Σαρλ Μωρράς

Όταν ο Μωρράς πρόδωσε τον Μωρράς

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Η αναβάπτιση στην κλασική Ελλάδα, με την ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 1896, δεν ήταν ένα απλό επεισόδιο στην ζωή του Charles Maurras (20 Απριλίου 1868 – 16 Νοεμβρίου 1952), ούτε παρένθεση που θα έκλεινε γρήγορα. Η αρχαία Αθήνα αποτέλεσε την πηγή των ιδεών που θα δομούσαν την σκέψη του σε όλη του την ζωή: λατρεία του Λόγου και της Ομορφιάς, πίστη σε μιαν ιεραρχική πολιτική και κοινωνική τάξη, αφοσίωση στην ενότητα, την διάρκεια και την συνέχεια όπως αυτές ενσαρκώνονται στην Αθήνα και την Ρώμη.

Ο εικοσιοκτάχρονος Μωρράς, που έφθασε στην Αθήνα ως απεσταλμένος της Gazette de France («σαν να πηγαίνεις σε ερωτικό ραντεβού», θυμάται αργότερα πως του είχε πει ένας ποιητής), ανακάλυψε στην πόλη της Αθηνάς την υπέρτατη έκφραση της ομορφιάς σε αισθητικό επίπεδο και της λογικής σε φιλοσοφικό. Ξεκινώντας από εδώ ο κατοπινός ηγέτης της Action Française, συνέλαβε πώς μέσω της πατρίδας του Προβηγκίας, η γαλλική ιδιοφυΐα γονιμοποιήθηκε από την ελληνική κληρονομιά, την οποία, μέσω αυτής της επιρροής, ο γόνος του Μαρτίγκ θα υμνεί και θα απολαμβάνει διά βίου.

«Όποιος δεν έχει νιώσει σαν δροσερό χάδι στο πρόσωπό του το αεράκι που έρχεται από την θάλασσα, όποιος δεν έχει περπατήσει κάτω από το ζεστό φως του Νότου, όποιον δεν νανούρισε το ρεφρέν των τζιτζικιών, στην σκιά των ελαιόδεντρων, όποιος δεν γνώρισε τα χωριά της Προβηγκίας τα τυλιγμένα από τις λεβάντες και τις πικροδάφνες, όποιος δεν άκουσε την μελωδική προφορά των ντόπιων την ώρα του πίνουν παστίς, στην πλατεία όπου υψώνεται το καμπαναριό, όποιος δεν μπορεί να νιώσει αυτήν την γαλήνια ευθυμία δεν θα μπορέσει να καταλάβει τον Σαρλ Μωρράς. Γιατί ο Μωρράς ήταν, πάνω απ’ όλα, ένας Προβηγκιανός»,

όπως έγραψε ο Robin Touillon («Charles Maurras:  De la poésie au royalisme». Philitt, 10-5-2018).

Αυτό που ο Μωρράς λάτρευε στον κλασικισμό είναι η καθολική του εμβέλεια. Βρήκε σε αυτόν την πληρέστερη έκφραση του ανθρώπινου όντος, τον τόνο που κάνει όλες τις χορδές της ψυχής να δονούνται ομόφωνα.

«Ποτέ μην πιστεύετε τα φτωχά μυαλά που κατηγορούν είτε την υψηλή φιλοσοφία είτε την μεγάλη ποίηση για ψυχρότητα και ξηρασία. Να θεωρείτε τρελό όποιον αρνείται να καταλάβει ή διστάζει να νιώσει πώς εκεί, και όχι αλλού, χτυπάει η καρδιά του κόσμου και η αγάπη του φλέγεται» («Sans la muraille des cyprès»).

Η αγάπη του για την Ελλάδα, την Ρώμη, τον γαλλικό πολιτισμό, ως ενιαίο Όλον, δεν πήγαζε αποκλειστικά από τις προσωπικές του ρίζες όμως, δεν ήταν απλώς το σύμπτωμα ενός σωβινιστικού συναισθηματισμού· αντιλαμβάνετο στο κλασικό ύφος την κορύφωση της ανθρωπινότητας. (περισσότερα…)