιοί: διανοούμενοι της Νέας Αριστεράς (2015), που αποτελεί συνέχεια και επανεπεξεργασία του προηγούμενου έργου του, Διανοούμενοι της Νέας Αριστεράς (1985). Ο Scruton ασκεί εδώ κριτική σε μια πλειάδα σύγχρονων διανοουμένων, από τους Sartre, Althousser και Foucault, ως τους Horkheimer, Adorno, Gramsci, Lucacs, Badiou και Zizek. Το βιβλίο διαπνέεται από μια κεντρική ιδέα: πρέπει να απελευθερώσουμε τον πολιτικό διάλογο από την κατάσταση στην οποία τον έχει εγκλωβίσει η Αριστερά και η κληρονομιά της, από την εποχή του Marx. Σε αυτό, πάντα σύμφωνα με τον Scruton, καλείται σήμερα να διαδραματίσει καίριο ρόλο η συντηρητική Δεξιά.
Τι ακριβώς είναι όμως η Αριστερά; Τι σημαίνει Αριστερός; Σύμφωνα με τον Scruton, ο Αριστερός σήμερα είναι ένας άνθρωπος που αισθάνεται και συμπεριφέρεται σαν να τον έχει προδώσει σύσσωμη η κοινωνία στην οποία ζει. Είναι ο άνθρωπος που θα μπορούσε να βρει τον εαυτό του στην περίφημη φράση του Μεφιστοφελή του Faust: «είμαι το πνεύμα που πάντα αρνείται», καθώς μόνιμη επιδίωξή του είναι η άρνηση και ο υποβιβασμός του υπαρκτού χάρη του ιδεατού. Αυτό που υποβιβάζει όμως η Αριστερή σκέψη δεν είναι τίποτε άλλο από τα μεγάλα επιτεύγματα του Δυτικού πολιτισμού: το κράτος δικαίου, ο διαχωρισμός των εξουσιών, το δικαίωμα στην ιδιοκτησία κ.λ.π. Σύμφωνα με τον Scruton, ο Marx, ίσως ο μεγαλύτερος Αριστερός διανοητής όλων των εποχών, εμπνεόταν από μια μεγάλη πηγή, που δεν είναι άλλη από το μίσος για όσους κατέχουν ιδιοκτησία και δύναμη. Συνάμα, ο Marx υπήρξε ένας πρώτης τάξεως πολιτικός προπαγανδιστής. Ένα από τα σπουδαιότερα όπλα του, σύμφωνα με τον Scruton, ήταν η διάκριση της επιστήμης από την ιδεολογία. Συγκεκριμένα, προσφέροντας μια συστηματική φιλοσοφία της ιστορίας και μια θεωρία της εργασιακής αξίας, η σκέψη του Marx κατόρθωσε να περιβληθεί με τον μανδύα της επιστήμης, εκτοπίζοντας (ακόμη και τους σοσιαλιστές) αντιπάλους του ως απλούς «ιδεολόγους». Σε αυτό συνέδραμε σημαντικά η “Newspeak” (όρος του George Orwell), μια ειδική μορφή γλώσσας, που αντί να περιγράφει την πραγματικότητα, επιχειρεί να ασκήσει έλεγχο πάνω της. Η Newspeak συνεχίζει να ευδοκιμεί και σήμερα, στα χείλη των πάσης φύσεως Αριστερών διανοητών.
Μάλιστα, η μεγαλύτερη απόδειξη της επιτυχίας της, κατά τον Scruton, είναι ότι έπεισε τόσους ανθρώπους ότι ο φασισμός και ο κομουνισμός είναι απόλυτα αντίθετοι, παρά την ιστορική εμπειρία. Μέχρι σήμερα, ταλαντούχοι ιστορικοί όπως ο Hobsbawm, ο Thompson και ο Perry Anderson δε διστάζουν να μεταχειρίζονται μαρξιστικά σχήματα για να αναδείξουν την ανωτερότητα του υπαρκτού σοσιαλισμού, ενώ στοχαστές και φιλόσοφοι όπως ο Zizek ή ο Badiou, πασχίζουν να μας πείσουν ότι ο ολοκληρωτισμός των κομμουνιστικών κρατών υπήρξε κάτι θετικό και αυτόχρημα καλύτερο από τον ακροδεξιό ολοκληρωτισμό. Έτσι, σχεδόν κάθε αντιπαραβολή του φασισμού με τον κομουνισμό είναι αναγκασμένη να τονίζει την απόλυτη αντίθεση ανάμεσα στον κόλαση της φασιστικής πράξης και την υπόσχεση για επίγειο παράδεισο της προδομένης κομουνιστικής θεωρίας. Οι όροι δεν είναι τυχαίοι: εκτός από συμπάθεια σε ολοκληρωτικές τάσεις, μεγάλες μερίδες της Αριστεράς έχουν κατά καιρούς εκδηλώσει μια εσχατολογία και έναν μεσσιανισμό (όσον αφορά τον ιστορικό ρόλο του προλεταριάτου), πίσω από τους οποίους εύκολα ανιχνεύει κανείς έναν ψευδοθρησκευτικό ζήλο. Επιπλέον, εξαιτίας της επιμονής του στην «ολική» σύλληψη (και μεταβολή) της κοινωνίας, ο μαρξισμός πλησιάζει όχι μονάχα τις παραδοσιακές θρησκείες αλλά και με τον «υπ’ αριθμόν ένα εχθρό του και ομόαιμο αδελφό του», τον φασισμό. «Η ρητορική της ολότητας κρύβει την άδεια θέση στην καρδιά του συστήματος, εκεί που θα έπρεπε να είναι ο θεός» γράφει ο Scruton. Σε αυτό συνηγορεί η τάση για αίρεση και διχασμό, διαρκώς παρούσα στον Αριστερό χώρο:
«υπάρχει στην Αριστερά ένας αξιοσημείωτος φόβος για τις αιρέσεις, μια επιθυμία να διαφυλαχθεί η ορθοδοξία και να κυνηγηθεί ο αντιφρονών μαρτυρούν περί αυτού η απάντηση του Αλτουσέρ στον μαρξιστικό ανθρωπισμό, οι επιθέσεις του Άντερσον στον Ε.Π. Τόμσον, η καταγγελία από τον Μπαντιού εκείνων που ακολουθούν το “simulacrum” αντί για το αληθές Συμβάν, η κολσμενη αναζήτηση του Λούκατς των κακοήθων “-ισμών” της ημέρας, και η καταγγελία των ‘δευψο-διανοουμένων” από τον Σαρτρ» (σ. 321)
Βέβαια, ομολογεί ο Scruton, η Αριστερά έχει βγάλει πλέον τα μαρξιστικά γυαλιά. Η σύγχρονη αποδομητική Αριστερά, κατά Scruton, τείνει στην υποβάθμιση της έννοιας της αντικειμενικότητας, του ορθολογισμού και κάθε παράδοσης χάρη ενός προγράμματος που δεν έχει καν σαφείς πολιτικές επιδιώξεις. Ποίες είναι όμως οι επιδιώξεις της; Σύμφωνα με τον Scruton, η σύγχρονη Αριστερά έχει δύο κυρίως στόχους σήμερα: όλο και μεγαλύτερη κοινωνική ισότητα με κάθε τρόπο αφενός, και ατομική χειραφέτηση από το αστικό σύστημα αφετέρου (θα μπορούσε εδώ κανείς να φέρει στο μυαλό του τη σεξουαλική απελευθέρωση του Μάη του ’68). Όπως λέει ο ίδιος:
«Η ίδια συλλογιστική που έχει στόχο να καταστρέψει τις ιδέες της αντικειμενικής αλήθειας και της απόλυτης αξίας, επιβάλλει την πολιτική ορθότητα ως απολύτως δεσμευτική και τον πολιτιστικό σχετικισμό ως αντικειμενική αλήθεια» (σελ. 268).
Παρά το γεγονός ότι τα ιδεώδη της ισότητας και της ελευθερίας είναι ουσιαστικά ασύμβατα, η Αριστερή εμμονή επιβιώνει και αναπαράγεται ασταμάτητα. Αντίθετα, οι Δεξιές προσεγγίσεις βρίσκονται κατά κανόνα στο περιθώριο του εκπαιδευτικού συστήματος και περιφρονούνται από τα μέσα επικοινωνίας (σ. 320). Εύκολα να το διακρίνει κανείς μέσα στα Πανεπιστήμια, όπου:
«σχεδόν όλοι όσοι ασπάζονται τις σχετικιστικές “μεθόδους” που εισήχθησαν στις ανθρωπιστικές επιστήμες από τους Φουκώ, Ντεριντά και Ρόρτυ, είναι σφοδροί υποστηρικτές ενός κώδικα πολιτικής ορθότητας που καταδικάζει την απόκλιση με απόλυτους και αδιάλλακτους όρους. Η σχετικιστική θεωρία υπάρχει για να στηρίζει ένα απολυταρχικό δόγμα […]Η επίθεση στο νόημα που ανέλαβαν οι αποδομιστές δεν είναι επίθεση στα “δικά μας” νοήματα, που παραμένουν ακριβώς αυτό που πάντα ήσαν: ριζοσπαστικά, εξισωτικά και παραβατικά. Είναι επίθεση στα νοήματά “τους”-τα νοήματα που διαφυλάχθηκαν από μια παράδοση καλλιτεχνικής σκέψης και πέρασαν από γενιά σε γενιά με τις παλιές μορφές λογιοσύνης» (σελ. 266-267).
Παρά την απαγκίστρωσή τους από τον μαρξισμό και την παταγώδη αποτυχία του υπαρκτού σοσιαλισμού, οι Αριστεροί διανοούμενοι δεν πτοήθηκαν. Αντίθετα, ανέλαβαν την υποχρέωση να επικρίνουν το καπιταλιστικό σύστημα: ο Foucault αφιέρωσε το έργο του στην αναγωγή κάθε στοιχείου της κοινωνίας των πολιτών σε μυστικές σχέσεις εξουσίας, η Σχολή της Φραγκφούρτης εξαπέλυσε επιθέσεις ενάντια στην παρακμή της τέχνης με τη μαζική κουλτούρα και αιρετικοί στοχαστές όπως ο Veblen και ο Galbraith προσπάθησαν τόσο επίμονα να μας πείσουν ότι ο καταναλωτισμός δεν είναι αναγκαία συνέπεια της δημοκρατίας αλλά μια παθολογική μορφή της. Με έναν λόγο, η νέα αριστερά έκανε αυτοσκοπό της την άνευ όρων κριτική του καπιταλιστικού συστήματος και την επινόηση διαρκώς νέων μορφών «απελευθέρωσης» από τις συνέπειές του. Παράλληλα όμως ενυπάρχει μέσα της και η επιθυμία της να μας δείξει πως η διαφορά ανάμεσα στα ολοκληρωτικά κράτη του υπαρκτού σοσιαλισμού και τις φιλελεύθερες δημοκρατίες της Δύσης δεν είναι και τόσο μεγάλη. Είτε μιλάμε για τον Sartre, τον Lucacs, τον Adorno, τον Hobsbawm, ή τον Badiou, η στάση είναι κοινή: το έγκλημα δε συνιστά έγκλημα αν ο στόχος του είναι η ουτοπία.
Συνοψίζοντας, τα διάφορα Αριστερά οράματα, παρά τις επιμέρους διαφορές τους, έχουν ένα σημαντικό κοινό στοιχείο: την απορρόφηση όλων των εξουσιών της κοινωνίας από το κράτος (σ. 313). Σε αυτό ακολουθούν κατά πόδας τα σοσιαλιστικά κράτη του 20ού αιώνα. Σε τελική ανάλυση, όλες οι επιμέρους εκδοχές αριστερίστικου λόγου (ιδιαίτερα μετά τον γαλλικό Μάη) όχι απλώς δε στηρίζουν ουσιαστικά τους κοινωνικά καταπιεσμένους υπέρ των οποίων κόπτονται, αλλά εκφράζουν τις ονειρώξεις ορισμένων επηρμένων διανοούμενων, που εκμεταλλεύονται την «αστική δημοκρατία» και την οικονομική άνεση που τους προσφέρει το καπιταλιστικό σύστημα για να το επικρίνουν. Όταν ο κομουνιστής διανοούμενος μιλάει για «ταξική συνείδηση» του προλεταριάτου δεν τον απασχολεί η αληθινή αντίληψη της πραγματικού προλεταριάτου (αφού θεωρεί κάθε έκφρασή της «οπορτουνισμό»). Αυτό που τον νοιάζει είναι η ιδεατή και αφηρημένη σύλληψη που έχει κατασκευάσει ο ίδιος. Πότε έκανε κάποια χειρωνακτική εργασία ο Lucacs, o Lenin, O Engels και σε τελική ανάλυση, ο ίδιος ο Marx; Τι γνώριζαν οι συγκεκριμένοι για την αληθινή εξαθλίωση των ανθρώπων; Στο μυαλό τους, οι εργάτες αποτελούν μονάχα μια απλή αφαίρεση για την επίτευξη των διανοουμενίστικων Αριστερών ονειρώξεων, καταλήγει ο Scruton. Αυτή η αδιαφορία για τα πραγματικά ανθρώπινα όντα που αποτελούν την εργατική τάξη καθιστά δυνατή την εξόντωσή τους στον εμπειρικό κόσμο των κομουνιστικών καθεστώτων (σ. 115).
Φαίνεται πως ο Scruton θεωρεί εδώ (και το έχει πει ρητά αλλού) ότι ο κύριος λόγος που η πλειονότητα της διανόησης ανήκει στην Αριστερά, είναι η ανάγκη της να διαφοροποιηθεί από τον απλό λαό, υποστηρίζοντας ριζοσπαστικές ιδέες που διαπνέονται από φλογερό μεταρρυθμιστικό ζήλο. Οι διανοούμενοι είχαν την τάση να πιστεύουν σε ουτοπίες ήδη από την εποχή του Πλάτωνα, ακριβώς επειδή πίστευαν πως θα έπρεπε οι ίδιοι να έχουν τον καθοδηγητικό ρόλο μέσα σε αυτές. Το μεγαλύτερο ψέμα της η Αριστερής διανόησης, συμπεραίνει, ήταν η ιδέα ότι όλα τα προβλήματα της ζωής μπορούν να λυθούν με την πολιτική. Με αυτόν τον τρόπο απλώς υπέτασσαν την κοινωνία στο κράτος. Στην πραγματικότητα, είναι αδύνατο να εξαφανίσουμε κάθε πηγή κακού στον κόσμο μας. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι ορισμένες μικρές αλλαγές, προς όφελος της δικαιοσύνης και της ανθρωπιάς. Αυτό όμως δεν γίνεται μονάχα με την πολιτική: η υψηλή τέχνη, η θρησκευτική λατρεία και οι γνήσιες κοινωνικές συναναστροφές μπορούν να πετύχουν περισσότερα πράγματα από τις διαμαρτυρίες και τις πολιτικές επεμβάσεις. Οι σκοποί της ζωής προκύπτουν από τις ελεύθερες ενώσεις μας και όχι από την καταναγκαστική πειθαρχία μια εξισωτικής ελίτ. Αυτό είναι που η Αριστερά αδυνατεί να καταλάβει και γι’ αυτό δε θα δει κανένας στα γραπτά συγγραφέων όπως ο E.P. Tompson εγκωμιασμό για τις γιορτές, τις ομάδες κρίκετ, τις χορωδίες, τις λέσχες χορού και την πλούσια αγγλική κοινωνική ζωή, όσο και αν ο τελευταίος εγκωμιάζει με πάθος και λυρισμό την αλληλεγγύη της εργατικής τάξης στις πόλεις (σ. 314). Η κριτική του Scruton απέναντι στον πολιτικό μεσσιανισμό και την ουτοπία, ο Scruton τόνιζε την ανάγκη για ομορφιά, ελεύθερες ενώσεις και πολιτισμό. Η λύση που αντιπροτείνει ο Scruton στα Αριστερά οράματα δεν είναι λοιπόν άλλη από τη διάκριση κράτους και κοινωνίας των πολιτών (σ. 315).
Παραθέτοντας ένα απόσπασμα από τους πλατωνικούς Νόμους, (να σημειωθεί ότι ο Scruton φαίνεται να θεωρεί τον Πλάτωνα ως έναν διανοούμενο που ανένηψε από τον πειρασμό του ολοκληρωτισμού), εξηγεί ότι το onus probandi στην πολιτική συζήτηση δεν ανήκει στους συντηρητικούς υποστηρικτές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, αλλά αντίθετα στους ίδιους τους Αριστερούς ριζοσπάστες διανοητές. Εδώ θυμάται κανείς τα σύντομα videos από τον οργανισμό Prager U, όπου συντηρητισμοί σαν τον Dennis Prager και τον Jordan Peterson εξηγούν γιατί θεωρούν τη σύγχρονη Αριστερά είναι κίνδυνος για τη δημοκρατία. Θα υποτιμούσε βέβαια κανείς τον Scruton αν παραβλέποντας την αξιοσημείωτη ευρυμάθεια, τη διεισδυτικότητα και το βρετανικό χιούμορ του, τον τοποθετούσε απροβλημάτιστα στον χώρο του συντηρητισμού, ως έναν ακόμη εκπρόσωπό του. Ο πειρασμός να παραβλέψει κανείς τις ατέλειες του βιβλίου του είναι λοιπόν μεγάλος. Οφείλουμε όμως να επισημάνουμε ότι ο Scruton δεν είναι αμερόληπτος: αν και αναγνωρίζει την ευφυΐα των Sartre και Foucault, συχνά ταυτίζει την Αριστερά με τις ακραίες εκδηλώσεις της. Το βιβλίο του είναι σε τελική ανάλυση έργο αγανάκτησης και ό,τι κερδίζει από αυτό σε γλαφυρότητα το χάνει σε κριτική ανάλυση. Λόγω της επιθυμίας του να καταδικάσει, ο Scruton αφιερώνει λιγότερο χρόνο στο να κατανοήσει: τόσο τις ιδιαιτερότητες του εκάστοτε Αριστερού ρεύματος όσο και τις ιστορικές αιτίες ανάδυσής του. Με αποτέλεσμα το παρόν βιβλίο του συχνά να διαβάζεται, λόγω της γλαφυρότητάς του, από άτομα που δεν έχουν την ευστροφία και την ωριμότητα του Scruton και ως εκ τούτου είναι πολύ λιγότερο πρόθυμα να διακρίνουν οτιδήποτε θετικό στην Αριστερή σκέψη.
Εδώ αξίζει μια παρατήρηση. Όπως είναι γνωστό, κάθε οργάνωση των ανθρώπινων όντων συνεπάγεται άσκηση εξουσίας. Στη μαζικοδημοκρατική κοινωνία που ζούμε όμως οι έννοιες της ιεραρχίας και της παράδοσης έχουν πέσει σε κάποια δυσμένεια. Οι άνθρωποι θέλουν να είναι ίσοι μεταξύ τους και να μη δεσμεύονται από κανενός είδους αυθεντία ή έθιμο. Γι’ αυτό και οι νέες μορφές κοινωνικής εξουσίας τείνουν στην ισοπέδωση της ιεραρχίας και προχωρούν σε (φαινομενικά) ηπιότερους τρόπους άσκησης της εξουσίας. Οι πολιτικοί σήμερα, στην πλειοψηφία τους, μιλούν εξ ονόματος του λαού αλλά και αυτοπροβάλλονται ως γνήσια τέκνα του, οι μοντέρνοι εργοδότες προσπαθούν να κάνουν τους εργαζομένους τους να νιώθουν μάλλον ως ισότιμοι συμμέτοχοι στη λύση προβλημάτων παρά ως «υφιστάμενοί» τους, ενώ όλο και περισσότεροι εκπαιδευτικοί των ημερών μας τονίζουν την ισότητα μεταξύ παιδιών και ενηλίκων, η σχέση των οποίων δεν πρέπει κατ’ αυτούς να είναι μια σχέση μετάδοσης πληροφοριών από τον γνώστη στον αμαθή αλλά «κατασκευή» της πραγματικότητας μέσα από την κοινή εμπειρία και των δύο (κονστρουκτιβισμός). Οι Αριστεροί διανοητές που περιγράφονται στο βιβλίο επιδιώκουν ακριβώς αυτό: αφενός την απαγκίστρωση από την παράδοση, αφετέρου τη διάλυση της ιεραρχίας και την καθιέρωση ισότητας με κάθε δυνατό τρόπο.
Επομένως, μάλλον ο Scruton δεν είναι εντελώς ακριβής σε αυτό: δεν είναι η ανάγκη των διανοουμένων για διαφοροποίηση από τη «μάζα» που τους ωθεί σε Αριστερές τάσεις, αλλά αντίθετα, η ανάγκη τους να παριστάνουν ότι βρίσκονται εγγύς σε αυτή και ότι είναι ίσοι και όχι ανώτεροί της. Έτσι, θα μπορούσε να πει κανείς, η Αριστερά είναι μια πολιτική τάση κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της μαζικοδημοκρατικής εποχής μας. Ωστόσο, ας μην το κρύβουμε, το βιβλίο είναι ένα αριστούργημα, μια σύγχρονη εκδοχή της “trahison des clercs” που έχει πολλά να πει και στη χώρα μας. Σε τελική ανάλυση, ο Scruton έχει διττό στόχο: τόσο την απαγκίστρωση των διανοουμένων από τις ουτοπικές (και συχνά ολοκληρωτικές) πολιτικές τάσεις, όσο και την ουσιαστική κάλυψη του χάσματος ανάμεσα σε διανοούμενους και απλούς πολίτες, πράγματα που στην ουσία αποτελούν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ


Ο Παλαμάς έχει όχι απλώς επίγνωση της δύναμης της λογοτεχνίας, και μάλιστα της ποίησης, να εκφράζει φιλοσοφικό στοχασμό, αλλά επιπλέον αναπτύσσει διεξοδικό και συνεκτικό σχετικό προβληματισμό. Επικαλείται τον Φλωμπέρ: «Διπλά και τριπλά στοχαστής, ποιος άλλος ημπορεί να ειπωθεί, ποιος άλλος παρά ο καλλιτέχνης;» (1, 329).
Σκόπιμες είναι ίσως ελάχιστες παρατηρήσεις για την προγενέστερη έρευνα και τις σχετικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Ο Δ. Βεζανής προβαίνει σε μιαν απόπειρα παρουσίασης της φιλοσοφίας του Παλαμά ως συστήματος με την ακαδημαϊκή έννοια, κατά κλάδους: γνωσιολογία, μεταφυσική κτλ.).
Βασικοί για την φιλοσοφική του συγκρότηση είναι οι θετικιστές του ΙΘ΄ αιώνα, ιδίως οι H. Spencer, E. Renan, H. Taine, J.-M. Guyau, αλλά και οι R. W. Emerson, W. James κ.α. Καθοριστική υπήρξε η σημασία και η επιρροή του Νίτσε. Ειδικότερα, έλαβε σοβαρά υπόψη τους αισθητικούς φιλοσόφους, λ.χ., εκτός από τους Renan και Taine, τους Χέγκελ, Ch.-B. Renouvier, J. Ruskin, B. Croce, H. Delacroix κ.α. Τέλος, γνώρισε τον Φρόϋντ, ακόμα και τον υπερρεαλισμό. Κι αν ακόμα δεν ήταν φιλόσοφος ο Παλαμάς, ασφαλώς θα διεκδικούσε επάξια τον τίτλο του σοφού και του homo universalis. Σε μεγάλο βαθμό είναι «αυτοδίδακτος», βέβαια. Αλλά ποιος σημαντικός δημιουργός δεν είναι; Ας θυμηθούμε τη σημασία που αποδίδει στο αυτοδίδακτο ο Σεφέρης.
Γενικά, ο Παλαμάς τονίζει συχνά ως καθοριστικό στοιχείο της ποίησης τη συλλειτουργία όλων των ψυχικών και πνευματικών δυνάμεων του δημιουργού: «Νουν, καρδίαν και αισθήσεις όλα τα θέτει εις ενέργειαν ο Ποιητής» (1, 211). Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό η χαρακτηριστική διαφορά του από την κατά βάση ψυχολογική κατανόηση της ποίησης κατά τον Ρίτσαρντς (I. A. Richards) κυρίως ως έκφρασης αισθημάτων και ως της «υπέρτατης συγκινησιακής χρήσης της γλώσσας». Εξ άλλου, καθώς φαίνεται να είναι διαδεδομένη η μονομερής αντίληψη για τον κυρίαρχο ρομαντισμό του Παλαμά, πρέπει να σημειωθεί πως απεναντίας και το στοιχείο τούτο της συλλειτουργίας των πνευματικών δυνάμεων συνιστά ένα από τα στοιχεία ή πλευρές του κλασικισμού του.
Μελετώντας το ποιητικό έργο του Παλαμά αναδεικνύονται και επανέρχονται ορισμένα κύρια πλέγματα θεμάτων, «τόπων», μοτίβων και ιδεών. Ο ίδιος ο ποιητής αναφέρει συχνά μερικά κεντρικά θέματα είτε πηγές της έμπνευσής του. Επιχειρώ να σημειώσω μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά και σημαντικά δίχως πρόθεση πληρότητας: α) Το λυρικό εγώ (αντίστοιχο προς τον «λυρισμό του εγώ»): η ψυχή του ποιητή (αισθήματα ή συναισθήματα, πόθοι και πάθη, η εσωτερική ή μυστική ζωή του, μοναχικότητα και μοναξιά), β) Ζωή, βίος, άνθρωπος και ανθρώπινη φύση (έρωτας, σώμα, πνεύμα και ψυχή), κοινωνική πραγματικότητα («λυρισμός των όλων»), γ) Φύση και κόσμος, δ) Αναζήτηση του ιδεώδους ή ιδεατού ή ιδανικού, σύγκρουση, αντιθέσεις, αντινομίες πραγματικότητας και ιδανικού ή ιδεωδών ή πνεύματος, ε) Αρχαιότητα και χριστιανισμός, Νέοι Χρόνοι, νεωτερικότητα και σύγχρονη εποχή, στ) Πολιτεία και ιστορία, Ελλάδα, ελληνική ιστορία και ελληνική πορεία, Βυζάντιο, Νέος ελληνισμός, πατρίδα («λυρισμός του εμείς»), ζ) Ευρώπη, κόσμος, κοσμοπολιτισμός, κοινωνικά ζητήματα η) υπαρξιακά ζητήματα και προβλήματα, θάνατος θ) Κοσμοθεωρία και μεταφυσική, Θεός και θρησκεία. Γενικά θα μπορούσαμε να παρατηρήσομε μιαν εξέλιξη (όχι απαραίτητα εξωτερική-χρονολογική, αλλά εσωτερική) από τον «λυρισμό του εγώ» προς εκείνον «του εμείς» και «των όλων», με αντίστοιχη πύκνωση και εμβάθυνση του προβληματισμού του.
Αλλά εδώ χρειάζεται προσοχή: Δεν σημαίνει πως στα κριτικά και ερμηνευτικά αυτοσχόλιά του έχει πάντοτε δίκιο ή ότι ακριβολογεί και πρέπει να τα παίρνομε κατά γράμμα. Επιβεβαιώνεται για μιαν ακόμη φορά το ερμηνευτικό αίτημα «να κατανοήσομε το συγγραφέα καλύτερα από όσο κατενόησε ο ίδιος τον εαυτό του». Ένα άλλο σημαντικό γνώρισμά του είναι η, με πολλαπλή σημασία, κριτική σκέψη, η έλλειψη δογματισμού: δεν εκφράζει ούτε εμμένει σε «ακλόνητες» θέσεις, αρχές, ιδέες, δόγματα. Βέβαια, όπως θα φανεί στη συνέχεια, καταλήγει σε ορισμένες σταθερές αντιλήψεις, αλλά μέσα από διαρκή αναζήτηση, και έτοιμος να τις αμφισβητήσει και αναθεωρήσει.
Ιστορικά ανάγεται κυρίως στον Νίτσε και στον Μπερξόν, και απώτερα στον Σοπενχάουερ και στον γερμανικό Ρομαντισμό. Συστατικά στοιχεία της αποτελούν η αναγνώριση του πρωτείου της ζωής έναντι της διανόησης, η κατανόηση του ριζώματος του συνόλου των δραστηριοτήτων του ανθρώπου (άρα και της πνευματικής δημιουργίας) στην ίδια τη ζωή (στον «βιόκοσμο»), η παραδοχή της σημασίας και των άλλων πλευρών και δυνάμεων του ανθρώπου εκτός από τις διανοητικές (των συναισθημάτων, των βιωμάτων, των παθών), γενικότερα και κατά κανόνα η αντίθεση στη νοησιαρχία και τον ιντελεκτουαλισμό: «Μάθε πως τα συστήματα/των φιλοσόφων, κάθε/νου τρανού φεγγοβόλημα/κάθ’ επιστήμη, μάθε/πως δεν αξίζουν τίποτε/τα πάντα απ’ άκρη σ’ άκρη/όσο αξίζει ένα φίλημα/όσο αξίζει ένα δάκρυ!» (1, 364).
Το ποίημα εκφράζει με καθαρές εικόνες την αντίθεση, τη σύγκρουση και τελικά τη θεμελιώδη αντινομία του πνευματικού δημιουργού (άρα και της πνευματικής δημιουργίας) και της ζωής, ή ευρύτερα την αντινομία της πραγματικότητας και του ιδανικού. Ένα από τα σταθερότερα μοτίβα του είναι η στέρηση της φυσικής ζωής μες στο ασκητικό του σπουδαστήριο. Τεκμήριο από τα πιο υποβλητικά, νομίζω, και πιο συγκλονιστικά είναι «Ο πιο τρανός καημός μου»: «Ο πιο τρανός καημός μου/θα είναι πως δε δυνήθηκα μ’ εσέ να ζήσω, ώ πλάση/πράσινη, απάνου στα βουνά, στα πέλαγα, στα δάση,/θα είναι πως δε σε χάρηκα, σκυφτός μεσ’ στα βιβλία,/ ώ Φύση, ολάκερη ζωή κι ολάκερη σοφία!» (Η Πολιτεία και η Μοναξιά, 5, 463).
Παρ’ όλη όμως την απόρριψη της υπερφυσικής μεταφυσικής, δέχεται τις πνευματικές αξίες -της αλήθειας, της ομορφιάς, του αγαθού- τόσο ως αναμφίβολη πραγματικότητα όσο και ως αίτημα. Με το νόημα τούτο εκπροσωπεί ένα είδος αντικειμενικής και συμβολικής πνευματοκρατίας και ιδεοκρατίας. Ορισμένα κεντρικά σημεία της κοσμοθεωρίας του διατυπώνονται συνθετικά στον ΙΒ΄ Λόγο του Δωδεκάλογου του Γύφτου «Κόσμος»:
Ήδη το μότο από τον Χαμένο Παράδεισο του Milton εισάγει ξεκάθαρα στο θέμα: «Η ψυχή από τον ίδιο τον εαυτό της κρέμεται, κ’ έχει τη δύναμη να κάνει από την κόλαση τον ουρανό, κι από τον ουρανό την κόλαση». Ας σημειωθεί η λανθάνουσα απήχηση ή κρυπτομνησία του μύθου του Ἡρὸς από την πλατωνική Πολιτεία, 617 d-e: «Ψυχές εφήμερες […] Δεν θα σας διαλέξει ο δαίμονας, αλλά σεις θα διαλέξετε τον δαίμονά σας. Ο πρώτος που θα τον υποδείξει ο κλήρος, θα εκλέξει πρώτος το βίο του που θα τον ζήσει κατ’ ανάγκη […] Ο καθένας είναι υπεύθυνος για την εκλογή του∙ ο θεός ανεύθυνος» (μετάφραση Ε. Π. Παπανούτσου). Αλλά γενικά η όλη αφήγηση και σκηνοθεσία της πορείας του αλυσοδεμένου προς την απελευθέρωσή του υπενθυμίζουν καθαρά την αντίστοιχη πορεία του δεσμώτη προς την έξοδο στην εικόνα του σπηλαίου της πλατωνικής Πολιτείας). Ως οδηγοί («λύχνοι») στη σκοτεινή, δύσβατη και ανηφορική ατραπό του αγωνιζόμενου ανθρώπου προβάλλουν το Έλεος, η Βοήθεια, η Αγάπη, κι ακόμα η ελπίδα, η πίστη και η δύναμη. Ως τέρμα και σκοπός της πορείας παρουσιάζεται το ιδανικό μιας ζωής ευτυχισμένης και αμέριμνης, με ελευθερία, έρωτα και αγάπη (φανερή η ομοιότητα με το «Όνειρο ενός γελοίου ανθρώπου» του Ντοστογιέφσκι). Και ως δύναμη που οδηγεί στο τέρμα αυτό φανερώνεται η μετατροπή, με τον αγώνα του ανθρώπου (και με τη μουσική ως μετωνυμία της τέχνης και του λόγου), των αλυσίδων και της ανάγκης σε δύναμη απελευθέρωσης και αρμονίας.
Σωστά έχει επισημανθεί πως η Φλογέρα του Βασιλιά είναι το κατ’ εξοχήν έπος της διάρκειας του Ελληνισμού, ανάλογης σημασίας με την Ιστορία του Κ. Παπαρρηγόπουλου.
Την ίδια αντίληψη θα εκφράσουν, με τον τρόπο του ο καθένας, ο Σικελιανός και ο Σεφέρης. (Ας σημειωθεί πάντως πως η άποψη τούτη –αρκετά διαδεδομένη, καθώς φαίνεται- ενώ είναι ασφαλώς φιλοσοφικά θεμιτή και συζητήσιμη, είναι θεολογικά, στο πλαίσιο της χριστιανικής Δογματικής, αδιανόητη). Στον Δωδεκάλογο του Γύφτου (στον Δ΄ Λόγο), η σκληρή και κατεδαφιστική επίθεση και κριτική κατά των φθαρμένων παραδόσεων συμπαρασύρει την πατροπαράδοτη θρησκεία: «Φωτιά! να κάψω την Παράδεισο! Νερό! την Κόλαση να σβήσω!» (3, 336). Φτάνει στο σημείο –«πανελεύτερος κράχτης του Τίποτε»- να κηρύξει τον μηδενισμό: «είμ’ εγώ ο προφήτης, είμ’ εγώ/κ’ ήρθα εδώ να διαλαλήσω/βασιλιά θεό το Τίποτε/στον αιώνα μπρος και πίσω» (3, 340). Αλλά στον Ι΄ Λόγο (τον «Αναστάσιμο») θα έρθει και πάλι, με τη δύναμη της «κοσμοπλάστρας μουσικής», η ώρα της ανάστασης για τους «Θεούς». Όμως, για ποιους «Θεούς»; Όχι τους παραδοσιακούς, αλλά «όλα τ’ αγαθά, τ’ αληθινά,/ και τα ωραία,/ θρονιασμένα στην υπέρτατη κορφή,/ στην Ιδέα.» (3, 417).
«Κι απάνου απ’ όλες τις πατρίδες/δόξα σ’ εσένα, ιδεατή/κορφή, υπερούσια Πολιτεία/της μουσικής μου κόρη εσύ!» (Δωδεκάλογος του Γύφτου, Ι΄, 3, 416). Ο Παλαμάς συμμερίζεται πράγματι την αντίληψη που εξέφρασε με μοναδική ακρίβεια ο Μπερξόν, ότι το νόημα και η αποστολή του Σύμπαντος είναι «μια μηχανή να κάνει θεούς».


