Γιάννης Κακριδής

Στίχοι για τη Μεγάλη Εβδομάδα: Μεγάλη Παρασκευή

*

— Φιλόσοφε, τί ψάχνεις; — Την αλήθεια.
— Μεγάλος λόγος. Και τη βρήκες; — Όχι.
Μόλις τη βρώ θα σου τη δείξω πάντως.
— Θέλεις εγώ να σου τη δείξω; Νά τη:

Μαστιγωμένη, αιμόφυρτη, γυμνή
–τί σίχαμα!– σπαράζει καρφωμένη
σ’ ενα δοκάρι. Γύρω-της χιλιάδες.
Άλλοι με λύσσα τη χλευάζουν κι άλλοι
γονάτισαν. Οι πιό πολλοί γυρίζουν
το βλέμμα-τους αλλού και προσπερνάνε.

Αυτή ’ναι η αλήθεια. Κοίτα την καλά
γιατι έχει λαξευτεί κιόλας η πέτρα
που θα την κρύψει. Κοίτα την καλά.

Κι άν έχεις το κουράγιο, πίστεψέ την!

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

///

*

*

*

Στίχοι για τη Μεγάλη Εβδομάδα: Μεγάλη Πέμπτη

*

1

Δέ θα πάψω ώς τη συντέλεια του κόσμου,
δέ θα πάψω να σε διώχνω μακριά,
μακριά απο τον παράδεισο. Η οδός-μου
μια κορδέλα είναι στα μάτια του σποριά.

Μια κορδέλα, μια αλυσίδα απο κοράλι
ξεπροβάλλει απο τη θάλασσα. Γιορτή!
Κάποια υπόσχεση σου γνέφει τ’ ακρογιάλι
κι η αμμουδιά μοιάζει σάν άγραφο χαρτί.

Ψέμα τ’ όνειρο… Απο τη μιά στην άλλη ατόλη
την ασίγαστή-σου δίψα κουβαλάς,
και του ορίζοντα σε πνίγει το βραχιόλι,
κι ο παράδεισος σου γίνεται βραχνάς.

Στρέφεις τότε τη ματιά-σου στους αιθέρες,
στ’ ουρανού τα βάθη. Κάπου, λές, εκεί
μές στο κρύσταλλο γλιστράν δώδεκα σφαίρες
και κρυστάλλινη αναδίνουν μουσική.

Σφαίρες; Μουσική; Μια σούπα απο ροχάλες.
Μαύρες τρύπες, πλάνο φώς, δαιμονικές
αντίρροπες δυνάμεις, άλλες
να σε τυφλώνουν κι άλλες πέρα ώς πέρα σκοτεινές.

«Πάντα ἐν σοφίᾳ…» Ποιός είσαι για να κρίνεις;
Της μωρίας-μου σου ανοίγω τους κρουνούς.
Μόνο αριά και πού θα βλέπεις της ειρήνης
την επτάφωτη λυχνία στους ουρανούς.

2

Δέ θα πάψω ώς τη συντέλεια του αιώνος,
δέ θα πάψω να σε κρίνω. Στο σκαμνί!
Άυπνος. Σκυφτός. Μές στον ιδρώτα. Μόνος.
Και στην πόρτα ψευδομάρτυρες γραμμή.

Μισθοφόροι ενος αόρατου πολέμου,
χορευτάδες στο ταψί του Σατανά…
Δέ χρειάζεται κανείς. Μονάχα πέ μου:
Είσαι αυτός που περιμέναμε. Σωστά;

Πού ’ναι τότε τα προστάγματα του νόμου,
της αγάπης-σου το αλάνθαστο «ώς εδώ»;
Γιατί μ’ άφησες να κάνω το δικό-μου,
Στον γκρεμό που περπατάω να σκοτωθώ;

Χίλια χρόνια μια στιγμή… Του παραδείσου
ψάχνω ακόμα, πάντα ψάχνω τα κλειδιά.
Τα κατάπιε το πηγάδι της αβύσσου,
τα τυλίγει της αβύσσου η πυρκαγιά.

Κι όμως θά ’φτανε ενα νεύμα-σου, ενα χάδι,
μια ανυπόμονη, μια τρυφερή σκουντιά,
και θα χόρταινε το αχόρταγο πηγάδι,
και θα δρόσιζε η αδρόσιστη φωτιά.

Αίμα αθώο; Προδοσία; Δέ μετανιώνω.
Της οδύνης-σου την ύστατη κραυγή
πώς τη λαχταράω… Φοβάμαι μόνο
μή με πνίξουν στο άκουσμά-της οι λυγμοί.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

Στίχοι για τη Μεγάλη Εβδομάδα: Μεγάλη Τετάρτη

*

Τα πόδια ή το κεφάλι – τί να πρωτοαλείψω
με της αγάπης-μου το ατίμητο το μύρο;
Σ’ όλο τον κόσμο θα το πώ, δέ θα το κρύψω
πόσο με κούρασε το ανώφελο, το στείρο

το μπλά-μπλά-μπλά που αποκοιμίζει τα γερόντια
και συγκινεί τις μειξοπάρθενες. Μια αλήθεια
γυρεύω με κορμί, με νύχια και με δόντια,
με κρέας και κόκαλα και μια φωνή στα στήθια

που να ξυπνάει και πεθαμένο. Και τη βρήκα!
Να σου τη δείξω; Μόλις μπήκε να δειπνήσει
στο σπίτι του λεπρού. Τί βάσανο, τί γλύκα
την ευωδιά-της ν’ αναπνέω – θείο μεθύσι…

Αυτή είν’ η αλήθεια-μου. Ακριβή κι αγαπημένη.
– Κι όταν τη δείς στον Γολγοθά-της ν’ ανεβαίνει;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

Στίχοι για τη Μεγάλη Εβδομάδα: Μεγάλη Τρίτη

*

Και με σβηστή λαμπάδα στον νυμφώνα,
και μ’ άδεια χέρια θά ’μπαινες, σεμνή.
Φαγώθηκες να βάλεις στο σταμνί
νυχτιάτικα απ’ το λάδι που σταγόνα

σταγόνα παζαρέψαν ήδη χθές
της βασιλείας οι πρώτες κληρονόμες,
οι φρόνιμες, οι πλούσιες, οι οικονόμες,
της παρθενιάς-σου οι στείρες αδελφές.

Αφού ούτε αυτές δέν έμειναν απόξω
τί ’χες εσύ να φοβηθείς; Μακριά
της τύψης το μαστίγιο σε κρατά,
μα η πόρτα είναι ανοιχτή. Δέ θα σε διώξω.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

***

*

Στίχοι για τη Μεγάλη Εβδομάδα: Μεγάλη Δευτέρα

*

Σάν όνειρο μας γέλασες.
Ιωσήφ, την ώρα πού ’κλαιγε
τα νιάτα-σου ο πατέρας-μας
πού νά ’ξερε ο κακόμοιρος
πως ζούσες και βασίλευες
πέρα στην Αίγυπτο. Όλοι-μας
για πεθαμένο σ’ είχαμε.
Το ματωμένο ρούχο-σου
το κάναμε σημαία-μας
και το τεράστιο ψέμα-μας
στο τέλος το πιστέψαμε
κι εμείς. Τί κατρακύλημα…

Μα κι όταν μετανιώσαμε
πάλι δέν καταλάβαμε
πως ήσουν κιόλας δίπλα-μας,
έτοιμος για συχώρεση!

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

**

Ανατομία

*

Rembrandt Harmenszoon van Rijn:
De anatomische les van Dr. Nicolaes Tulp

1

Σκηνὴ πᾶς ὁ βίος καὶ παίγνιον
ΠΑΛΛΑΔΑΣ

Το πήρε απ’ ό,τι φαίνεται ζεστά,
πολύ ζεστά το πράμα η αφεντιά-τους.
Δείχνει μυώνες, τένοντες, οστά
με γνώση ο ανατόμος (petasatus),

κι αυτοί ρίχνουν ανήσυχες ματιές
πότε σ’ εμένα, πότε στο βιβλίο
με τις τεμαχισμένες ζωγραφιές.
Στο σκηνικό-τους μέσα το γελοίο

χωρίς κοστούμι, ασάλευτος, μουγγός
έχω κι εγώ τον ρόλο-μου βεβαίως
και θα τον παίξω πρόθυμα. Ευτυχώς
που ξέρω κιόλας: θά ’ναι ο τελευταίος. (περισσότερα…)

«Νά που μου στήθηκες πάλι μπροστά στον καθρέφτη»

*

Σώμα της δίψας, γυμνό, με αλάτι και φώς ζυμωμένο,
πόσο αυστηρά με κοιτάς! Πώς να σου δώσω πνοή;
Τρέμοντας πάντα λυγίζει μπροστά-σου το αμάθητο γόνυ,
τρέμει κι η φλόγα που καίει δίχως αγάπη, κρυφά,
της ηδονής το λιβάνι. Κι εσύ δέ μιλάς, δέ σαλεύεις,
ξένο, ακατάδεχτο, οκνό… Σκλάβο-σου τί με κρατά;

///

Νά που μου στήθηκες πάλι μπροστά στον καθρέφτη. Ρυτίδες
σκάβει, όλο σκάβει το αργό χέρι του χρόνου, κι εσύ,
μάτια-μου, πώς τις κοιτάς! Λές και διαβάζεις το γράμμα
κάποιου χαμένου εραστή που έλαβες μόλις προχτές
και σου θυμίζει εναν κόσμο δικό-σου κάποτε, οικείο,
κι ύστερα απλώς βαρετό. Ξέχασες κιόλας πολλά:
πρόσωπα, ονόματα, δρόμους… Με κόπο θυμάσαι απʼ τη γλώσσα
πού ʼχατε φτιάξει μαζί λίγες σπαστές συλλαβές. (περισσότερα…)

Κακοτράχαλος τόπος το χτές

*

Κακοτράχαλος τόπος το χτές

Κακοτράχαλος τόπος το χτές.
Ξεκινάω με τα πρώτα κοκόρια
την ανάβαση. Μόνος-μου. Λές
εγώ να μήν ξέρω απο ζόρια;

Ζωντανεύει, γλιστράει το ραβδί
σάν φίδι, μου φεύγει απ’ το χέρι
κι απο μόνο-του πιά μ’ οδηγεί
στο κρυφό μονοπάτι που ξέρει.

Μα στο τέλος του δρόμου, ψηλά,
στη σιγή που γεννάει παγετώνες
κάποιο ακούραστο χέρι κυλά
μία μία τις μεγάλες κοτρώνες

προς το μέρος-μου. Βοήθεια! Ξανά
και ξανά με σβελτάδα στην άκρη
πηδάω, κι απο δίπλα περνά
του βουνού το πέτρινο δάκρυ.

Πόνος ξάφνου. Αγωνία. Κραυγές
και στα μέλη ενα αβάσταχτο βάρος.
Τα παπούτσια-σου δέσε και βγές
να με σώσεις. Ή σου λείπει το θάρρος;

///

Το κουκλί

Σάν να μήν έφταναν όλα,
νά το κλαμένο κουκλί.
«Σπάσε το κρύσταλλο κι έλα»
μοιάζει να παρακαλεί,

«έλα να παίξουμε ξύλο.»
«Ξύλο; Μαζί-σου; Τί λές;
Με σένα, γλυκούλι-μου, θέλω
χάδια, φιλιά κι αγκαλιές.»

Πάνω στο γυάλινο ράφι
κλαίει, όλο κλαίει το κουκλί
κι η ταμπελίτσα-του γράφει:
«Γιατί να με λέν Ηρακλή;»

/// (περισσότερα…)

Άνοιξε η πλατφόρμα!

*

«myΘέρμανση»… άκουσα καλά; Βοήθεια!
myΠαναγιά, βάλε κι εσύ yourΧέρι
γιατι τα πράγματα είναι very, very
ζόρικα πιά για μάς τα κουτορνίθια.

Διεθνιστές κι ελληναράδες βέροι,
όλοι μαζί την έχουμε επιστήθια
φίλη-μας των αιώνων την αλήθεια,
το μυστικό που άλλος λαός δέν ξέρει.

Κι εμείς το μάθαμε απο ποιόν; myΠλάτων,
myΠυθαγόρας, myΑριστοτέλης!
Η γλώσσα των θνητών, των αθανάτων,

της Αγοράς, της Πνύκας, της Θυμέλης,
τροφός τόσων ανήσυχων πνευμάτων,
είναι yourΠόρνη… φτάνει να το θέλεις.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

«Όλος ο κόσμος φιλόσοφος. Ουάου!»

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΚΡΙΔΗ

Όλος ο κόσμος φιλόσοφος. Ουάου! Δέν ξέρεις με πόση,
πόση στʼ αλήθεια χαρά τις σοφές-του μοιράζει ο καθένας
σκέψεις τόσο σʼ αυτούς που τις ζήτησαν όσο σʼ εκείνους
που προτιμάν τη σιωπή – τη δική-τους μαζί με των άλλων.

«Τί, δέν μπορείς να πετάξεις; Τρέξε λοιπόν.» «Θα σε βλάψει
πιό πολύ το πάρα πολύ παρά το καθόλου.»
«Μάθε να βλέπεις παντού κάποιο νόημα. Μόνο τυχαία
δέν είναι αυτά που σου τύχαν.» «Θυμήσου τα χόρτα στις στέγες
κάθε που βρέχει, τ’ αστέρια την ώρα που πέφτει σκοτάδι.»
«Πίσω απʼ τον άντρα η γυναίκα. Και πίσω απʼ αυτήν η μαμά-της.»
«Πές το όπως θέλεις: κύκλο, ροή, φτεροκόπημα, κύμα.
Πάντως για μένα λέγεται αγάπη.» «Μέσα απʼ το μίσος
ο άνθρωπος βγαίνει μισός.» «Τα δόντια σου βούρτσιζε τώρα
πού ʼναι γερά. Θα σʼ τα βγάλουν και τότε τί θα βουρτσίζεις;»
«Κάθε, μα κάθε νιφάδα κολλάει ακριβώς όπου πέφτει.»

— Τί, δέ σʼ αρέσει το Φέιζμπουκ; — Μʼ αρέσει. Και δέν αμφιβάλλω
διόλου πως κάθε λάικ κολλάει ακριβώς όπου πέφτει.

///

Όλος ο κόσμος απόπατος. Πίφ! Τα μάτια-σου κράτα
πάντα ανοιχτά, ζηλωτή, κι άν δείς την κουράδα να πέφτει
φρέσκια, σφιχτή σάν γροθιά, το χέρι-σου φέρε στη μύτη
πρίν σου θολώσει τον νού της βαριάς ανθρωπίλας η μπόχα. (περισσότερα…)

Η σιωπή της Ταμάρ

*

Η σιωπή της Ταμάρ

— Πήγα να του παρασταθώ και βγήκα ατιμασμένη!
— Τί θέλεις τώρα, σκάνδαλο; Και τί θα πούν οι ξένοι;

— Για πές μου εσύ τί σκέφτεσαι. Του ανήκω; Δέν του ανήκω;
— Στην οικογένεια είναι κι αυτός. Ξέρεις καλά: τὰ ἐν οἴκῳ…

— Κι άν δέν σωπάσω, Αβεσσαλώμ; Κι άν πώ τί μού ’χει κάνει;
— Θα κάνουμε όλοι τους κουφούς. Πρώτος εγώ θ’ αρχίσω.

Λέξη δέν είπε πιά η Ταμάρ. Κι απ’ τη σιωπή-της βγήκε
το βούκινο που σάλπισε για του στραβού το δίκιο,

του στρατηγού η κατεργαριά, του ζήτουλα η κατάρα,
του ξαφνιασμένου μουλαριού η ξαλάφρωτη πηλάλα

κι αυτή η κραυγή στης Μαχανάιμ το αδιάφορο κονάκι:
— Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ! Παιδί μου, γύρνα πίσω!

Βασιλειών Β΄ 13,1-19,9
~.~

Οὐαί, ἀδελφέ

Τί σ’ έβγαλε απ’ το δρόμο-μου; Δέν ήταν το πεσκέσι
που ο κουλοχέρης σού ’ταζε με τόση απλοχεριά,
με τόσα καλοπιάσματα. («Σ’ αρέσει. Δέ σ’ αρέσει;»)
Μα του προφήτη απ’ τη Βαιθήλ, του γέρο-ψευταρά

το γαϊδουράκι, το ανοιχτό φλασκί, το παραμύθι.
— Καλώς τον μουσαφίρη-μας! – Πώς απο ’δώ, αδελφέ;
— Στην πόλη δέ σε πρόλαβα. – Βιαζόμουν. Ο Γιαχβέ,
το ξέρεις, είναι σίφουνας κι εγώ ενα σαμιαμίθι. (περισσότερα…)

Nord Stream I/II

*

Nord Stream I/II

Βάλαν μές στο πέλαγο μπουγάδα
για να πλύνουν κώλους και βρακιά,
κι αγκαλιάζει τώρα η σαπουνάδα,
μυριοπλόκαμη, κάθε στεριά.

Σκάν η μιά μετά απ’ την άλλη οι φυσα-
λίδες – Θέ-μου, τί γυαλιστερές!
Κι απο κάτω, πάντα φρέσκια, η πίσσα
περιμένει τους κολυμβητές.

«Κρίμα!» ο καρχαρίας αναστενάζει,
«Φρίκη!» συμφωνεί κι ο κοκοβιός.
Πρίν το νιώσουν οι ίδιοι, το μαράζι

κιόλας ο Μεγάλος Αδελφός
μές στα σπάραχνά-τους το διαβάζει.
Δέν τους κρύβει, δέν τους σώζει ο αφρός…

/// (περισσότερα…)