*
Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
~.~
~.~
*
Παράξενες μέρες, ανάστατες.
Τρέχω στο μνήμα και λείπεις.
Κλειδώνομαι σπίτι και νά ʼμαστε
πάλι μαζί. Μα της λύπηςδέν παύει το μαύρο φτερούγισμα
να με σκεπάζει, και κάπου
στα βάθη της μνήμης ακούγεσαι
να λές αυστηρά: Μή μου ἅπτου.Παράξενες μέρες. Δύσκολες.
Σάν να μή θέλεις νʼ αφήσω
τη νύχτα που η σπείρα μας κύκλωσε
ποτέ πιά, κι ας τό ʼσκασα, πίσω.Της νύχτας εκείνης το σάστισμα
νά ʼρχεται πάλι και πάλι
και να μου περνά το αναστάσιμο
κερί στην τρύπια παλάμη.ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ
*
*
*
*
Να καθαρίσω τις πληγές-Σου με τ’ απόκοτα,
τ’ αθώα-μου χέρια.
Να λησμονήσω πως εγώ είμαι που Σε σκότωσα.
Πάνω-μου ακέριατης καταδίκης-Σου – τί λέω; της καταδίκης-μου
βαραίνει η ευθύνη,
κι η πίστη, επιταγή χωρίς αντίκρισμα,
πότε μ’ αφήνεικαι πότε με κυλάει σε φλογισμένο βόρβορο.
Σε κλαίω και φρίσσω…
Αστόλιστος θα μείνεις, άταφος. Και πώς μπορώ
να Σ’ αναστήσω;ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ
*
*
*
*
τοῦ Γιώργου Παπανδρέου
Σὰν τὴ γλυκιά κατέβηκε ἁμαρτία
σιγὰ στὴ γῆς ἡ νύχτα ἀλαφροπόδα,
κι ἡ βραδινή σηκώθη μελωδία.
Κάπου σὲ κήπους μακρινοὺς δυὸ ρόδα
τρεμόπαιξαν καὶ μύρισε τὸ ἀγέρι·
κι αγάλια ἡ ἀσημοκάρφω οὐράνια ρόδα
μὲ τοῦ Θεοῦ κουνήθη τὸ ἅγιο χέρι·
τὰ σύμπαντα σαλέψα ὑποταγμένα
καὶ γελαστό τὸ πρῶτο ἐφάνη ἀστέρι.
Ἡ γῆς ἡ μάνα ἀχνογελάει παρθένα
στοῦ νυχταρσενικοῦ Θεοῦ τὸ χάδι
κι ἀνατριχιάζουν τὰ χλωρὰ σπαρμένα.
Καὶ κάθεται ὁ Χριστὸς μπρὸς στὸ πηγάδι
τῆς ἐρημιᾶς, σκυφτός, καὶ συλλογᾶται·
τὴ γυμνοστήθα νιὰ μὲς στὸ σκοτάδι
ἀκόμα τὴ γρικάει νὰ τοῦ δηγᾶται
γιὰ τοὺς πολλούς της ἄντρες, καὶ μὲ τρόμο
τὰ στήθια της, τὰ χείλια της θυμᾶται.
«Ἄχ, θὰ χαθεῖ στῆς ἀτιμιᾶς τὸ δρόμο!
Ὅλους νὰ μπόρουν, Θέ μου, τοὺς περάτες
ν ἀνοίξω τῆς Παράδεισος, τὸ νόμο
νὰ τὸν γλυκάνω πιά, κι ἀπὸ τὶς στράτες
ὅλες, καλές, κακές, νὰ ̓ρθοῦν, Πατέρα,
νὰ μποῦν στὸ ἀρχοντικό σου ὅλοι οἱ διαβάτες!» (περισσότερα…)
*
— Φιλόσοφε, τί ψάχνεις; — Την αλήθεια.
— Μεγάλος λόγος. Και τη βρήκες; — Όχι.
Μόλις τη βρώ θα σου τη δείξω πάντως.
— Θέλεις εγώ να σου τη δείξω; Νά τη:Μαστιγωμένη, αιμόφυρτη, γυμνή
–τί σίχαμα!– σπαράζει καρφωμένη
σ’ ενα δοκάρι. Γύρω-της χιλιάδες.
Άλλοι με λύσσα τη χλευάζουν κι άλλοι
γονάτισαν. Οι πιό πολλοί γυρίζουν
το βλέμμα-τους αλλού και προσπερνάνε.Αυτή ’ναι η αλήθεια. Κοίτα την καλά
γιατι έχει λαξευτεί κιόλας η πέτρα
που θα την κρύψει. Κοίτα την καλά.Κι άν έχεις το κουράγιο, πίστεψέ την!
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ
///
*
*
*
*
1
Δέ θα πάψω ώς τη συντέλεια του κόσμου,
δέ θα πάψω να σε διώχνω μακριά,
μακριά απο τον παράδεισο. Η οδός-μου
μια κορδέλα είναι στα μάτια του σποριά.Μια κορδέλα, μια αλυσίδα απο κοράλι
ξεπροβάλλει απο τη θάλασσα. Γιορτή!
Κάποια υπόσχεση σου γνέφει τ’ ακρογιάλι
κι η αμμουδιά μοιάζει σάν άγραφο χαρτί.Ψέμα τ’ όνειρο… Απο τη μιά στην άλλη ατόλη
την ασίγαστή-σου δίψα κουβαλάς,
και του ορίζοντα σε πνίγει το βραχιόλι,
κι ο παράδεισος σου γίνεται βραχνάς.Στρέφεις τότε τη ματιά-σου στους αιθέρες,
στ’ ουρανού τα βάθη. Κάπου, λές, εκεί
μές στο κρύσταλλο γλιστράν δώδεκα σφαίρες
και κρυστάλλινη αναδίνουν μουσική.Σφαίρες; Μουσική; Μια σούπα απο ροχάλες.
Μαύρες τρύπες, πλάνο φώς, δαιμονικές
αντίρροπες δυνάμεις, άλλες
να σε τυφλώνουν κι άλλες πέρα ώς πέρα σκοτεινές.«Πάντα ἐν σοφίᾳ…» Ποιός είσαι για να κρίνεις;
Της μωρίας-μου σου ανοίγω τους κρουνούς.
Μόνο αριά και πού θα βλέπεις της ειρήνης
την επτάφωτη λυχνία στους ουρανούς.2
Δέ θα πάψω ώς τη συντέλεια του αιώνος,
δέ θα πάψω να σε κρίνω. Στο σκαμνί!
Άυπνος. Σκυφτός. Μές στον ιδρώτα. Μόνος.
Και στην πόρτα ψευδομάρτυρες γραμμή.Μισθοφόροι ενος αόρατου πολέμου,
χορευτάδες στο ταψί του Σατανά…
Δέ χρειάζεται κανείς. Μονάχα πέ μου:
Είσαι αυτός που περιμέναμε. Σωστά;Πού ’ναι τότε τα προστάγματα του νόμου,
της αγάπης-σου το αλάνθαστο «ώς εδώ»;
Γιατί μ’ άφησες να κάνω το δικό-μου,
Στον γκρεμό που περπατάω να σκοτωθώ;Χίλια χρόνια μια στιγμή… Του παραδείσου
ψάχνω ακόμα, πάντα ψάχνω τα κλειδιά.
Τα κατάπιε το πηγάδι της αβύσσου,
τα τυλίγει της αβύσσου η πυρκαγιά.Κι όμως θά ’φτανε ενα νεύμα-σου, ενα χάδι,
μια ανυπόμονη, μια τρυφερή σκουντιά,
και θα χόρταινε το αχόρταγο πηγάδι,
και θα δρόσιζε η αδρόσιστη φωτιά.Αίμα αθώο; Προδοσία; Δέ μετανιώνω.
Της οδύνης-σου την ύστατη κραυγή
πώς τη λαχταράω… Φοβάμαι μόνο
μή με πνίξουν στο άκουσμά-της οι λυγμοί.ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ
*
*
*
*
Και με σβηστή λαμπάδα στον νυμφώνα,
και μ’ άδεια χέρια θά ’μπαινες, σεμνή.
Φαγώθηκες να βάλεις στο σταμνί
νυχτιάτικα απ’ το λάδι που σταγόνασταγόνα παζαρέψαν ήδη χθές
της βασιλείας οι πρώτες κληρονόμες,
οι φρόνιμες, οι πλούσιες, οι οικονόμες,
της παρθενιάς-σου οι στείρες αδελφές.Αφού ούτε αυτές δέν έμειναν απόξω
τί ’χες εσύ να φοβηθείς; Μακριά
της τύψης το μαστίγιο σε κρατά,
μα η πόρτα είναι ανοιχτή. Δέ θα σε διώξω.ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ
***
*
*
Σάν όνειρο μας γέλασες.
Ιωσήφ, την ώρα πού ’κλαιγε
τα νιάτα-σου ο πατέρας-μας
πού νά ’ξερε ο κακόμοιρος
πως ζούσες και βασίλευες
πέρα στην Αίγυπτο. Όλοι-μας
για πεθαμένο σ’ είχαμε.
Το ματωμένο ρούχο-σου
το κάναμε σημαία-μας
και το τεράστιο ψέμα-μας
στο τέλος το πιστέψαμε
κι εμείς. Τί κατρακύλημα…Μα κι όταν μετανιώσαμε
πάλι δέν καταλάβαμε
πως ήσουν κιόλας δίπλα-μας,
έτοιμος για συχώρεση!ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ
*
**

*
~•~
Σήμερον συνέχει τάφος…
Πελώριος τάφος σήμερα καὶ κλειεῖ
τὸν ποὺ στὴ φούχτα του ὅλη κλειεῖ τὴν πλάση.
Πλάκα σκεπάζει αὐτὸν ποὺ μὲ τὴν ἀρετὴ
τοὺς οὐρανοὺς ἔχει σκεπάσει.
Κοιμᾶται ἡ Ζωὴ κι ὁ Ἅδης σπαράζει
κι ὁ Ἀδὰμ γλυτώνει ἀπ᾽ τὰ δεσμά,
τὴν ἅγια οἰκονομία Σου εὐθὺς δοξάζει,
ποὺ τὸ ἔργο αἰώνων τέλεψε σωστά.
Καὶ σ᾽ ὅλους μας δῶρο ἀκριβὸ τὴν ἅγια
ἀπ᾽ τοὺς νεκροὺς χαρίζει Ἀνάστασή Του.
Σήμερον συνέχει τάφος,
τὸν συνέχοντα παλάμῃ τὴν Κτίσιν,
καλύπτει λίθος,
τὸν καλύψαντα ἀρετῇ τοὺς οὐρανούς,
ὑπνοῖ ἡ ζωή, καὶ ᾅδης τρέμει,
καὶ Ἀδὰμ τῶν δεσμῶν ἀπολύεται.
Δόξα τῇ σῇ οἰκονομίᾳ,
δι’ ἧς τελέσας πάντα σαββατισμὸν αἰώνιον,
ἐδωρήσω ἡμῖν, τὴν παναγίαν
ἐκ νεκρῶν σου Ἀνάστασιν. (περισσότερα…)

*
~•~
Πρὸ τοῦ τιμίου Σου σταυροῦ…
Ἦταν μπροστὰ στὸν τίμιο Σου
σταυρὸ ποὺ οἱ στρατιῶτες,
Κύριε, σ᾽ ἀναγελούσανε
κι ἐκεῖ ἀποσβολωμένοι
καὶ σαστισμένοι ἐστέκονταν
οἱ ἄγγελοι, καθὼς βλέπαν
τῆς καταφρόνιας νὰ φορῆς
στεφάνι στὸ κεφάλι,
Σύ, ποὺ τὴν πλάση ἐστόλισες
μὲ χίλια δυὸ λουλούδια·
καὶ Σύ, ποὺ μὲ τὰ σύννεφα
τὸν κόσμο περιντύνεις,
τὴ χλαίνα τοῦ περιπαιγμοῦ
θαμάζαν ποὺ φοροῦσες.
Ἔτσι ντυμένη ἡ Ἀγάπη Σου
πρόβαλε στοὺς ἀνθρώπους.
Ὢ Καλοσύνη ἀπέραντη,
Χριστέ· σὲ Σένα δόξα.
Πρὸ τοῦ τιμίου σου Σταυροῦ,
στρατιωτῶν ἐμπαιζόντων σε Κύριε,
αἱ νοεραὶ στρατιαὶ κατεπλήττοντο,
ἀνεδήσω γὰρ στέφανον ὕβρεως,
ὁ τὴν γῆν ζωγραφήσας τοῖς ἄνθεσι,
καὶ τὴν χλαῖναν χλευαζόμενος ἐφόρεσας,
ὁ νεφέλαις περιβάλλων τὸ στερέωμα,
τοιαύτῃ γὰρ οἰκονομίᾳ,
ἐγνώσθη σου ἡ εὐσπλαγχνία,
Χριστέ, τὸ μέγα ἔλεος, δόξα σοι. (περισσότερα…)

*
~•~
Σήμερον κρεμᾶται…
Σήμερ᾽ ἀνακρεμάζεται
στῆς ἀτιμίας τὸ ξύλο
ὁ ποὺ τὴ γῆ ἀνακρέμασε
μὲς στὰ νερά. Στεφάνι
ἀγκάθινο στὸ βασιλιὰ
φοροῦνε τῶν ἀγγέλων.
Μὲ ψεύτικη βασιλικὴ
πορφύρα τόνε ντύνουν,
αὐτὸν ποὺ μὲ τὰ σύννεφα
τὸν οὐρανὸ τυλίγει.
Ράπισμα ἐδέχτη ὁ λυτρωτὴς
τοῦ Ἀδὰμ στὸν Ἰορδάνη.
Τῆς Ἐκκλησίας καρφώνεται
μὲ τὰ καρφιὰ ὁ Νυμφίος.
Τῆς λόγχης δέχεται κεντιὰ
τὸ τέκνο τῆς Παρθένου.
Μ᾽ εὐλάβεια τ᾽ Ἅγια Πάθη Σου,
Χριστέ μου, προσκυνώντας
ποθοῦμε τὴν Ἀνάσταση
νὰ δοῦμε τὴ λαμπρή Σου.
Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου,
ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας.
Στέφανον ἐξ ἀκανθῶν περιτίθεται,
ὁ τῶν Ἀγγέλων Βασιλεύς.
Ψευδῆ πορφύραν περιβάλλεται,
ὁ περιβάλλων τὸν οὐρανὸν ἐν νεφέλαις.
Ῥάπισμα κατεδέξατο, ὁ ἐν Ἰορδάνῃ ἐλευθερώσας τὸν Ἀδάμ.
Ἣλοις προσηλώθη, ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας.
Λόγχῃ ἐκεντήθη, ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου.
Προσκυνοῦμέν σου τὰ Πάθη Χριστέ.
Δεῖξον ἡμῖν, καὶ τὴν ἔνδοξόν σου Ἀνάστασιν. (περισσότερα…)

*
~•~
Τοῦ δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ…
Στὸ μυστικὸ τραπέζι Σου
σήμερα, Γιὲ τοῦ θεοῦ μου,
συντράπεζό Σου πάρε με
καὶ μήτε στοὺς ἐχθρούς σου
θὰ φανερώσω τὸ τρανὸ
μυστήριο ἐγὼ ποτέ μου
κι οὔτε θὲ νἄχης ἀπὸ μὲ
τὸ φίλημα τοῦ Ἰούδα.
Σὰν τὸν κακοῦργο στὸ σταυρὸ
σιγὰ ξομολογιέμαι·
μὴ μὲ ξεχάσης, βασιλιά,
στῆς βασιλείας τὴ δόξα.
Τοῦ Δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ,
σήμερον, Υἱὲ Θεοῦ, κοινωνόν με παράλαβε·
οὐ μὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ Μυστήριον εἴπω·
οὐ φίλημά σοι δώσω, καθάπερ ὁ Ἰούδας·
ἀλλ’ ὡς ὁ Λῃστὴς ὁμολογῶ σοι·
Μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου. (περισσότερα…)