Μετά το Άουσβιτς

*

Εδώ και μήνες
ο θάνατος
συμμάχησε για τα καλά
με το παράλογο.
Γι’ αυτό
ο Αύγουστος του καρπουζιού
δεν έχει σημασία πια.
Τι σημασία έχει η ιστορική παιδεία
κι η καλή καρδιά
όταν μετά το γαμημένο Άουσβιτς
στα μάτια
κάποιου χορτασμένου εβραιόπουλου
μπορείς να δεις
τα πληγωμένα μάτια
κάποιου πεινασμένου κοριτσιού
που ζει
μες στα φριχτά ερείπια
στην ισοπεδωμένη  Γάζα. (περισσότερα…)

«Κλασσικοί» τελευταίας εσοδείας

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 08:25
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Διαβάζω πάντα με ενδιαφέρον για όλες αυτές τις λίστες που στήνονται εδώ και έξω: Τα 100 καλύτερα βιβλία του 21ου αιώνα, Τα 10 καλύτερα μυθιστορήματα της εποχής μας, Οι 20 κορυφαίοι συγγραφείς μετά το 1970, κλπ., κλπ… Και στις άλλες τέχνες, τις έχουσες μακρά παράδοση τουλάχιστον, τα ίδια.

Χρήσιμα είναι κάποτε όλα αυτά, ως δηλώσεις κριτικής προτίμησης. Σε ότι αφορά όμως την αντοχή της αξιολόγησης, ο κόπος είναι μάταιος. Κανόνες, έργα από τα λογιζόμενα «κλασσικά», ο καιρός μας δεν μπορεί να δώσει. Όχι επειδή δεν υπάρχουν κείμενα με αρετές συγκρίσιμες με εκείνες των κλασσικών του παρελθόντος – το ταλέντο ποτέ δεν στερεύει, αν δεν πάψει η καλλιέργειά του. Αλλά επειδή δεν υπάρχει η «περιρρέουσα ατμοσφαίρα», για να θυμηθώ τον Ροΐδη, που καταξιώνει και υψώνει τους «κλασσικούς». Ο παράγων χρόνος, προπάντων.

«Κλασσικό» είναι πάντα το έργο αναφοράς, που μας ελκύει ή μας απωθεί, αδιάφορο, αλλά πάντως είναι αδύνατο να αγνοήσουμε. Και που ως εκ της παρουσίας του απασχολεί διαρκώς όχι απλώς μια δράκα ή μια αγέλη afficionados, αλλά την ευρεία συλλογικότητα. Πού γίνεται επίκεντρο διαχρονικών συζητήσεων και παθών, σημείο προσανατολισμού, και θεμέλιο των κοσμοεικόνων μας.

Αυτού του είδους την καθοδηγητική, οιονεί θρησκευτική σημασία του έργου τέχνης, ο τωρινός ηδονικός ατομοκεντρισμός την έχει εξατμίσει. Τα έργα δεν είναι προορισμοί στους οποίους οι γενεές επανερχόνται διά βίου. Είναι πρόσκαιρες και ευκαιριακές στάσεις για την τάδε ή τη δείνα ομάδα, που δεν δεσμεύουν κανέναν άλλο πλην εκείνης και, το κυριότερο, δεν δημιουργούν συνήθως γραμμές κατιόντων, μαθητών ή επιγόνων.

Ποιος μαθητεύει εξάλλου σήμερα; Για το αυτοπραγματούμενο άτομο, και η ίδια η έννοια της διδαχής είναι προσβολή, πατρωνάρισμα ανεπιθύμητο της αυτογενούς του και ανυπέρθετης ανεξαρτησίας.

Και ακόμη, για ποια πάθη μιλάμε; Οι αγάπες μας ξεθυμαίνουν το ίδιο εύκολα με τα μίση μας. Έτσι μας θέλει ο εσωτερικευμένος καταναλωτισμός μας, να κορδωνόμαστε για τους πέντε-δέκα «κλασσικούς» τελευταίας εσοδείας που έχουμε στοιβάξει στο κομοδίνο μας, αλλά ανίκανους να δοθούμε, να αφοσιωθούμε σε κανέναν. Πώς να αντλήσουμε το μέγιστο από έναν συγγραφέα λοιπόν, ποιο βιβλίο έχει την ευκαιρία να μετρήσει πράγματι, όχι στην ατομική (σ’ αυτήν κι ένα φυλλάδιο διαφημιστικό μπορεί να φέρει τα πάνω-κάτω), αλλά στη συλλογική μας βιοπορία;

Όμως, όπως προείπα, το λάθος εδώ δεν είναι –δεν είναι αποκλειστικά, τουλάχιστον– των συγγραφέων. Κανείς συγγραφέας, όσο σημαντικός και αν είναι, δεν αντέχει την συνέκθεση με τους χιλιάδες άλλους κατώτερους που συνωστίζονται πλάι του. Στείλε τον Όμηρο ή τον Σαίξπηρ σε μια Διεθνή Έκθεση Βιβλίου και θα πάρεις έναν ακόμη γραφιά που ιδρώνει για να αποσπάσει λίγη προσοχή από τους παρατρεχάμενους. Για την Παλατινή Ανθολογία έχουν να πουν ότι μέσα της «αλληλοσυντρίβονται αριστουργήματα». (περισσότερα…)

Εννιά καλοκαιρινά χαϊκού

*

Πάνω στα στάχυα
μωρά μιας πεταλούδας
γλυκοκοιμούνται

///

Ψάθινος τρύγος
σταφύλια του Σωτήρος
μια στάμνα μέλι

///

Στα γόνατά σου
ολόγυμνη και πλήρης
σαν πανσέληνος

///

Φουσκώνουν δάκρυα
στα μάγουλα μιας κρήνης
νερό πηγαίο (περισσότερα…)

Η Μάκαινα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Οι τίμιοι άνθρωποι είναι οι αριστοκράτες της εποχής μας.
ERNEST RENAN

Ο αξιωματικός υπηρεσίας βάραγε μύγες εκείνη την μέρα στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκάδας. Ζέστα, κατακαλόκαιρο. Ο ιδρώτας έτρεχε κρουνός απ’ το πρόσωπό του και ράντιζε το χαρτί που μουντζούρωνε μπροστά του αμήχανα. Ο ανεμιστήρας αγκομαχούσε, κάνοντας ένα εκνευριστικό «κρακ-κρακ», που αποκοίμιζε αντί ν’ ανησυχεί τον γλαρωμένο αστυνομικό.

Απ’ έξω έφτανε η φασαρία των διερχόμενων οχημάτων, μυρμηγκιά ολόκληρη, στρατιά παραθεριστών που βούλιαζε το νησί κι ύστερα πάλι βούιζε στους δρόμους και στα στενοσόκακα η ερημιά.

Το «τικ-τακ» του ρολογιού στον τοίχο, συνομιλούσε με το «κρακ-κρακ» του φτηνιάρικου ανεμιστήρα.

«Τικ-τακ: κάποιος έρχεται».

«Κρακ-κρακ: ποιος να είναι;»

Τα βήματα ανέβαιναν γοργά την ξύλινη σκάλα, λες κι ένα σώμα φτιαγμένο από λάστιχο αψηφούσε το θανατερό κάμα και πέταγε σχεδόν προς τα πάνω.

Ο αξιωματικός υπηρεσίας ξεγλάρωσε για τα καλά όταν ο επισκέπτης μπήκε στο γραφείο του.

«Παρακαλώ…» είπε όσο μπορούσε ευγενέστερα. Ενώ, δίχως να το πει, διαβάζονταν πεντακάθαρα στην φάτσα του: «Τι θέλεις μεσημεριάτικα, ρε γύφτο;»

Ο νεαρός, που σκίαζε με το παράστημά του το δωμάτιο, ήταν ολοφάνερο πως ανήκε στην φυλή των Αθίγγανων. Τα πεντακάθαρα ρούχα του κι οι φινετσάτοι τρόποι του δεν πρόδιδαν κάτι τέτοιο, μα υποδήλωναν έμφυτη αρχοντιά. Ο μαύρος οψιδιανός του δέρματός του, όμως, μιλούσε για λιοπύρια και λιόκρισες, η τυλωμένη φλέβα του λαιμού για το χοχλάτο αίμα του, και οι σπίθες μες στα μάτια που σιγόκαιγαν, μιλούσαν για την μεγάλη φωτιά του καταυλισμού που δεν έσβησε ολότελα. (περισσότερα…)

Μικρή εισαγωγή στην ποίηση του Βαγγέλη Τασιόπουλου

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Ο ποιητής Βαγγέλης Τασιόπουλος, με εννιά ποιητικές συλλογές και μια πρόσφατη συλλογή διηγημάτων στο ενεργητικό του, αποτελεί έναν διακριτό ποιητή της Γενιάς του 1980 ή αλλιώς Γενιάς του ιδιωτικού οράματος,[1] ο οποίος, ενώ στην αρχή της ποιητικής του πορείας παραμένει ως επί το πλείστον περίκλειστος ποιητικά εντός του ιδιωτικού λυρισμού, εξελικτικά και κλιμακωτά αποκλίνει από την ποιητική περιχαράκωση στο ιδιωτικό πάθος-όραμα και ανοίγεται στον ευρύτερο πολιτικοκοινωνικό και ιστορικό χώρο, προσφέροντας μιαν ευρύτερη θέαση του συλλογικού. Στο παρόν κείμενο, επομένως, θα εστιάσουμε (όσο αυτό είναι δυνατόν στο πλαίσιο ενός μικρού  κειμένου) αφενός στην προαναφερθείσα εξελικτική πορεία της ποιητικής του Τασιόπουλου, η οποία προϋποθέτει παράλληλα και μια σημαίνουσα μορφολογική μετατόπιση από το λυρικό-ποιητικό προς το αφηγηματικό-πεζοποίημα, και αφετέρου στην ανάδειξη κεντρικών θεμάτων της ποίησής του που επανέρχονται βασανιστικά και επίμονα με τρόπο που μας επιτρέπει να μιλήσουμε, κατά την άποψή μου, για ένα ποιητικό έργο εν προόδω. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. (περισσότερα…)

Τα ταυ του έρωτα

*

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν

Κι άν του έρωτα το γλυκερό
ψωμί δέ σε χορταίνει,
και μοιάζει κιόλας το φτερό
κομμένο απο χαρτόνι,

σεβάσου, μήν υποτιμάς
το μπράτσο-του το αφράτο.
Δέν τό ’χει τίποτα μεμιάς
να φέρει πάνω κάτω

λαχτάρες, όνειρα, ακριβές
κι ατράνταχτες αλήθειες,
αγαπημένες μέχρι χτές
παλιές καλές συνήθειες,

τις πατερίτσες της καρδιάς,
του νού τα δεκανίκια…
Κι άν κάνεις πως τον σταματάς,
σηκώνει τα μανίκια,

τραβάει απ’ τα χαλάσματα
το πιό χοντρό καδρόνι
και με παιδιάστικη χαρά
μπροστά-σου το κραδαίνει! (περισσότερα…)

Βασική απορία

*

Απ’ τους βραχίονες φυτρώνουν σωληνάκια
ίδια κισσοί, κλωνάρια αναρριχητικά.
Στο τραπεζάκι αντισηψίες και μπαμπάκια

μια εικονίτσα διαβασμένη, μερικά
περιοδικά του συνοδού παρηγορία
κι ένας παλμός μεταφρασμένος ψηφιακά,

ήχος διακεκομμένος· η παθολογία
του ασθενούς κι η ηλικία απαιτεί
συμβατικούς Θεούς (και μη) και συνεργεία,

σε μία τέλεια ενορχήστρωση όλοι αυτοί. (περισσότερα…)

Φαντασμαγορία

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 25.viii.25
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΦΑΝΤΑΣΜΑΓΟΡΙΑ

Κοκκινωπές ξεφτισμένες φυλλωσιές που τις μάδησε το φως του δειλινού. Χρυσές ανταύγειες με βαθιές ραβδώσεις παλιών αναμνήσεων. Κι εδώ, σήμερα, στο σημείο αυτό, δεν μπορώ να πω πολλά πράγματα. Μένω ενεός. Κι εσείς αφήστε με να πετάω. Να ονειρεύομαι.

*

* (περισσότερα…)

Federigo Tozzi, Κτήνη

*

Προλόγισμα-Μετάφραση
Χρίστος Κρεμνιώτης

~.~

Ο Φεντερίγκο Τότσι (Σιένα, 1883 – Ρώμη,1920) είναι, όχι μόνον εκτός αλλά και εντός της χώρας του, μία από τις λιγότερο γνωστές φυσιογνωμίες της ιταλικής τέχνης. Αφορμώμενος από τον Βέργκα, συνέχισε εξοπλίζοντας τη γραφή του με τη μελέτη της αναδυόμενης τότε ψυχανάλυσης χωρίς όμως να την καταστήσει αυτοσκοπό του έργου του και δίχως ποτέ να παραγκωνίσει την ποιητική του λόγου. Όπως ο Μοράβια είχε παρατηρήσει, ενώ στον Σικελό έχουμε την τελειότητα της περιγραφής των ηττημένων, στον Τότσι έχουμε τον συγγραφέα να μιλά ως ένας από αυτούς. Δημιουργός ευρηματικός, λακωνικός, ρέκτης του ανθρώπινου ψυχισμού και θαρραλέος προβολέας της παραμόρφωσής του, έχει χαρίσει έργο του οποίου τα πιο επιτυχημένα αποτελέσματα είναι αντίστοιχου επιπέδου με εκείνα του πιο γνωστού παγκόσμιου λογοτεχνικού πανοράματος. Σε ιταλική κλίμακα, τα διηγήματα και οι νουβέλες του, για παράδειγμα, στέκουν δίπλα σε εκείνα του Πιραντέλλο, o οποίος προσπάθησε  να τον στηρίξει.

Τα παρόντα «μικροδιηγήματα», είναι πέντε μόλις από τα περίπου εβδομήντα που συναποτελούν το έργο του Κτήνη, το οποίο εκδόθηκε το 1917. Σε αυτά, στις πιο απλές ανθρώπινες καταστάσεις, ένα ζώο –ένα κτήνος– εμφανίζεται πότε ως καταλύτης της έντασης, πότε ως μιαν ανταύγεια μέσα στη μονοτονία της καθημερινότητας.  Αποτελεί έργο του οποίου η μεν πρωτοτυπία δεν εμποδίζει το ανθρώπινο βλέμμα, η δε «ταχύτητα» δεν αναστέλλει τον λυρισμό και την ακρίβεια. Ένα από τα αριστουργήματά του, το έργο του Τρεις σταυροί, θα κυκλοφορήσει τους επόμενους μήνες από τις Εκδόσεις Ίνδικτος. — Χ.Κ.

 ///

 –42–

Χτυπήθηκα από τύφο και ο πυρετός ανέβαινε διαρκώς. Η μητέρα μου δεν μπορούσε να κάθεται μαζί μου όσο ήθελε κι έτσι, έπρεπε να την περιμένω στο κρεβάτι με τις ώρες· μόνος. Απ’ το παράθυρο που έστεκε μισάνοιχτο, με τα τζάμια του ακαθάριστα από τότε που ήμουν καλά, έβλεπα τα σύννεφα να προσπερνούν και την κορφή μιας κερασιάς ν’ ανατριχιάζει, ακριβώς όπως και εγώ όταν με έκαιγε ο πυρετός. Κάποιο πρωί, πήρα το φάρμακο, πεινούσα· και δεν ερχόταν κανείς. Ήθελα να σηκωθώ μα, πιο πολύ, να κλάψω. Τα σκεπάσματα ένιωθα να με καταπλακώνουν, άπλωναν επάνω μου όπως απλώνουν τα βουνά και, εκείνα τα σύννεφα, έκαναν τα πάντα να με βαραίνουν περισσότερο. Στο κεφαλάρι του κρεβατιού υπήρχε το ηλεκτρικό κουδούνι, όμως δεν τολμούσα να το πατήσω γιατί ο ήχος του χειροτέρευε την κατάστασή μου. Ήμουν έτοιμος να ουρλιάξω, έντρομος από τα σκεπάσματα που ανασηκώνονταν από τα γόνατά μου και μέσα σε μια κατάσταση παραίσθησης νόμιζα πως ανέβαιναν ως το ταβάνι για να μου επιτεθούν και να με πνίξουν. Μία μέλισσα ήρθε. Γύρισα το κεφάλι μου για να τη δω. Χτύπησε στα παράθυρα, ο βόμβος της ξεκίνησε να αντηχεί αλλά, μ’ έναν τρόπο τόσο γλυκό που καταλάγιαζε την κατάστασή μου. Παρευθύς, ήρθαν στον νου μου τα γινομένα σύκα και ένα σωρό άλλοι καρποί. Είχα τη γεύση τους στο στόμα μου! Ποιος ξέρει πώς θα μοσχοβολούν οι κάμποι τούτη την ώρα! Η μέλισσα πέταξε στην οροφή, πήγε από δοκάρι σε δοκάρι και γύρισε στο παράθυρο. Δεν έκλαιγα πια. Είχα απορροφηθεί από τη μονοτονία του θορύβου της που, εκείνη τη στιγμή, μού φαινόταν σαν μια μουσική που έπρεπε να έντυνα με στίχους. Η μητέρα μου επέστρεψε, την έδιωξε· και δεν μου άρεσε. Και όλη την ημέρα σκεφτόμουν μόνο αυτό, έκπληκτος που δεν μπορούσα να σκέφτομαι τίποτα άλλο, παρά μόνο αυτό. (περισσότερα…)

Χρήμα και λογοτεχνία στη Γαλλία του 19. αιώνα

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Αν η Επανάσταση του 1789 καθόρισε την ιστορική εξέλιξη προς την απόλυτη επιβολή του χρήματος επί της εξουσίας, δηλαδή της οικονομίας επί της πολιτικής, στη Γαλλία, τουλάχιστον, αυτή η διαδικασία χρονολογείται αρκετούς αιώνες πίσω, αν λάβουμε υπόψη την εκτεταμένη εξαγορά αξιωμάτων και τίτλων από τις αρχές του 15ου αιώνα, όταν ο Λουδοβίκος ΙΒ΄ επέτρεψε στους πλούσιους να αναλάβουν σταδιακά τον κρατικό μηχανισμό. Γενικότερα, βέβαια, η λατρεία του χρυσού μόσχου διαπερνά όλα τα κοινωνικά και πολιτικά καθεστώτα: ήταν π.χ. η μοναρχία, δέσμια του υλισμού, αυτή που έδωσε το σύνθημα της υποταγής της ευγένειας στον πλούτο και στη διάλυση της οργανικής και συντεχνιακής μεσαιωνικής κοινωνίας. Και υπήρξε αρκούντως τυφλή και αυτοκαταστροφική η εκδίκηση των ευγενών: αυτοί ήταν που άναψαν την πυρά του διαφωτισμού στην οποία θα καίγονταν τα τελευταία τους προνόμια. Τούτων δοθέντων, το 1789 ήρθε μόνο για να άρει τα τελευταία εμπόδια στη βασιλεία της πλούσιας αστικής τάξης και να εγκαινιάσει έναν αιώνα στον οποίο, όπως θα συνοψίσει ο Αλέξις ντε Τοκβίλ, «η επιθυμία να πλουτίσει κανείς με κάθε κόστος, η αγάπη για το κέρδος, η αναζήτηση της ευημερίας και των υλικών απολαύσεων ήταν τα πιο μεγάλα πάθη».

Μέσα στον 19ο αιώνα, ωστόσο, υπάρχει μια ιστορική περίοδος που καμμία άλλη δεν συγκρίνεται μαζί της (μιλούμε για τη Γαλλία πάντα) ως προς το πάθος για χρήμα, που γίνεται εμμονή, όχι απλώς κοινωνική νόρμα αλλά και κεφαλαιώδες λογοτεχνικό αντικείμενο. Στον αιώνα αυτόν των τραπεζιτών, των τοκογλύφων και των νεόπλουτων, που επέβαλε και στους συγγραφείς τον πνευματικό ζυγό του (το πνεύμα του χρήματος, τι τρομερή αντίφαση!), τον αιώνα κατά τον οποίο η Γαλλία γνώρισε δύο επαναστάσεις, δύο αυτοκρατορίες, δύο δημοκρατίες και δύο μοναρχίες, κομβική στάθηκε η περίοδος της Ιουλιανής Μοναρχίας (1830-1848), όταν ο κλάδος της Ορλεάνης για να στηρίξει την Παλινόρθωση και τον σφετερισμό της μοναρχικής νομιμότητας, παραδίδει όλη την εξουσία στην αστική τάξη. Είναι η εποχή που τα γράμματα αρχίζουν να καταβροχθίζονται από το χρήμα και γεννιέται η λαχτάρα του μπεστ σέλλερ προκειμένου οι εκδότες να πλουτίσουν και οι συγγραφείς να επιζήσουν. (περισσότερα…)

Δοκίμιο για την υπεραγορά τροφίμων

*

Αξιότιμε κύριε,

Σας ευχαριστώ που μου δίδετε την ευκαιρία να αναπτύξω σύντομα τις απόψεις μου για τις υπεραγορές (δεν σας πειράζει βέβαια που άλλαξα το θέμα από «super-markets» προς το ελληνικότερο), γιατί πάει καιρός που έγραψα οτιδήποτε σε κάποιο φίλο κι εγώ σας βλέπω έτσι. Σαν φίλο δηλαδή.

Στο σχολείο, λοιπόν, είχαμε κάνει ένα ποίημα του Πούλιου, «Αμέρικαν μπαρ στην Αθήνα», και μετά το ξανακάναμε στο πανεπιστήμιο. Τη δεύτερη φορά όμως μας είπαν ότι το πρότυπο του Πούλιου ήταν ο Γκίνσμπεργκ, δηλαδή και την πρώτη μας το είχαν πει, αλλά στο σχολείο δεν κάναμε τον κόπο να διαβάσουμε το ποίημα του δεύτερου. Και έλεγε το αμερικάνικο ποίημα για μια συνάντηση στην υπεραγορά και ήταν το πρώτο πράγμα που θυμήθηκα όταν μου δώσατε την κόλλα με την ερώτηση: «Τι σημαίνει για σας σούπερ-μάρκετ;» Θυμήθηκα έναν στίχο που μεταφρασμένος μου φάνηκε αστείος («Τι έκανες, Γκαρθία Λόρκα, ανάμεσα στα καρπούζια;»), ενώ στα αμερικάνικα μου φάνηκε ωραίος. Όπως και να ’χει, είναι ωραία να περπατάς σε τέτοιους χώρους και να συναντάς σπουδαίους ποιητές, έστω και μέσα στην παρακμή. (περισσότερα…)

Παναγιώτης Κονδύλης, Βιογραφικά στοιχεία και πνευματικοί προσανατολισμοί

*

Το εργοβιογραφικό «Υπόμνημα» που ακολουθεί υποβλήθηκε από τον Παναγιώτη Κονδύλη στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών τον Μάιο του 1980. Ως γνωστόν, η υποψηφιότητά του για καθηγητική έδρα απερρίφθη από τη Σχολή και ο Κονδύλης έκτοτε, παρά τις επανειλημμένες προτάσεις που δέχτηκε κατά καιρούς από Πανεπιστήμια της Ελλάδας και της Γερμανίας, απέρριψε διαρρήδην κάθε ιδέα να ακολουθήσει πανεπιστημιακή σταδιοδρομία. Το «Υπόμνημα» αναδημοσιεύεται εδώ με την ευκαιρία της πρόσφατης συμπλήρωσης 82 ετών από τη γέννηση του μεγάλου Έλληνα στοχαστή (Αρχ. Ολυμπία, 17 Αυγούστου 1943 – Αθήνα, 11 Ιουλίου 1998).

///

Βιογραφικά στοιχεία και πνευματικοί προσανατολισμοί

Γεννήθηκα στις 17 Αυγούστου 1943 στην Αρχαία Ολυμπία Ηλείας. Η οικογένειά μου μετοίκησε το 1949 στη Νέα Ερυθραία Αττικής, όπου άρχισα και ετελείωσα το Δημοτικό Σχολείο. Από το 1955 έως το 1961 μαθήτευσα στο Γυμνάσιο Κηφισιάς. Από τα πρώτα γυμνασιακά μου χρόνια προσπάθησα να συνδυάσω τις υποχρεωτικές μου μαθητικές ένασχολήσεις με την συστηματική εκμάθηση ξένων γλωσσών καθώς και με ελεύθερη μελέτη, που περιλάμβανε όχι μόνο κείμενα της νεοελληνικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, αλλά και έργα ιστορικού και φιλοσοφικού περιεχομένου. Η ιδιαίτερη κλίση μου προς τα αρχαία ελληνικά με οδήγησε, μέσα από την ίδια την μελέτη της γλώσσας, σε μια πρώτη ανακάλυψη του πνευματικού κόσμου των προσωκρατικών, του Πλάτωνα και του Θουκυδίδη, η οποία άφησε ίχνη αρκετά ισχυρά, ώστε να διαγράψουν την πορεία μελλοντικών προβληματισμών μου.

Μετά την αποφοίτησή μου από το Γυμνάσιο έδωσα εξετάσεις στη Νομική Σχολή Αθηνών, επιτυγχάνοντας μεταξύ των πρώτων. Σύντομα διαπίστωσα, ότι οι νομικές σπουδές δεν ικανοποιούσαν τα βαθύτερα ενδιαφέροντά μου, και έτσι τις διέκοψα μετά ένα, μόλις, χρόνο, για να δώσω –το 1963– εισαγωγικές εξετάσεις στην Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Πέτυχα πρώτος μεταξύ τεσσάρων χιλιάδων υποψηφίων και παρέμεινα υπότροφος του ΙΚΥ κατά την διάρκεια των σπουδών μου. Υπήρξα τακτικός ακροατής των παραδόσεων των καθηγητών κ.κ. (κατ’ αλφαβητική σειρά) Βουρβέρη, Ζακυθηνού, Ζώρα, Θεοδωρακοπούλου, Κορρέ, Κουρμούλη, Λουϊζίδη, Μαρινάτου, Σπετσιέρη. Ο τότε καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας κ. Τωμαδάκης μου έκαμε την τιμή να με προσλάβη ως (άμισθο) βοηθό του, και η σχετικά ολιγόχρονη, αλλά έντονη επίδοσή μου στην μελέτη μεσαιωνικών κειμένων μου προσεπόρισε ένα μόνιμο πνευματικό κέρδος, και μάλιστα υπό διπλή έννοια: με βοήθησε να δω την γέφυρα, που συνδέει τον Όμηρο και τον Αισχύλο με τον Παλαμά και τον Ελύτη, και να συλλάβω, έτσι, την θεμελιώδη ενότητα της ελληνικής γλώσσας καθώς και τον έντονο δυναμισμό, ο οποίος απορρέει από την ενότητα αυτή, γεννώντας αδιάκοπα λογοτεχνία υψηλής στάθμης· και οι διαπιστώσεις αυτές μου έδειξαν, με την σειρά τους, την πνευματική στειρότητα κάθε μορφής γλωσσικής μισαλλοδοξίας. (περισσότερα…)