*
του ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΛΑΦΡΟΥ
~.~
Αγαπητό Νέο Πλανόδιον
Προ αρκετών μηνών, όταν η αποτρόπαια σφαγή που λαβαίνει χώρα στη Λωρίδα της Γάζας δεν είχε ακόμα ξεφτίσει ως ειδησεογραφικό θέμα και παρέμενε επίκαιρη –και άρα, περισσότερο από κάτι το συμβαίνον, ήταν εκείνο που είχε τη δυνατότητα να πουληθεί ως συμβαίνον– είχα λάβει από παλαιό φίλο, ολιγώτατο ως ποιητή πλην όμως τύπο ανθρώπου ευσυνείδητου, το παρακάτω σύντομο μήνυμα, το οποίο και παραθέτω verbatim.
«Δεν μου ’ναι εύκολο, τις μέρες αυτές, ν’ ακούω τη μουσική που έχουν γράψει για τη Γάζα, να διαβάζω τα ποιήματα που μιλούν για τον λαό της ή που τα παιδιά της γράψανε για αυτήν, κάνοντας την ιστορία τους τραγούδι. Δεν μου ’ναι μπορετό να γράψω εγώ για αυτήν. Και το δεύτερο ποίημα μου για κείνη το εναποθέτω κάθε πρωί μισογεννημένο, θλιβερό στην ημιτελή του μετριότητα, σ’ ένα χαρτί απάνω στην πιο εμφανή γωνία του γραφείου μου.
Ακόμα περισσότερο, δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω τις ολοένα αυξανόμενης έντασης εικόνες φρίκης που κατακλύζουν την οθόνη μου. Σ’ ένα ψυχολογικό επίπεδο δεν είναι ίσως παρά ένας μηχανισμός απώθησης. Αλλά, οπωσδήποτε, υπάρχει κάτι το τερατώδες στην εικόνα εκείνη που αναφέρεται στην απανθρωπιά, την αδιάκριτη σφαγή, τον θάνατο των νηπίων, τον λιμό. Στην απόλυτη οδύνη. Στο μαύρο, ορθάνοιχτο στόμα του αποθηριωμένου ανθρώπου που χάσκει καταπίνοντας το φως.
Θες να κρατήσεις τα μάτια σου ανοιχτά, γιατί το αντίθετο θα ήτανε δειλία. Μα κάνοντάς το, δεν μπορείς παρά να παραδεχτείς την πραγματικότητα του ηθικού μας ξεπεσμού, όσο και να επιβεβαιώσεις την ενοχή σου.
ΥΓ. Μην και η ίδια μου αυτή η ευαισθησία, όπως αλλοιώνεται από τις εντελώς άκαιρες ανησυχίες μου για την εικόνα, την ώρα πάνω της σφαγής, δεν αποτελεί άλλο ένα σύμπτωμα μιας εξαχρείωσης;»
Ο φίλος μου είχε ήδη δημοσιεύσει ένα ποίημα για τη Γάζα αισθαντικό, σαν λυρικό και πλήρες ανθρωπιστικής εξάρσεως, και το οποίο είχε καταφέρει να κερδίσει κάποιους ελάχιστους πόντους ορατότητας στην αρένα του διαδικτύου. Ομολογώ πως μού είχε φανεί αφελές, όμως οπωσδήποτε καλύτερο από τα δημιουργήματα άλλων που λογιάζονται για ακόλουθοι της υψηλότατης τέχνης και οι οποίοι, καβαλώντας το κύμα του διάχυτου τότε ανθρωπισμού, είχαν γράψει κάτι άγονα εγκεφαλογραφήματα γεμάτα κρύπτες και βαρυσήμαντες λέξεις κατάλληλες για λήμματα τόμων ασχολούμενων με τη νευροεπιστήμη. Τον καταλάβαινα υπό μία έννοια· η συγκίνηση και το συναίσθημα μαρτυρούν ανθρωπινότητα, κι ας έχουν κρυφτεί πίσω τους σωροί από πτώματα κατά καιρούς. Πάντως το σύνθημα επιμένει κραταιό: Συγκινούμαι άρα δεν είμαι τέρας. (Κάποιος άλλος θα έκανε την εξής πονηρή αντιστροφή: Συγκινούμαι άρα κρύβω την τερατώδη φύση μου πίσω από έναν ανώδυνο μορφασμό πόνου. Αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση).
Τώρα, όπως ομολόγησα λίγο πολύ παραπάνω, ο φίλος μου είναι πεπερασμένου μεν ταλέντου, αστείρευτης δε εντιμότητας, καθότι το ηθικό βάρος του ατόμου και το τάλαντο είναι συνήθως μεγέθη αντιστρόφως ανάλογα. Το αυτό γεγονός όμως δεν μείωσε ούτε στο ελάχιστο το ενδιαφέρον που μου γέννησε το μήνυμά του, καθότι διά της τόσο χαρακτηριστικής για ποιητές του σήμερα μελοδραματικής του τοποθέτησης, ο φίλος μου δεν περιέγραψε παρά ένα μείζον σύμπτωμα του θεάματος, δηλαδή τη φρενήρη αναπαραγωγή της βίας στον κόσμο των εικόνων. Η θέση του, αν μπορεί να υποτεθεί ότι στέκει ως τέτοια, εκκινεί από την ιδέα ότι η, καλλιτεχνική ή μη, πιστή ή όχι αναπαραγωγή της φρίκης έχει κάτι το τερατώδες ανεξαρτήτως προθέσεως· ότι με κάποιο τρόπο η τερατότητα του απεικονιζόμενου είναι εγγενής στην απεικόνιση. Βλέποντας το πράγμα υπό το φως μιας ιδιότυπης (οιονεί αρνητικής) διαλεκτικής, η τερατότητα της βίας που λαμβάνει χώρα στον φυσικό κόσμο παραμένει τέτοια καθεαυτή, στην ωμή, άμεση κατάστασή της (an sich). Είναι στο ξέβγαλμά της στον παγκόσμιο ιστό, στην (ψηφιακή και άρα ταχύτατη, ασυγκράτητη και κάποτε φετιχιστική) αναπαραγωγή της που βρίσκει την εξωτερίκευση της σε μια, αποσπασμένη από το συγκεκριμένο, αφαιρετική μορφή (für sich). Έχοντας βγει από την απομονωμένη ύπαρξή της κινείται ανεξέλεγκτη –μια βία διαμεσολαβημένη από το θέαμα, αυτοαναπαράξιμη και έχουσα πλέον βάρος στον κόσμο του οποίου γίνεται καθρέφτης και οδηγός· μια τερατότητα τώρα καθ’ εαυτήν και δι’ εαυτήν (an and für sich). Είναι προφανές πως δεν μπορεί η συζήτηση εδώ να αφορά την απλή αναπαραγωγή της είδησης της συστηματικής εξόντωσης των Παλαιστινίων, η οποία αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση της παγκόσμιας δημοσιογραφίας και, κάποτε, και του πολίτη, αλλά προχωράει βαθύτερα.
Η ίδια η μάχη της πληροφορίας (η ισραηλινή κρατική προπαγάνδα έχει δαπανήσει τεράστια ποσά για να αποκρύψει τις πράξεις των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων) λέγεται πως εν πολλοίς κέρδισε τις συνειδήσεις της νεολαίας των ΗΠΑ, της μόνης δηλαδή μάζας παγκοσμίως που με τη στάση της μπορεί να κρίνει το αποτέλεσμα της σύγκρουσης πολύ σαφέστερα απ’ όσο μπορούν να το κάνουν οι ίδιοι οι αντιμαχόμενοι άμεσα. Αν όμως οι νέοι Αμερικάνοι δείχνουν κατά ισχυρή πλειοψηφία συμπάθεια για τον αγώνα των Παλαιστινίων και απέχθεια προς τις πρακτικές του Ισραήλ, τούτο δεν μπορεί δίχως αμφιβολίες να πιστωθεί αποκλειστικά στην ανελέητη αναπαραγωγή των εγκλημάτων του τελευταίου, και αυτό γιατί η αμερικανική νεολαία ήδη πριν από τον Οκτώβρη του ’23 χαρακτηριζόταν από περισσότερο προοδευτισμό και από μικρότερη εμπιστοσύνη ή εξάρτηση από τους παραδοσιακούς ομίλους των ΜΜΕ. Ήταν, με άλλα λόγια, έτοιμη να πειστεί για την αδικία που υφίσταται η μία πλευρά από την άλλη. Ο Ρανσιέρ στον Χειραφετημένο θεατή ακολουθεί παρόμοια σκέψη όταν επεξεργάζεται την επιρροή του (πολιτικού) κολάζ στην βορειοαμερικανική κοινή γνώμη κατά τον πόλεμο του Βιετνάμ: «[ο θεατής] πρέπει να αισθάνεται ήδη ένοχος που κοιτάζει την εικόνα ώστε να του δημιουργηθεί η αίσθηση της ενοχής». Η ιδέα ενός σαφούς politica της εικόνας, της εικόνας δηλαδή ως αυταπόδεικτου πειστηρίου που καταλύει κάθε αμφιβολία και πέραν του οποίου κάθε συζήτηση καθίσταται άνευ νοήματος, δεν μπορεί να υποστηριχθεί και εγγράφεται στην ίδια την τοτεμική της φύση.
Έχουμε ήδη βρεθεί στο κατεξοχήν πεδίο της ηθικής και της αισθητικής, σε εκείνη τη σαθρή επιφάνεια όπου οι δύο δυνάμεις συμπλέκονται υπό το φως της ορατότητας. Στην περίφημη υπόθεση με τα δήθεν αποκεφαλισμένα από τη Χαμάς βρέφη, και πριν ακόμα αποδειχθεί η απάτη, ένας Ισραηλινός ταγματάρχης είχε αρνηθεί να παράσχει επιπλέον πληροφορίες σε ξένους δημοσιογράφους σχετικά με τους ισχυρισμούς του δηλώνοντας πως
«τα εγκλήματα πολέμου […] είναι προφανή […] δεν χρειάζεται να παράσχω καμία απόδειξη γι’ αυτό, ούτε πρόκειται να το κάνω. Είναι ασέβεια προς τους νεκρούς».
Ένας άλλος αξιωματικός τις ίδιες εκείνες μέρες είχε ερωτηθεί για το αν ήταν βέβαιος πως τα νεκρά βρέφη είχαν δολοφονηθεί με μαχαίρι. Η απάντησή του:
«Δεν είμαι σίγουρος για το αν θα έπρεπε να έχω ερωτηθεί μια τέτοια ερώτηση. Γιατί όταν βλέπεις ένα βρέφος σε μια τέτοια κατάσταση, δεν έχει σημασία το τι έγινε».
Μία από τις όψεις της σύγκρουσης είναι ακριβώς αυτή η διαφορά βάρους στην επιταγή για διαφάνεια. Σε έναν ίσως ελάχιστα καλύτερο κόσμο η αντίδραση των Παλαιστινίων απέναντι στον φακό και στο βλέμμα του παντεπόπτη θεατή θα ήταν μια ειλικρινής εκδοχή της ψευδοπροσβεβλημένης υπερηφάνειας των Ισραηλινών αξιωματικών· ο πόνος τους θα στεκόταν μαρτυρία για τη βία που δέχονται, πλην θα αρνούνταν την περιφορά της οδύνης τους στις ψηφιακές μπομπίνες των ΜΚΔ, ανάμεσα σε συνταγές, χνουδωτά κατοικίδια και τρέιλερ ταινιών, όπως θα αρνιόταν κανείς να εγκαταλείψει το σώμα αγαπημένου του σε χέρια ιερόσυλα. Αλλά σε έναν κόσμο όπου η ανθρώπινη εμπειρία σε κάθε της έκφανση στέκει διαμεσολαβημένη από το θέαμα, καταλήγει αυτοϋπονομευτικό να επιδιώξεις μια πολιτική αλλαγή στοιχίζοντας τον εαυτό σου πίσω από μια ηρωική του άρνηση – και οι Παλαιστίνιοι οφείλουν να φροντίζουν με ακάματη συνέπεια ώστε τα βάσανά τους να διαπερνούν τα πολλαπλά φίλτρα αορατότητας που τους έχουν επιβληθεί. Όμως αν η απόλυτη ορατότητα είναι η προσταγή, η διαφάνεια της βίας υπερβαίνει σε συνδηλώσεις το θετικίστικο πνεύμα του «είδα άρα γνωρίζω», ήγουν η παρακολούθηση μιας γενοκτονίας σε ζωντανή μετάδοση δεν εξασφαλίζει για τον θεατή κάποια σαφή ηθική, ιδεολογική και τελικά πολιτική στάση εναντίον της.
Άλλαξε ποτέ ο κόσμος από ένα καρέ; Από πολλά; Από ένα terabyte με βίντεο υψηλής ανάλυσης και σκληρού περιεχομένου; Η εικόνα βρίσκεται εκεί για να υπενθυμίζει· ταυτόχρονα καδράρει την πραγματικότητα, ή μέρος της, και με τούτο ακριβώς το καδράρισμα την καθορίζει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι με τις ευγενών προθέσεων κάποτε απεικονίσεις της. Κάδρο σημαίνει περίβλημα, όριο –και τούτη η οριοθέτηση τμηματοποιεί την πραγματικότητα μεταξύ του εκεί και του εδώ. Σε αυτή την απόσταση ελλοχεύουν χίλιες προφάσεις απραξίας και ελάχιστες που να σημαίνουν δράση. Την εικόνα την αντιλαμβανόμαστε ως μια ακραία συμπύκνωση νοήματος. Είναι όμως η υπερπληθώρα της πληροφορίας που φέρνει η οποία οδηγεί στην κατάρρευσή του. Την έλλειψη –πολιτικού, ήτοι παράγοντος δράση– νοήματος δεν την προκαλεί μόνο η απουσία πληροφόρησης ή γνώσης. Είναι συχνά υπό το εκτυφλωτικό κι ανηλεές φως της υπεραφθονίας της, το οποίο θάλλει ιδιαιτέρως στα νέα μέσα, που το νόημα αναφλέγεται. Η ίδια η πληροφόρηση, η φετιχιστική επανάληψη του καρέ, του βίντεο, παίρνουν τον χαρακτήρα της πράξης, οδηγώντας σε μια φρενήρη, ιική αναπαραγωγή περιεχομένου αυξανόμενης έντασης και αιχμηρότερης δυστυχίας ώσπου να επιτευχθεί ο σκοπός, δηλαδή η μέγιστη διάδοσή του περιεχομένου. «Η πληροφορία», για τον Μπωντριγιάρ, «καταβροχθίζει» τώρα «το ίδιο της το περιεχόμενο».
Αλλά ποιο είναι το σύνορο εκείνο το εγγεγραμμένο στον ψυχισμό μας, η λεπτή γραμμή τής οποίας η διάσχιση μετατρέπει το θέαμα του πόνου από σκληρό σε αβάσταχτο; Η απάντηση περιέχει την αίσθηση μιας αόριστης δικαιοσύνης – και τούτο υπερβαίνει την πολιτική θέση ή την ιδεολογική στάση του θεατή. Η παραμικρή υπόνοια έστω μιας ελάχιστης ισοδυναμίας μεταξύ των εμπλεκομένων κάνει το θέαμα ευκολότερα προσπελάσιμο, ενώ το αντίθετο μετατρέπει συνηθέστερα τη θέαση της βίας από κοινό ενδιαφέρον για τα διαδραματιζόμενα σε σαδισμό. Ο ευρύτατος αποτροπιασμός της κοινής γνώμης απέναντι σε περιστατικά βίας εις βάρος των ζώων είναι χαρακτηριστικός, όπως συνέβη πρόσφατα μετά την κυκλοφορία ενός βίντεο το οποίο αποτύπωνε την επίθεση Ισραηλινού εποίκου σε αλυσοδεμένο σκυλί που άνηκε σε οικογένεια Παλαιστινίων. Δεν ήταν παρά η αίσθηση του σκύλου ως ανεξίκακου και ανυπεράσπιστου πλάσματος απέναντι στο ανώτερο ανθρωπογενές Κακό που το έφερε στα ψηλά της καθημερινής ροής της πληροφορίας. Πλείστοι χρήστες του διαδικτύου ανέφεραν πως η θέα της βίας τούς έφερε ναυτία ή ότι τους οδήγησε στον έμετο – και είμαι βέβαιος πως ο φίλος μου ήταν ένας από τους πολλούς εκείνους που τους στάθηκε αδύνατο να το παρακολουθήσουν ως το τέλος. Είναι αρκετά πιθανό κάποιοι από τους ίδιους θεατές να κατάφερναν, έστω με δυσκολία, να ολοκληρώσουν τη θέαση ενός βίντεο που καταγράφει κάποιον βομβαρδισμό καταυλισμού προσφύγων. Κανείς όμως –και αυτό αποτελεί τον πρώτο κρίκο μιας σειράς παραδόξων– δεν είναι πιο απροστάτευτος από εκείνον που η σκηνή του γίνεται στόχος βόμβας, όπως εκείνες που έχουν μετατρέψει μεγάλο μέρος της Λωρίδας σε σεληνιακό τοπίο. Αυτό που διατηρεί το θέαμα προ της γραμμής του αβάσταχτου είναι η απόκρυψη της εύγλωττης χορογραφίας της βίας· είναι εκείνη η μπάλα φωτιάς, άμεσα, και οι σωροί των ερειπίων, αργότερα, που μας επιτρέπουν να κρατήσουμε τα μάτια ανοιχτά μπροστά στην οθόνη, με το στομάχι ίσως σφιγμένο πλην άθιχτο. Ταυτόχρονα, ένα λιγότερο εύπεπτο θέαμα αυτονομείται, με τον βαθμό της ορατότητάς του να βαίνει αυξανόμενος αναλόγως του βαθμού φρίκης που γεννά.
Ο φόνος του εικοσάχρονου Σαμπάν Αλ-Ντάλου τον Οκτώβρη του 2024 από βομβαρδισμό, όπως αποτυπώθηκε στην φακό που τον παρακολουθούσε να καίγεται ζωντανός, κυκλοφόρησε παγκοσμίως και έγινε είδηση στα μέσα, συμπεριλαμβανομένων των μεγαλύτερων αμερικανοβρετανικών· και η τελευταία φωτογραφία των υψωμένων πάνω από το φλεγόμενο κορμί του χεριών, και το ελάχιστο ηχητικό αρχείο ή το βίντεο με τις κραυγές του, όπως αυτά καταναλώθηκαν από το παγκόσμιο ακροατήριο, δεν ήταν παρά ένα σχεδόν εξαναγκασμένο παραμέρισμα της άλλοτε αδιαπέραστης κουίντας που απέκρυπτε τη σφαγή, δεν αποτέλεσαν παρά μια κατ’ ανάγκη ηδονοβλεπτική ματιά στους τρόπους με τους οποίους η βόμβα, αυτό το σύμβολο ογδόντα ετών, επιτελεί τον θάνατό του ανθρώπου. Ο πύρινος χορός του θανάτου είναι αποτρόπαιος ως θέαμα αλλά παραμένει τέτοιο όσο και η θανάτωση του σκύλου –και, ακριβώς ως εικόνα, υπερτερεί της ταπεινής σφαίρας που τρυπώνει σε κάποιο στήθος ή του μαρτυρικού πλην αθέατου θανάτου από ασφυξία κάτω απ’ τα ερείπια. Για το θέαμα δεν υπάρχει άλλη κατάληξη πέρα από τον εαυτό του.
Αν υπάρχει μια αναπόφευκτη αντίδραση έναντι της θέασης της βίας, αυτή είναι μια ηθική της καταδίκη ή αποδοχή, η οποία επέρχεται αστραπιαία. Μπορούμε να αισθανθούμε σχεδόν αμέσως αν ό,τι παρακολουθούμε είναι «καλό» ή «κακό» πέραν τον όσων «αλλά» μπορούν να ακολουθήσουν. Μεγάλο μέρος του κινήτρου της αναπαραγωγή της οδύνης είναι η αναζήτηση συμπόνιας σε μια ιδιότυπη αρένα συναισθηματικής ευκαμψίας· ο εκφράζων τον πλέον εύγλωττο αποτροπιασμό και τη μεγαλύτερη ευαισθησία δείχνεται ο πλέον άνθρωπος –ακριβώς στον αντίποδα όσων επιχαίρουν της σφαγής. Μια αντίστοιχη ανώδυνη διευθέτηση ενυπάρχει στη σύγχρονη, φιλελεύθερη προσταγή για έκφραση συμπόνιας εκ μέρους των δραστών και υπαιτίων του πόνου. Αν όμως κάποτε ήταν η ψυχρότητα της διαβόητης δήλωσης της Μαντλήν Ωλλμπράιτ σχετικά με τα πεντακόσιες χιλιάδες νεκρά παιδιά του Ιράκ που σόκαρε το κοινό, σήμερα ζητείται η ρητορική έκφραση οίκτου από τον δράστη που βρίσκεται εν τω μέσω της βίαιης πράξης· δεν είναι παρά μία έκφραση που ελάχιστα αποκρύπτει τον κυνισμό της, κι ωστόσο η απουσία της μπορεί να του επιφέρει βαρύτατη ηθική καταδίκη. Σε συνέντευξη που του παραχώρησε η Ισραηλινή πολιτικός Ντανιέλα Βάις, και μετά την επίμονη άρνησή της να απαντήσει στην ερώτησή του για το πώς αισθάνεται για τον θάνατο είκοσι χιλιάδων παιδιών στη Λωρίδα της Γάζας, ο Πηρς Μόργκαν κατέληγε πως όφειλε να σημειώσει την «έλλειψη συμπόνιας» εκ μέρους της –σαν η πιθανή έκφραση θλίψης για τα αποτελέσματα της δικής της εφαρμοζόμενης πολιτικής να την απεκάθαιρε από το στίγμα του εγκλήματος ή να το μετέτρεπε σε κάποιον ανώδυνο λεκέ1.
Για τον (δυτικό) ανθρωπιστή η θανάτωση των αμνών έχει τόση σημασία όση και η απουσία ενσυναίσθησης εκ μέρους του σφαγέα· έτσι που εφόσον το κάθε κατέβασμα της μαχαίρας συνοδευόταν από μια συγγνώμη, το βίαιο πέρασμά τους στην ανυπαρξία να ήταν περισσότερο ανεκτό στη συνείδηση του ως θεατή. Εδώ αποκαλύπτεται με σαφήνεια ο εγωκεντρικός, σχεδόν σολιψιστικός χαρακτήρας της θέασης ως πρωτογενούς στοιχείου του θεάματος· μόνο στο βλέμμα του θεατή αποκρυσταλλώνεται ο σκοπός του.
Η Σόνταγκ στο έργο της Παρατηρώντας τον Πόνο των Άλλων ασκεί δριμεία κριτική στις περί θεάματος θέσεις των Ντεμπόρ και Μπρωντριγιάρ. Λίγο πρωτύτερα είχε ήδη ανασκευάσει κάποιες από τις βασικές της ιδέες, όπως τις είχε εκθέσει είκοσι χρόνια νωρίτερα. Δεν μπορεί να υπάρξει εδώ καμιά θεμελιώδης αντίρρηση. Το θέαμα, ως «το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης ώστε να γίνει εικόνα» (Ντεμπόρ), είναι το κατεξοχήν ρευστό πεδίο, η μήτρα των αβεβαιοτήτων. Αν πριν δεκαπέντε χρόνια μπορούσε κάποιος να συγκλονιστεί από την τραβηγμένη στη Χεβρώνα φωτογραφία της Καστελνουόβο, δεν είναι λίγοι σήμερα που άμα τη θεάσει της θα σήκωναν τους ώμους· τι είναι το απαρτχάιντ και ο εποικισμός μπροστά σε μια εξελισσόμενη γενοκτονία; Η ίδια η ορατότητά της εικόνας θα είχε σήμερα ξεφτίσει, πράγμα που θα έκανε τη θέασή της σχεδόν αδύνατη. Αν όμως κλείναμε τα μάτια εμπρός στη σφαγή χάριν διατήρησης μιας αμφίβολης ευαισθησίας στο ερέθισμα, αυτό δεν θα μας έκανε λιγότερο συνένοχους σ’ αυτήν. Ο Αντόρνο το γνώριζε ήδη καλύτερα, όταν στη θέση της μαρτυρίας έβλεπε να συγχέονται οι σκιές του θύτη μαζί και του θύματος. Τέτοια είναι η λογική της ενοχής, που καρπίζει όπου εκλείπει η προοπτική, η ελπίδα. Το ότι βρισκόμαστε στη θέση του απελπισμένου αλλά φανατικού θεατή δεν αποτελεί παρά μόνο μία –αλλά διόλου αμελητέα για αυτό– έκφραση των δυστυχημάτων μας.
ΥΓ. Όσο για τον φίλο μου; Αν όφειλα να μαντέψω το σημερινό του μήνυμα, θα έλεγα πως θα ήτανε αυτό: «Τι ανακούφιση το ρίξιμο της συστηματικής τους εξόντωσης στα χαμηλά από άλλα, ζωηρότερα νέα! Γιατί ως τώρα έβρισκα τις ίδιες μου τις σκέψεις τερατώδεις και, αφήνοντάς τις ημιτελείς, απεκάθαιρα τον εαυτό μου από το στίγμα του διανοουμενισμού, ενώ τώρα μπορώ να τις οδηγήσω ως την τελειωτική τους έκφρασή, λαμβάνοντας όλη την ευχαρίστηση που μπορεί μια τέτοια πράξη να μου δώσει». Είναι κάτι, φρονώ, που πολλοί θα καταλάβουν.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
[1] Είναι σημαντικό να γίνει η διάκριση εδώ από τη μετάνοια ως στοιχείο στο νομικό σύστημα. Η, τουλάχιστον φαινομενικά, ειλικρινής μεταμέλεια νοείται ως ελαφρυντικό στη δίκη του κατηγορούμενου, αφότου δηλαδή αυτός έχει προσαχθεί και, συνεπώς, έχει αναγκαστικά πάψει το καταστροφικό του έργο. Μόνο υπό το καθεστώς της απουσίας άλλης εγκληματικής πράξης μπορεί να νοηθεί η μετάνοια. Εδώ δεν έχουμε παρά μια επιταγή για μεταμέλεια στο πεδίο του θεάματος και για το πεδίο του θεάματος, η οποία δεν εγγυάται την παύση της βίας στο πεδίο της πράξης, αλλά ενίοτε τη διευκολύνει.
///
*
**
