Λόρεν Γκροφ, Στον Παράδεισο και στην Κόλαση (1/2)

writers-voice-groff-1

~.~

Μετάφραση: Μαρία Σ. Μπλάνα

Οι χτύποι των χουρμάδων που έσκαγαν πάνω στη σκεπή την άφησαν άυπνη όλο το βράδυ κι όταν το πρωί την ξύπνησε το εκτυφλωτικό φως του ήλιου που εισέβαλε απ’ το παράθυρο, έφτασε στα όριά της. Αντίο, σ’ όλα αυτά! τραγουδούσε καθώς μετέφερε τα λιγοστά υπάρχοντά της στο στέισον-βάγκον: την κιθάρα του πρώην της, τον εξοπλισμό κάμπινγκ που είχαν αγοράσει στο πρώτο έτος του μεταπτυχιακού τους (τη μοναδική νύχτα τους στον ποταμό Σουάνι την πέρασαν παγωμένοι από τα μουγκρητά των κροκόδειλων), ένα κασόνι βιβλία. Αντίο στα άλλα βιβλία που θα άφηνε στοιβαγμένα στον τοίχο, εκατοντάδες από αυτά: δεν πιάνουν μία, της είπαν όταν προσπάθησε να τα πουλήσει.

Αντίο στο γυάλινο βουνό χρέους απ’ το οποίο ξεγλιστρούσε κρυφά. Αντίο στο απειλητικά λευκό χαρτί της γνωστοποίησης επικείμενης έξωσης που της θυροκόλλησαν. Αντίο στ’ ανεκπλήρωτα όνειρα. Θα ήταν άδεια τώρα, έχοντας επιλέξει να χάσει.

Το διαμέρισμα ήταν ένα όστρακο, στεγανό απ’ το βερνίκι. Πήρε βαθιά ανάσα, βγαίνοντας στην αυλή. Ξουτ! μια ανεπαίσθητη ιδέα ιλίγγου τη διαπέρασε καθώς έσπρωξε τον γάτο έξω απ’ την πόρτα. Ουφ, θα είσαι μια χαρά, είπε, κι έσκυψε να χαϊδέψει το μεταξένιο τρίχωμα ανάμεσα στ’ αυτιά του, αλλά, σβέλτος σαν φίδι εκείνος, τη γρατζούνισε. Όταν σήκωσε τα μάτια της απ’ τις τέσσερις πριονωτές γραμμές στο χέρι της που άρχιζαν να μοιάζουν με σειρές αιμάτινες χάντρες, εκείνος είχε πηδήξει μακριά. Κι έπειτα, κι εκείνος, χάθηκε.

~.~

Πέρασε οδηγώντας απ’ την τούβλινη εστία του πανεπιστημίου, όπου οι πρωτοετείς μόλις είχαν φτάσει και ξεφόρτωναν τις βαλίτσες τους από τα οικογενειακά αυτοκίνητα, ενώ οι γονείς τους αγκάλιαζαν ο ένας τον ώμο του άλλου για παρηγοριά. Αντίο, φώναξε, σπινιάροντας τα λάστιχα του βαν στην άσφαλτο.

Ύστερα από ένα καλοκαίρι με το ρεύμα κομμένο, ένα καλοκαίρι που το πέρασε διαβάζοντας πλάι στο ανοιχτό παράθυρο φορώντας μόνο τα μουσκεμένα απ’ τον ιδρώτα εσώρουχά της, το κλιματιστικό του βαν της φαινόταν πάγος. Άνοιξε το παράθυρο και μύρισε την παράξενη νοτισμένη οσμή που απέπνεε η καρδιά της Φλόριντα. Εδώ έξω, οι άνθρωποι στολίζουν τις αυλές τους με μεγάλες πέτρες και πιστεύουν ότι μπορούν να μιλήσουν με το Θεό. Εδώ η λέξη «Ντεριντά» δε σημαίνει γι’ αυτούς παρά «εκεί πίσω» στα γαλλικά.

Τίναξε τη γροθιά της έξω απ’ το παράθυρο και την χαλάρωσε αργά. Μπορούσε σχεδόν να δει τις ελπίδες της να ξεφλουδίζονται απ’ την παλάμη της και να πέφτουν στο οδόστρωμα, να γίνονται ένα με το παρελθόν: τα βιβλία με τ’ όνομά της στο εξώφυλλο, η εκπαιδευτική εξάμηνη άδεια στη Φλορεντία, το φανταχτερό μοντέρνο σπίτι στην άκρη του δάσους. Παρελθόν.

Όταν το ξανακοίταξε, το χέρι της ήταν πρησμένο κι έκαιγε απ’ το πύον. Το έφερε στο στόμα της. Όταν σταμάτησε τελικά στην άκρη μιας παραθαλάσσιας κωμόπολης και χάζεψε πάνω απ’ το γρασίδι των αμμόλοφων τη θάλασσα, η γλώσσα της είχε τη γεύση του χαλκού, απ’ το αίμα.

~.~

Κάποιος είχε παρατήσει ένα φορητό ψυγειάκι στην παραλία, μέσα είχαν ξεμείνει μια σακούλα μήλα, ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς, δυο κόκα-κόλες. Κάθισε, βλέποντας το σούρουπο να παίρνει χρώμα μουσταρδί κι έπειτα καρπουζί, και τα έφαγε όλα. Ένα σμήνος γλάροι κούρνιασαν στην υγρή άμμο κι ύστερα φτεροκόπησαν μακριά στον αέρα. Όταν σκοτείνιασε τόσο που δεν μπορούσε πια να δει, πήρε το ψυγειάκι, το άφησε στο αμάξι και περπάτησε μέχρι τον κεντρικό δρόμο για να βρει καρτοτηλέφωνο.

Ήταν αποφασισμένη να το κλείσει αν το σήκωνε ο πατριός της, αλλά το σήκωσε η μητέρα της, λέγοντας ναι; με φωνή αργή και ξεψυχισμένη. Ναι;

Δε μπορούσε να μιλήσει. Φαντάστηκε τη μητέρα της με το νυχτικό στην κουζίνα, ένα ηλιοβασίλεμα, τα παιδιά του γείτονα να παίζουν έξω.

Ναι; είπε ξανά η μητέρα της, κι εκείνη κατάφερε να πει, Γεια σου, Μαμά.

Γλυκιά μου, είπε η μητέρα της. Τι χαρά που μας πήρες.

Μαμά, είπε εκείνη. Ήθελα απλώς να ξέρεις ότι μετακόμισα. Δεν έχω ακόμα καινούριο τηλέφωνο όμως.

Περίμενε στο ακουστικό, νιώθοντας το κάψιμο από τον ήλιο στα μάγουλά της να την ενοχλεί, μα η μητέρα της είπε μόνο, Α έτσι; αφηρημένα. Από τότε που είχε ξαναπαντρευτεί, υπέφερε από χρόνιους ιδιοπαθείς πόνους, που τους αντιμετώπιζε, επίσης χρόνια τώρα, με παυσίπονα. Είχε ξεχάσει τα γενέθλια της κόρης της, τα τελευταία τρία χρόνια πόσες φορές της είχε στείλει πακέτα με τάπερ που ήταν άδεια. Μια ζεστή μέρα του Ιούλη, όταν το κορίτσι είδε στο ΑΤΜ πως ο λογαριασμός της είχε σχεδόν αδειάσει, σκέφτηκε να την καλέσει για βοήθεια. Μα ήταν σίγουρη κατά βάθος πως κι ο φάκελος θα έφτανε επίσης άδειος.

Άκουσε στη γραμμή τον ήχο μιας μηχανής να πλησιάζει και Αχ!, είπε η μαμά της, Γύρισε ο πατέρας σου. Καθώς άκουγαν και οι δύο το βρόντο της πόρτας και τις βαριές μπότες ν’ ανεβαίνουν τα σκαλιά, σκέφτηκε αλλά δεν το είπε, Αυτός ο άντρας δεν είναι ο πατέρας μου.

Αντί γι’ αυτό είπε, Μαμά, ήθελα απλώς να σου πω να μην ανησυχήσεις αν δεν έχεις νέα μου για κάποιον καιρό, εντάξει; Είμαι καλά, αλήθεια.

Εντάξει, γλυκιά μου, είπε η μητέρα της, η φωνή της ήδη πιο μαλακή, καθώς περίμενε τον άντρα της από στιγμή σε στιγμή. Μην κάνεις κάτι που δεν θα έκανα.

Το κορίτσι ξαναβγήκε στο δρόμο, με τα φώτα των αυτοκινήτων να την προσπερνούν λάμποντας στο σκοτάδι, κι είπε φωναχτά, Κάνω ακριβώς αυτό που θα έκανες εσύ, και γέλασε, μα δεν ήταν και πολύ αστείο, εν τέλει.

Picture of sunset, Cotswolds, England March 2005

Την ημέρα ξάπλωνε στον ήλιο για ώρες, μέχρι που δίψαγε τόσο που έπρεπε να γεμίσει το παγούρι της απ’ τη ντουζιέρα της παραλίας ξανά και ξανά. Στον καθρέφτη του βαν, έβλεπε το δέρμα της να ροδίζει και τα μαλλιά της να ξανθαίνουν. Τα ρούχα της επέπλεαν πάνω της. Σκέφτηκε τα χιλιάδες δολάρια που είχε ξοδέψει για την εμφάνισή της όλα αυτά τα χρόνια: πόση αγωνία, πόσες δίαιτες, ενώ το μόνο που χρειαζόταν για να είναι όμορφη ήταν λίγη ραθυμία κι ελαφρύς υποσιτισμός! Έτρωγε κονσέρβες τόνου και κρακεράκια και καμιά φορά έπινε καφέ στο Μπητς-μπαρ, για να στυλωθεί. Τα λεφτά της λιγόστευαν ανησυχητικά. Η ουλή στο χέρι της είχε αποκτήσει ένα υπέροχο ασημί χρώμα από τον ήλιο και καμιά φορά την ψηλαφούσε αφηρημένα, σημαίνον στη θέση του σημαινόμενου, μια γρατζουνιά για τη χαμένη ζωή.

Τη νύχτα, ξάπλωνε στο πίσω μέρος του στέισον-βάγκον και διάβαζε το «Middlemarch» μ’ ένα φακό-μπρελόκ, ώσπου αποκοιμιόταν.

Όταν το σώμα της μύριζε τόσο έντονα που η θάλασσα δεν ξέπλενε την οσμή, έμπαινε στο γυμναστήριο ενός πολυτελούς παραθαλάσσιου ξενοδοχειακού συγκροτήματος φορώντας τα αθλητικά της ρούχα. Περίμενε πως κάποιος θα την πέταγε έξω αλλά κανείς δεν της έδινε σημασία. Το μπάνιο ήταν άδειο και υπήρχαν καλαθάκια με λοσιόν, μικρά σαπουνάκια και ξυραφάκια μιας χρήσης. Στεκόταν κάτω απ’ το τηλέφωνο του μπάνιου κι άφηνε το νερό να ξεπλύνει από πάνω της αυτό το μοναχικό καλοκαίρι. Ήδη πριν την παρατήσει ο φίλος της για μια πρωτοετή μεταπτυχιακή φοιτήτρια, εκείνη είχε αποτραβηχτεί στον εαυτό της. Η επιχορήγησή της δεν ανανεώθηκε και το μόνο που της είχε απομείνει ήταν το φοιτητικό επίδομα που δεν έφτανε καν για το νοίκι, πόσο μάλλον για το σουπερμάρκετ. Δεν έβγαινε ακόμα κι όταν κατάφερνε να πνίξει τη ντροπή της και ν’ αντικρύσει τους φίλους της που είχαν πάρει επιχορήγηση. Ο πρώην της τα πήρε όλα μαζί του: τα κυριακάτικα πρωινά τους, το εγχειρίδιο savoir-vivre που της είχε χαρίσει απροκάλυπτα κάποια Χριστούγεννα, το ξυπνητήρι που τους ξυπνούσε κάθε μέρα δέκα λεπτά πριν τις έξι. Ήταν τελειομανής –έστρωνε το κρεβάτι με στρατιωτική πειθαρχία, σήκωνε βάρη, κρατούσε σημειώσεις, κι όλα αυτά με τον σωστό πάντα τρόπο– κι όταν την άφησε, έκλεψε τη ρουτίνα της, που είχε τόσο συνηθίσει. Και το χειρότερο απ’ όλα, πήρε μαζί τους γονείς του, που την υποδεχόντουσαν για τέσσερα χρόνια στο φιλόξενο πέτρινο εξοχικό τους στην Πενσυλβανία, στις διακοπές τους. Για αρκετές βδομάδες περίμενε να της τηλεφωνήσει η μητέρα του, μια γυναίκα με ανοιχτή αγκαλιά και απαλά μαλλιά, μα το τηλέφωνο δεν χτύπησε.

Η πόρτα άνοιξε και φωνές πλημμύρησαν το μπάνιο, κάποιο τμήμα αερόμπικ μόλις είχε σχολάσει. Γύρισε το πρόσωπό της προς τον τοίχο, κάτω απ’ το νερό, μ’ άξαφνη ντροπαλοσύνη. Όταν άνοιξε τα μάτια της, τα ντους είχαν γεμίσει με γυμνές μεσήλικες γυναίκες που γελούσαν και σαπουνίζονταν. Φορούσαν διαμαντένια δαχτυλίδια και τα δόντια τους έλαμπαν και οι κοιλιές και οι μηροί τους ήταν αφρατεμένοι από την εύκολη ζωή τους.

~.~

Ξύπνησε από ένα δυνατό χτύπημα δίπλα στο κεφάλι της και σηκώθηκε με κόπο απ’ τον ύπνο μες στο σκοτάδι. Άναψε τον φακό τσέπης κι είδε έναν καβάλο, σε μαύρο τεντωμένο ύφασμα, ένα όπλο στη θήκη μιας δερμάτινης ζώνης κι έναν τεράστιο φακό να τη σημαδεύει.

Μπάτσος, σκέφτηκε. Φαλλός φωτός, φαλλός τιμωρός.

Άνοιξε, είπε ο αστυνόμος κι εκείνη είπε Ναι, κύριε, σύρθηκε στη μπροστά θέση και άνοιξε το παράθυρο.

Πού το βλέπεις το αστείο και γελάς; τη ρώτησε.

Πουθενά, αστυνόμε, είπε κι έσβησε τον φακό τσέπης.

Σε παρακολουθώ μια βδομάδα τώρα.

Κατάλαβα, είπε αυτή.

Είναι παράνομο. Δεν είναι μέρος για κάμπινγκ αυτό. Εντάξει, πιάνω κανένα παιδαρέλι που δεν θέλει να πληρώσει ξενοδοχείο πού και πού, άντε καμιά φορά και τίποτα γερο-χίπηδες με τα τροχόσπιτά τους. Αλλά εσύ είσαι μικρό κορίτσι. Δεν θα θελα να σε βάλω σε μπελά. Υπάρχουν κακοί άνθρωποι παντού, ξέρεις.

Ξέρω, είπε αυτή. Κλειδώνω το αμάξι.

Αυτός ρουθούνισε. Τώρα μάλιστα, είπε. Κι ύστερα από μια μικρή παύση, Το ‘σκασες απ’ τον άντρα σου; Αυτό είναι; Ξέρω ένα σπίτι στην πόλη που κορίτσια σαν εσένα είναι ασφαλή. Μπορώ να σου βρω ένα κρεβάτι εκεί.

Όχι, είπε εκείνη. Δεν είναι αυτό. Ας πούμε πως …κάνω διακοπές απ’ τη ζωή μου.

Μάλιστα, είπε εκείνος, με μια ξαφνική αυστηρότητα στη φωνή του. Τότε δρόμο από δω. Μην σε ξαναδώ τριγύρω γιατί θα σε συλλάβω για επαιτεία.

~.~

Έμεινε μερικές μέρες σε μια άλλη παραλία όπου οι άνθρωποι πάρκαραν τα βαν τους πάνω στην άμμο κι άκουγαν μουσική στη διαπασών ώσπου έπεφτε η μπαταρία του αμαξιού τους. Έψαξε και πάλι μάταια στις σχισμές των καθισμάτων του στέισον-βάγκον για ψιλά – για μια σοκολάτα, κι ύστερα περπάτησε ως την πόλη, για να σκεφτεί τι θα έπρεπε να κάνει. Περπάτησε για μίλια, τα πόδια της έτρεμαν όταν έφτασε.

Τα κτίρια γύρω απ’ την πλατεία θύμιζαν την παλιά Φλόριντα – οι ευρύχωρες βεράντες με τα φυλλώματα, οι αλουμινένιες στέγες – μόνο που όλα ήταν φτιαγμένα από συμπαγές πλαστικό, σε μπεζ αποχρώσεις. Στο κέντρο, ένα σιντριβάνι: ένας καθιστός βάτραχος που φτύνει νερό, κέρματα σκορπισμένα στα γαλάζια πλακάκια, κάτω απ’ το νερό. Κάθισε στην άκρη του σιντριβανιού παρακολουθώντας τους αγοραστές στις βιτρίνες των μπουτίκ, κι άλλους να τρώνε χωνάκια παγωτό.

Στη μια άκρη της πλατείας ήταν μία μικρή τούβλινη εκκλησία, πνιγμένη στις ανθισμένες μυρτιές. Δεν πρόσεξε τους ανθρώπους που άρχισαν να μαζεύονται στην είσοδο του ναού, ώσπου τους είδε να βγαίνουν κρατώντας μερίδες συσσίτιο και κουτάκια χυμού. Κάποιοι απ’ αυτούς ήταν βρώμικοι, άπλυτοι, οι γνωστοί διαλυμένοι απ’ τη ζωή τύποι που ζούσαν σχεδόν αόρατοι, στα όρια της πανεπιστημιούπολης απ’ όπου είχε έρθει. Υπήρχαν όμως και οικοδόμοι με τα κράνη της δουλειάς τους, και μητέρες που απομακρυνόντουσαν βιαστικά με τα αγουροξυπνημένα παιδιά τους.

Ήθελε να σηκωθεί. Να σταθεί στην ουρά, να πάρει το φαγητό. Το σώμα της, όμως, δεν κουνιόταν. Καθώς έπεφτε το φως της μέρας, μια οικογένεια διέσχισε την πλατεία και σκέφτηκε πως κάποτε ήταν εκείνη το ξανθό κοριτσάκι πάνω στο τρίκυκλο, που μουρμουρίζει ένα τραγούδι ενώ οι γονείς του περπατούν δίπλα. Πόσο ξαφνικά είχαν χαθεί όλα αυτά! Ο θάνατος του πατέρα της στα δέκα της χρόνια, ο αγώνας της να βγάλει το σχολείο χωρίς λεφτά, η μητέρα της που λύγισε και ξαναπαντρεύτηκε από ανάγκη, μόνο και μόνο για ν’ αποτραβηχτεί τελείως τον εαυτό της. Το μόνο ασφαλές μέρος που είχε μείνει σ’ αυτό το κοριτσάκι ήταν το σχολείο. Μα προσεκτική καθώς ήταν να μην το χάσει κι αυτό, δεν μπόρεσε να πάρει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά ρίσκα, και στο τέλος έγινε αυτό ακριβώς που φοβόταν.

Σαν άλλος βάτραχος, καθόταν στην άκρη του συντριβανιού, διπλωμένη στα δυο απ’ την πείνα, ώσπου το ρολόι χτύπησε – δεν μπορεί να ‘ταν τόσο αργά, ούτε που είχε καταλάβει πως πέρασε η ώρα – κι ήταν μόνη στην πλατεία πια. Μάζεψε το παντελόνι της ως τα γόνατα και μπήκε στο σιντριβάνι. Έψαξε με τα δάχτυλα των ποδιών της στα πλακάκια μέχρι που βρήκε ένα κέρμα, και βούτηξε το χέρι της ως τον ώμο να το πιάσει, μα σχεδόν όλα τα κέρματα ήταν κολλημένα στα πλακάκια. Έκανε το γύρο του συντριβανιού, κι όταν βρέθηκε στο ίδιο σημείο, είχε μαζέψει μόνο μια μικρή χούφτα κέρματα. Εξετάζοντάς τα στο φως του φανοστάτη, είδε πως ήταν κυρίως μονόλεπτα και δίλεπτα. Παρόλα αυτά, έκανε άλλον έναν γύρο μες στο νερό. Είδε τον εαυτό της από απόσταση: μια γυναίκα σκυμμένη, μες το νερό ως τα γόνατα, γυρεύοντας ευχές άλλων.

Τις περισσότερες μέρες έβρισκε φαγητό – ψωμί και υπερώριμα φρούτα – στοιβαγμένο σε σωρό, καθαρό, σ’ έναν κάδο απορριμμάτων, πίσω από ένα ντελικατέσεν. Έκρυψε το στέισον-βάγκον στο πίσω μέρος του παρκινγκ ενός σούπερ-μάρκετ, πλάι σε μια δεξαμενή, κρυμμένο κάτω απ’ τα χαμηλά κλαδιά ενός ευκαλύπτου. Η μυρωδιά του έμπαινε στα όνειρά της τα βράδια, κι όταν ξυπνούσε, τα ολοπράσινα κλαδιά λικνιζόντουσαν αργά, έτσι που ένιωθε λες κι ήταν κάτω απ’ το νερό. Αυτό της θύμιζε κάποιο ποίημα του Μπωντλαίρ, που είχε σβηστεί από τη μνήμη της. Αναρωτιόταν τι άλλο είχε πια ξεχάσει –Γκαίτε, Σαίξπηρ, Μοντάλε. Ο ήλιος τα ξεθώριαζε όλα, τα έκανε σκόνη η πείνα της τα καταβρόχθιζε. Αποφάσισε πως αυτό ήταν κάθαρση. Αν δεν μπορούσαν να τη σώσουν οι όμορφες λέξεις, τότε η απώλειά τους ήταν για καλό.

405113_561708567189328_1373605849_n.jpg

Ψηνόταν στον ήλιο, στην παραλία, όταν ένα φύλλο έπεσε απαλά πάνω στην κοιλιά της. Το σήκωσε βαριεστημένα, κι είδε πως δεν ήταν φύλλο, αλλά πεντοδόλαρο.

Εκείνο το βράδυ, πλύθηκε προσεκτικά στις ντουζιέρες της πισίνας ενός συγκροτήματος εξοχικών. Όταν είδε τον εαυτό της στον καθρέφτη, γυμνή καθώς ήταν, πρόσεξε τα κόκκαλα που διαγράφονταν στο στέρνο της και στην καμπύλη της λεκάνης. Μα στέγνωσε τα μαλλιά της, τα έπιασε σε αλογοουρά και βάφτηκε, με μεϊκάπ που είχε αγοράσει πριν χρόνια. Δεν έμοιαζε πια ο εαυτός της: σχολαστική, παχουλή, καθώς πρέπει. Έμοιαζε με σέρφερ ή με κολλεγιοκόριτσο, μ’ εκείνα τα τρεμάμενα, ανασφαλή πλάσματα που πάντα αντιπαθούσε ενδόμυχα.

Περπάτησε τρία μίλια, προς ένα μπητς-μπαρ, ακούγοντας τον ωκεανό να σπάει σε κύματα, ξανά και ξανά. Το μπαρ ήταν φουλ όταν μπήκε από την πίσω πόρτα, στις τεράστιες οθόνες εδώ κι εκεί ένα ματς ποδοσφαίρου στη διαπασών. Άλλοτε, θα παρακολουθούσε κι αυτή το ματς με ενδιαφέρον, αν μη τι άλλο γιατί ήταν η lingua franca της Φλόριντα, μπορούσε κανείς με μια αναφορά στο ποδόσφαιρο να σπάσει τον πάγο σε μια τάξη πρωτοετών ή να μιλήσει για κάτι με τη βαρετή σύζυγο ενός κοσμήτορα. Τώρα όμως της φαινόταν τελείως χαζό. Νεαροί άντρες που τρέχουν ο ένας πάνω στον άλλον, σαν να παίζουν πόλεμο με σορτσάκια.

Παρήγγειλε την σπέσιαλ μπύρα για ένα δολάριο κι έδωσε άλλο ένα δολάριο στον μπάρμαν, για φιλοδώρημα. Τα δάχτυλά του χάιδεψαν τα δικά της καθώς της έδινε τα ρέστα, κι εκείνη ξαφνιάστηκε από τη ζεστασιά του δέρματός του. Άνοιξε τη μπύρα της κι ανάσανε βαθιά.

Κάποιος κάθισε στο διπλανό σκαμπό, κι εκείνη τον κοίταξε, καθώς παράγγελνε δύο τζιν με τόνικ. Ήταν ένα ομορφούτσικο ξανθωπό αγόρι με μεγάλα κόκκινα αυτιά, σαν εκείνους τους φοιτητές που πάντα έπαιρναν το πολύ έξι στα μαθήματά της, κι αυτό για την καλή τους θέληση κυρίως. Δειλά, έσπρωξε το ένα ποτό προς εκείνη, κι όταν άρχισε να μιλά δεν σταματούσε. Ήταν φοιτητής κάπου στο βορρά, αλλά έπρεπε να διακόψει για ένα εξάμηνο και δούλευε στο μεσιτικό γραφείο της μητέρας του προς το παρόν, κάτι που εκνεύριζε τρομερά τους άλλους μεσίτες της εταιρείας που ήταν χρόνια στη δουλειά, γιατί ήδη οι προμήθειες τους ήταν στον πάτο, έτσι σκατά που πάνε τα ακίνητα, σ’ αυτή την σκατο-εποχή. Και τα λοιπά και τα λοιπά. Ύστερα από τρία ποτά, εκείνη είχε μεθύσει περισσότερο από όσο είχε αφήσει ποτέ τον εαυτό της να μεθύσει στη ζωή της. Αναρωτιόταν, καθώς εκείνος μιλούσε, τι ήταν αυτό που τον έκανε να διακόψει τις σπουδές του για ένα εξάμηνο. Ναρκωτικά; Μπούλινγκ; Κακοί βαθμοί; Όταν σταμάτησαν, στο δρόμο για το σπίτι του, και ακούμπησε τους ώμους του στο κρύο μέταλλο ενός φανοστάτη και τη φίλησε με συγκινητική ειλικρίνεια, εκείνη άγγιξε τα απαλά μαλλιά στο πίσω μέρος του λαιμού του και σκέφτηκε πως μάλλον είχε πάθει νευρικό κλονισμό. Φιλούσε σαν ένα αγόρι που υπέφερε από κρίσεις πανικού.

Της άρεσε όμως, και το διαμέρισμά του ήταν καθαρό και συμπαθητικό: στη διακόσμηση, ήταν εμφανές το στίγμα μιας δεσποτικής μητέρας. Προτού την αγγίξει, κοίταξε το γυμνό σώμα της για πολλή ώρα, βλεφαρίζοντας. Εκείνη είδε τότε τον εαυτό της όπως την έβλεπε αυτός: στα μέρη που συνήθως κάλυπτε το μπικίνι, το λευκό αποτυπωμένο στο δέρμα της, ο ερωτισμός της αντίθεσης. Ευγνώμων, τον πλησίασε.

Και, ύστερα, το στρώμα ήταν εντυπωσιακά μαλακό. Ενώ το αγόρι κοιμόταν, πήγε στην κουζίνα και άνοιξε το ψυγείο. Ήταν τόσο γεμάτο που πάγωσε για μια στιγμή, απέναντι στην αφθονία. Έφαγε ένα κρύο κομμάτι πίτσα που δέσποζε στο φως του ψυγείου, άνοιξε ένα βάζο με πίκλες κι έφαγε τρεις, έκοψε με τα νύχια της ένα μεγάλο κομμάτι τσένταρ και το κατάπιε σχεδόν αμάσητο. Δεν είδε το αγόρι που στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας, παρά μόνο όταν γύρισε να πιάσει ένα μπουκάλι χυμό. Είδε το ανοιχτόχρωμο μπλουζάκι του να διαγράφεται στο σκοτάδι, κι έκλεισε τα μάτια, μη μπορώντας να τον κοιτάξει.

Τον άκουσε να περπατά προς το μέρος της κι ετοιμάστηκε να δικαιολογηθεί. Μα εκείνος χάιδεψε τη μέση της και είπε, απαλά, Αχ, μωρό μου, κι αυτό ήταν σίγουρα χειρότερο.

~.~

Ένας τυφώνας αναπτύχθηκε πάνω από την Καραϊβική μα μόνο οι άκρες του χτύπησαν την ακτή. Παρόλα αυτά, όσο μαινόταν ο τυφώνας, ο ευκάλυπτος κροτάλιζε τα κλαδιά του πάνω στην οροφή του βαν που κλυδωνιζόταν τόσο έντονα, που φοβήθηκε πως το μέταλλο θα άνοιγε και τα τζάμια θα έσπαγαν. Η δεξαμενή υπερχείλισε και το νερό έφτασε ως τις ζάντες του βαν. Έμενε ξαπλωμένη, όσο πιο ήσυχα μπορούσε, ακούγοντας και παρακολουθώντας: η ίδια δεν ήταν παρά ένα λεπτό κέλυφος από μέταλλο και γυαλί που τη χώριζε από την ευαίσθητη χορδή μέσα της. Ένιωθε την καταιγίδα να πλησιάζει, ηλεκτρισμένη, όλο και πιο κοντά περίμενε με κομμένη την ανάσα, έκανε υπομονή, αγωνιώντας. Μα προτού ξεσπάσει η καταιγίδα, αποκοιμήθηκε.

~.~

Τηλεφώνησε στη μητέρα της για τη γιορτή των Ευχαριστιών, μα το σήκωσε ο πατριός της, η μητέρα της ήταν πάλι στο κρεβάτι, δεν ένιωθε καλά, της είπε. Βέβαια εκείνη ούτε που την ένοιαζε αυτό. Καιρό τώρα το είχαν πάρει απόφαση πως δεν θα γύριζε σπίτι αλλά δεν μπορούσε τουλάχιστον να τηλεφωνεί στην μητέρα της μια φορά το μήνα, γαμώτο;

Κράτησε το ακουστικό προς τον αυτοκινητόδρομο και τον άφησε να ξεσπάσει, κι όταν εκείνος σταμάτησε, του είπε να πει στη μητέρα της πως την αγαπούσε και πως θα ξανατηλεφωνούσε σύντομα. Κάθισε για λίγο σ’ έναν αμμόλοφο, τρέμοντας απ’ το κρύο. Ο ωκεανός ήταν κενός, ανέκφραστος, χωρίς ίχνος συμπόνιας. Στο τέλος, είχε μουδιάσει αρκετά ώστε κατάφερε να περπατήσει ως την πόλη και να σταθεί στην μεγάλη ουρά έξω από την εκκλησία. Σήμερα είχαν στήσει τραπέζια, κι η ουρά προχωρούσε πολύ αργά.

Οι περισσότεροι άνθρωποι στο τραπέζι της έμοιαζαν φυσιολογικοί. Απέναντί της καθόταν μια οικογένεια, η μητέρα μελαχρινή, με ένα σικ κούρεμα και τατουάζ απ’ τη μια άκρη της κλείδας ως την άλλη, ο πατέρας με μια περίτεχνη χαίτη, τα δυο κοριτσάκια με κοκαλάκια στα μαλλιά. Πλάι της καθόταν μια τεράστια μαύρη γυναίκα, της οποίας το δέρμα ακουμπούσε πάνω της, σφιχτό και ζεστό. Κανείς δε μιλούσε. Σούπα για πρώτο πιάτο –σπιτικό μινεστρόνε με φρέσκο ψωμί– κι ύστερα γαλοπούλα για κυρίως με διάφορα συνοδευτικά, όλα από κονσέρβες: κράνμπερι, πουρές πατάτας, γέμιση, φασόλια, σάλτσα. Και, στο τέλος, σπιτική καρυδόπιτα και γλυκιά κολοκυθόπιτα με καφέ.

Όταν η γυναίκα που σέρβιρε το τραπέζι τους έσκυψε, φορώντας γάντια και πλαστικό σκουφάκι μιας χρήσης, να μαζέψει τα πιάτα του γλυκού, η μαύρη κυρία την έπιασε απ’ το χέρι. Όλοι κοίταξαν το πρόσωπο της γυναίκας, την έκπληξή της. Σ’ ευχαριστώ, είπε η μαύρη κυρία, ήταν τόοοσο ωραίο! και τα κοριτσάκια γέλασαν. Εκείνη περίμενε πως η γυναίκα θα ένιωθε αμήχανα, θα βιαζόταν ίσως να φύγει, κι όμως, αγκάλιασε τη μαύρη κυρία, την έσφιξε για μια στιγμή, κι οι δυο γυναίκες έκλεισαν τα μάτια καθώς αγκαλιάστηκαν.

297690_514155615277957_252008265_n.jpg

Ήταν μια πολύ ζεστή μέρα για την εποχή, κι εκείνη είχε ρουφήξει την τελευταία λιακάδα του καλοκαιριού στο πετσί της, ξαπλωμένη στην άμμο. Και τώρα, η πετσέτα και το βιβλίο και το μπουκάλι με το νερό της έπεσαν απ’ τα χέρια καθώς κοίταζε εμβρόντητη το στέισον-βάγκον. Όλες οι πόρτες ήταν ανοιχτές, και τα πράγματά της πεταμένα ανάκατα, μέσα κι έξω απ’ το βαν. Της διέλυσαν το αμάξι. Τα πράγματά της, σαν σωθικά που είχαν ξεχυθεί απ’ το σώμα του βάγκον. Το καπό ήταν ανοιχτό, η μηχανή έλειπε. Τα λάστιχα, οι ζάντες, οι μπροστινές θέσεις, όλα είχαν κάνει φτερά. Στο εσωτερικό του βαν, έντονη οσμή ούρων: κάποιος είχε κατουρήσει στο ντουλαπάκι. Η κιθάρα έλειπε, το γκαζάκι του κάμπινγκ, η σκηνή, το παιδικό της αρκουδάκι –μια λούτρινη χελώνα– το αντιανεμικό της. Απ’ όλα τα γαμημένα πράγματά της, πήραν ως και το «Middlemarch». Το σακίδιό της είχε ένα μεγάλο σκίσιμο.

Μάζεψε ό,τι μπορούσε –τον υπνόσακό της, το «Απολεσθείς Παράδεισος», μερικά ρούχα, έναν μουσαμά. Βρήκε λίγο οδοντικό νήμα και με μια βελόνα έραψε το σακίδιο. Ύστερα πήρε από το ντουλαπάκι την άδεια κυκλοφορίας του βαν και την έσκισε –βρεγμένη καθώς ήταν διαλύθηκε πανεύκολα– και πέταξε το δίπλωμά της στη δεξαμενή, οπού επέπλευσε για μια στιγμή ανάμεσα στα βρύα προτού βυθιστεί.

Πόσο ανάλαφρη νόμισε πως αισθανόταν πριν. Πόσο πραγματικά ανάλαφρη ήταν τώρα.

Ούτως ή άλλως θα ‘πρεπε να φύγει από κει –τα μπουρίνια του ωκεανού είχαν φέρει πολύ κρύο. Στα παράθυρα των καταστημάτων υπήρχαν Άγιοβασίληδες, μέσα σε σωρούς ψεύτικο χιόνι.

Στην εθνική, τα αυτοκίνητα ούρλιαζαν προσπερνώντας την, πετώντας καυσαέριο στο πρόσωπό της. Τέντωσε τον αντίχειρά της, κι ένα μαύρο σεντάν επιβράδυνε καθώς την πλησίαζε. Ο οδηγός ήταν χλωμός και νευρικός, και μια φωνή μέσα της είπε μην μπεις, μα συνειδητοποίησε πως δεν την ένοιαζε ν’ ακούσει. Ο οδηγός της είπε πως επέστρεφε στην πανεπιστημιούπολη, κι εκείνη σκέφτηκε τον πρώην της, τους φίλους της, το ξεβόλεμά της. Συνειδητοποίησε πως ούτε αυτά την ένοιαζαν.

Ένιωσε τον ωκεανό να την τραβά πίσω, μα δεν γύρισε να πει αντίο. Δεν της είχε προσφέρει αυτό που τόσο περίμενε απ’ αυτόν: υπήρξε αδιάφορος, τελικά. Πάνω απ’ το κανάλι της ενδοχώρας, με τα μικροσκοπικά νησάκια και την αυλακωτή του γέφυρα, μέσα απ’ τον θαμνότοπο με τους φοίνικες. Κάπου κατά μήκος ενός δρόμου πλαισιωμένου από έναν πυκνό σχηματισμό πεύκων, ο άντρας ακούμπησε το χέρι του στο γόνατό της και τεντώθηκε στην θέση του οδηγού, λοξοκοιτάζοντας την έρημη άσφαλτο μπροστά τους. Εκείνη απομάκρυνε απαλά το χέρι του κι εκείνος δεν ξαναπροσπάθησε. Μόνο άνοιξε το ραδιόφωνο, κι άκουσαν μερικές πιασάρικες ερωτικές μπαλάντες. Στην πόλη, την άφησε στην κεντρική πλατεία και γκάζωσε μακριά φασαριόζικα, προκαλώντας τη χλεύη δύο γηραιών κύριων που περίμεναν στη στάση του λεωφορείου. Της χαμογέλασαν και, ταυτόχρονα, καθώς μασούσαν τις τσίχλες τους, έκαναν δύο ροζ φούσκες που έσκασαν η μία μετά την άλλη.

~.~

Λίγα λεπτά πριν κλείσει η δημοτική βιβλιοθήκη, πήρε το ασανσέρ ως το τελευταίο πάτωμα, και τρύπωσε μέσα στη μεγάλη αίθουσα συσκέψεων με τα βιτρό, που έμοιαζε με στέμμα φορεμένο στην κορυφή του κτηρίου. Είχε ανακαλύψει ένα ξεκλείδωτο ντουλάπι πίσω από έναν κινητό μαυροπίνακα, που ίσα που χώραγε το σώμα της ξαπλωμένο μέσα στον υπνόσακο. Μέσα στο σκοτάδι του ντουλαπιού, έφαγε ό,τι είχε βρει κατά τη διάρκεια της ημέρας, ακούγοντας τη βιβλιοθήκη να αδειάζει από κόσμο. Ήταν η εποχή των εσπεριδοειδών, κι εκείνη έκοψε μερικά μανταρίνια από ένα δέντρο για πρωινό κι έφτυσε τα κουκούτσια στην παλάμη της.

Αμέλησε να τηλεφωνήσει στη μητέρα της τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά. Όταν προσπαθούσε να διαβάσει, κατά τη διάρκεια της ημέρας, οι λέξεις έχαναν το νόημά τους κι επέπλεαν χαλαρά καθώς τις κοίταζε.

~.~

Ένα βράδυ, δεν πρόλαβε τη βιβλιοθήκη ανοιχτή και πέρασε τη νύχτα τρέμοντας απ’ το κρύο, μες στο λεπτό τζιν σακάκι της. Πέρναγε από ένα κλαμπ που μόλις είχε κλείσει, όταν ένα σμήνος προπτυχιακών φοιτητριών με στράπλες φορέματα προσπέρασαν τρεκλίζοντας, πληκτρολογώντας στα κινητά τους. Αναγνώρισε μία απ’ αυτές, ένα κορίτσι από το περσινό της τμήμα συγκριτικής λογοτεχνίας. Ήταν ένα τρομαγμένο, σιωπηλό πλάσμα που μόλις και μετά βίας είχε πάρει ένα πέντε. Όσες ασκήσεις και γυμνάσια κι αν της έβαζε, η λεπτή γραμμή μεταξύ του «ότι» και του «ό,τι» πάντα διέφευγε της προσοχής του κοριτσιού. Απόψε, αν ερχόταν πρόσωπο με πρόσωπο, το κορίτσι θα κοίταζε την παλιά της καθηγήτρια χωρίς να την αναγνωρίζει, σ’ αυτή την καταπονημένη, βρώμικη γυναίκα. Κι εκείνη, που κάποτε οι λέξεις της τσάκιζαν κόκαλα, δεν θα ‘χε τίποτα να πει.

Ότι, Ό,τι, είπε δυνατά τώρα. Ποιος νοιάζεται;

Ένας άντρας που στοίβαζε τις καρέκλες στο αίθριο του κλαμπ την άκουσε και γέλασε. Χαζοβιόλες, συμφώνησε.

Εκείνη έγειρε στα κάγκελα και τον παρατηρούσε καθώς δούλευε. Ήταν ένας υπερβολικά αδύνατος, κοντός, μελαχρινός άντρας, εξαιρετικά σβέλτος: είχε ήδη μαζέψει τα λαστιχένια χαλάκια και κατάβρεχε τις πλάκες όταν εκείνη συνειδητοποίησε πως ακόμα της μιλούσε. Στο λόγο μου, έλεγε, χαζεύουν ολοένα και περισσότερο, μέρα με τη μέρα, γεμίζουν τα μυαλά τους με τουίτερς και σκούτερς και φείσμπουκς και στάρμπουκς κι όλα αυτά τα σκατά. Την κοίταξε και χασκογέλασε. Τέσσερα απ’ τα μπροστινά του δόντια έλειπαν, κι αυτό του έδινε κάτι απ’ το σκανταλιάρικο ύφος εξάχρονου παιδιού. Με λένε Ευλάμπιο, αλλά όλοι με φωνάζουν Ευλάμπης-και λάμπεις. Επειδή τα κάνω όλα λαμπίκο, το ‘πιασες; Όχι ένα – τρία μαγαζιά σαν ετούτο έχω να καθαρίσω ως το πρωί, δεν μπορώ να σταματήσω για ψιλοκουβέντα.

Ο.Κ., είπε εκείνη κι έκανε να φύγει, μα εκείνος εννοούσε ότι δεν μπορούσε να σταματήσει να καθαρίζει, μπορούσε όμως να κουβεντιάζει παράλληλα. Τούτο το μέρος, της είπε, είναι γεμάτο από χαζοχαρούμενους κι ανήσυχα πνεύματα, ναι, κι απ’ τα δυο. Τα πνεύματα είναι δυστυχισμένα, φωνάζουν και σπέρνουν το κακό στον τόπο. Νεκροί Ισπανοί ιεραπόστολοι και Ινδιάνοι που τους έφαγαν τα φίδια και πιονιέροι που λιμοκτόνησαν, κι όλα αυτά τα σκατά. Εκείνος, ο Ευλάμπης-και λάμπεις, ήταν από κάπου κοντά στην Ατλάντα και είχε κατέβει στη Φλόριντα πριν από τέσσερα χρόνια σχεδόν και είχε μολυνθεί από τα πνεύματα, που ήταν πια μέσα του και δεν τον άφηναν να φύγει.

Είχαν πια μπει μέσα στο κλαμπ, που βρωμούσε αλκοόλ, κι ο Ευλάμπης της είχε βάλει ένα ποτήρι χυμό κράνμπερι. Άρχισε να σφουγγαρίζει το πάτωμα μ’ ένα διάλυμα χλωρίνης τόσο δυνατό που τα μάτια της δάκρυσαν. Την κοίταξε σταματώντας για μια στιγμή, σα να σκέφτηκε κάτι ξαφνικά. Μ’ αρέσεις, είπε. Δεν είσαι φλύαρη.

Ευχαριστώ, Ευλάμπιε, του είπε.

Θα ‘χρειαζόμουν ένα χεράκι, της είπε. Τρία κλαμπ ως το πρωί, πώς να τα φέρω βόλτα μόνος μου; Μπορείς να καθαρίζεις τις τουαλέτες. Έχεις δουλειά;

Όχι, είπε εκείνη.

Την κοίταξε πονηρά και είπε, πενήντα πράσινα Πέμπτες, Παρασκευές, Σάββατα, είκοσι πράσινα τα υπόλοιπα βράδια. Δευτέρες ρεπό.

Εκείνη βλεφάρισε καθώς της πέταξε έναν άδειο κουβά στα χέρια. Συνέταιρε, της είπε.

~.~

(Το δεύτερο μέρος και τελευταίο μέρος, την Κυριακή 17/03)