Δημήτρης Αγαθοκλής

Μία ἀνώτερη γλώσσα

ΜΙΑ ΑΝΩΤΕΡΗ ΓΛΩΣΣΑ
—ἀπαγορεύεται ἡ εἴσοδος στὶς ἀράχνες καὶ στοὺς Βησιγότθους—

 

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΡΑΓΜΑ ποὺ χάνει τὴν ἀξία του σὲ μία κοινωνία ἡ ὁποία ἄγεται καὶ φέρεται ἀπ’ τὶς ἑκάστοτε περιστάσεις, ἀντὶ νὰ ὁδηγεῖται στερρῶς ἀπὸ κάποιον ἐθνικὸ σχεδιασμό, μία κοινωνία ποὺ ζῆ χωρὶς κανένα ἀπολύτως ὅραμα ―ἢ ἀκόμη χειρότερα σιτίζει τὸ σαρκίον της μὲ εὐτελῆ junk food ἰδεολογήματα― εἶναι δυστυχῶς ἡ γλώσσα. Ὅταν οἱ λέξεις παύουν νὰ βγάζουν νόημα καὶ κοῦφοι νεολογισμοὶ ἀναδύονται ὅλο καὶ πυκνότερα γιὰ νὰ προσδώσουν περιεχόμενο σὲ ἀντίστοιχες κοῦφες θεωρητικὲς πομφόλυγες (φαινομενικὰ μεγάλες ἀλλὰ πλήρεις κενοῦ), τότε ὁπωσδήποτε κάτι συμβαίνει[1]. Ἡ γλώσσα ἀρχίζει νὰ μεταμορφώνεται σὲ κάτι δύσκαμπτο, ἐχθρικό, ξένο. Καὶ ἂν δεχτοῦμε τὴν (αὐθαίρετη) ἀρχὴ ὅτι ἡ γλώσσα διαρκῶς ἐξελίσσεται[2], τότε σίγουρα μποροῦμε νὰ ἰσχυριστοῦμε ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα ἔχει ἀγγίξει ἀνώτερα ἐπίπεδα ἐκφραστικῆς ἱκανότητας ἀπόδοσης τῶν πιὸ λεπτεπίλεπτων νοηματικῶν ἀποχρώσεων ― ἐπίπεδα τὰ ὁποῖα ἐμεῖς οἱ κοινοὶ θνητοὶ σπανίως δυνάμεθα νὰ συλλάβουμε.

Στὸν βωμὸ αὐτῆς τῆς ἀνωτερότητας παρατηροῦμε, ἐδῶ καὶ μερικὲς ἑβδομάδες, νὰ θύουν οὐκ ὀλίγοι τηλεοπτικοὶ ἱερεῖς προκειμένου νὰ δικαιολογηθεῖ τὸ ἀνεπίτρεπτο μέτρο περὶ διαχωρισμοῦ τῶν πολιτῶν σὲ ἐμβολιασθέντες καὶ μη-ἐμβολιασθέντες (μὲ τὴ δαιμονοποίηση τῶν δευτέρων). Ἡ προσέγγισή μου (καὶ ἔνσταση) δὲν εἶναι νομικοῦ χαρακτῆρος. Ἂς ὑπερασπιστοῦν οἱ νομικοὶ τὴν ἐπιστήμη τους. Εἶναι καθαρῶς γλωσσική. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὡς μαθηματικὸς ποὺ ἔχει μάθει νὰ λέει τὰ πράγματα ἁπλά, καθαρὰ καὶ ξάστερα[3] ἀπαιτῶ κατ’ ἐλάχιστον σαφήνεια στὸν προφορικό (ἀλλὰ καὶ γραπτό) λόγο ποὺ χρησιμοποιεῖται ὅταν εἶναι νὰ πεισθοῦν οἱ πολίτες γιὰ πολιτικὲς ἀποφάσεις ποὺ λαμβάνονται. Νομίζω δὲν ζητάω πολλά. Πῶς ὅμως νὰ μὴν δυσφορεῖ κανεὶς ὅταν ἔρχεται ἀντιμέτωπος καθημερινῶς μ’ ἕναν μετα-γλωσσικὸ μηχανισμό, ὁ ὁποῖος μετέρχεται γλωσσικὰ τρὺκ προκειμένου νὰ βαπτίσει, τεχνηέντως, τὸ παράλογο ὡς λογικό, ἄρα καὶ σωστό, ἄρα καὶ ἠθικό! «Δὲν ὑπάρχει ζήτημα προνομίων. Ὑπάρχει ζήτημα λογικῆς», μᾶς ἐξηγεῖ σοβαρῶς ἕνας ὑπουργὸς ἀπὸ κάποιο τηλεοπτικὸ παράθυρο. Καὶ γιὰ νὰ θέσει ἔτι περαιτέρω τὸ θέμα στὴ σωστή του βάση, σὲ ἄλλη του συνέντευξη, μᾶς ἐνημερώνει (καὶ καθησυχάζει) ὅτι ὅποιες ἀποφάσεις παρθοῦν καθόλου δὲν θὰ ἀφοροῦν στὸν περιορισμὸ τῶν ἐλευθεριῶν τῶν μη-ἐμβολιασθέντων ἀλλὰ θὰ εἶναι «περισσότερο βαθμοὶ ἐλευθερίας τῶν ἐμβολιασμένων σὲ σχέση μὲ τοὺς ἀνεμβολίαστους» ― οἱ ὁποῖοι (ἐμβολιασμένοι) «θὰ μποροῦν νὰ κινοῦνται πιὸ ἐλεύθερα σὲ περισσότερους χώρους», σύμφωνα πάντοτε μὲ τὸν ὑπουργό.

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ. Κόβω ὅμως τὸ κεφάλι μου ὅτι ἀνάλογα λογικὰ ἐπιχειρήματα θ’ ἀκούγονταν καὶ στὴ Γερμανία, τὶς παραμονὲς τοῦ 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, ὅταν ξεφύτρωναν πινακίδες στὰ καταστήματα τοῦ Βερολίνου ἀπαγορεύοντας τὴν εἴσοδο στοὺς Ἑβραίους. Στὴν Τσεχία, μετὰ τὸν Νοέμβριο τοῦ ’40, οἱ Ἑβραῖοι δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἐπισκέπτονται θέατρα, κινηματογράφους, καφετέριες, βιβλιοθῆκες ἐνῶ ἦταν ὑποχρεωμένοι νὰ κάθονται στὸ τελευταῖο βαγόνι τῶν ἀστικῶν συγκοινωνιῶν[4]. Στὸν κακόβουλο ἀναγνώστη ποὺ θὰ σπεύσει νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι αὐτὸ συνιστοῦσε παράφορη καταπάτηση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων μποροῦμε πλέον ν’ ἀπαντήσουμε ―μετὰ ἀπὸ χρόνια κερδισμένης σοφίας!― πὼς ἀσφαλῶς καὶ ὄχι. Ἁπλῶς ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ γενναία ἀπόδοση τινῶν βαθμῶν ἐλευθερίας στοὺς μη-ἑβραίους πολίτες· τίποτε περισσότερο. Οἱ δὲ Ἑβραῖοι (γιὰ δικό τους καλό) θὰ ἔπρεπε νὰ φέρουν σὲ εὐκρινὲς σημεῖο τὸ ἀστέρι τοῦ Δαυίδ. Σήμερα, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, αὐτὸ ἀντικαθίσταται ἀπ’ τὶς μάσκες καὶ τὰ rapid test (γιὰ τοὺς μη-ἐμβολιασμένους μόνο). Διότι, ὅπως πολὺ ὀρθὰ ἐπισημαίνει ὁ προαναφερθεὶς ὑπουργός, «ἐφόσον ἐσὺ ἔχεις ἀποφασίσει νὰ κινδυνεύεις περισσότερο (=νὰ μὴν ἐμβολιάζεσαι) ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε μέτρα ποὺ θὰ σὲ προστατεύσουν ἀπὸ τὴν ἐπιλογή σου». Γιὰ τὸ καλό σου, θὰ συμπληρώναμε ἐμεῖς.[5]

Ἴσως ν’ ἀκούγονται ἐκτὸς πραγματικότητας τὰ παραπάνω· ἱστορίες ἀπὸ κάποιο παράλληλο σύμπαν. Ὁπωσδήποτε πρόκειται γιὰ μιὰ μικρὴ δόση ὑπερρεαλισμοῦ στὴν καθημερινότητά μας. Ὅπως στὴν ταινία Ἡ ζωὴ εἶναι ὡραία τοῦ Ρομπέρτο Μπενίνι ὅπου τὸ παιδὶ ρωτάει τὸν πατέρα του γιατί στὸν φοῦρνο δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἴσοδος στοὺς Ἑβραίους καὶ στὰ σκυλιά (σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιγραφή). Καὶ ὁ πατέρας, προσπαθώντας ν’ ἀπαλύνει τὸ παιδικὸ τραῦμα, τοῦ λέει μὲ ἀπόλυτη φυσικότητα ὅτι ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα. Ἕνας καταστηματάρχης παρακάτω δὲν ἐπιτρέπει τὴν εἴσοδο στοὺς Ἱσπανοὺς καὶ στ’ ἄλογα· ἢ στὸ φαρμακεῖο τῆς γειτονιᾶς, ὅπου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἴσοδος στοὺς Κινέζους καὶ στὰ καγκουρώ. Καὶ ὅτι στὸ ἑξῆς, στὸ δικό τους βιβλιοπωλεῖο, καλὸ θὰ ἦταν ν’ ἀρχίσουν ν’ ἀπαγορεύουν τὴν εἴσοδο στὶς ἀράχνες καὶ στοὺς Βησιγότθους.[6]

ΝΑΙ, Η ΤΡΑΓΙΚΟΤΗΤΑ κρύβει ἐνίοτε ἀρκετὴ δόση ἱλαρότητας. Καὶ εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι γιὰ ὅσα ἀναφέραμε ὑπάρχει τουλάχιστον ἕνας «συνταγματολόγος» ποὺ θὰ μιλήσει μὲ περισσὸ σθένος καὶ θὰ ὑπερασπιστεῖ (μὲ σοβαρότητα καὶ πάθος) τὴ συνταγματικότητα τοῦ ἐν λόγῳ πρὸς ψήφιση νόμου. Ἄλλωστε, αὐτὸς εἶναι ὁ ρόλος τῶν εἰδικῶν ― καὶ ἐπ’ οὐδενὶ δὲν θὰ θέλαμε νὰ χάσει κάποιος τὴ δουλειά του· νὰ πείσουν τὸ μη-εἰδικὸ κοινό (ὅπως ὁ βιβλιοπώλης πατέρας τὸ ἀνυποψίαστο παιδί του) ὅτι ὁ ἥλιος ἔχει δύσει μέρα-μεσημέρι ἢ ὅτι ἔχει ἀνατείλει τὰ μεσάνυχτα. Τὰ ἐπιχειρήματα ὅμως, ὅσο καλὰ καὶ νὰ φαίνεται πὼς εἶναι δομημένα, ὅσο καὶ νὰ ἐκστομίζονται ἀπὸ ἄψογα καλοχτενισμένους καὶ καλοντυμένους τηλε-ρήτορες, οἱ ὁποῖοι ὀμνύουν εἰς τὸ ὄνομα τῆς λογικῆς, δὲν πείθουν. Ἀντιθέτως. Μᾶλλον προκαλοῦν θυμηδία καὶ φέρουν στὸν νοῦ ξυπόλητα παιδιὰ ποὺ γεμίζουν τὴν ἀγκάλη τους μὲ παιχνίδια χωρὶς ὅμως νὰ κρατοῦν κανένα[7]. Μικρὴ σημασία ἔχουν αὐτά, θὰ πεῖ κανείς, σὲ μιὰ κοινωνία ὅπου δὲν ὑπάρχει ὅραμα, ἐθνικὸς προορισμός. Μιὰ κοινωνία ποὺ θυσιάζει τὴ γλωσσική της ταυτότητα μεταξὺ τῆς Σκύλλας τῶν θερινῶν rooms to let καὶ τῶν ξενόγλωσσων πινακίδων, καὶ τῆς Χάρυβδης μιᾶς στρεβλωμένης οἰκονομικῆς casino-ἀνάπτυξης ὥστε νὰ μπορεῖ ν’ ἀπολαμβάνει τὸν φραπέ της ἀπ’ τὰ ὑψηλὰ δώματα τῶν πολυπόθητων (καὶ ὁσονούπω ὑπὸ κατασκευήν) οὐρανοξυστῶν. Μιὰ κοινωνία ὅπου ἡ γλώσσα μετουσιώνεται μέρα τὴ μέρα σὲ κάτι διαφορετικό, ξένο, ἀνώτερο, κάτω ἀπ’ τὴ μύτη τῶν πολιτῶν της. Μιὰ γλώσσα στὴν ὁποίαν ὁ ἥλιος μπορεῖ ν’ ἀνατέλλει καὶ νὰ δύει ὅποτε θέλει. [8]

Δημήτρης Ἀγαθοκλῆς
1η Ἰουλίου 2021

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
[1]  Ὅτι οἱ μισθοὶ κατεβαίνουν ἀντικαθίσταται ἀπὸ τ’ ὅτι γινόμαστε πιὸ ἀνταγωνιστικοί. Ἡ μείωση ὡραρίου μετατρέπεται σὲ εὐέλικτο ὡράριο. Ὁ φόνος ἐκπίπτει σὲ θανάσιμο τραυματισμό κττ. Ἐπίσης, ἐνδιαφέρον ἔχει ὅτι ἐπίσημες ὑπηρεσίες καὶ ἔγγραφα τοῦ Κράτους φέρουν ξενικὰ ὀνόματα/τίτλους (Freedom Pass*, TaxisNet, myData = my Digital Accounting and Tax Application). Τέλος, ἀξίζει ν’ ἀναφέρουμε κάτι ποὺ διαφημίστηκε δεόντως ἀπ’ τὰ ἠλεκτρονικὰ καὶ τηλεοπτικὰ μέσα περιγράφοντας ἐναργῶς τὴν ἀντίστροφη μεταμόρφωση (ἀπὸ χρυσαλλίδα σὲ κάμπια) τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας: CocaCola Τρία Ἔψιλον καὶ ἡ CocaCola Hellas […] δημιούργησαν […] μιὰ ὁλιστικὴ κοινωνικὴ πλατφόρμα ποὺ προσφέρει σήμερα πρόσβαση στὶς δεξιότητες τοῦ αὔριο […] (ὅ,τι καὶ νὰ σημαίνει αὐτό…).
(*) Σχῆμα βεβαίως ὀξύμωρο. Διότι ἂν ἦταν ὄντως freedom τότε δὲν θὰ ἀπαιτεῖτο pass.
[2] Δηλαδὴ ἡ γλώσσα τῶν Κλασικῶν χρόνων εἶναι κατώτερη τῆς σημερινῆς;
[3] Ἡ ἔκφραση εἶναι τοῦ Γρ. Ξενόπουλου: «Δὲν ἀγαπῶ τὰ σύννεφα καὶ τὰ σκοτάδια. Ἐσπούδασα μαθηματικὰ στὰ νιάτα μου, κι ἐσυνήθισα νὰ λέγω τὰ πράγματα ἁπλά, καθαρὰ καὶ ξάστερα».
[4] Προτεκτοράτο τῆς Βοημίας καὶ Μοραβίας – https://www.holocaust.cz/en/history/final-solution/the-final-solution-of-the-jewish-question-in-the-bohemian-lands/ghetto-without-walls/
[5] Ἐπίκαιρο τὸ τραγούδι τοῦ Γιάννη Μηλιώκα: https://www.youtube.com/watch?v=J317DUqkYVU 
[6] La Vita è Bella (1997) – https://www.youtube.com/watch?v=IXUB4S1AmmQ
[7] Ἀποτέλεσμα τῆς υἱοθέτησης/χρήσης αὐτῆς τῆς ἀνώτερης γλώσσας εἶναι νὰ παραποιεῖται ἡ ἀλήθεια ― ἡ ὁποία φυσικὰ καὶ ὑπάρχει στὸ σημαντικὸ ζήτημα τῆς πανδημίας. Ἡ ἀλήθεια χάνεται μέσα στὸ (γλωσσικό) ψέμα μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἡ ὀμορφιὰ χάνεται μέσα στὸ πάχος.
[8] Σχετικὰ μὲ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἐννοιολογικοῦ φορτίου τῶν λέξεων χωρὶς οὐσιαστικὴ ἀλλαγὴ τοῦ συναισθηματικοῦ τους φορτίου, δὲς “Persuasive definitions” ἀπ’ τὸν Charles Leslie Stevenson.

Δημήτρης Ἀγαθοκλῆς, 12+1 ἐρωτικὰ ποιήματα

ΤΡΙΣ ΕΞΑΜΑΡΤΕΙΝ

Τρίτη ϕορὰ ποὺ σμίγουμε.
Ἡ πρώτη ὅταν σ’ ἀγάπησα, ἡ δεύτερη
ὅταν μ’ ἀγάπησες κι ἐσὺ
(τώρα πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε σίγουροι).

Ποιός ξεκίνησε τὰ γλυκόλογα;
Ποιός τόλμησε νὰ σπάσει τὴ σιωπὴ
καὶ νὰ ϕιλήσει κάτω ἀπ’ τὸ ϕεγγαρόφωτο;

Τὸ ϕεγγαρόφωτο. Ἡ νύκτια ϐόμβα ποὺ ϑερίζει
οἰκοδομήματα καίει σάρκες ἐξαϋλώνει
τὴν ἄνοιξη, παγώνει τὸν χρόνο στὰ ρολόγια —
ὁ ἔρωτάς μας δὲν συμβιβάζεται μὲ λιγότερα
(ἐκκρίνουμε σὲ ποσότητες καταπιεσμένα ὑγρά).

Κάθε ἀντίσταση εἶναι μάταιη.

Στὴν πνιγηρὴ ἀγκαλιὰ μιᾶς ἀπείρου ἡδονῆς
ἀνεμίζουν οἱ κουρτίνες ἀπ’ τὰ ζωώδη ἔνστικτά μας
(οὔτε ἡ πρώτη οὔτε ἡ δεύτερη ϕορὰ εἶναι).
Τὸ ἀργυρὸ δρεπάνι ποὺ ζητάει τὴ συγκομιδή του.
Ἀβέβαιοι γιὰ τὰ αἰσθήματά μας σφίγγοντας
ἐγωιστικά, ἕως σκασμοῦ, ὁ ἕνας τὸν ἄλλον.

(Τρίτη καὶ ϕαρμακερή).

(περισσότερα…)

Pablo Neruda, Το βιβλίο των Ερωτήσεων (Μτφρ.: Δημήτρης Αγαθοκλής)

~.~

Ο ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΔΑ ξεκίνησε νὰ γράφει τὸ Libro de las Preguntas  (λήψη ἐδῶ), μᾶλλον, τὸ 1971 ὅσο ἦταν στὴ Γαλλία. Τὸ ὁλοκλήρωσε σίγουρα στὴ Χιλὴ λίγους μῆνες πρὶν πεθάνει (Σεπτέμβριος τοῦ ’73). Τὸ ἔργο ἀποτελεῖται ἀπὸ 74 ποιήματα, τῶν 619 στίχων συνολικά, ποὺ συγκροτοῦν 319 ἐρωτήσεις. Κατὰ κάποιον τρόπο συνδυάζουν τὴν ἀπορία ἑνὸς παιδιοῦ, καθὼς μεγαλώνει, μὲ τὶς ἐμπειρίες ἑνὸς ἐνήλικα ―τοῦ ὁποίου ἡ εὐαισθησία δὲν ἔχει ἐξατμιστεῖ― ὁ ὁποῖος ἀνακαλεῖ στὴ μνήμη του τὶς μέρες ποὺ ἦταν νέος, τότε ποὺ διέθετε μιὰν ἄλλη ματιὰ γιὰ τὴ ζωή.

Τὸ παρὸν πόνημα εἶναι ἀποτέλεσμα ἑνὸς προσωπικοῦ στοιχήματος· νὰ δῶ ἐὰν μποροῦν νὰ «χωρέσουν» ὅλα σὲ ἐλεύθερους ἐνδεκασύλλαβους, στὰ ἑλληνικά, διατηρώντας ϕυσικὰ τὰ νοήματα. Ἐπὶ τούτου συμβουλεύτηκα τὴν ἀμερικανικὴ μετάφραση τοῦ William O’Daly (Copper Canyon Press, 1991), τὴ γαλλικὴ τοῦ Claude Couffon (Gallimard Jeunesse, 2008) καὶ τὴν ἑλληνικὴ τοῦ Βασίλη Λαλιώτη (Bibliothèque, 2016). Κάποιες δὲ μεταφραστικές μου αὐϑαιρεσίες ἐπὶ τὸ ἑλληνικώτερον (ϐλ. IX, XII, XIX, XXXI) ἐλπίζω νὰ εἶναι δόκιμες. Ἂν ὄχι, ἂς μοῦ συγχωρεθοῦν.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ
Καλοκαίρι 2020

(Σημείωση τοῦ ΝΠ: Οἱ φωτογραφίες τῆς ἀνάρτησης εἶναι ἔργα τοῦ μεταφραστῆ.)

(περισσότερα…)

Δημήτρης Ἀγαθοκλῆς, Ἀπάντηση σ’ ἕνα φίλο

pic-shadow

τέλη Ἰουλίου, 2020

Ἀγαπητὲ Δ.

Ἔλαβα τὸ γράμμα σου προχθὲς μὲ μεγάλη χαρὰ καὶ σπεύδω νὰ σοῦ ἀπαντήσω πρὶν νὰ φύγω, ὡς εἴθισται, γιὰ τὰ καλοκαιρινὰ μπάνια τοῦ Αὐγούστου. Ξέρω, ἔχεις πολλὲς ἀπορίες∙ θὰ προσπαθήσω λοιπόν, ἐν συντομίᾳ, ν’ ἀπαντήσω. Καλύτερα, νὰ σοῦ θυμίσω πῶς ἔχουν τοποθετηθεῖ ἄλλοι σημαντικώτεροι ἐμοῦ ἐπὶ τῶν ζητημάτων ποὺ θίγεις· μὲ τοὺς ὁποίους, ἀπὸ ἀδυναμία νὰ τοὺς ἀντικρούσω, συμφωνῶ ἀπολύτως. (περισσότερα…)

Δημήτρης Αγαθοκλής, Έξι ερωτικά ποιήματα

The_Kiss_-_Gustav_Klimt_-_Google_Cultural_Institute (περισσότερα…)

Ἄτεγκτα περάσματα: Τὸ ποιητικὸ ἔργο τῆς Κικῆς Δημουλᾶ

dimoula-2

τοῦ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΓΑΘΟΚΛΗ

Time is the longest distance between two places [1]

Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ τῆς Κικῆς Δημουλᾶ ἐμφανίζει μιὰν ὁριακότητα. Στὰ χέρια της ἡ γλώσσα «δεινοπαθεῖ». Τὰ μέρη τοῦ λόγου ἀνταλλάζουν ρόλους, ὑιοθετοῦν νέους γραμματικοὺς κανόνες καὶ δημιουργοῦν πολλάκις ἕνα συντακτικὸ ποὺ ξαφνιάζει. Φυσικά, μιὰ τέτοια διαπίστωση δὲν ἀποτελεῖ διόλου μομφή, ὅπως κάποιοι θὰ ὑπέθεταν. Ἀντιθέτως δείχνει πόσο ψηλὰ ἔθεσε ἡ ποιήτρια τὸν ποιητικὸ πήχυ ἐξ ἀρχῆς, ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη της συλλογή (Ἔρεβος, 1956). Δυναμικὰ εἰσορμώντας στὰ ἑλληνικὰ γράμματα, ὅπου καὶ παραμένει, περπατάει σὰν σχοινοβάτιδα σὲ τεντωμένο σκοινὶ ἰσορροπώντας μὲ μιὰ βαρειὰ κι εὐλύγιστη ράβδο, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴ γλώσσα — ἡ γλώσσα ὅπως μόνο ἐκείνη ξέρει τόσο ἰδιαίτερα νὰ χειρίζεται. Καὶ εἶναι διάχυτη ἡ αἴσθηση ὅτι τὸ τόλμημα αὐτὸ τῆς ποιήτριας εἶναι λίαν ἐπικίνδυνο καὶ ὅτι λίγο νὰ «σκοντάψει» οἱ στίχοι της θὰ βρεθοῦν (εἴτε ἐκφραστικῶς εἴτε θεματολογικῶς) γκρεμισμένοι στὸ κενό, στὸ ποιητικὸ χάος· καὶ στὴν περίπτωση τῆς Δημουλᾶ δίχτυ ἀσφαλείας δὲν ὑπάρχει. (περισσότερα…)

Η παλιννόστηση ενός εξόριστου: για την ποίηση του Δημήτρη Ἀγαθοκλη

pic (03)

Δημήτρης Ἀγαθοκλῆς,
Ἐξορίες, Μελάνι 2018

της ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ μὲ ἐντυπωσίασε ἤδη μὲ τὴν πρώτη του ποιητικὴ συλλογή (Ἄφεσις, Μελάνι 2017). Ἀπόρησα ἀπὸ τότε γιὰ τὸ πῶς ἕνας νέος ποιητὴς καὶ  ἐπιστήμονας προερχόμενος μάλιστα ἀπὸ τὸν χῶρο τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν (μαθηματικὸς μὲ μεταπτυχιακὲς σπουδές) διαθέτει καὶ ἀξιοποιεῖ ποιητικὰ μὲ ἄνεση μιὰ τόσο βαθιὰ καὶ πολυδιάστατη γνώση τῆς ποιητικῆς μας γλώσσας. Μὲ τὴν πρόσφατη συλλογή του ὁ Ἀγαθοκλῆς προχωρᾶ πιὸ τολμηρὰ σ’ αὐτὴ τὴ γλωσσικὴ ἀναδίφηση στοὺς αἰῶνες τῆς γλώσσας μας. Φαίνεται δὲ πὼς αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ γλωσσικὸ βάθος εἶναι ἡ πατρίδα στὴν ὁποία παλιννοστεῖ ὁ ἐξόριστος ποιητὴς τοῦ τίτλου.

Ὁ Ἀγαθοκλῆς μετεωρίζεται μεταξὺ ἑνὸς καθαροῦ μοντερνισμοῦ, ὅπως αὐτὸς ἀναγνωρίζεται στὸ ποίημα «Ἐξορίες», καὶ μιᾶς ἰδιότυπα μεταμοντέρνας μορφῆς ἡ ὁποία ἐπιζητεῖ νὰ προσδώσει ἐπικαιρικὸ χαρακτήρα στὶς παραδοσιακὲς φόρμες. Ἡ υἱοθέτηση πάντως τῶν παραδοσιακῶν μορφῶν ἀπ’ τὸν Ἀγαθοκλῆ (κάτι ἀνάλογο παρατηρεῖται τελευταῖα καὶ σὲ ἄλλους νέους —καὶ ὄχι μόνον— ποιητές) ὁδηγεῖ συχνὰ τὸ ποίημα σὲ μία συγκινησιακὴ ἀκαμψία, ἡ ὁποία εἶναι ἐμφανῶς συνειδητή, ὑπονομεύει ὅμως ἐνίοτε τὴν ποιητικὴ λειτουργία κυρίως μὲ τὴν υἱοθέτηση τολμηρῶν καὶ ἐπάλληλων διασκελισμῶν. Οἱ τελευταῖοι διαλύουν κάποτε τὴ σταθερότητα τῆς παραδοσιακῆς μορφῆς εἰσάγοντας αἰφνιδίως ἕνα πεζολογικὸ στοιχεῖο. Νὰ εἶναι ἄραγε τὸ μοντέρνο ποῦ ἐκδικεῖται;

Πάντως, ἀκραιφνῶς ἐνταγμένο στὴ φόρμα τοῦ μοντερνισμοῦ εἶναι τὸ ποίημά του μὲ τὸν τίτλο «Ἐξορίες» τὸ ὁποῖο φέρει παράλληλα καὶ μνῆμες τῆς ποίησης τῆς πρώτης μεταπολεμικῆς γενιᾶς:

ΕΞΟΡΙΕΣ

Συναντῶ ἕνα ϕίλο στὸν ἠλεκτρικό· δὲν τὸν κοιτῶ
δὲν μὲ κοιτᾶ. Δυὸ ξένοι, στὸ ἴδιο ϐαγόνι, κάθε πρωί.

Κάποτε κάναμε ποδήλατο στοὺς ἴδιους δρόμους
πληγιάζαμε σπουργίτια μ’ αὐτοσχέδιες σφεντόνες,
μαλώσαμε γιὰ τὰ ἴδια κορίτσια.
Δὲν ξέρω ἐσύ, μὰ ἐγὼ σὲ ντρέπομαι.
Ἔβγαλα τὰ σκονισμένα ροῦχα ποὺ παίζαμε πόλεμο,
τὰ γόνατά μου δὲν ματώνουν πιὰ
(σπούδασα, δὲν νυμφεύθηκα)
μὲ μονογυάλι καὶ γραβάτα πλέον γυρίζω.
Δὲν σοῦ μιλῶ γιὰ παλιά, ἀλλὰ γιὰ χθὲς
σήμερα, πρὶν ἀπὸ ἕνα λεπτό —
ποιός θὰ τὸ ϕανταζόταν!

Δυὸ ξένοι κάθε πρωὶ διαδρομὴ Βικτώρια-Μοναστηράκι.
Σὰν νὰ μὴ μεγαλώσαμε σ’ ἐκεῖνο τὸν δρόμο,
σὰν νὰ μὴ σοῦ πῆρα κάποτε μιὰ Μαρία
σὰν νὰ μὴ μοῦ πῆρες κάποτε μιὰν Ἑλένη.

Θὰ ἔλεγα πὼς στὸ ἀφοπλιστικῆς ἀμεσότητας ποίημα ξαναγράφεται, μὲ εἰλικρίνεια καὶ κάποια διάθεση ἐνοχῆς, ἡ ἱστορία ποὺ ἀνακαλεῖ τὸ ποίημα τοῦ Μανόλη Ἀναγνωστάκη «Αἰσθηματικὸ διήγημα» ἀπὸ τὴ συλλογὴ  Ὁ στόχος, (Δεκαοχτὼ Κείμενα, 1970).  Ἀπὸ τὸ τελευταῖο ἀποσπῶ  τρεῖς στίχους:

[…]
Ἀλλά, βρὲ ἀδελφέ, πῶς νὰ τὸ κάνουμε, κάποτε ἤπιαμε μαζὶ κρασί,
Χωθήκαμε στὴ ὁδὸ Ἀρριανοῦ κυνηγημένοι ἀπὸ τοὺς πεταλάδες,
Φιλήσαμε τὰ ἴδια κορίτσια, ἀλλάξαμε σύνθημα καὶ παρασύνθημα.
[…]

Ὁ Ἀγαθοκλῆς στρέφει αὐτοκριτικὰ τὸ βλέμμα στὸν ἑαυτό του γιὰ νὰ ἀναγνωρίσει πάνω του τὰ σημάδια τῆς στοχαστικῆς προσαρμογῆς, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Ἀναγνωστάκη ποὺ ἀντιμετωπίζει κριτικὰ τὸν συμβιβασμένο φίλο. Προσωπικὰ βρίσκω πολὺ ἐνδιαφέρουσα τὴν σύγκριση.

pic (09).jpg

Σὲ ἄλλο κλίμα ποιητικὸ τὸ ποίημα «Μεῖνε» ἀπὸ τὰ πιὸ ἐμβληματικὰ καὶ προγραμματικὰ τῆς συλλογῆς:

MEINE

Mεῖνε. Δῶσε τὴ μάχη, ταμπουρώσου, πολέμησε
κι ἂν νύχτωσε ἢ σκοτείνιασε τίποτε δὲν ἔδυσε.
Ξεκρέμασε τῆς Ἐπανάστασης τὸ τυφέκι
πάρε τὰ ὄρη — ἂς γίνει σου ἡ ὀργὴ ϕυσέκι.
Παντρέψου τοὺς λόγγους, τ’ ἀγρίμια, τὰ ρουμάνια
πέτα τὶς γραβάτες, τοὺς πίλους, τὰ καφτάνια.
Ἄσε γένι, πιάσε σὲ σπηλιὲς λημέρι
στῆσε στὸ ἀσκέρι τοῦ ἐχθροῦ καρτέρι.
Δάγκασε μὲ μίσος σὰν Κυναίγειρος
τὴν ἔπαρση τῶν ξένων καὶ στυγερῶς
διὰ στόματος μαχαίρας πέρασε.
Νιὸ ὅ,τι σ’ ἔκανε πιὰ γέρασε.
Ξέχνα τί σοῦ ’γραφαν τ’ ἀστέρια.
Μεῖνε κι ἂς σοῦ κοποῦν τὰ χέρια,
κι ὅρμα μὲ λύσσα νὰ σφάξεις
τὸν ϐαθυχαίτη στὲς τάξεις
γιατὶ ὅπου πρέπουν ὕμνοι
ποιός ἀνακρούει πρύμνην!
Ὡς ἄλλωστε ἐδήλουν
τὰ λόγια τοῦ Αἰσχύλου
(τῆς μάχης λάτρης).
Τηλόθι πάτρης
’πὰ στὸ μνῆμα
ἕνα ρῆμα
ἂς εἶναι ―
ΜΕΙΝΕ
Ναί!

Τὸ παραπάνω ποίημα ὡς πρὸς τὴν τυπογραφική του ἐμφάνιση, μοῦ ἔδωσε τὴν ἐντύπωση ὀπτικοῦ ποιήματος καθὼς μοῦ φάνηκε πὼς ἀναγνώρισα στὸ τυπωμένο χαρτὶ τὴν ἀντεστραμμένη κάννη ἑνὸς ὅπλου. Ἴσως στὴν αἴσθηση αὐτὴ νὰ μὲ ὁδήγησαν οἱ ἀναφορὲς στὸ τυφέκι τῆς ἐπανάστασης, τὸ λημέρι ποὺ παραπέμπει στὰ καταφύγια τῶν κλεφτῶν τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ καὶ ἐν γένει ἡ ὅλη προτρεπτικὴ σὲ μάχη ἀτμόσφαιρα ποὺ κυριαρχεῖ στὸ ποίημα. Σκέφτηκα λοιπὸν πὼς ὁ Ἀγαθοκλῆς ἀκολουθεῖ τὴν παράδοση τοῦ Σιμμία τοῦ Ροδίου, τοῦ πρωτοπόρου εἰσηγητῆ τῆς ὀπτικῆς ποίησης, πρὶν δηλαδὴ ὁ μοντερνισμὸς μὲ τὸν Ἀπολλιναὶρ πειραματισθεῖ μὲ τὸ εἶδος.

Ὁ τίτλος «Μεῖνε» εἶναι μιὰ κατηγορικὴ εἰς ἑαυτὸν προσταγὴ ποὺ συνειρμικὰ συνδέεται μὲ ἕνα ἐδῶ ἀνάλογο μὲ τὸ τῆδε κείμεθα τοῦ γνωστοῦ σιμωνίδειου ἐπιγράμματος. Ὁ Ἀγαθοκλῆς ἐγγράφει μιὰ πείσμονα ἐπιθυμία παραμονῆς στὸν τόπο του, ἐνῶ μοιάζει νὰ ὑπόκειται στὸ ποίημα ἀντεστραμμένος καὶ περισσότερο προσωπικὸς  ὁ ὅρκος  τῶν Ἀθηναίων ἐφήβων. Προφανῶς αὐτὸς  ὁ  ἰδιότυπος  ξενιτεμὸς ποὺ κόμισε στὸν τόπο μας ὁ κακὸς ἀγέρας τῆς κρίσης διώχνοντας τοὺς νέους ἐπιστήμονες ἀπὸ τὴν πατρίδα, λειτουργεῖ ὡς τραῦμα στὴν ποίηση τοῦ Ἀγαθοκλῆ συνολικά.

Ἤδη σ’ ἕνα ἐξόχως εὐαίσθητο ποίημα τῆς συλλογῆς  Ἄφεσις τὸ θέμα τῆς ξενιτειᾶς ἐμφανίζεται χωρὶς ὅμως νὰ συνοδεύεται ἐκεῖ ἀπ’ τὰ τραυματικὰ βιώματα ποὺ κυριαρχοῦν στὸ νέο ποιητικό του βιβλίο. Παραθέτω ἐκεῖνο τὸ ποίημα:

ΕΙΣ ΦΙΛΗΝ ΞΕΝΙΤΕΥΘΕΙΣΑΝ

Γυρίζω ἐδῶ ποὺ τόσο σὲ ὠνειρεύτηκα
νὰ ϐρῶ κάτι δικό σου…
ΑΠ. ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ

Περνώντας στὰ μέρη σου, τὸν δρόμο
(ὄχι ἀπ’ τὴ δημοσιὰ ἀλλὰ τὸ γωνιακὸ οἰκόπεδο)
ποὺ χορτάριαζε κάθε καλοκαίρι
θὰ κοιτάξω νὰ σοῦ κόψω λίγα λουλούδια, μιὰ δραξιὰ
τριαντάφυλλο λεβάντα πικροδάφνη.
Θὰ τὰ σμίξω σὲ μπουκέτο μὲ λεπτὸ μίτο ἄνοιξης
μάρτη ἢ τὸν μαίανδρο ἀπ’ τὸν περίτεχνο κεκρύφαλό σου.
Μετὰ θὰ πῶ τὴν προσευχή, νὰ μυρίσεις πρῶτα-πρῶτα
καὶ λίγον οὐρανό, ξέρεις, μαζί της.
Θά ᾿ναι ὅπως τότε ποὺ περίμενες στὴ στροφή.
Αὔριο, λοιπόν, σὰν περάσω ὅπου περνῶ κάθε πρωὶ
θὰ κοιτάξω νὰ σοῦ στείλω ὅ,τι ζητεῖς
ὑστερόγραφα στὰ γράμματά σου:
κάτι νὰ θυμίζει τὸν δρόμο, τὴ δημοσιά, ἐμένα.

pic (01).jpg

Στὶς Ἐξορίες ἐγκαταλείπεται ἡ λυρικὴ ἀποτύπωση τῆς νοσταλγίας γιὰ νὰ πάρει τὴ θέση της ἕνας γοργὸς ρυθμὸς ἐνίοτε φορτισμένος ἀπὸ μία ἐπιθετικὴ αὐτοπεποίθηση. Ἀναφέρω ἐπὶ παραδείγματι ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ποίημα «Τὰ φίδια»:

[…]   Καὶ νά ’μαστε κυνηγημένα φίδια
πρωτόπλαστα ποὺ σέρνονται κατάμονα στὴν ξενιτιά,
μ᾿ ἂν δέρμα νέο ντύνονται γύρο φέρνουν πάντα στὰ ἴδια
χωράφια˙ στὸ κίτρο, στὸ φλαμούρι, στὸ πεῦκο,  στὴν ἰτιά.

Ἀξιοπρόσεκτη εἶναι ἡ χρήση τοῦ πρώτου πληθυντικοῦ προσώπου, ἡ ὁποία κομίζει ἕνα νέο στοιχεῖο στὴν ποίηση τῆς νεώτατης ποιητικῆς γενιᾶς: τὸ ἐκφρασμένο ποιητικὰ αἴτημα τῆς παλιννόστησης ἀπὸ τὴν ἀκούσια μετανάστευση στὴν ὁποία τὴν ἔχει ὁδηγήσει ἡ οἰκονομικὴ κρίση. Ἀξίζει δὲ ἐπίσης νὰ παρατηρηθεῖ ὅτι ὁ Ἀγαθοκλῆς δίνει στὴ συλλογή του τὸν τίτλο  Ἐξορίες καὶ ὄχι κάποιο συνώνυμο τῆς λέξης ξενιτειά, προφανῶς ἐπειδὴ συνειδητὰ θέλει νὰ  ὑποδηλώσει τὴν ἀναγκαστικὴ στέρηση τῆς πατρίδας. Κάποτε ὅμως, ὅπως στὸ ποίημα «Βουκολικό», ἡ ἐπιστροφὴ στὰ πάτρια ὑπονομεύεται ἀπὸ σαρκαστικὲς καὶ  αὐτοσαρκαστικὲς ὑποδηλώσεις:

[…]   Κάλλιο ντόπιος ποιμὴν
παρὰ ξενιτεμένος λιόντας. Ἀμήν.

Συνολικὰ στὴ συλλογὴ  διαφαίνεται  μία  καινοτόμος ποιητικὴ πρόταση τοῦ νέου ποιητῆ: Συνίσταται στὴν ἐπιστροφὴ στὴ γλωσσικὴ καὶ γραμματειακὴ παράδοση προσαρμοσμένη στὶς συνθῆκες τῆς σύγχρονης νεοελληνικῆς πραγματικότητας.

Ὁ Ἀγαθοκλῆς μὲ κάλβειο πάθος ἀντλεῖ ἀπὸ ὅλο τὸ εὖρος τῆς γλωσσικῆς καὶ ποιητικῆς μας ἱστορίας: ἀπὸ τὸν βαθυχαιτήεντα Μῆδο τοῦ αἰσχύλειου ἐπιγράμματος, ἀπὸ τὰ στερεότυπα ὁμηρικὰ ἐπίθετα, ἀπὸ τὴν ξενιτεμένη Ἀριγνώτα τῆς Σαπφῶς ἕως τὰ φυσέκια καὶ τὰ κλέφτικα λημέρια τῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν, χωρὶς νὰ ὑπολείπεται σὲ ἀναφορὲς στὴν εὐρωπαϊκὴ ἱστορία καὶ ποίηση. Στὰ ποιήματά του συναντᾶ κανεὶς ψηφίδες ἀπὸ τὴν τραγωδία, ἀπὸ τὴ Γυναίκα τῆς Ζάκυθος τοῦ Σολωμοῦ, ἀπὸ τὸν Καβάφη καὶ πλείστους ἄλλους.

Συνοψίζοντας θὰ ἔλεγα, πὼς ἐκπέμπει ἕνα εὐφρόσυνο καὶ εὐπρόσδεκτο μήνυμα ἐπιστροφῆς στὴ γλώσσα ὡς ἐγγύηση μιᾶς οὐσιαστικῆς ποιητικῆς  ἀναγέννησης. Νομίζω ὅτι ὀφείλουμε νὰ τὸν συγχαροῦμε γιὰ τὴν τόλμη καὶ τὴν περηφάνεια μὲ τὴν ὁποία τὸ διατυπώνει.

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ὁμιλία ἀπὸ τὴν παρουσίαση τῆς συλλογῆς στὸ βιβλιοπωλεῖο «Ὁ Σπόρος» τῆς Κηφισιᾶς στὶς 31 Ὀκτωβρίου 2018

Οἰ φωτογραφίες τῆς ἀνάρτησης εἶναι ἔργα τοῦ ποιητῆ

Λεπτόπνοος λυρισμός

 

afesis

~ . ~   

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ   ~ . ~   

Δημήτρης Αγαθοκλής,
Άφεσις,
Μελάνι, 2017

Η Άφεσις είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του Δημήτρη Αγαθοκλή. Στη συλλογή συμπλέκονται η προσωπική ποιητική βιογραφία και η κοινωνική ανατομία, αναπόφευκτα αλληλοπροσδιοριζόμενες, γι’ αυτό και αποφεύγεται ο ρητός διαχωρισμός των δύο ενοτήτων της συλλογής, ο οποίος, ωστόσο, διακρίνεται στη βαθμιαία μετατόπιση από έναν πιο ιδιωτικό σε ένα πιο δημόσιο λόγο, αλλά και από την ανάλογη ένδειξη στα περιεχόμενα της συλλογής.

Πρόκειται για όρια συχνά δυσδιάκριτα, γι’ αυτό ίσως θα ήταν πιο εύστοχο να πούμε πως στα πρώτα ποιήματα παρακολουθούμε τα πάθη του εαυτού εν χρόνω, ενώ στα επόμενα τα πάθη του εαυτού –του κοινωνικά προσδιορισμένου εαυτού– εν τόπω.

Στα πρώτα ποιήματα η αυτοβιογραφία χωνεύεται μέσα στην ελλειπτική, μυθικά επενδυμένη μνήμη που ανασυνθέτει σε αμφίβολα, επαρχιακής μελαγχολίας, τοπία το μίτο της. Κυρίαρχο μοτίβο η ασκητική της φυγής πολλαπλά βιωμένης, ως ξενιτιά, ως ταξίδι αυτογνωσίας, ως δραπέτευση, ως μαθητεία, ως πόθος του μεγάλου νόστου, η φυγή των ανθρώπων, των ερωτικών ινδαλμάτων στο χρόνο ή στο θάνατο. Αυτή η συνδιαλλαγή με το παρελθόν παίρνει τη μορφή ονειρικής μυθοποίησης, γι’ αυτό και το ποιητικό υποκείμενο συχνά λανθάνει ή ενδύεται την συγκεχυμένη μορφή του, ρομαντικής καταγωγής, πλάνητα (άλλοτε Περσέας άλλοτε Οδυσσέας), ηρωικά αναχωρούντος και σταθερά απόντος.

Ενδεικτικό των τόπων και των τρόπων της συλλογής το πρώτο ποίημα, ο «Πρόλογος (Μειδίαμα)»:

Ήταν γραφτό, πολύ πριν γεννηθώ
πριν ματώσουν τα βιβλία
στο ψαλίδι των χελιδονιών
μικραίνει η μέρα ο ήλιος μικραίνει
(ρόδα στο πέρασμά σου)
φύγαν πουλιά κοπάδια γνέθουν πια
σ’ άλλη μηχανή, τον θρήνο.
Εδώ, ψήλωσε το καλαμπόκι
καθένας χαράσσει νέα γραμμή· σα βόιδι.

Έτσι, ειδώλιο λατρευτικό, αρχαίο
μ’ ένα σερνάμενο καπίστρι είναι γραφτό
σ’ αυτό το χώμα που μισώ
–μύθος μακριά σου– να μείνω.

Αντίστοιχος με αυτή την απατηλή ύλη και ο στίχος που συχνά διαθέτει την ποιότητα ενός λεπτόπνοου λυρισμού και την ολισθηρότητα της ασύνδετης κύλισης από στίχο σε στίχο με συχνή χρήση του διασκελισμού.

Κοχύλια άδεια σπιτικά πρόσφυγες σ’ άλλα δάση
Γεράνια άσπρα και μαβιά πυρκαϊά στα παραθύρια
Φωνή ψιλή της λυγερής ασημόλευκα και μήνη
Μνήμη γλυκό του κουταλιού ασπροσένδονοι καθρέφτες
(«Αίσθηση»)

Στη πρώτη ενότητα συναντάμε αρκετά ποιήματα που, παρ’ όλη τη διάχυση, διαθέτουν την γοητευτική ρευστότητα της οπτασιακής ερωτικής μνήμης:

Αύριο λοιπόν, σαν περάσω όπου περνώ κάθε πρωί
θα κοιτάξω να σου στείλω ό,τι ζητείς
υστερόγραφα στα γράμματά σου:
κάτι να θυμίζει τον δρόμο, τη δημοσιά, εμένα.
(«Εις φίλην ξενιτευθείσαν»)

Άλλοτε το ερωτικό ίνδαλμα πυκνώνεται στο πρόσωπο μιας πρωτεϊκής Ελένης («Πειρατία», «Οθνείη γαίη», «Ελένη»). Στο ποίημα «Πειρατία», κυρίως, αλλά και αλλού, η γλώσσα προσπαθεί να φορτίσει το νόημα όχι δια της αποσιώπησης, αλλά μέσω της συσσώρευσης που εξυπηρετεί μεν τον δοξαστικό τόνο του κειμένου, αλλά δεν αποφεύγει την εκζήτηση, ενισχυμένη, άλλωστε, από λόγιες γλωσσικές επιλογές ποικιλμένης έκφρασης («άνασσας φυγής παιδί όνειρα μαστιγωμένη» ή «πλωρογοργόνα εφιαλτοθραύστα καλλιγύναικα»). Τα πιο πετυχημένα ποιήματα, όμως, κατά τη γνώμη μου, είναι όσα μετέρχονται λιτά γλωσσικά υλικά, ενώ η αρχαιοπρεπής λογιοσύνη ξενώνει το ποίημα. Πολλές φορές, βέβαια, η αναζήτηση της εκφραστικής καθαρότητας καταφεύγει στην έκκεντρη λέξη με την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι δεν εξέχει από το υπόλοιπο σώμα («κορμός κυπάρισσου το μπράτσο του πλατάνιστος ο στέρνος»), γιατί αντί για κλασικό παράγουν ένα αδέξια στατικό ύφος που αναγκάζει τον αναγνώστη να διακόψει και να χωνέψει τη λέξη. Εδώ το ομηρικό λεξιλόγιο υπαγορεύεται και από την συνειδητή πρόθεση του ποιητή να δημιουργήσει ένα ανάλογο ομηρικού νόστου, όπου η ξενότητα ως εξορία από τον αυθεντικό εαυτό διοχετεύεται σε έναν κυρίαρχο αφηγηματικό τρόπο: τον απολογισμό ενός τριτοπρόσωπου αφηγητή ή πρωτοπρόσωπου μονολογιστή που αναδιπλώνει τη μνήμη στο τελικό και πάγκοινο δια ταύτα, την απώλεια.

Ο δεύτερος πόλος της συλλογής είναι μια πιο εξωστρεφής αναμέτρηση με το κοινωνικό κακό, και η συνεπακόλουθη στρέβλωση του εαυτού, λειψού, ενίοτε ταρτούφου, ετεροκίνητου, ένοχου, γι’ αυτό και αιτούντος άφεση.

Είμαστε σε ξύλινο κουτί απ’ τη μέση και πάνω.
Από κάτω δεμένοι- ένα ελατήριο μας βαστά
τα κοντά μας χέρια ανοιχτά κρατάν δυο χρυσά πιάτα
και το χαμόγελο πλατύ-πλατύ, ζωγραφιστό.
(«Jack-in-the-box»)

Εδώ και οι προδομένοι Εσταυρωμένοι της ανθρωπότητας, οι πολιτικοί ολοκληρωτισμοί, η κονιορτοποιημένη ατομικότητα, συχνά θεωρημένη σε μια ειρωνική συγκατάβαση. Σε αυτά τα ποιήματα, ο στίχος αποκτά μια πιο πλατιά, πεζολογική περιφραστικότητα, ενίοτε καταγγελτικής ή διδακτικής πρόθεσης που άλλοτε ευστοχεί στην ειρωνική μιμική της, αλλά συχνά παρεκκλίνει της ποιητικότητας εκπίπτοντας σε υπερσχολιασμό (π.χ. στο ποίημα «Άφεσις»). Με αυτά συνυπάρχουν πιο προσωπικά ποιήματα, ο εαυτός ως απότοκο των συνθηκών και συνδημιουργός τους.

Αυτή η διπλή στόχευση να ανιχνευθεί ο εαυτός αφενός μέσα στο ρευστό της μητρικής θάλασσας των αναμνήσεων και του μυθικού ασυνείδητου και αφετέρου στον εγκλεισμό του μέσα στην οικονομία της επιβίωσης παράγει τις δυο κυρίαρχες υφολογικές στρατηγικές της συλλογής. Προσωπικά, θεωρώ την πρώτη κατεύθυνση πιο κατορθωμένη αισθητικά, όπως μορφοποιείται στα ποιήματα «Φθινοπωρινό βράδυ», «Εις φίλην ξενιτευθείσαν», «Αίσθηση», «Ελένη», «Οινοθύελλα», «Όνειρο», «Ταξίδι». Εδώ επιτυγχάνεται η πύκνωση μέσω της έλλειψης, έστω κι αν κάποτε η ελλειπτικότητα δυσχεραίνει την πρόσληψη. Στα ποιήματα «θέσης» χρειάζεται μια λείανση αποφυγής του περιττού ή του προφανούς, και μια πιο ώριμη απόφαση μέσα σε αυτά να μην παρεισδύει, απολογητικά ή αυτοτιμωρητικά, η εξομολογητική ύλη, αλλά να ενισχυθεί η αντικειμενική πραγμάτευση μέσω των τρόπων που ήδη αξιοποιεί η συλλογή, είτε αυτή είναι η ποιητική περσόνα είτε η τριτοπρόσωπη ιστορημένη αφήγηση. Γενικότερα, βέβαια, πέρα από τις επιμέρους ενστάσεις η συλλογή υπόσχεται αυτό που δηλοί η προμετωπίδα της από τα Γράμματα σε έναν νέο ποιητή του Ρἰλκε: «da doch Beginn an sich immer so schön ist» («υπάρχει τόση ομορφιά σε κάθε αρχίνισμα»).

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

 

Δημήτρης Αγαθοκλής: Ο Ποιητής ως Αξίωμα

ΤΟ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΟΤΙ Η ΠΟΙΗΣΗ, και γενικώς η Τέχνη, έχει τον ένα ή τον άλλο σκοπό, λίγο θα ωφελήσει. Εάν δηλαδή στοχεύει στην ανάδειξη τού ιδανικώς Ωραίου αναπτύσσοντας την αισθητική ευαισθησία, ή στο να τέρπει τις αισθήσεις και να κάνει τον άνθρωπο να στοχάζεται ή ακόμα να βελτιώνει τις κοινωνικές σχέσεις που διέπουν την καθημερινότητά του· λίγο ενδιαφέρει.

Κανείς δεν διαβάζει έχοντας στο πίσω μέρος τού κεφαλιού του ότι με το πέρας τής ανάγνωσης θα πρέπει να έχει κερδίσει κάτι απτό, κάτι μετρήσιμο που να μπορεί να το βάλει δίπλα σε μιά σειρά από λοιπές «γνώσεις» για επίδειξη προς τρίτους, όπως για παράδειγμα όταν τοποθετούμε τα βιβλία μας στη βιβλιοθήκη ή όπως συνηθίζαμε μικροί να έχουμε τα στρατιωτάκια μας σε διάφορους σχηματισμούς, δείχνοντάς τα επαιρόμενοι σε φίλους. Όχι. Η Ποίηση είναι κάτι διαφορετικό. Δεν ποσοτικοποιείται, δεν έχει λαβές να την πιάσεις και να την σηκώσεις ψηλά για να δεις όλες της τις πλευρές· κάθε παραμικρή καμπύλη, ακμή, επιφάνεια ή κορυφή κάτω από άπλετο φως. Αν μάς επιτρέπεται η φανταστική μεταφορά, η Ποίηση ομοιάζει προς ένα τετραδιάστατο στερεό την μορφή τού οποίου αντιλαμβανόμαστε απ’ την προβολή τής σκιάς του στις διαστάσεις που γνωρίζουμε, ανάλογα με τον φωτισμό κάθε φορά. Όσο ικανώτερος ο ποιητής, τόσο πιο πλούσιες και ποικίλες οι προβολές τού (ιδεατού) ποιητικού στερεού. Διότι μη γελιόμαστε. Είμαστε (και θα παραμείνουμε) δέσμιοι των αισθήσεών μας. Μέσω αυτών αντιλαμβανόμαστε τον Κόσμο και δίνουμε νόημα στις ενέργειές μας. Είναι μια πικρή αλήθεια αυτή, πράγματι· ίσως και ήττα. Γι’ αυτό κι εν προκειμένω η Ποίηση έρχεται ως αρωγός (αλλά και παρηγορία). Όχι για να μάς υποδείξει πώς να ζήσουμε, όχι! Η Ποίηση δεν ξέρει τον τρόπο, δεν μπορεί να μάς δώσει καμμιά μονολεκτική απάντηση για την ανθρώπινη κατάσταση. Είναι όμως σε θέση (και οφείλει) να ξεσκεπάζει τα μεγάλα ερωτήματα τής Ζωής, τις μεγάλες αγωνίες. Κι αυτό μεν δεν αποτελεί ικανή συνθήκη· είναι όμως σίγουρα αναγκαία για να λέμε ότι έχουμε Ποίηση – τουλάχιστον το είδος που αξίζει μνείας και καλούμε σπουδαία.

ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ όσον αφορά στον ρόλο τού Ποιητή. Μερικοί υποστηρίζουν ότι πρέπει να είναι μεταρρυθμιστής, αναμορφωτής των μαζών, κοινωνικός καινοτόμος. Άλλοι, και δεν είναι λίγοι, ότι δεν πρέπει να είναι οπαδός τής «δράσης» αλλά αντιθέτως περισσότερο ιδεαλιστής, συγκεντρωμένος στα γραπτά του ανεξαρτήτως εάν αυτά, τελικώς, επηρεάσουν ή όχι τον κοινωνικό του περίγυρο. Η αλήθεια πιστεύουμε βρίσκεται, όπως συνήθως, κάπου στη μέση. Σίγουρα ο ποιητής δεν είναι επαναστάτης αλλά από την άλλη δεν είναι και επαίτης. Όπως δεν αρμόζει να ανεμίζει ποιητικές μπαντιέρες άλλο τόσο δεν αρμόζει και να παρακαλεί. Δεν είναι τής φύσης του να περπατά με σκυφτό κεφάλι στους δρόμους, μ’ ένα λουλούδι στο χέρι, ζητώντας συγκατάθεση για να το δωρίσει εδώ ή εκεί. Η ταπεινότητα δεν είναι γνώρισμά του. Αντιθέτως! Ο Ποιητής, που έχει επίγνωση τής θέσης του, κατεβαίνει στο πεζοδρόμιο όχι με τηλεβόα και συνθήματα αλλά με χαρτί και πέννα. Στέκεται καταμεσής τού πλήθους κι αρχίζει να κηρύττει, να κατηχεί τις καρδιές των συνανθρώπων του που μέσα στη ρεαλιστικά απροσδιόριστη καθημερινότητα που καλούμε Ζωή, άλλοτε αγωνιούν κι άλλοτε χαίρουν. Ζωή για την οποίαν έχει την πεποίθηση πως γνωρίζει αρκετά ώστε ν’ αξίζει να μιλήσει γι’ αυτήν σε μια γλώσσα πιο θελκτική ή προσιτή, σίγουρα πάντως εκλαϊκευμένη – απευθυνόμενη στους πολλούς και όχι στους ολίγους. Ο Ποιητής πρέπει να φέρει ερωτήματα στην επιφάνεια· να θέσει τα φλέγοντα ζητήματα τού καιρού του υπό τον τύπον των ήλων, να εγείρει παλαιά πάθη από την λήθη και να τα μελετήσει υπό νέον πρίσμα, κι όλα μαζί να τα ξαπλώσει σαν ασθενή επί τής χειρουργικής κλίνης να τ’ ανατάμει. Προσοχή όμως, να μην προτρέχουμε! Δεν είναι χρέος τού Ποιητή να προτείνει κάποια λύση, κάποια απάντηση να τού βρίσκεται – δεν είναι φιλόσοφος ή καλύτερα μάγος να εμφανίζει λαγούς μέσα από καπέλλα. Μην τού ζητούμε να ενδυθεί ένα ρούχο που τού είναι μεγάλο ή εκτός εποχής. Είναι όμως Κτίστης ο Ποιητής. Δημιουργός, Γεννήτωρ ενός Κόσμου που οφείλει να πλάσει απ’ το μηδέν. Να πάρει χώμα και να κάνει λάσπη –κι απ’ την λάσπη μετά πηλό!– αυτοβούλως θέτοντας τ’ Αξιώματα πάνω στα οποία θα οικοδομήσει τις Προτάσεις και τα Θεωρήματά του· ή αν θέλουμε αλλιώς, τους Ήρωες και τις Σχέσεις που διέπουν την προσωπική αισθητική του Σκηνή (όπως στο θέατρο). Αυτή είναι η προσφορά του. Δεν αποτελεί διέξοδο, ούτε όμως κι αδιέξοδο (δεν προσπαθεί ν’ αποδείξει κάτι). Δεν υπάρχει επιμύθιο ή happy end σε ό,τι μάς λέει. Γιατί δεν μπορεί να υποσχεθεί τίποτε παραπάνω από μια γνήσια μεταγραφή τής Αλήθειας σε όρους κατά τι πιο προσιτούς στα συνήθη γλωσσικά αισθητικά μας κριτήρια. Αυτό είναι ο Ποιητής. Μια υπερχορδή, ένα bing bang, μια πιθανότητα που θέτει τα πράγματα «στη μυστική κίνηση» ενώπιόν μας, βάσει των δικών του αξιωματικώς απολύτων Σταθερών. Κι αλλοίμονο σε εκείνον που αντί να ορίσει τις δικές του σταθερές, τις παίρνει έτοιμες και αρχίζει να κτίζει επ’ αυτών σαν να ήτανε δικές του! Τί πλάνη… Η ποίησή του είναι καταδικασμένη να καταρρεύσει, να χαθεί για πάντα – γιατί τα ποιητικά παραγώμενα θα είναι ξένα, όχι δικά του, και αναπόφευκτα θα παγιδευτεί στην προσπάθεια να δικαιολογεί αενάως τ’ αδικαιολόγητα· τον λόγο για τον οποίο χρησιμοποίησε αλλότρια Αξιώματα αντί τού να παραγάγει/ορίσει ο ίδιος νέα. Η ποίησή του δεν θα είναι ειλικρινής και ο τόνος του θα τείνει διδασκαλίστικος. Και φυσικά, κάτι τέτοιο δι’ όλου δεν αρμόζει στον ποιητικό Λόγο.

ΑΝ Ο ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ ΕΙΔΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ μονότονο και πεζό, αν ο Σεφέρης τον είδε χαλάσματα κι ο Ελύτης να πλέει σ’ ένα εκθαμβωτικό αιγαιοπελαγίτικο φως, και οι τρεις είχαν το θάρρος να ορίσουν καλώς τα Αξιώματα τής ποίησής τους επί των οποίων, αργά και μεθοδικά, όρθωσαν το (στέρεο) ποιητικό τους Σύμπαν με ειλικρίνεια και συνέπεια. Δεν προσπάθησαν να τον αλλάξουν ή χειρότερα να μάς «νουθετήσουν» να δεχτούμε την ορθότητα τής οπτικής τους. Κάτι τέτοιο θα αποδομούσε το ποιητικό τους εγχείρημα, θα αναιρούσε την ποιητική τους ενέργεια· που δεν ήταν άλλη απ’ το να θέσει ερωτήματα που λίγο-πολύ βρίσκονταν στα χείλη όλων εκείνη την εποχή, αλλά αδυνατούσαν να λάβουν νόημα και μορφή. Και δεν είναι περίεργο που οι παραπάνω ποιητές, αν και τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, πραγματεύονται πολλές φορές το ίδιο θέμα αλλά με τόσο ανόμοιο και συνάμα ξεχωριστό τρόπο. Γιατί κανείς τους δεν φοβήθηκε να μάς φανερώσει τί πίστευσε, τί είδε· με δικά του λόγια, με δική του φωνή. Αυτό που τόσο πολύ λείπει απ’ την Ποίηση σήμερα.

ΑΡΑΓΕ, ΠΟΤΕ ΟΙ ΝΕΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ θα τολμήσουν να μιλήσουν με αυτούσια δική τους φωνή και όχι δανεική; Να πάρουν τον ποιητικό τους λόγο έξω σε πλατείες και δρόμους, χωρίς φωνασκίες, χωρίς πομπώδη σχήματα και ρητορείες, αποθέτοντάς τον στα πόδια ενός τυχαίου περαστικού και να πουν: «Ορίστε, αυτά είναι τα  Αξιώματά μου, αυτός είναι ο Κόσμος μου – όχι κάποιου άλλου αλλά δικά μου, διότι αυτά μάς απασχολούν σήμερα, αυτά μάς καίνε τούτη την στιγμή, τώρα που μιλάμε και αναπνέουμε, εγώ κι εσύ· και οι στίχοι μου, αυτές οι ταπεινές γραμμές που βγήκαν με κόπο και που ίσως να μην αξίζουν τίποτα ή ίσως πάλι και να μη συμφωνείς με αυτές (έχεις κάθε δικαίωμα), είναι η Ζωή όπως την βλέπω εγώ –όμορφη ή άσχημη, ποιός θα το πει!– όμως γυμνή με κάθε της μέλος κι από ένα ερώτημα, που αυθαίρετα (και συγχώρεσέ με για το θάρρος) είπα να το θέσω εδώ, σε αυτήν την κοινή τράπεζα που καθόμαστε όλοι νύχτα-μέρα, για συζήτηση».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ
www.dagathoklis.com

Δημήτρης Ἀγαθοκλῆς: Ποιήματα

Αγαθοκλής, φωτό 
φωτό Δ. ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
(μειδίαμα)

Ἦταν γραφτό, πολὺ πρὶν γεννηθῶ
πρὶν ματώσουν τὰ ϐιβλία
στὸ ψαλίδι τῶν χελιδονιῶν
μικραίνει ἡ μέρα ὁ ἥλιος μικραίνει
(ρόδα στὸ πέρασμά σου)
ϕύγαν πουλιὰ κοπάδια γνέθουν πιὰ
σ’ ἄλλη μηχανή, τὸν ϑρῆνο.
Ἐδῶ, ψήλωσε τὸ καλαμπόκι
καθένας χαράσσει νέα γραμμή· σὰ ϐόιδι.

Ἔτσι, εἰδώλιο λατρευτικό, ἀρχαῖο
μ’ ἕνα σερνάμενο καπίστρι εἶναι γραφτὸ
σ’ αὐτὸ τὸ χῶμα ποὺ μισῶ
—μύθος μακρυά σου— νὰ μείνω.


ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΒΡΑΔΥ

Φορές, ἔστεκε μὲ κρίνο μαραμένο γνωριμίας
στὴν πλατεία. Περίμενε νὰ σημάνει ἀκριβῶς νὰ πάει
καὶ πέντε καὶ δέκα κι ὅτι μόλις ἑτοιμάζονταν
νὰ στραφεῖ, νά την τρέχοντας ποὺ ὁρμᾶ σὰν πλημυρίδα
μὲ τὴ νύχτα στὰ μαλλιὰ συγγνώμη μὲς στὰ μάτια
νὰ πέφτει πάνω του καὶ νὰ γυρνᾶνε νὰ γυρνᾶνε
νὰ γυρνᾶνε ἐποχές, εἶναι μέρα εἶναι ἄνοιξη ἄνθισε
τὸ λουλούδι — ὁρίστε ποῦ ἤσουν· ἄργησες…


ΕΙΣ ΦΙΛΗΝ ΞΕΝΙΤΕΥΘΕΙΣΑΝ

Γυρίζω ἐδῶ ποὺ τόσο σὲ ὠνειρεύτηκα
νὰ ϐρῶ κάτι δικό σου…
Ἀπ. Μελαχρινὸς

Περνώντας στὰ μέρη σου, τὸν δρόμο
(ὄχι ἀπ’ τὴ δημοσιὰ ἀλλὰ τὸ γωνιακὸ οἰκόπεδο)
ποὺ χορτάριαζε κάθε καλοκαίρι
ϑὰ κοιτάξω νὰ σοῦ κόψω λίγα λουλούδια, μιὰ δραξιὰ
τριαντάφυλλο λεβάντα πικροδάφνη.
Θὰ τὰ σμίξω σὲ μπουκέτο μὲ λεπτὸ μίτο ἄνοιξης
μάρτη ἢ τὸν μαίανδρο ἀπ’ τὸν περίτεχνο κεκρύφαλό σου.
Μετὰ ϑὰ πῶ τὴν προσευχή, νὰ μυρίσεις πρῶτα-πρῶτα
καὶ λίγον οὐρανό, ξέρεις, μαζί της.

Θά ‘ναι ὅπως τότε ποὺ περίμενες στὴ στροφή.

Αὔριο, λοιπόν, σὰν περάσω ὅπου περνῶ κάθε πρωὶ
ϑὰ κοιτάξω νὰ σοῦ στείλω ὅ,τι ζητεῖς
ὑστερόγραφα στὰ γράμματά σου:
κάτι νὰ ϑυμίζει τὸν δρόμο, τὴ δημοσιά, ἐμένα.


ΠΕΡΙΜΕΝΕ

Περίμενε νὰ ὡριμάσει νὰ ὡριμάσει —
νὰ ὡριμάσει πρόσμενε ἕνα χέρι.
Ἔπεσε ἀπ’ τὸ ἀκρόκλωνο σάπισε
πρόσμενε τὸ χάδι στὸν ἥλιο
τώρα δὲν τὸν ἀγγίζει κανείς.

Περιμένει στὸ χῶμα, τὸ ϐράδυ.


ΛΟΞΑ ΣΕΝΑΡΙΑ
(καλὸς κἀγαθὸς)

Ἔφερε λοιπὸν στὸν νοῦ πολλὰ σενάρια.
Πὼς πήδαγε σὲ κτήριο νὰ σώσει ἕνα παιδὶ ϕλέγουσα λαμπάδα
πὼς προσφέρονταν γενναῖα γιὰ ἐκτέλεση-ληστείᾳ τραπέζης
πὼς ἔφευγε καλῶς τὸν πόλεμο ἀφήνοντάς της γράμμα

—τὰ συγχωρεῖ ὅλα!—

πὼς ἐξέπνεε Ἀριστόδημος λέοντας στερνὰ μαραθωνίου λόγια.
Καὶ ἡ κηδεία ἤτανε πάνδημος… Τρεῖς μέρες ἡ χώρα σὲ ἀργία.
Μεσίστιες σημαῖες χωρὶς πράξεις τὰ χρηματιστήρια
καὶ τὰ σχολεῖα, μαῦρες γιορτὲς καὶ ποιήματα.

Ἔτσι, μὲ σκηνογραφημένη ἔπαρση πὼς κάποιος ϑὰ ϑρηνεῖ
τὶς τελευταῖες του στιγμὲς ξάπλωνε
γιὰ νὰ ξυπνήσει ἄλλη μιὰ μέρα ἐλπίζοντας.

*  *  *

Ὁ Ἀριστόδημος ὑπῆρξε ἕνας ἀπ’ τοὺς 300 τῶν Θερμοπυλῶν, ὁ ὁποῖος
ὅμως γύρισε στὴν Σπάρτη λόγῳ τραυματισμοῦ, ὅπου καὶ περιφρονήθηκε
δεινῶς ἀπ’ τοὺς συμπολίτες του γιὰ τὴν μὴ συμμετοχή του στὴν μάχη.

* * *

ΑΙΣΘΗΣΗ

Γραμμὲς ἀνείπωτης ϑάλασσας γραμμὲς μεθυσμένης νύχτας

Φιλαπόδημα πουλιὰ σχέδια κεντήματος μὲ κρόσσια

Μαλλιὰ ἀνεμίζοντα, προβλήτα καὶ καράβι

Κοχύλια ἄδεια σπιτικὰ πρόσφυγες σ’ ἄλλα δάση

Γεράνια ἄσπρα καὶ μαβιὰ πυρκαϊὰ στὰ παραθύρια

Φωνὴ ψιλὴ τῆς λυγερῆς ἀσημόλευκα καὶ μήνη

Μνήμη γλυκὸ τοῦ κουταλιοῦ ἀσπροσένδοι καθρέφτες

Πλατανόφυλλη καρδιά — κόσκινο κῦμα!

Ἐ λ ε λ ε ῦ   Ἰ ῶ   Ὀ τ ο τ ο τ ο ὶ

Πρώτη ϐροχή, ϑέρος, ἀγριολούλουδο τῆς μοίρας.

* * *

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΤΙΑ

Ἐκεῖ ἐπὶ τῆς κλίνης
μία ματιὰ λίγο πρὶν ϕύγεις
ἦταν ἀρκετὴ νὰ σοῦ ϑυμίσει
πόσο ἐρωτευθήκατε, ἀγαπηθήκατε
ζήσατε τὴ ζωὴ
πόσο πονέσατε, δακρύσατε
γεράσατε μαζί.

Καὶ τὸ δάκρυ τῆς καρδιᾶς
ἀποστάλαμα γυμνὸ ἀντίο
ϕυσάει στερνὸ μιὰ στάλα τόση
νὰ σφαλίσει πῶς οἱ μνῆμες καὶ τὰ χρόνια
ἔφυγαν αἰώνια
Ἅγιοι Παναγιὰ καὶ Θεέ μου! — ϕύλλα
ἀνέμου στὸν καιρό.

[ Ἀπὸ τὴ συλλογὴ Ἄφεσις, http://www.dagathoklis.com ]