
*
Η σιωπή της Ταμάρ
— Πήγα να του παρασταθώ και βγήκα ατιμασμένη!
— Τί θέλεις τώρα, σκάνδαλο; Και τί θα πούν οι ξένοι;
— Για πές μου εσύ τί σκέφτεσαι. Του ανήκω; Δέν του ανήκω;
— Στην οικογένεια είναι κι αυτός. Ξέρεις καλά: τὰ ἐν οἴκῳ…
— Κι άν δέν σωπάσω, Αβεσσαλώμ; Κι άν πώ τί μού ’χει κάνει;
— Θα κάνουμε όλοι τους κουφούς. Πρώτος εγώ θ’ αρχίσω.
Λέξη δέν είπε πιά η Ταμάρ. Κι απ’ τη σιωπή-της βγήκε
το βούκινο που σάλπισε για του στραβού το δίκιο,
του στρατηγού η κατεργαριά, του ζήτουλα η κατάρα,
του ξαφνιασμένου μουλαριού η ξαλάφρωτη πηλάλα
κι αυτή η κραυγή στης Μαχανάιμ το αδιάφορο κονάκι:
— Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ! Παιδί μου, γύρνα πίσω!
Βασιλειών Β΄ 13,1-19,9
~.~
Οὐαί, ἀδελφέ
Τί σ’ έβγαλε απ’ το δρόμο-μου; Δέν ήταν το πεσκέσι
που ο κουλοχέρης σού ’ταζε με τόση απλοχεριά,
με τόσα καλοπιάσματα. («Σ’ αρέσει. Δέ σ’ αρέσει;»)
Μα του προφήτη απ’ τη Βαιθήλ, του γέρο-ψευταρά
το γαϊδουράκι, το ανοιχτό φλασκί, το παραμύθι.
— Καλώς τον μουσαφίρη-μας! – Πώς απο ’δώ, αδελφέ;
— Στην πόλη δέ σε πρόλαβα. – Βιαζόμουν. Ο Γιαχβέ,
το ξέρεις, είναι σίφουνας κι εγώ ενα σαμιαμίθι. (περισσότερα…)