Για την υπεράσπιση της Δύσης

του ΡΟΤΖΕΡ ΣΚΡΑΤΟΝ

(Μετάφραση: Γ. Καλογερόπουλος)

Δεν πιστεύω πως θα κατανοήσουμε την αντιπαράθεση μεταξύ της Δύσεως και του ριζοσπαστικού Ισλάμ εάν δεν αναγνωρίσουμε την τεράστια πολιτισμική αλλαγή που συνέβη στην Ευρώπη και την Αμερική μετά το τέλος του πολέμου του Βιετνάμ. Οι πολίτες των Δυτικών κρατών έχουν χάσει κάθε όρεξη για ξένους πολέμους· έχουν αποσείσει την ελπίδα σημείωσης οποιαδήποτε νίκης πέραν των προσωρινών· και έχουν χάσει την εμπιστοσύνη στον τρόπο ζωής τους, και πράγματι δεν είναι πλέον σίγουροι ως προς το τι ζητά απ’ αυτούς αυτός ο τρόπος ζωής.

Την ίδια στιγμή οι λαοί τους αντιμετωπίζουν έναν νέο αντίπαλο, που πιστεύει ότι ο Δυτικός τρόπος ζωής είναι βαθειά ελαττωματικός, και ίσως προσβλητικός εναντίον του Θεού. Σε μιαν «απουσία του νου» οι Δυτικές κοινωνίες έχουν επιτρέψει σε αυτόν τον αντίπαλο να βρεθεί ανάμεσά τους, κάποιες φορές, όπως στην Γαλλία, την Βρετανία και την Ολλανδία, σε γκέτο που έχουν μόνο ανίσχυρες και αρκετά ανταγωνιστικές σχέσεις με την περιβάλλουσα πολιτική τάξη. Και στην Αμερική και την Ευρώπη παρατηρείται μια αυξανόμενη επιθυμία κατευνασμού: καλλιεργείται η δημόσια μετάνοια, η αποδοχή, αν και με βαριά καρδιά, των περιοριστικών διαταγμάτων των Μουλάδων, και η περαιτέρω κλιμάκωση της επίσημης αποκήρυξης της πολιτισμικής και θρησκευτικής μας κληρονομιάς. Είκοσι χρόνια πριν θα ήταν αδιανόητο ένας Αρχιεπίσκοπος του Κάντερμπερι να εκφωνήσει δημόσια μιαν ομιλία υποστηρίζοντας την ενσωμάτωση του νόμου της Σαρία στο νομικό σύστημα της Αγγλίας. Σήμερα, πολλοί άνθρωποι θεωρούν πως κάτι τέτοιο είναι ένα θέμα προς συζήτηση, κι ενδεχομένως το επόμενο βήμα προς έναν ειρηνικό συμβιβασμό.

Για μένα, όλα αυτά σημαίνουν πως η Δύση θα διανύσει μια επικίνδυνη περίοδο κατευνασμού, κατά την οποία το νόμιμο δικαίωμα της κουλτούρας και της κληρονομιάς μας θα αγνοείται ή θα υποβαθμίζεται, σε μια προσπάθεια απόδειξης των ειρηνικών μας προθέσεων. Θα περάσει λίγος καιρός έως ότου η αλήθεια να διαδραματίσει τον σημαντικό της ρόλο, να διορθώσει τα τωρινά μας λάθη, προετοιμάζοντας τον δρόμο για ο,τι επίκειται. Αυτό σημαίνει ότι είναι παραπάνω από αναγκαίο για μας, η επανάληψη της αλήθειας και η αντικειμενική κατανόηση του τιθέμενου θέματος. Για αυτό τον λόγο θα παραθέσω μερικά κρίσιμα χαρακτηριστικά της Δυτικής κληρονομιάς, τα οποία θα πρέπει να κατανοηθούν και να υποστηριχθούν εν προκειμένω. Καθένα απ’ αυτά, τονίζει κι ένα σημείο αντίθεσης, πιθανώς και σύγκρουσης, με την παραδοσιακή ισλαμική οπτική της κοινωνίας. Και κάθε ένα έχει παίξει ζωτικής σημασίας ρόλο στη δημιουργία του σύγχρονου κόσμου. Η ισλαμική επιθετικότητα πηγάζει από το γεγονός ότι οι μουσουλμάνοι δεν βρίσκουν ασφαλές μέρος στον κόσμο, αναζητώντας καταφύγιο σε κανόνες και αξίες που είναι σε σύγκρουση με τον Δυτικό τρόπο ζωής. Αυτό δεν σημαίνει πως θα πρέπει να αποκηρύξουμε ή να απαρνηθούμε τα διακριτά χαρακτηριστικά του πολιτισμού μας, όπως πολλοί θα έλεγαν να κάνουμε, αλλά ότι θα πρέπει να είμαστε σε επιφυλακή για την υπεράσπισή τους.

Το πρώτο εκ των χαρακτηριστικών που έχω κατά νου είναι η ιδιότητα του πολίτη. Η κοινή συναίνεση ανάμεσα στους Δυτικούς λαούς είναι πως ο νόμος νομιμοποιείται από τη συναίνεση αυτών που θα πρέπει να τον υπακούσουν. Η συναίνεση προκύπτει μέσω μιας πολιτικής διαδικασίας διά της οποίας κάθε άνθρωπος συμμετέχει στην διαμόρφωση και εφαρμογή του νόμου. Με την έννοια του «πολίτη» εννοούμε το δικαίωμα στη (και το καθήκον για) συμμετοχή, ενώ η διάκριση μεταξύ πολιτικών και θρησκευτικών κοινοτήτων μπορεί να συνοψιστεί στο ότι οι πολιτικές κοινωνίες αποτελούνται από πολίτες, οι θρησκευτικές από υποκείμενα – απ’ αυτούς που έχουν «υποταχθεί» (το οποίο είναι το κύριο νόημα της λέξης ισλάμ ). Και αν θέλουμε έναν απλό ορισμό της Δύσης όπως είναι σήμερα, θα ήταν σοφό να ξεκινήσουμε από την έννοια του πολίτη. Αυτό αναζητούν εκατομμύρια μεταναστών που γυρνούν ανά τον κόσμο: μια τάξη που να αποδίδει ασφάλεια και ελευθερία με αντάλλαγμα τη συναίνεση.

Παραδοσιακά, η Ισλαμική κοινωνία βλέπει τον νόμο ως ένα σύστημα εντολών και συστάσεων καθορισμένων απ’ τον Θεό. Οι εντολές αυτές δεν είναι δυνατόν να τροποποιηθούν, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις η εφαρμογή τους περιλαμβάνει νομολογικές διαφωνίες. Ο νόμος, όπως τον βλέπει το Ισλάμ, απαιτεί την υπακοή μας, ενώ δημιουργός του είναι ο Θεός. Κατά μία έννοια αυτό αντιτίθεται στην έννοια του νόμου που έχουμε κληρονομήσει μέσω της έννοιας του πολίτη. Ο νόμος για εμάς αποτελεί μιαν εγγύηση των ελευθεριών μας. Δεν δημιουργείται απ’ τον Θεό, αλλά από τον άνθρωπο, ακολουθώντας το κληρονομικό στην ανθρώπινη συνθήκη ένστικτο περί του δικαίου. Δεν πρόκειται για σύστημα ιερών εντολών· αντιθέτως, αποτελεί κατάλοιπο ανθρώπινων συμφωνιών.

Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στους Βρετανούς και Αμερικανούς πολίτες, οι οποίοι απολαμβάνουν τα ανυπολόγιστα κέρδη από την ύπαρξη ενός κοινού νόμου – ένα σύστημα το οποίο δεν έχει προκύψει από την κρατική εξουσία, αλλά αντιθέτως διαμορφώθηκε από τα δικαστήρια στην προσπάθειά τους να αποδώσουν δικαιοσύνη σε ατομικές διαμάχες. Ο νόμος μας είναι ένα σύστημα «από τα κάτω», το οποίο απευθύνεται στο κράτος με τον ίδιο τόνο που απευθύνεται στον πολίτη – επιμένοντας, δηλαδή, αναφορικά με το ότι θα επικρατήσει η δικαιοσύνη, κι όχι η εξουσία του ισχυρού. Γι’ αυτό είναι αποδεδειγμένο ήδη από τα μεσαιωνικά χρόνια ότι ο ίδιος ο νόμος, ακόμα κι αν η εφαρμογή του εξαρτάται από τον κυβερνήτη, μπορεί να εκθρονίσει τον τελευταίο, αν εκείνος προσπαθήσει να τον καταλύσει.

Όπως έχει διαμορφωθεί ο νόμος μάς έχει επιτρέψει την ιδιωτικοποίηση της θρησκείας, και μεγάλου μέρους της ηθικής. Για εμάς είναι απλώς αδιανόητη και καταπιεστική η ύπαρξη ενός νόμου που τιμωρεί τη μοιχεία. Ασφαλώς, δεν τν εγκρίνουμε · αλλά την ίδια στιγμή, δεν πιστεύουμε ότι είναι υπόθεση του νόμου η τιμωρία της αμαρτίας, απλά και μόνον επειδή είναι αμαρτία. Στη σαρία, ωστόσο, δεν υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ ηθικής και νόμου: και τα δύο πηγάζουν από τον Θεό, κι εφαρμόζονται από τις θρησκευτικές αρχές, εν υπακοή της δεδηλωμένης θέλησης του Θεού. Η σκληρότητα αυτή μετριάζεται ώς έναν βαθμό από την παράδοση, η οποία επιτρέπει συστάσεις, όπως επίσης και υποχρεώσεις ως αποφάσεις του Ιερού Νόμου. Όπως και να ’χει όμως, στη σαρία δεν υπάρχει περιθώριο ιδιωτικοποίησης των ηθικών, και ακόμα λιγότερο των θρησκευτικών, πτυχών της ζωής. (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |47. Ανδρέας Γεωργαλλίδης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ ἐξετάστηκαν κατὰ τὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: ἡ ἀνάδειξη τῶν ἀξιανάγνωστων ποιημάτων ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ ἡ συμβολὴ στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ τρέχοντος αἰώνα, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ 


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), θὰ ἀποτελοῦσε ψευδαίσθηση τὸ νὰ θεωρεῖ κανεὶς ὅτι μπορεῖ νὰ τὴν παρακολουθήσει στὴν πληρότητά της. Ἀντ’ αὐτοῦ ὅμως, δίδεται ἡ ὑπόσχεση μιᾶς φιλότιμης ἐξέτασης ὅλων τῶν βιβλίων ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἐγχειρήματος. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὴ διευθύνση: Ἁγ. Λαύρας 60, Νεάπολη, Ν. Ἰωνία Ἀττικῆς 142 33 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ. Β. Γαλανάκης γιὰ τὸ περ. Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Ἀνδρέας Γεωργαλλίδης

How-can-colours-help-you-in-your-everyday-life

(Παγωμένο κενὸ στοὺς  516°C, Λευκωσία, 2001)

Γιατί ἐμμένω

Κλειδώθηκα ἔτσι,
γιατὶ πίστεψα πὼς
τὰ κλειδιὰ εἶναι ἀχρείαστα
σὲ πόρτες ποὺ μᾶς βλέπουν.
Τὰ ἀντικλείδια
δὲν ἔλαβα ὑπόψιν
καὶ νά ποὺ βρέθηκα κλειδωμένος
χωρὶς κλειδιὰ καὶ ἀντικλείδια.

~.~

thalassa

(Κλειδωμένες θάλασσες, Λευκωσία, 2003)

Μεγάλες ἀποστάσεις

Κενοφωτεῖ τὸ φεγγάρι
καὶ οἱ οὐρανοί μου ξεχασμένοι
ἀποσιωποῦνται στὸ χῶρο τοῦ ἤχου.
Οἱ φωνὲς τῶν πουλιῶν
δηλώνουν τὴν ἀντάμωση
καὶ τὸ θρόισμα τῶν φύλλων
ἀκυρώνει τὶς μεγάλες ἀποστάσεις.
Ἀναδιπλώνομαι ἀμφιρροπα καὶ ἀκλονῶ ἄκαιρα
χωρὶς νὰ λογαριάω τὸν ἐξανεμισμὸ τοῦ χρόνου.
Ὅσο τὸ θρόισμα τῶν φύλλων
δὲν κάνει φασαρία,
ἐγὼ θὰ τὸ ἀκούω.

~.~

61u3qLEqMBL._SR500,500_

(Χρώματα ἀπέναντι, Ἀθήνα, Ἴαμβος, 2007)

Σολίστ

Κανεὶς δὲν πῆγε στὸ κονσέρτο.
Μὰ ὁ σολὶστ ἔπαιξε
ὡσὰν νὰ ἤτανε παροῦσες δυὸ ἀνθρωπότητες
Τὸ χειροκρότημα ἀκούστηκε, ἀκούγεται ἀκόμα.
Οἱ ἀποστάτες τοῦ ἤχου αὐτοῦ
πολὺ θὰ ἤθελα νὰ ἤτανε παρόντες
Κανεὶς δὲν πῆγε στὸ κονσέρτο.
Μὰ ὁ σολὶστ ἔπαιξε


Ὁ Ἀνδρέας Γεωργαλλίδης γεννήθηκε στὴν Λευκωσία τὸ 1975. Σπούδασε Παιδαγωγικά, Ἱστορία καὶ Ἀρχαιολογία καὶ Φιλοσοφία στὸ Πανεπιστήμιο Κύπρου. Ἔκανε μεταπτυχιακὲς σπουδὲς Φιλοσοφίας στὴ Σορβόννη καὶ ἀναγορεύθηκε διδάκτωρ Φιλοσοφία ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Σάσσεξ στὸ Ἡνωμένο Βασίλειο. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ ἑξῆς ποιητικὲς συλλογές του: Ἀντικείμενες Ἡμιευθεῖες (1998), Παγωμένο κενὸ στοὺς  516°C (2001), Κλειδωμένες Θάλασσες (2003), Ὅταν βυθίζεται τὸ πιάνο (2004), Χρώματα ἀπέναντι (2007), Τὸ Πιάνο Κόπασε (2011) καὶ Ἐλάχιστα περισσότερο ἀδειο (2018).

 

 

Κωστής Παλαμάς: ο επιταχυντής του μοντερνισμού

του ΧΑΡΗ ΨΑΡΡΑ

260px-Palamas_10_years_oldΗ κριτική τοποθετεί τον Παλαμά στον χώρο της παραδοσιακής ποίησης.  Η κρίση αυτή είναι σωστή. Αν όμως δεν συνοδεύεται από διευκρινίσεις, μπορεί να οδηγήσει σε επισφαλείς εντυπώσεις για τη σχέση της ποίησής του με τον μοντερνισμό, τότε και τώρα. Μια τέτοια εντύπωση είναι η γνώμη πως η πρώτη σημαντική αναμέτρηση της ελληνικής ποίησης με τα αισθητικά αδιέξοδα που κυοφόρησαν τον μοντερνισμό δεν έγινε από τον Παλαμά, αλλά από τον Σεφέρη, τον Παπατσώνη ή τον Καρυωτάκη. Μια άλλη είναι η άποψη ότι ο Καβάφης άσκησε μεγαλύτερη επίδραση στα πρώτα βήματα του ελληνικού μοντερνισμού απ’ ό,τι ο Παλαμάς. Μια τρίτη είναι η ιδέα πως ο Παλαμάς μπορεί να ασκήσει θετική επίδραση σε σημερινούς ποιητές μόνο χάρη σε ορισμένα χαμηλόφωνα ή κατεξοχήν λυρικά ποιήματά του.

Οι εντυπώσεις αυτές οφείλονται, ίσως, στο γεγονός ότι ο Παλαμάς αφομοίωσε στο έργο του τόσο ετερόκλητες επιδράσεις ώστε διατρέχοντάς το είναι πιθανό να παραβλέψει κανείς πως ανάμεσά τους εντοπίζεται και η επίδραση ρευμάτων από τη μακρά πορεία ανανέωσης της ευρωπαϊκής ποίησης που κορυφώνεται με τον μοντερνισμό. Ακόμη, φαίνεται πως η αναδίπλωση του Παλαμά, στις δυο τελευταίες δεκαετίες της ζωής του, απέναντι στη στιχουργική ανανέωση και οι ενίοτε οπισθοδρομικές επικρίσεις του για τον ελεύθερο στίχο δεν ευνόησαν την ανάδειξη της σημαντικής κατά τα άλλα συμβολής του στην καλλιέργεια της στιχουργικής άνθησης που διευκόλυνε τη δυναμική εμφάνιση του μοντερνισμού στα ελληνικά γράμματα. Εξάλλου, το γεγονός ότι τα ελαττώματα αρκετών από τα δεύτερης τάξης ποιήματά του οφείλονται σ’ εκείνες ακριβώς τις αδυναμίες του τρέχοντος τότε ποιητικού ιδιώματος από τις οποίες στόχευαν να απαλλάξουν την ποίηση οι μοντερνιστές (πληθωρισμένη αισθησιακή γλώσσα, προβλέψιμες ομοιοκαταληξίες, μονοσήμαντο νόημα) πιθανότατα ενέτεινε τη σε βάθος χρόνου αγνόηση της ανανεωτικής διάστασης της ποίησής του.

Για το γεγονός πάντως ότι η αγνόηση αυτή όχι μόνο δεν στάθηκε παροδική, αλλά παγιώθηκε και, μάλιστα, οδήγησε στη δημοφιλή σήμερα άποψη ότι ο Παλαμάς, είναι ένας κατεξοχήν παραδοσιακός, και κατ’ επέκταση ξεπερασμένος, ποιητής υποθέτω πως δεν είναι άμοιρη ευθυνών η αστοχία μιας διαδεδομένης, τουλάχιστον στην Ελλάδα, αντίληψης για τον μοντερνισμό στην ποίηση. Προκειμένου να αξιολογήσει κανείς τον βαθμό στον οποίο η αντίληψη αυτή ευθύνεται για την παραμέληση του εκσυγχρονιστικού στίγματος του Παλαμά, πρέπει πρώτα να γίνει αντιληπτή η αστοχία της.

Η αστοχία εντοπίζεται στην πεποίθηση ότι ο μοντερνισμός εκφράστηκε και συνεχίζει να εκφράζεται αποκλειστικά ή έστω δραστικότερα με ποιήματα γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, όπου ελεύθερος στίχος σημαίνει στίχος σκόπιμα γραμμένος ερήμην έστω και στοιχειώδους μετρικής λείανσης, στίχος που αναπαράγει όσο δυνατόν πιστότερα την προσωδία της φυσικής ομιλίας και επιτρέπει αποκλίσεις από αυτήν (δηλαδή, απρόσμενους τονισμούς ή παύσεις) μόνο όταν αυτές υπαγορεύονται από την πρόθεση του ποιητή να δώσει ιδιαίτερη έμφαση σε μια από τις παραμέτρους του νοήματος του στίχου, π.χ. σε μια λέξη, μια παράσταση ή μια ιδέα.

Δεν θα σχολιάσω εδώ τους λόγους για τους οποίους η αποδοχή αυτής της θεώρησης του ελεύθερου στίχου αδυνατεί να αναδείξει την ποιητική δυναμική του και τον οδηγεί σε ποιοτική υποβάθμιση. Αυτό που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω δεν είναι η εν λόγω ατυχής προσέγγιση του ελεύθερου στίχου, αλλά η αστοχία της συναφούς με αυτήν αντίληψης για τον μοντερνισμό. Παρατηρώντας εδώ πως η αντίληψη αυτή αστοχεί δεν εννοώ ότι ενθαρρύνει την παραγωγή μέτριων ή και προβληματικών νεωτερικών ποιημάτων (συμβαίνει, βέβαια, και αυτό), αλλά ότι αδυνατεί να συλλάβει ορισμένα αποφασιστικής σημασίας αισθητικά αιτήματα του μοντερνισμού που παραμένουν επίκαιρα ως σήμερα, περίπου έναν αιώνα μετά από την εμφάνισή του.

Η αντίληψη πως ο μοντερνισμός είναι υπόθεση του ελεύθερου στίχου, όπως τον περιέγραψα παραπάνω αστοχεί, πρώτον γιατί ο μοντερνισμός δεν είναι υπόθεση ούτε μόνον ούτε κυρίως του ελεύθερου στίχου και, δεύτερον, γιατί το είδος του ελεύθερου στίχου που έπλασαν και υπερασπίστηκαν με δοκίμια οι εισηγητές του μοντερνισμού αλλά και ορισμένοι από τους καλύτερους κατοπινούς εκφραστές του είναι στίχος μετρικά λειασμένος, δηλαδή στίχος γραμμένος με τον τρόπο που η παραπάνω εσφαλμένη αντίληψη για την μοντέρνα ποίηση χαρακτηρίζει ξένο προς τον ελεύθερο στίχο.

Η ευρεία διάδοση που απολαμβάνει στην Ελλάδα σήμερα αυτή η εσφαλμένη αντίληψη για τον μοντερνισμό και τον ελεύθερο στίχο πιστοποιείται από το γεγονός ότι η θρυλική πλέον επισήμανση του Έλιοτ πως ο ελεύθερος στίχος είναι κάθε άλλο παρά “ελεύθερος” γίνεται αντιληπτή από πολλούς ως παραδοξολογία ή γρίφος. Στην πραγματικότητα, είναι κυριολεκτική και δηλώνει το προφανές:  ότι ο ελεύθερος στίχος δεν στερείται μετρικής αγωγής, είναι, δηλαδή καρπός και μετρικής επεξεργασίας ή τουλάχιστον αφήνει στο άκουσμά του έναν απόηχο μέτρων.

Τι σημαίνει όμως στην πράξη η επισήμανση αυτή κι εν τέλει σε τι διαφέρει ο ελεύθερος από τον παραδοσιακό στίχο, αν ισχύει πως και οι δυο τους είναι ρυθμικά παράγωγα μετρικής λείανσης. Παρότι μια ολοκληρωμένη απάντηση στο ερώτημα  αυτό θα ήταν μακροσκελής,  η ουσία της μπορεί να συνοψιστεί σε δυο λόγια: ο παραδοσιακός στίχος έχει μέτρο, ενώ ο ελεύθερος μέτρα. Ένας παραδοσιακός στίχος είναι γραμμένος από την αρχή ως το τέλος στο ίδιο μέτρο π.χ. σε ίαμβο ή σε ένα από τα άλλα μέτρα κι αν κατ’ εξαίρεση περιλαμβάνει μια-δυο ενότητες συλλαβών (έναν-δυο μετρικούς πόδες, όπως λέμε στην μετρική) σε μέτρο διαφορετικό από αυτό στο οποίο είναι γραμμένες οι υπόλοιπες ενότητες συλλαβών του, αυτό συμβαίνει είτε συμπτωματικά είτε σύμφωνα με όρους θεμιτών αποκλίσεων που θεωρούνται επιτρεπτοί χάρη στη σποραδική χρήση τους εντός της πολύχρονης και ευρέως αποδεκτής (εν ολίγοις εντός της παραδοσιακής) στιχουργικής πράξης – μια τέτοια εξαίρεση είναι π.χ. η σύνθεση της πρώτης ενότητας συλλαβών ενός ιαμβικού στίχου σε τροχαϊκό μέτρο (βλέπε π.χ. τον στίχο του Παλαμά Ένας τρελός μού τα κυνήγησε τα χρόνια [«Ο τρελός»]).

Στην περίπτωση του ελεύθερου στίχου, αυτό που για τον παραδοσιακό στίχο συνιστά εξαίρεση, η εμφιλοχώρηση, δηλαδή, σ’ έναν στίχο συλλαβικών ενοτήτων γραμμένων σε μέτρο διαφορετικό από αυτό των υπόλοιπων συλλαβικών ενοτήτων του, γίνεται ο κανόνας. Με δεδομένες μάλιστα την ευρύτατα διαδεδομένη στα ελευθερόστιχα ποιήματα παράκαμψη των κανόνων της ισοσυλλαβίας, της ομοιοκαταληξίας και των ισόστιχων στροφών, οι δυνατότητες διαδοχής ή και αλληλοδιείσδυσης διαφορετικών μέτρων στο εσωτερικό κάθε ελεύθερου στίχου είναι αναρίθμητες.

Παρότι η ανεξάντλητη ρυθμική ποικιλία που επιτρέπει ο ελεύθερος στίχος αποθαρρύνει, εκ των πραγμάτων, κάθε προσπάθεια τυποποίησής του σ’ ένα έστω και ελαστικό υπόδειγμα (ή καλύτερα σχήμα), θα μπορούσε να πει κανείς πως ένας ελεύθερος στίχος ξεκινά συνήθως με μια συλλαβική ενότητα ή μια διαδοχή συλλαβικών ενοτήτων γραμμένων σ’ ένα ορισμένο μέτρο, αλλά έχει τις υπόλοιπες ενότητες συλλαβών του γραμμένες σε άλλο μέτρο ή άλλα μέτρα, έτσι ώστε η κυρίαρχη θέση των μέτρου των πρώτων συλλαβικών ενοτήτων να υπονομεύεται ή να εκλείπει και το σύνολο του στίχου να ενθαρρύνει περισσότερες από μία εξίσου θεμιτές από ρυθμική άποψη αναγνώσεις του (βλέπε π.χ. τον στίχο του Σεφέρη θυμίζει τ’ αγέρωχο κεφάλι του πολεμόχαρου Βερκινγετόριξ [«Ωραία φθινοπωρινό πρωί»]). Έχουμε δηλαδή να κάνουμε με ένα είδος στίχου που όχι μόνο πρέπει να διαβάζεται ως σύνθεση διαφορετικών μέτρων, αλλά συνάμα επιτρέπει τον εντοπισμό διαφορετικών (έστω περισσότερων της μιας) σειρών διαδοχής των διαφορετικών του μέτρων, καθώς περνά κανείς από την πρώτη στη δεύτερη κι έπειτα, ενδεχομένως, στην τρίτη ανάγνωσή του (π.χ. (1) θυμίζει – τ’ αγέ – ρωχο –  κεφάλι / του πο – λεμό – χαρου – Βερκιν –  γετόριξ. (2)  θυμίζει –  τ’ αγέ – ρωχο –  κεφά – λι του / πολεμό – χαρου Βερ – κινγετό-ριξ).

Τέτοια είναι η ρυθμική (και, όπως γίνεται φανερό, και μετρική) αγωγή ενός αντιπροσωπευτικού ελεύθερου στίχου. Μια ρυθμική αγωγή που, ενώ χωνεύει μέσα στον στίχο τη φυσική ροή του καθημερινού λόγου (έτσι όπως αυτή αποτυπώνεται στην ομιλία ή γραπτώς με τους κανόνες της στίξης), αποτρέπει την ταύτιση του ρυθμού του στίχου με τον ρυθμό του προφορικού λόγου ή των αράδων ενός πεζού κειμένου.

Kostis-Palamas-610x296

Δεν απέχουν, βέβαια, όλοι οι ελεύθεροι στίχοι εξίσου από τον συμβατικό ρυθμό του λόγου. Άλλοι, όπως αυτοί που προσιδιάζουν στο σχήμα που περιέγραψα, απέχουν περισσότερο, κι άλλοι, είτε αναζωογονητικά απείθαρχοι είτε απλώς χαλαροί, απέχουν λιγότερο. Όλοι, όμως, οι ελεύθεροι στίχοι που είναι άξιοι του ονόματός τους απέχουν σ΄ένα βαθμό από τον φυσικό ρυθμό του λόγου. Όσοι δεν απέχουν καθόλου δεν αξίζει να ονομάζονται ελεύθεροι στίχοι, όχι γιατί τους λείπει η ελευθερία, αλλά γιατί η σύνταξή τους με τη μορφή του στίχου είναι προσχηματική. Θα μπορούσαν κάλλιστα (ή μάλλον θα έπρεπε, προς αποφυγή της εκζήτησης) να είχαν γραφτεί σε πεζό. Κι αυτό δεν θα στερούσε απαραίτητα από το κείμενο στο οποίο θα ανήκαν την ιδιότητα του ποιήματος, γιατί, όπως απέδειξαν οι μοντερνιστές και άλλοι καινοτόμοι ποιητές των τελευταίων αιώνων έξοχα ποιήματα μπορούν να γραφτούν και σε πεζό λόγο.

Η αλήθεια μάλιστα είναι πως η σύνθεση στίχων που είναι τόσο “ελεύθεροι”, ώστε ο όποιος ρυθμός τους να απορροφάται από τον ρυθμό του πεζού λόγου, δεν είναι επαναστατική από αισθητική άποψη πράξη, αλλά η αποθέωση της σύμβασης· κι αυτό γιατί προδίδει είτε άγνοια των ποιημάτων που γράφτηκαν σε πεζό λόγο από τη στιγμή που άνοιξε ο Μπωντλαίρ τον δρόμο του πεζού ποιήματος είτε αδικαιολόγητους δισταγμούς απέναντι στην τόλμη της ασυνήθιστης αυτής μορφικής επιλογής, της οποίας πάντως η αισθητική δικαίωση έχει επισημανθεί εδώ και πάνω από έναν αιώνα.

Ας επιστρέψουμε τώρα στη διαδεδομένη σήμερα, αλλά άστοχη θεώρηση του ελεύθερου στίχου που περιέγραψα στην αρχή. Τα σχόλια για τον ελεύθερο στίχο στις αμέσως προηγούμενες παραγράφους εξηγούν γιατί η θεώρηση αυτή είναι άστοχη: γιατί ορίζοντας τον ελεύθερο στίχο ως στίχο που αναπαράγει τον ρυθμό της φυσικής ομιλίας, αδυνατεί να αναδείξει την ευρεία ρυθμική ποικιλία του, μια ποικιλία που οφείλεται μεταξύ άλλων και στην δυνητική μετρική του λείανση, σ’ εκείνη δηλαδή την δυνατότητα την οποία η άστοχη αυτή θεώρηση δεν του αναγνωρίζει. Η παρερμηνεία της ρυθμικής φύσης του ελεύθερου στίχου κορυφώνεται με την ταύτισή του με την ποιοτικά φτωχότερη και αισθητικά συμβατικότερη εκδοχή του, αυτήν που ενθαρρύνει την παραγωγή αράδων που δεν κατορθώνουν καν να σταθούν στο ύψος του πεζολογικού στίχου και θα μπορούσαν, καταχρηστικά, να ονομαστούν στιχοποιημένα πεζά.

Η αισθητική συμβατικότητα αυτής της διαδεδομένης παρερμηνείας φανερώνεται ακόμη καθαρότερα αν αναλογιστούμε ότι παρουσιάζει τον ελεύθερο στίχο ως καρπό της αγνόησης του έμμετρου. Ποια όμως επανάσταση, ακόμη κι αν πρόκειται για επανάσταση αισθητική, συντελείται με την αγνόηση των κατεστημένων τρόπων και αντιλήψεων; Πώς θα τους ανατρέψει αν αρκεστεί απλώς να τους αγνοήσει; Οι επαναστάσεις στοχεύουν στη ρήξη με την παράδοση, μια ρήξη που περνά μέσα από τη διάρρηξη της παράδοσης. Θέλουν δηλαδή να φέρουν τα πάνω κάτω. Αυτό ακριβώς σκόπευε και πέτυχε να κάνει ο ελεύθερος στίχος των πρωτοπόρων του μοντερνισμού: έφερε τα πάνω κάτω στο σώμα του στίχου, μετατρέποντας σε κανόνα την ως τότε κατ’ εξαίρεση, όπως είπαμε, διαπλοκή διαφορετικών μέτρων στον ίδιο στίχο.

Γυρνώ τώρα στον Παλαμά· για την ακρίβεια, στην ευθύνη της προβληματικής θεώρησης του ελεύθερου στίχου για την υποτίμηση της αποφασιστικής συμβολής του Παλαμά στην προετοιμασία για την εμφάνιση του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση και νωρίς και με επιδόσεις υψηλού επιπέδου που διευκόλυναν την ταχεία επικράτησή του.

Για την αρχή, μια διευκρίνιση: η θεώρηση που σχολιάσαμε δυσκολεύει τον εντοπισμό της ανανεωτικής συμβολής του Παλαμά στο επίπεδο της στιχουργίας. Η ανανεωτική, όμως, συμβολή του Παλαμά δεν περιορίζεται σ’ αυτό το επίπεδο. Καλύπτει κι άλλες πτυχές του ποιητικού λόγου εξίσου σημαντικές για την εμπέδωση της νεωτερικής ποίησης: την απομάκρυνση από τη ρητορεία και από την αισθηματολογία των ρομαντικών, την υιοθέτηση της φυσικής καθημερινής γλώσσας ως της κατεξοχήν γλώσσας στην ποίηση  (η δημοτική του ποιητή Παλαμά, είναι γλώσσα φυσική όχι μόνο γιατί είναι η γλώσσα της καθημερινής χρήσης αλλά και γιατί, για τα δεδομένα της εποχής του, δεν είναι γλώσσα ποιητικίζουσα), την εμπέδωση της προφορικότητας στον ποιητικό λόγο (ο τόνος του Παλαμά δεν είναι κουβεντιαστός σαν τον τόνο του Σεφέρη, είναι, όμως πιο κοντά στις παύσεις, στις ανάσες και στα τινάγματα του προφορικού λόγου απ’ ό,τι ο λόγος των προγενέστερών του ποιητών, συμπεριλαμβανομένων του Σολωμού και του Κάλβου, αλλά και άλλων ποιητών, σύγχρονών του και μεταγενέστερων), την διανοητικά επεξεργασμένη απόδοση του αισθήματος κι ακόμη τη γοητευτική υποβλητικότητα του αδιαφανούς νοήματος, τη σκοτεινότητα των Γάλλων συμβολιστών που κυοφόρησε τον ερμητισμό του λεγόμενου Αγγλοσαξονικού μοντερνισμού.

Στο υπόλοιπο του κειμένου δεν θα σχολιάσω τη συμβολή της ποίησης του Παλαμά σ’ αυτά τα πεδία. Θα αρκεστώ στον ρόλο του στην απελευθέρωση της στιχουργίας, σ’ εκείνη δηλαδή τη συμβολή του που έχει αγνοηθεί εξαιτίας της επικρατούσας προβληματικής αντίληψης για τον ελεύθερο στίχο. Ας σημειωθεί πάντως ότι η συμβολή του στην απελευθέρωση του στίχου και η συμβολή του στην ανανέωση των άλλων πτυχών του ποιητικού λόγου είναι αλληλένδετες.

Ο ελεύθερος στίχος, για όσους πιστεύουν πως είναι άμοιρος μετρικής εκλέπτυνσης, βρίσκεται στη μια άκρη ενός αγεφύρωτου χάσματος στην άλλη άκρη του οποίου στέκεται η παραδοσιακή στιχουργία. Η άποψη αυτή δεν ευσταθεί. Το έργο κατεξοχήν μοντερνιστών ποιητών από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι τις μέρες μας (κυρίως, μάλιστα, ορισμένων της ποίησης σε αγγλική γλώσσα που επαινείται συχνά –και δικαίως– στην Ελλάδα ως κατεξοχήν μοντερνιστική) τη διαψεύδει. Αρκεί κανείς να σκεφτεί μεταξύ πολλών άλλων τον Στήβενς, τον Έλιοτ, τον Ώντεν, τον Λάρκιν, πιο πρόσφατα, τον Τζέφρυ Χιλ, και ακόμη πιο πρόσφατα, τον Ντον Πάτερσον.

Στην ελληνική νεωτερική ποίηση, η εκλεκτική υιοθέτηση παραδοσιακών στιχουργικών τρόπων που καταφέρνει να διατηρεί αλώβητη τη νεωτερική διάσταση όσων ποιημάτων την επιστρατεύουν είναι, οπωσδήποτε, σπανιότερη. Την υπηρέτησε κατεξοχήν ο Σεφέρης και φαίνεται πως έκτοτε μεσολάβησαν διεξοδικές εκδιπλώσεις της μόνο στον χώρο της σατιρικής ποίησης –ψευδωνύμως από τον Αναγνωστάκη και επωνύμως από τον Φωκά–  μέχρι να την ανασύρουν από τη λήθη ιδιότυποι και πάντως προγραμματικά νεωτερικοί ποιητές της Μεταπολίτευσης, το έργο των οποίων φαίνεται πως έχει ασκήσει ωφέλιμη επιρροή σε ολιγάριθμους ποιητές που πρωτοδημοσίευσαν μέσα στα τελευταία είκοσι χρόνια (ορισμένοι αρκετά πρόσφατα).

Την αστοχία της άποψης που τοποθετεί την ελευθερόστιχη και την παραδοσιακή στιχουργία στις άκρες δυο αντικριστών γκρεμών μπορεί, βέβαια, κανείς να την αντιληφθεί και χωρίς να ανατρέξει στο έργο ποιητών που πέτυχαν την πρόσμειξή τους. Πρέπει να έχει κανείς μια αρκετά αλλόκοτη αντίληψη για την ποίηση και, γενικότερα, για την τέχνη, ώστε να πιστεύει πως οι σαρωτικές τεχνοτροπικές καινοτομίες προκύπτουν σαν κεραυνοί εν αιθρία, χωρίς προετοιμασία και προμηνύματα, από το πουθενά. Τις περισσότερες φορές φαίνεται πως μεσολαβεί μια όχι σύντομη περίοδος κυοφορίας τους, αμφιταλάντευσης ή ανανεωτικών πρωτοβουλιών που είναι καθαυτές αρκετά τολμηρές, αλλά όχι τόσο ώστε να μην επισκιαστούν σε βάθος χρόνου από τη ριζική αλλαγή την οποία, ενδεχομένως, αθέλητα προετοιμάζουν.

16853Αυτό συνέβη, πάντως, στην περίπτωση του ελεύθερου στίχου. Προηγήθηκε μια περίοδος γόνιμης προετοιμασίας ή μάλλον δημιουργικής ανανέωσης. Μια περίοδος που είναι άξια λόγου όχι μόνο γιατί αποτέλεσε προπαρασκευαστικό στάδιο για την εμφάνισή του, αλλά και γιατί μας έδωσε ποιήματα εξίσου καλά με τα καλύτερα ελευθερόστιχα που ακολούθησαν και ικανά να επηρεάσουν την πορεία της ποίησης ακόμη και σήμερα.

Η στιχουργική τέχνη του Παλαμά, αν υπολογίσει κανείς όλες τις εκδιπλώσεις της και τους ποικίλους καρπούς της, αποτελεί την αποκρυστάλλωση της ανανέωσης που συντελέστηκε πριν από τον ερχομό του ελεύθερου στίχου. Εκτός αυτού, φαίνεται πως συνέβαλε στη διάνοιξη του δρόμου για τον ελεύθερο στίχο αποφασιστικότερα απ’ όσο η στιχουργία του Καβάφη και του Καρυωτάκη, το έργο των οποίων ανήκει, πάντως, ως προς το πνεύμα και το ύφος, στη νέα εποχή.

Αν λογαριάσουμε ότι η άποψη που θέλει τον ελεύθερο στίχο γραμμένο ερήμην όχι μόνο μέτρου αλλά και μέτρων, έχει συνάμα διαγνώσει την ύπαρξη ενός αγεφύρωτου χάσματος ανάμεσα σ’ αυτόν και στον παραδοσιακό στίχο, δεν δυσκολευόμαστε να διαπιστώσουμε πως έχει εμποδίσει και την ανάδειξη της ανανεωτικής συμβολής του Παλαμά στη νεωτερική στιχουργία. Κι αυτό γιατί η ανανεωτική συμβολή του καλύπτει ακριβώς εκείνη τη γόνιμη κοιλάδα ανάμεσα στον παραδοσιακό και στον ελεύθερο στίχο στη θέση της οποίας η προβληματική θεώρηση της νεωτερικής στιχουργίας μας καλεί να φανταστούμε δυο γκρεμούς κι ένα χάσμα.

Σε τι χρωστά, όμως, η κοιλάδα του Παλαμά την ευφορία της που επέτρεψε αργότερα την καλλιέργεια και του ελεύθερου στίχου; Φαίνεται πως η γονιμότητά της είναι υπόθεση ενός δίπτυχου: α) η εμπέδωση της στιχουργικής γραμμής που ονομάζεται πλέον ελευθερωμένος στίχος και β) η ρυθμική ευλυγισία των αυστηρά έμμετρων ποιημάτων του.[1]

Ο όρος ελευθερωμένος στίχος είναι από μια άποψη παραπλανητικός, γιατί, στην πραγματικότητα, δεν αναφέρεται σε ένα ξεχωριστό είδος στίχου, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά σε μια στιχουργική γραμμή πλεύσης, σ΄ έναν ορισμένο τρόπο να συνθέτει κανείς ένα ποίημα με στίχους ο καθένας από τους οποίους είναι αυστηρά έμμετρος. Ο όρος περιγράφει τη διαδοχή στο ίδιο ποίημα ανισοσύλλαβων και ενίοτε ανομοιοκατάληκτων στίχων που συχνά διαφέρουν αισθητά ως προς τον αριθμό των συλλαβών τους, και είναι γραμμένοι είτε όλοι στο ίδιο μέτρο είτε ορισμένοι σ’ ένα και άλλοι σε άλλο.  Στο εσωτερικό καθενός τους, όμως, δεν εντοπίζεται παρά μόνο ένα μέτρο. Όταν μιλάμε, δηλαδή, για ελευθερωμένο στίχο αναφερόμαστε σε κάθε έμμετρο στίχο που περιλαμβάνεται σε στιχουργικά ελευθερωμένο ποίημα, συναπαρτίζει δηλαδή ένα ποίημα με άλλους έμμετρους στίχους οι περισσότεροι από τους οποίους είναι ανισοσύλλαβοι σε σχέση μ’ αυτόν και μεταξύ τους και δεν μοιράζονται απαραίτητα το ίδιο μέτρο.

Ο Παλαμάς δεν ήταν ο μόνος που έγραψε ποιήματα σε ελευθερωμένο στίχο, επεξεργάστηκε όμως αυτόν τον στιχουργικό τρόπο εντατικότερα και ξεδίπλωσε τη ρυθμική του ποικιλία ιδιοφυέστερα απ’ ό,τι άλλοι ποιητές, σε ποιητικές συνθέσεις και ποιήματα διάσπαρτα σε συλλογές που διαδέχονταν η μία την άλλη από την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα έως το 1930.  Έτσι προετοίμασε το έδαφος για τον ελεύθερο στίχο. Η στενή σχέση ανάμεσα στην καλλιέργεια του ελευθερωμένου στίχου και στην ανάδυση του ελεύθερου γίνεται αντιληπτή αν σκεφτεί κανείς πως ο ελευθερωμένος στίχος προκάλεσε στο εσωτερικό της στροφής και του ποιήματος την ίδια αναζωογονητική αναστάτωση που θα προκαλούσε αργότερα ο ελεύθερος στίχος στο εσωτερικό κάθε στίχου ξεχωριστά.

Η ανανεωτική στρατηγική που ενέπνευσε και τον ελευθερωμένο και τον ελεύθερο στίχο ήταν λίγο-πολύ η ίδια: η διασάλευση της απόλυτης ρυθμικής συμμετρίας που ήταν άλλωστε το ιδεώδες της κλασικής στιχουργικής τέχνης. Η ελευθερόστιχη ποίηση ήταν φανερά πιο επαναστατική από την ελευθερωμένη στιχουργία, γιατί υιοθέτησε τις καινοτομίες του ελευθερωμένου στίχου (κατάργηση της ισοσυλλαβίας, παράκαμψη της ομοιοκαταληξίας) και ενέτεινε το ανανεωτικό τους στίγμα επεκτείνοντας τη μετρική ποικιλία από το επίπεδο του ποιήματος και στο επίπεδο του στίχου. Η συσσώρευση αυτής της ανακαινιστικής έντασης στη μικροκλίμακα του στίχου σάρωσε τον παραδοσιακό ρυθμό που επιβίωνε ως τότε στο κελί του στίχου της ελευθερωμένης στιχουργίας και αντηχούσε από εκεί στις στοές του ποιήματος. Με την εμπέδωση της μετρικής ποικιλίας και εντός του στίχου, η ενσωμάτωση του ρυθμού της φυσικής ομιλίας στους ρυθμικούς συντελεστές του ελεύθερου πλέον στίχου είναι γεγονός.

Το πλησίασμα στη φυσική ομιλία ήταν η κινητήρια μηχανή της στιχουργικής απελευθέρωσης και ελευθερίας. Αν αναλογιστεί κανείς αυτήν την επισήμανση με προσοχή και σε σχέση με τα συμφραζόμενα του παραδοσιακού στίχου στην Ελλάδα, θα γίνει αντιληπτό πως ο Παλαμάς δεν προετοίμασε απλώς την είσοδο του ελεύθερου στίχου, αλλά λειτούργησε μάλιστα σαν καταλυτικός και ως τότε ανεύρετος επιταχυντής της. Μια σύγκριση των στίχων ιαμβικού ρυθμού της ελληνικής ποίησης (πρωτίστως του δεκαπεντασύλλαβου, αλλά και του δεκατρισύλλαβου και του ενδεκασύλλαβου) με τον ιαμβικό πεντάμετρο (blank verse), που είναι το αντίστοιχό τους στην αγγλική λογοτεχνία, θα βοηθούσε εδώ.

Προικισμένος από νωρίς με τον αέρα της ήπιας ανισοσυλλαβίας, χάρη  στη δυνατότητα διακύμανσης ανάμεσα σε τονισμένες και άτονες καταληκτικές συλλαβές, και μαστορικά δουλεμένος από μια αδιάσπαστη σειρά επώνυμων τεχνητών από τον 16ο αιώνα και εξής, ο blank verse χρησιμοποιήθηκε σε διάφορα είδη ποιητικού λόγου (από το δράμα του Μάρλοου και του Σαίξπηρ ως την επική ποίηση του Μίλτον) και σε διαφορετικούς τόνους (από τον κουβεντιαστό ορισμένων ποιημάτων του Κόλεριτζ ως τον μελωδικά αφηγηματικό του Τέννυσον). Είχε λοιπόν κατακτημένες μια (χάρη στη μετατοπιζόμενη τομή του) σπάνια ρυθμική ευλυγισία, μια ευρεία υφολογική ποικιλία και κυρίως μια συνάφεια με τη φυσική ομιλία αιώνες πριν από την ανάδυση του free verse στα αγγλικά, του οποίου είναι, μάλιστα, ο άμεσος πρόγονος.

Η επεξεργασία κι, επομένως, η πλαστικότητα του δικού μας ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου και των άλλων στίχων ιαμβικού ρυθμού ήταν, τουλάχιστον ως τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, πολύ περιορισμένη. Οι ρυθμικές τους δυνατότητες παρέμεναν στο μεγαλύτερο μέρος τους ανεξερεύνητες, γεγονός που δεν προκαλεί έκπληξη, αν σκεφτεί κανείς ότι είχαν αποτελέσει για αιώνες εργαλείο ποιητικής έκφρασης όχι λογίων, όπως θα λέγαμε σήμερα, ποιητών, αλλά του ανώνυμου λαού που διοχέτευε την έμπνευσή του στα σπάνιας διαύγειας, πλην όμως μονότροπα ως προς τον ρυθμό τους δημοτικά τραγούδια. Κι ενώ η έντεχνη επεξεργασία που επιφύλαξε στον ίαμβο ιδίως ο Κάλβος, αλλά και ο Σολωμός, αποτέλεσε σημείο τομής για την κατοπινή εξέλιξή του, οι γλωσσικές ιδιορρυθμίες και των δύο αυτών μεγάλων μας ποιητών κι ακόμη περισσότερο η γλωσσική οπισθοδρόμηση που επέφεραν οι κατοπινοί τους Φαναριώτες και Αθηναίοι ρομαντικοί δεν διευκόλυναν το πλησίασμα του παραδοσιακού μας στίχου στη φυσική ομιλία.

Έτσι, γύρω στο τέλος του δεκάτου ενάτου αιώνα, ο νέος Παλαμάς παραλαμβάνει έναν παραδοσιακό στίχο που έχει άγουρο ρυθμό και ιδιότροπο εκφραστικό τόνο, ενώ συνάμα διατηρεί μια χαλαρή, αν όχι βεβιασμένη, σχέση με την ομιλούμενη γλώσσα. Το είδος ή ακριβέστερα την υψηλή ρυθμική ποιότητα του στίχου που ο ηλικιωμένος Παλαμάς παραδίδει στους νεωτερικούς ποιητές σαράντα με πενήντα χρόνια αργότερα τη σχολίασα ήδη στις παραγράφους για για την ελευθερωμένη στιχουργία του που προηγήθηκαν.

Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξει κανείς πως ο Παλαμάς πέτυχε μέσα σε πενήντα χρόνια μόνος (ή έστω συνεπικουρούμενος από ομοτέχνους που εμπέδωσαν πάντως δικούς του νεωτερισμούς) μια ρυθμική ωρίμανση της παραδοσιακής στιχουργίας που στη λογοτεχνία άλλων χωρών ήταν υπόθεση μακραίωνης πορείας. Και την πέτυχε συνομιλώντας με ρυθμικές καινοτομίες και τρόπους ποιητών τόσο μεγάλων αλλά και τόσο διαφορετικών μεταξύ τους ως προς το ύφος και τον τόνο, όσο είναι ο Ουγκώ και ο Μπωντλαίρ, ο Σέλλεϋ, ο Λεκόντ ντε Λιλ και ο Ρίλκε. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, πρέπει να θεωρείται επιταχυντής του μοντερνισμού στα καθ’ ημάς. Ο ελεύθερος στίχος ήταν και στην ελληνική ποίηση, όπως και αλλού, όχι ιδιορρυθμία των ποιητών που τον εισηγήθηκαν, αλλά έκφραση της αίσθησής τους πως τα περιθώρια προσέγγισης του στίχου με το ρυθμό της φυσικής ομιλίας που επέτρεπε η παραδοσιακή στιχουργία είχαν πια εξαντληθεί. Και η αίσθησή τους αυτή ήταν με τη σειρά της καρπός της εξάντλησης των απελευθερωτικών δυνατοτήτων της παραδοσιακής στιχουργίας, δηλαδή της ωρίμανσής της, που πέτυχε ο Παλαμάς.

Σημαντική παράμετρος αυτής της ωρίμανσης και συνάμα πολύτιμη παρακαταθήκη όχι μόνο για τους πρώτους μοντερνιστές, αλλά και για σημερινούς ποιητές με ανανεωτικό στίγμα, στάθηκε και η δεύτερη πτυχή του δίπτυχου της στιχουργίας του Παλαμά, αυτή που χαρακτήρισα παραπάνω ως ρυθμική ευλυγισία των αυστηρά έμμετρων ποιημάτων του. Η ευλυγισία αυτή ήταν καρπός της δεξιοτεχνικής ικανότητας του Παλαμά να απελευθερώνει τα αποθέματα προφορικότητας που διαθέτει ο παραδοσιακός στίχος, να κάνει δηλαδή τους ισοσύλλαβους, ομοιόμετρους και ομοιοκατάληκτους στίχους ενός αυστηρά έμμετρου ποιήματος να ηχούν ρυθμικά αβίαστοι, χωρίς ωστόσο να υποπίπτει σε ρυθμικές εκτροπές που επέκρινε η παραδοσιακή στιχουργική και προς αποφυγή των οποίων άλλοι ποιητές –και κατοπινοί του– θα θυσίαζαν τη ζωντάνια του στίχου τους. Οι δυο αυτές εκτροπές ήταν η χασμωδία και ο παρατονισμός. Προέκυπταν συχνά, όταν ο βηματισμός του έμμετρου στίχου πήγαινε να προσεγγίσει αυτόν της καθημερινής ομιλίας.

Ο Παλαμάς πέτυχε την απελευθέρωση του βηματισμού του παραδοσιακού στίχου, επιτρέποντάς του να παραμείνει σφιχτός χωρίς να είναι πια σφιγμένος: απέφευγε συστηματικά τις χασμωδίες προστρέχοντας σε συνιζήσεις και γλίτωνε από τους παρατονισμούς μετακινώντας την τομή σε διαφορετικά σημεία του στίχου. Στα Μάτια της ψυχής μου και στην Ασάλευτη ζωή απαντώνται καλά παραδείγματα αυτής της πειθαρχημένης φυσικότητας του ρυθμού, μιας φυσικότητας, βεβαία, που αντανακλάται και στον τόνο των ποιημάτων.

Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς πώς αυτές οι δεξιοτεχνικές στιχουργικές επιλογές του Παλαμά επιταχύνουν τον μοντερνισμό; Το ερώτημα είναι εύλογο. Ο ελεύθερος στίχος δεν κινδυνεύει ούτε από χασμωδίες ούτε από παρατονισμούς. Ακριβώς χάρη στην ελευθερία του, επειδή, δηλαδή, αν είναι να διαβαστεί ως διαδοχή μετρικών ποδών, θα διαβαστεί ως στίχος γραμμένος όχι με μέτρο αλλά με μέτρα (μέτρα, μάλιστα, που διαδέχονται το ένα το άλλο όχι με προκαθορισμένη σειρά, αλλά με τον ρυθμό που βρίσκεται πλησιέστερα στη φυσική ομιλία), ο ελεύθερος στίχος είναι κάθε φορά σε θέση να απορροφά τις χασμωδίες και να αποφεύγει τους παρατονισμούς με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: με τη δυνατότητα που δίνει στον αναγνώστη να τον διαβάσει αλλάζοντας μέτρο στο σημείο ακριβώς όπου πάει να αναδυθεί μια χασμωδία ή όπου, σε περίπτωση που ήταν γραμμένος σε μέτρο, θα χρειαζόταν παρατονισμός.

PSARAS_XARIS_RGB.jpg.thumb_200x222_4815f6ba89fb6f39b1530a814c426f5dΑν θυμηθούμε όμως πως μια από τις αρετές της ρυθμικής ελευθερίας του ελεύθερου στίχου, πέρα από την ιδιότητά του να διαβάζεται ως μια διαδοχή διαφορετικών μέτρων, είναι η δυνατότητά του να επιτρέπει την ανάγνωσή του σε περισσότερες της μιας αβίαστες σειρές διαδοχής διαφορετικών μέτρων,[2] θα διαπιστώσουμε πως η σημασία των συνιζήσεων και της μετακινούμενης τομής δεν είναι αμελητέα. Προκειμένου να προκύψει η δυνατότητα της τουλάχιστον διπλής ανάγνωσής του (δυνατότητα πολύτιμη, αφού είναι αυτή που του προσδίδει μια γοητευτική ρυθμική αδιαφάνεια, μια μουσική διαστρωμάτωση, μια επαρκή αλλά ανεπαίσθητη απόκλιση από τον ρυθμό της καθημερινής ομιλίας), ο ελεύθερος στίχος καλείται να αποφύγει ή να απορροφήσει ενδεχόμενες χασμωδίες ή παρατονισμούς σε τουλάχιστον δύο ρυθμικές εκφορές του. Κι αν οι συνιζήσεις και η μετακίνηση της τομής δεν χρειαστούν για τη διάσωση της πρώτης, είναι πιθανό να χρειαστούν για τη διάσωση της δεύτερης. Εξίσου, αν όχι περισσότερο, χρήσιμη είναι η εμπειρία της πειθαρχημένης φυσικότητας των στιχουργικά αυστηρών ποιημάτων του Παλαμά σε όσους γράφουν σήμερα ποιήματα και σε έμμετρο στίχο επιχειρώντας να θωρακίσουν την κατακτημένη από τον ελεύθερο στίχο προφορικότητα απέναντι στην επιταχυνόμενη ρυθμική αναιμικότητα της ελευθερόστιχης ποίησης.

Η στιχουργική τέχνη του Παλαμά λειτούργησε ως επιταχυντής του μοντερνισμού στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, αλλά έρχεται να επιταχύνει τις εξελίξεις στον χώρο της ανανεωτικής ποίησης και σήμερα. Πριν από δεκαπέντε-είκοσι χρόνια οξυδερκείς ποιητές επεσήμαναν τη δυνατότητα του Παλαμά να αντέχει στον καιρό μας χάρη στα λυρικά ή ελάσσονα ποιήματά του. Σήμερα μπορούμε να πούμε πως ο Παλαμάς επιβιώνει όχι μόνο ως αισθαντικός και λεπταίσθητος λυρικός, αλλά και ως ανανεωτής του στίχου, ως σημείο αναφοράς για εκείνη τη σχολή του μοντερνισμού που παρακάμπτει το δίλημμα ανάμεσα στην παραδοσιακή και ελευθερόστιχη στιχουργία και ενθαρρύνει την καλλιέργεια και του ελεύθερου και του έμμετρου στίχου, καθώς, επίσης, την πρόσμειξή τους, την ποίηση σε πρόζα και άλλες εκδηλώσεις της έγνοιας των ποιητών για τη μορφή. Το ζητούμενο στις μέρες μας είναι η εμπέδωση της μορφικής ποικιλίας. Ο Παλαμάς την υπηρέτησε περισσότερο από κάθε άλλον παραδοσιακό μας ποιητή. Κι είναι ίσως γι’ αυτό πιο επίκαιρος στις αρχές του 21ου αιώνα απ’ όσο ήταν ποτέ άλλοτε στα χρόνια που μας χωρίζουν από την εμφάνιση του ελεύθερου στίχου.

ΧΑΡΗΣ ΨΑΡΡΑΣ


[1] Για τη φιλολογική ανάλυση αυτών και άλλων όψεων της αναζωογονητικής στιχουργίας του Παλαμά αξίζει να διαβάσει κανείς πρόσφατες μετρικολογικές μελέτες που τη σχολιάζουν διεξοδικά (π.χ. Ε. Γαραντούδης, Ο Παλαμάς από τη σημερινή σκοπιά (Όψεις της ποίησής του και της σύγχρονης πρόσληψής της), Αθήνα, Καστανιώτης, 2005, κεφ. 1-2· Αλεξάνδρα Σαμουήλ, Ο Παλαμάς και η κρίση του στίχου, Αθήνα, Νεφέλη, 2007,  κεφ.1, 4.). Αξίζει να παρατηρήσει κανείς πως οι μελέτες αυτές, παρότι εργασίες επιστημονικές, ανοίγουν την όρεξη στους φίλους της ποίησης να ξανασκεφτούν τον Παλαμά με τρόπο που δυστυχώς δεν ενθαρρύνουν τα συμβατικά σχόλια για το έργο του που κάνουν κατά καιρούς διάφοροι ποιητές, παρότι είναι μάλλον οι ποιητές αυτοί από τους οποίους οι φίλοι της ποίησης θα περίμεναν μια διεγερτική παρότρυνση να διαβάσουν με φρέσκια ματιά τον Παλαμά και άλλους όχι και τόσο δημοφιλείς σήμερα ομοτέχνους του.

[2] Βλέπε, παραπάνω, τη διπλή ρυθμική ανάγνωση του στίχου του Σεφέρη από το «Ωραίο φθινοπωρινό πρωί».

Ο Παλαμάς κέντρο και κορυφή του νεοελληνικού κανόνα

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

καὶ ἐπηρώτα αὐτόν· τί ὄνομά σοι; καὶ ἀπεκρίθη λέγων· 
Λεγεὼν ὄνομά μοι, ὅτι πολλοί ἐσμεν.
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 5,9
Για να ’σαι μεγάλος, να ’σαι ολόκληρος: τίποτε από 
τον εαυτό σου να μην υπερτονίζεις ή ν’ αποκλείεις.
FERNANDO PESSOA
Οι μέτριες και οι ταπεινές φύσεις δεν υποπίπτουν σε λάθη, 
επειδή δεν ριψοκινδυνεύουν και δεν φτάνουν ποτέ ώς τα άκρα. 
Απεναντίας, τα μεγάλα εγχειρήματα απειλούνται διαρκώς, 
λόγω ακριβώς του μεγέθους τους.
ΛΟΓΓΙΝΟΣ
Σ’ αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχει ορθή οδός·
μάταιο αν είσαι άξιος και μάταιο συνετός·
θέλει να ‘σαι πειθήνιος, να ‘σαι μηδαμινός!
ΓΚΑΙΤΕ

Απ’ την εποχή των Αλεξανδρινών η έννοια του κανόνα, των λίγων εκείνων έργων μιας λογοτεχνίας που λόγω της σπουδαιότητάς τους ο καλλιεργημένος άνθρωπος οφείλει να γνωρίζει, δεν έπαψε ποτέ να μας αποσχολεί. Ακόμη και σήμερα, εποχή «αυτοπραγμάτωσης» αναγνωστικής, ο κανόνας είναι κάτι παραπάνω από ένας ξερός κατάλογος έργων, επιβεβαιωμένων έστω από την αυθεντία του χρόνου. Κανόνας σημαίνει αυθεντία, παιδαγωγία, προσανατολισμός. Κανόνας εντέλει είναι η κατηγορική επιταγή του Καντ μεταφερμένη στο καθηκοντολόγιο του αναγνώστη. Ή, αν προτιμάτε, το παλιό εκείνο «λάβε και λέγε» του Δημοσθένη.

Ακόμα και αν το θέλαμε, και επιθυμίες τέτοιες «δημοκρατικές» ή ελευθεριάζουσες έχουν εκφράσει πολλοί, τον κανόνα, επίσημο ή άτυπο, παγιωμένο από καιρό ή ώς έναν βαθμό ακόμη ανοιχτό, δεν γίνεται να τον αγνοήσουμε. Τα μεγέθη που εκείνος συστήνει, οι συγγραφείς που προκρίνει είναι το μέτρο της σύγκρισης για όλους τους άλλους ‒ ακόμη και για εκείνους με τους οποίους προσωπικά θα θέλαμε ίσως να τους αντικαταστήσουμε. Γιατί δεν γίνεται βέβαια σ’ αυτόν να προστεθούν έτσι απλώς νέα ονόματα χωρίς πρώτα να παραμεριστούν κάποια άλλα. Ο κανόνας δεν είναι θησαυρός για να χωρούν όλα τα λήμματα. Είναι ένα ειδικό γλωσσάρι. Στις σελίδες του έχουν θέση μόνο οι εντελώς απαραίτητες έννοιες.

Τώρα, τον νεοελληνικό κανόνα συνήθεια παλιά και ιστορικά δικαιολογημένη θέλει να τον ξεκινάμε από τον Διονύσιο Σολωμό και, με σχετική συναίνεση ως προς τα ονόματα που περιλαμβάνει, να τον φτάνουμε ώς τουλάχιστον τη Γενιά του 1930 και τους συγγραφείς του Μεσοπολέμου. Με τον Μεταπόλεμο αρχίζουν ως γνωστόν τα προβλήματα, τα ονόματα πληθαίνουν και οι αποφάνσεις γίνονται αβέβαιες. Με την λεγόμενη πρώτη μεταπολεμική γενιά τα πράγματα μόλις τώρα αρχίζουν και λαγαρίζουν, από τη δεκαετία του 1970 και εντεύθεν ωστόσο το τοπίο παραμένει θολό· ακόμη και για συγγραφείς που από καιρό έχουν εκμετρήσει το ζην, η θέση τους στην αναγνωστική μας ιεραρχία είναι αμφίβολη.

Έχει κέντρο αυτός ο κανόνας; Έχει μια κορυφή γύρω από την οποία να συσπειρώνονται όλες οι άλλες, ένα παράδειγμα στο οποίο τρόπο τινά να λογοδοτούν; Σε άλλες λογοτεχνίες, τις περισσότερες, αυτό είναι δεδομένο. Το κέντρο, το απόλυτο σημείο αναφοράς της αρχαίας γραμματείας είναι προφανέστατα ο Όμηρος. Τον Βιργίλιο έχει αδιαμφισβήτητο επίκεντρό της η λατινική, τον Δάντη η ιταλική, τον Σαίξπηρ η αγγλική, τον Γκαίτε η γερμανική λογοτεχνία. Υπάρχουν βέβαια και εθνικές γραμματείες όπου αυτό δεν είναι τόσο σαφές. Για τους Ρώσσους το πρωτείο του Πούσκιν είναι δεδομένο, για τους φίλους της ρωσσικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό όχι και τόσο, εκεί οι μεγάλοι πεζογράφοι του 19ου αιώνα διατηρούν το προβάδισμα. Η γαλλική λογοτεχνία είναι πολυεστιακή: από τον Ρακίνα και τον Μολιέρο ώς τον Μπαλζάκ και τον Ουγκώ, ο αριθμός των σημαντικών φυσιογνωμιών που πρωταγωνιστούν στο ξεδίπλωμά της είναι εντυπωσιακός, και κανείς από αυτούς δεν φαίνεται να ίσταται πάνω από τους άλλους τόσο αναντίρρητα όσο λ.χ. ανάμεσα στους Ισπανούς συγγραφείς ο Θερβάντες.

(περισσότερα…)

Ο Roger Scruton, ο Συντηρητισμός και η Newspeak της σύγχρονης Αριστεράς

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Τι είναι Αριστερά, και τι Δεξιά; Ζούμε σε μια εποχή όπου οι πολιτικές διαμάχες έχουν λάβει έναν ιδιαίτερα οξύ χαρακτήρα και όμως οι περισσότεροι δυσκολευόμαστε να απαντήσουμε αυτή τη στοιχειώδη ερώτηση. Με μια σύντομη περιήγηση στην ελληνική Βικιπαίδεια, μπορεί να δει κανείς ότι εκεί ορίζονται ως «Αριστερές», οι αντιλήψεις που:

«α) Αντιμάχονται την αδικία, τις βαθιές ανισότητες και τις διακρίσεις που απορρέουν από την ταξική δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας, β) Προωθούν την κοινωνική ισότητα, την φιλία και την συνεργασία ανάμεσα στα έθνη και τους λαούς, με σεβασμό στην κουλτούρα κάθε λαού, γ) Αγωνίζονται για ουσιαστική παιδεία και μόρφωση που να αφορά όλα τα μέλη της κοινωνίας, εναντίον του σκοταδισμού είτε εθνικιστικού, είτε θρησκευτικού».

Αντίθετα, ο όρος «Δεξιά»:

«αναφέρεται στις πολιτικές που προωθούν την ιδέα της συντήρησης. Η ιδεολογία της δεξιάς ασπάζεται την προάσπιση των θρησκειών και των εθνικών παραδόσεων, γιατί αποτελούν, κατ’ αυτή, αναπόσπαστο στοιχείο κάθε κοινωνίας, απαραίτητο για την μετεξέλιξη και τη διαρκή πρόοδό της. Η δεξιά εμφανίζεται υπέρμαχη μόνο του οικονομικού φιλελευθερισμού, ενώ αντιτίθεται στον πολιτικό φιλελευθερισμό, τις πολιτικές ελευθερίες, στην ανεξιθρησκία και το διαφορετικό».

Με λίγα λόγια, έχουμε μια Αριστερά που κατέχει ένα ολοφάνερο ηθικό πλεονέκτημα (δικαιοσύνη, φιλία, συνεργασία, σεβασμό, διαφωτισμό) εναντίον μιας Δεξιάς που είναι συνδεδεμένη με όλα τα κακά (ανελευθερία, μη ανεκτικότητα, μίσος στο «διαφορετικό»). Μα, θα αναρωτηθεί κανείς, πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν τόσο κακοί και διεφθαρμένοι άνθρωποι που να στηρίζουν αυτή την πολιτική τάση που λέγεται «Δεξιά»; Και αν τελικά η διαφορά ανάμεσα σε Δεξιά και Αριστερά είναι τόσο απλή και σαφής, γιατί μας είναι τόσο δύσκολο (τουλάχιστον σε όσους από μας δεν αναμασάμε κομματικά συνθήματα) να πούμε κάτι πιο συγκεκριμένο από το παραπάνω; Μάλλον κάτι άλλο συμβαίνει λοιπόν. Κάτι που ενώ το διαισθανόμαστε, μας είναι δύσκολο να το προσδιορίσουμε. Μια σύντομη ιστορική επισκόπηση κρίνεται αναγκαία.

Ο αιώνας που πέρασε έχει δίκαια ονομαστεί «εποχή των ιδεολογιών», καθώς οι συγκρούσεις μεταξύ κρατών έλαβαν χαρακτηριστικά ιδεολογικών συγκρούσεων.

Ωστόσο, πρώτη η Γαλλική Επανάσταση του 1789 ήταν που άνοιξε τα μάτια των θεωρητικών της πολιτικής και τους έκανε να συλλάβουν τις δυνατότητες για μια μαζική πολιτική εκμετάλλευση των ιδεολογιών. Ήταν αυτή που εδραίωσε οριστικά τις αξίες της Νεοτερικότητας, βάση των οποίων αποτελεί η βεβαιότητα πως ο κόσμος μας βρίσκεται σε συνεχή πρόοδο. Τότε καθορίστηκαν οι θεμελιώδεις όροι του πολιτικού φάσματος. Συγκεκριμένα, στις 11 Σεπτεμβρίου, οι Γάλλοι βουλευτές της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης συνήλθαν προκειμένου να αποφασίσουν σχετικά με το βασιλικό βέτο. Όσοι από αυτούς τάχθηκαν υπέρ, τοποθετήθηκαν δεξιά από τον πρόεδρο της συνεδρίας, ενώ όσοι ήταν κατά, αριστερά. Έκτοτε ο συντηρητισμός ονομάστηκε «Δεξιά», ο σοσιαλισμός «Αριστερά», ενώ ο φιλελευθερισμός φαίνεται ότι εκπροσωπούσε το «Κέντρο», μια μεσολάβηση ανάμεσα σε αυτά τα δύο. Αυτή η διαφοροποίηση αντικατόπτριζε το πώς αντιλαμβανόταν καθεμιά την κοινωνική μεταβολή: ο συντηρητισμός επεδίωκε μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιβράδυνση και ομαλή μετάβαση, ο φιλελευθερισμός αποσκοπούσε σε ήπιες αλλά και σταθερές μεταρρυθμίσεις, και τέλος, ο σοσιαλισμός επεδίωκε να γίνουν ριζοσπαστικές αλλαγές στην κοινωνία. Ωστόσο, με την επικράτηση της αστικής τάξης και την εδραίωση του βιομηχανικού καπιταλισμού, ο συντηρητισμός της παράδοσης (δηλαδή ο οποίος αντιλαμβανόταν τον κόσμο ως ένα ιεραρχικό σύστημα που στηρίζεται στη θεϊκή τάξη και υποστήριζε τα δικαιώματα της κληρονομικής αριστοκρατίας των φέουδων) ουσιαστικά παρήκμασε και εξαφανίστηκε.

Ωστόσο, στα τέλη του 19ου αιώνα έκανε την εμφάνισή της μια (άκρα) Δεξιά με εθνικιστικό πρόσημο, που πλέον δεν επεδίωκε την παλινόρθωση αλλά την εγκαθίδρυση μιας νέας κοινωνικής τάξης. Διαφορετική από τον συντηρητισμό-νοσταλγό του μεσαιωνικού και χριστιανικού παρελθόντος, ήταν ριζοσπαστική και αντιλαμβανόταν την πολιτική ως δαρβινική πάλη για την «επιβίωση του ισχυρότερου». Ο πόλεμος του 1870 ήταν  η πρώτη διεθνής σύγκρουση που ερμηνεύτηκε με δαρβινικούς όρους. Αυτός ο νέος συντηρητισμός με τον εθνικιστικό, ιμπεριαλιστικό, κρατικιστικό και βίαια αντιαριστερό του λόγο, ουσιαστικά υπήρξε η γέφυρα μετάβασης από τον παραδοσιακό συντηρητισμό του 19ου αιώνα στον εθνικιστικό ριζοσπαστισμό του 20ού.

Συγκεκριμένα, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ευρώπη είδε τη σύγκρουση αυτών των τριών μεγάλων ιδεολογιών: ο φιλελευθερισμός αποσκοπούσε στην εθνική αυτονομία και αυτοδιάθεση των λαών, ο (νέος) συντηρητισμός επεδίωκε την εθνική, στρατιωτική κυριαρχία, ενώ ο σοσιαλισμός ήθελε να εγκαταστήσει μια παγκόσμια κομουνιστική κοινωνία, πέρα από τα όρια των εθνικών κρατών. Η ιδεολογική διαμάχη ενσαρκώθηκε σε διαμάχη ανάμεσα σε κράτη. Εκμεταλλευόμενος λοιπόν το πνευματικό κλίμα της Ευρώπης στον 20ό αιώνα, ο φασισμός, γέννημα του (νέου) συντηρητισμού, έκανε τη δυναμική του εμφάνιση προωθώντας έναν χαρισματικό ηγέτη, ο οποίος μπορούσε να κατευθύνει τις μάζες μέσα από λέξεις και σύμβολα και να ωθήσει σε έναν νέο πόλεμο. Ο νέος πόλεμος, που έφερε και την οριστική συντριβή του φασισμού, άνοιξε τον δρόμο στο ψυχροπολεμικό τοπίο: η αντιπαράθεση πλέον ήταν ανάμεσα στα φιλελεύθερα κράτη της Δύσης και τον ρωσικό σοσιαλισμό. Μετά την εσωτερική αποσύνθεση και την πτώση των μεγάλων σοσιαλιστικών καθεστώτων, απέμεινε πρακτικά ο φιλελευθερισμός ως ο απόλυτος κυρίαρχος στο διεθνές γίγνεσθαι.  Ο 20ός αιώνας έκλεισε έτσι με την τριπλή νίκη της φιλελεύθερης δημοκρατίας: πρώτα έναντι των μεγάλων αυτοκρατοριών, έπειτα εναντίον των διάφορων φασισμών, και τέλος εναντίον του κομουνιστικού σοσιαλισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός και η σοσιαλδημοκρατία, οι δύο σημαντικότερες πολιτικές τάσεις της εποχής μας, δεν είναι στην πραγματικότητα δύο αντιτιθέμενα συστήματα, αφού κανένα από τα δύο δεν επιδιώκει την κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά περισσότερο ως διαμάχη ανάμεσα σε δύο διαφορετικές εκδοχές του φιλελευθερισμού, η μια από τις οποίες δίνει έμφαση στην κοινωνική δικαιοσύνη (σοσιαλδημοκρατία-Αριστερά), ενώ η άλλη στην ατομική ελευθερία και την οικονομική ανάπτυξη μέσω επενδύσεων (νεοφιλελευθερισμός-Δεξιά). Μάλιστα, τις τελευταίες τρεις δεκαετίες η Αριστερά εστιάζει την κριτική της στην υποχώρηση της σοσιαλδημοκρατίας (κράτος πρόνοιας) υπέρ του νεοφιλελευθερισμού. Σήμερα, δεδομένης της διασφάλισης της δημοκρατίας, το ερώτημα (που λαμβάνει κυρίως οικονομικό χαρακτήρα) είναι αν πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην ελευθερία ή στην ισότητα. Σχηματικά, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η σύγκρουση νεοφιλελευθερισμού και σοσιαλδημοκρατίας έγκειται στην προτίμηση ενός από τα δύο στοιχεία της φιλελεύθερης δημοκρατίας: ο νεοφιλελευθερισμός επιμένει σθεναρά υπέρ του φιλελεύθερου στοιχείου, επιζητώντας τη διευρυμένη επάνοδο των αρχών του κλασικού φιλελευθερισμού του laissez-faire, ενώ οι πολυποίκιλες εκδοχές της σοσιαλδημοκρατίας επιδιώκουν την υπέρβαση των ανισοτήτων, και σε τελική ανάλυση του ίδιου του καπιταλισμού, απορρίπτοντας το δίλημμα «επανάσταση ή μεταρρύθμιση» υπέρ του προτάγματος «επανάσταση μέσω μεταρρύθμισης», το οποίο προβάλλουν ως ένα περαιτέρω βήμα εκδημοκρατισμού.

Αυτά για το Κέντρο και την Αριστερά. Τι σημαίνει όμως Δεξιά σήμερα; Πώς εμπλέκεται ο σύγχρονος συντηρητισμός με τη διαμάχη σοσιαλδημοκρατίας και νεοφιλελευθερισμού; Αρχικά, ο σημερινός συντηρητισμός ελάχιστη σχέση έχει με τον νέο συντηρητισμό, ο οποίος όπως είδαμε προέβαλε έναν επιθετικό και αντιφιλελεύθερο εθνικισμό. Πρόκειται έτσι για την τρίτη, κατά σειρά, μορφή συντηρητισμού, η οποία έχει κοινό με τις προηγούμενες την έμφαση στην υπεράσπιση των παραδοσιακών αξιών. Σήμερα, ενώ ο νεοφιλελευθερισμός και η σοσιαλδημοκρατία τείνουν να ζητούν μια όλο και μεγαλύτερη διεθνική συνεργασία στο πλαίσιο της Παγκοσμιοποίησης, επιδιώκοντας ισχυρές αλλαγές στην οικονομία και την πολιτική, ο σύγχρονος συντηρητισμός επιδιώκει να διασώσει ορισμένες αξίες του παρελθόντος: έθνος, θρησκεία, παράδοση, αλλά και τις βασικές αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αντίθετα λοιπόν με τη σύγχρονη Αριστερά που τονίζει την κρατική δράση απέναντι στο άτομο και με το φιλελεύθερο Κέντρο, που δίνει το προβάδισμα στην ατομική πρωτοβουλία, η Δεξιά θέτει την κοινωνία υπεράνω και του κράτους και του ατόμου. Ένας από τους σημαντικότερους υποστηρικτές του πολιτικού Συντηρητισμού ήταν ο Βρετανός φιλόσοφος και συγγραφέας, Sir Roger Scruton. Εδώ θα ασχοληθούμε με την παρουσίαση και τον σχολιασμό του βιβλίου του Τρελοί, Τσαρλατάνοι, Ταραχοποιοί: διανοούμενοι της Νέας Αριστεράς (2015), που αποτελεί συνέχεια και επανεπεξεργασία του προηγούμενου έργου του, Διανοούμενοι της Νέας Αριστεράς (1985). Ο Scruton ασκεί εδώ κριτική σε μια πλειάδα σύγχρονων διανοουμένων, από τους Sartre, Althousser και Foucault, ως τους Horkheimer, Adorno, Gramsci, Lucacs, Badiou και Zizek. Το βιβλίο διαπνέεται από μια κεντρική ιδέα: πρέπει να απελευθερώσουμε τον πολιτικό διάλογο από την κατάσταση στην οποία τον έχει εγκλωβίσει η Αριστερά και η κληρονομιά της, από την εποχή του Marx. Σε αυτό, πάντα σύμφωνα με τον Scruton, καλείται σήμερα να διαδραματίσει καίριο ρόλο η συντηρητική Δεξιά.

Τι ακριβώς είναι όμως η Αριστερά; Τι σημαίνει Αριστερός; Σύμφωνα με τον Scruton, ο Αριστερός σήμερα είναι ένας άνθρωπος που αισθάνεται και συμπεριφέρεται σαν να τον έχει προδώσει σύσσωμη η κοινωνία στην οποία ζει. Είναι ο άνθρωπος που θα μπορούσε να βρει τον εαυτό του στην περίφημη φράση του Μεφιστοφελή του Faust: «είμαι το πνεύμα που πάντα αρνείται», καθώς μόνιμη επιδίωξή του είναι η άρνηση και ο υποβιβασμός του υπαρκτού χάρη του ιδεατού. Αυτό που υποβιβάζει όμως η Αριστερή σκέψη δεν είναι τίποτε άλλο από τα μεγάλα επιτεύγματα του Δυτικού πολιτισμού: το κράτος δικαίου, ο διαχωρισμός των εξουσιών, το δικαίωμα στην ιδιοκτησία κ.λ.π. Σύμφωνα με τον Scruton, ο Marx, ίσως ο μεγαλύτερος Αριστερός διανοητής όλων των εποχών, εμπνεόταν από μια μεγάλη πηγή, που δεν είναι άλλη από το μίσος για όσους κατέχουν ιδιοκτησία και δύναμη. Συνάμα, ο Marx υπήρξε ένας πρώτης τάξεως πολιτικός προπαγανδιστής. Ένα από τα σπουδαιότερα όπλα του, σύμφωνα με τον Scruton, ήταν η διάκριση της επιστήμης από την ιδεολογία. Συγκεκριμένα, προσφέροντας μια συστηματική φιλοσοφία της ιστορίας και μια θεωρία της εργασιακής αξίας, η σκέψη του Marx κατόρθωσε να περιβληθεί με τον μανδύα της επιστήμης, εκτοπίζοντας (ακόμη και τους σοσιαλιστές) αντιπάλους του ως απλούς «ιδεολόγους». Σε αυτό συνέδραμε σημαντικά η “Newspeak” (όρος του George Orwell), μια ειδική μορφή γλώσσας, που αντί να περιγράφει την πραγματικότητα, επιχειρεί να ασκήσει έλεγχο πάνω της. Η Newspeak συνεχίζει να ευδοκιμεί και σήμερα, στα χείλη των πάσης φύσεως Αριστερών διανοητών.

Μάλιστα, η μεγαλύτερη απόδειξη της επιτυχίας της, κατά τον Scruton, είναι ότι έπεισε τόσους ανθρώπους ότι ο φασισμός και ο κομουνισμός είναι απόλυτα αντίθετοι, παρά την ιστορική εμπειρία. Μέχρι σήμερα, ταλαντούχοι ιστορικοί όπως ο Hobsbawm, ο Thompson και ο Perry Anderson δε διστάζουν να μεταχειρίζονται μαρξιστικά σχήματα για να αναδείξουν την ανωτερότητα του υπαρκτού σοσιαλισμού, ενώ στοχαστές και φιλόσοφοι όπως ο Zizek ή ο Badiou, πασχίζουν να μας πείσουν ότι ο ολοκληρωτισμός των κομμουνιστικών κρατών υπήρξε κάτι θετικό και αυτόχρημα καλύτερο από τον ακροδεξιό ολοκληρωτισμό. Έτσι, σχεδόν κάθε αντιπαραβολή του φασισμού με τον κομουνισμό είναι αναγκασμένη να τονίζει την απόλυτη αντίθεση ανάμεσα στον κόλαση της φασιστικής πράξης και την υπόσχεση για επίγειο παράδεισο της προδομένης κομουνιστικής θεωρίας. Οι όροι δεν είναι τυχαίοι: εκτός από συμπάθεια σε ολοκληρωτικές τάσεις, μεγάλες μερίδες της Αριστεράς έχουν κατά καιρούς εκδηλώσει μια εσχατολογία και έναν μεσσιανισμό (όσον αφορά τον ιστορικό ρόλο του προλεταριάτου), πίσω από τους οποίους εύκολα ανιχνεύει κανείς έναν ψευδοθρησκευτικό ζήλο. Επιπλέον, εξαιτίας της επιμονής του στην «ολική» σύλληψη (και μεταβολή) της κοινωνίας, ο μαρξισμός πλησιάζει όχι μονάχα τις παραδοσιακές θρησκείες αλλά και με τον «υπ’ αριθμόν ένα εχθρό του και ομόαιμο αδελφό του», τον φασισμό. «Η ρητορική της ολότητας κρύβει την άδεια θέση στην καρδιά του συστήματος, εκεί που θα έπρεπε να είναι ο θεός» γράφει ο Scruton. Σε αυτό συνηγορεί η τάση για αίρεση και διχασμό, διαρκώς παρούσα στον Αριστερό χώρο:

«υπάρχει στην Αριστερά ένας αξιοσημείωτος φόβος για τις αιρέσεις, μια επιθυμία να διαφυλαχθεί η ορθοδοξία και να κυνηγηθεί ο αντιφρονών μαρτυρούν περί αυτού η απάντηση του Αλτουσέρ στον μαρξιστικό ανθρωπισμό, οι επιθέσεις του Άντερσον στον Ε.Π. Τόμσον, η καταγγελία από τον Μπαντιού εκείνων που ακολουθούν το “simulacrum” αντί για το αληθές Συμβάν, η κολσμενη αναζήτηση του Λούκατς των κακοήθων “-ισμών” της ημέρας, και η καταγγελία των ‘δευψο-διανοουμένων” από τον Σαρτρ» (σ.  321)

Βέβαια, ομολογεί ο Scruton, η Αριστερά έχει βγάλει πλέον τα μαρξιστικά γυαλιά. Η σύγχρονη αποδομητική Αριστερά, κατά Scruton, τείνει στην υποβάθμιση της έννοιας της αντικειμενικότητας, του ορθολογισμού και κάθε παράδοσης χάρη ενός προγράμματος που δεν έχει καν σαφείς πολιτικές επιδιώξεις. Ποίες είναι όμως οι επιδιώξεις της; Σύμφωνα με τον Scruton, η σύγχρονη Αριστερά έχει δύο κυρίως στόχους σήμερα: όλο και μεγαλύτερη κοινωνική ισότητα με κάθε τρόπο αφενός, και ατομική χειραφέτηση από το αστικό σύστημα αφετέρου (θα μπορούσε εδώ κανείς να φέρει στο μυαλό του τη σεξουαλική απελευθέρωση του Μάη του ’68). Όπως λέει ο ίδιος:

«Η ίδια συλλογιστική που έχει στόχο να καταστρέψει τις ιδέες της αντικειμενικής αλήθειας και της απόλυτης αξίας, επιβάλλει την πολιτική ορθότητα ως απολύτως δεσμευτική και τον πολιτιστικό σχετικισμό ως αντικειμενική αλήθεια» (σελ. 268).

Παρά το γεγονός ότι τα ιδεώδη της ισότητας και της ελευθερίας είναι ουσιαστικά ασύμβατα, η Αριστερή εμμονή επιβιώνει και αναπαράγεται ασταμάτητα. Αντίθετα, οι Δεξιές προσεγγίσεις βρίσκονται κατά κανόνα στο περιθώριο του εκπαιδευτικού συστήματος και περιφρονούνται από τα μέσα επικοινωνίας (σ. 320). Εύκολα να το διακρίνει κανείς μέσα στα Πανεπιστήμια, όπου:

 «σχεδόν όλοι όσοι ασπάζονται τις σχετικιστικές “μεθόδους” που εισήχθησαν στις ανθρωπιστικές επιστήμες από τους Φουκώ, Ντεριντά και Ρόρτυ, είναι σφοδροί υποστηρικτές ενός κώδικα πολιτικής ορθότητας που καταδικάζει την απόκλιση με απόλυτους και αδιάλλακτους όρους. Η σχετικιστική θεωρία υπάρχει για να στηρίζει ένα απολυταρχικό δόγμα […]Η επίθεση στο νόημα που ανέλαβαν οι αποδομιστές δεν είναι επίθεση στα “δικά μας” νοήματα, που παραμένουν ακριβώς αυτό που πάντα ήσαν: ριζοσπαστικά, εξισωτικά και παραβατικά. Είναι επίθεση στα νοήματά “τους”-τα νοήματα που διαφυλάχθηκαν από μια παράδοση καλλιτεχνικής σκέψης και πέρασαν από γενιά σε γενιά με τις παλιές μορφές λογιοσύνης» (σελ. 266-267).

Παρά την απαγκίστρωσή τους από τον μαρξισμό και την παταγώδη αποτυχία του υπαρκτού σοσιαλισμού, οι Αριστεροί διανοούμενοι δεν πτοήθηκαν. Αντίθετα, ανέλαβαν την υποχρέωση να επικρίνουν το καπιταλιστικό σύστημα: ο Foucault αφιέρωσε το έργο του στην αναγωγή κάθε στοιχείου της κοινωνίας των πολιτών σε μυστικές σχέσεις εξουσίας, η Σχολή της Φραγκφούρτης εξαπέλυσε επιθέσεις ενάντια στην παρακμή της τέχνης με τη μαζική κουλτούρα και αιρετικοί στοχαστές όπως ο Veblen και ο Galbraith προσπάθησαν τόσο επίμονα να μας πείσουν ότι ο καταναλωτισμός δεν είναι αναγκαία συνέπεια της δημοκρατίας αλλά μια παθολογική μορφή της. Με έναν λόγο, η νέα αριστερά έκανε αυτοσκοπό της την άνευ όρων κριτική του καπιταλιστικού συστήματος και την επινόηση διαρκώς νέων μορφών «απελευθέρωσης» από τις συνέπειές του. Παράλληλα όμως ενυπάρχει μέσα της και η επιθυμία της να μας δείξει  πως η διαφορά ανάμεσα στα ολοκληρωτικά κράτη του υπαρκτού σοσιαλισμού και τις φιλελεύθερες δημοκρατίες της Δύσης δεν είναι και τόσο μεγάλη. Είτε μιλάμε για τον Sartre, τον Lucacs, τον Adorno, τον Hobsbawm, ή τον Badiou, η στάση είναι κοινή: το έγκλημα δε συνιστά έγκλημα αν ο στόχος του είναι η ουτοπία.

Συνοψίζοντας, τα διάφορα Αριστερά οράματα, παρά τις επιμέρους διαφορές τους, έχουν ένα σημαντικό κοινό στοιχείο: την απορρόφηση όλων των εξουσιών της κοινωνίας από το κράτος (σ. 313). Σε αυτό ακολουθούν κατά πόδας τα σοσιαλιστικά κράτη του 20ού αιώνα. Σε τελική ανάλυση, όλες οι επιμέρους εκδοχές αριστερίστικου λόγου (ιδιαίτερα μετά τον γαλλικό Μάη) όχι απλώς δε στηρίζουν ουσιαστικά τους κοινωνικά καταπιεσμένους υπέρ των οποίων κόπτονται, αλλά εκφράζουν τις ονειρώξεις ορισμένων επηρμένων διανοούμενων, που εκμεταλλεύονται την «αστική δημοκρατία» και την οικονομική άνεση που τους προσφέρει το καπιταλιστικό σύστημα για να το επικρίνουν. Όταν ο κομουνιστής διανοούμενος μιλάει για «ταξική συνείδηση» του προλεταριάτου δεν τον απασχολεί η αληθινή αντίληψη της πραγματικού προλεταριάτου (αφού θεωρεί κάθε έκφρασή της «οπορτουνισμό»). Αυτό που τον νοιάζει είναι η ιδεατή και αφηρημένη σύλληψη που έχει κατασκευάσει ο ίδιος. Πότε έκανε κάποια χειρωνακτική εργασία ο Lucacs, o Lenin, O Engels και σε τελική ανάλυση, ο ίδιος ο Marx; Τι γνώριζαν οι συγκεκριμένοι για την αληθινή εξαθλίωση των ανθρώπων; Στο μυαλό τους, οι εργάτες αποτελούν μονάχα μια απλή αφαίρεση για την επίτευξη των διανοουμενίστικων Αριστερών ονειρώξεων, καταλήγει ο Scruton. Αυτή η αδιαφορία για τα πραγματικά ανθρώπινα όντα που αποτελούν την εργατική τάξη καθιστά δυνατή την εξόντωσή τους στον εμπειρικό κόσμο των κομουνιστικών καθεστώτων (σ. 115).

Φαίνεται πως ο Scruton θεωρεί εδώ (και το έχει πει ρητά αλλού) ότι ο κύριος λόγος που η πλειονότητα της διανόησης ανήκει στην Αριστερά, είναι η ανάγκη της να διαφοροποιηθεί από τον απλό λαό, υποστηρίζοντας ριζοσπαστικές ιδέες που διαπνέονται από φλογερό μεταρρυθμιστικό ζήλο. Οι διανοούμενοι είχαν την τάση να πιστεύουν σε ουτοπίες ήδη από την εποχή του Πλάτωνα, ακριβώς επειδή πίστευαν πως θα έπρεπε οι ίδιοι να έχουν τον καθοδηγητικό ρόλο μέσα σε αυτές. Το μεγαλύτερο ψέμα της η Αριστερής διανόησης, συμπεραίνει, ήταν η ιδέα ότι όλα τα προβλήματα της ζωής μπορούν να λυθούν με την πολιτική. Με αυτόν τον τρόπο απλώς υπέτασσαν την κοινωνία στο κράτος. Στην πραγματικότητα, είναι αδύνατο να εξαφανίσουμε κάθε πηγή κακού στον κόσμο μας. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι ορισμένες μικρές αλλαγές, προς όφελος της δικαιοσύνης και της ανθρωπιάς. Αυτό όμως δεν γίνεται μονάχα με την πολιτική: η υψηλή τέχνη, η θρησκευτική λατρεία και οι γνήσιες κοινωνικές συναναστροφές μπορούν να πετύχουν περισσότερα πράγματα από τις διαμαρτυρίες και τις πολιτικές επεμβάσεις. Οι σκοποί της ζωής προκύπτουν από τις ελεύθερες ενώσεις μας και όχι από την καταναγκαστική πειθαρχία μια εξισωτικής ελίτ. Αυτό είναι που η Αριστερά αδυνατεί να καταλάβει και γι’ αυτό δε θα δει κανένας στα γραπτά συγγραφέων όπως ο E.P. Tompson εγκωμιασμό για τις γιορτές, τις ομάδες κρίκετ, τις χορωδίες, τις λέσχες χορού και την πλούσια αγγλική κοινωνική ζωή, όσο και αν ο τελευταίος εγκωμιάζει με πάθος και λυρισμό την αλληλεγγύη της εργατικής τάξης στις πόλεις (σ. 314). Η κριτική του Scruton απέναντι στον πολιτικό μεσσιανισμό και την ουτοπία, ο Scruton τόνιζε την ανάγκη για ομορφιά, ελεύθερες ενώσεις και πολιτισμό. Η λύση που αντιπροτείνει ο Scruton στα Αριστερά οράματα δεν είναι λοιπόν άλλη από τη διάκριση κράτους και κοινωνίας των πολιτών (σ. 315).

Παραθέτοντας ένα απόσπασμα από τους πλατωνικούς Νόμους, (να σημειωθεί ότι ο Scruton φαίνεται να θεωρεί τον Πλάτωνα ως έναν διανοούμενο που ανένηψε από τον πειρασμό του ολοκληρωτισμού), εξηγεί ότι το onus probandi στην πολιτική συζήτηση δεν ανήκει στους συντηρητικούς υποστηρικτές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, αλλά αντίθετα στους ίδιους τους Αριστερούς ριζοσπάστες διανοητές.  Εδώ θυμάται κανείς τα σύντομα videos από τον οργανισμό Prager U, όπου συντηρητισμοί σαν τον Dennis Prager και τον Jordan Peterson εξηγούν γιατί θεωρούν τη σύγχρονη Αριστερά είναι κίνδυνος για τη δημοκρατία. Θα υποτιμούσε βέβαια κανείς τον Scruton αν παραβλέποντας την αξιοσημείωτη ευρυμάθεια, τη διεισδυτικότητα και το βρετανικό χιούμορ του, τον τοποθετούσε απροβλημάτιστα στον χώρο του συντηρητισμού, ως έναν ακόμη εκπρόσωπό του. Ο πειρασμός να παραβλέψει κανείς τις ατέλειες του βιβλίου του είναι λοιπόν μεγάλος. Οφείλουμε όμως να επισημάνουμε ότι ο Scruton δεν είναι αμερόληπτος: αν και αναγνωρίζει την ευφυΐα των Sartre και Foucault, συχνά ταυτίζει την Αριστερά με τις ακραίες εκδηλώσεις της. Το βιβλίο του είναι σε τελική ανάλυση έργο αγανάκτησης και ό,τι κερδίζει από αυτό σε γλαφυρότητα το χάνει σε κριτική ανάλυση. Λόγω της επιθυμίας του να καταδικάσει, ο Scruton αφιερώνει λιγότερο χρόνο στο να κατανοήσει: τόσο τις ιδιαιτερότητες του εκάστοτε Αριστερού ρεύματος όσο και τις ιστορικές αιτίες ανάδυσής του. Με αποτέλεσμα το παρόν βιβλίο του συχνά να διαβάζεται, λόγω της γλαφυρότητάς του, από άτομα που δεν έχουν την ευστροφία και την ωριμότητα του Scruton και ως εκ τούτου είναι πολύ λιγότερο πρόθυμα να διακρίνουν οτιδήποτε θετικό στην Αριστερή σκέψη.

Εδώ αξίζει μια παρατήρηση. Όπως είναι γνωστό, κάθε οργάνωση των ανθρώπινων όντων συνεπάγεται άσκηση εξουσίας. Στη μαζικοδημοκρατική κοινωνία που ζούμε όμως οι έννοιες της ιεραρχίας και της παράδοσης έχουν πέσει σε κάποια δυσμένεια. Οι άνθρωποι θέλουν να είναι ίσοι μεταξύ τους και να μη δεσμεύονται από κανενός είδους αυθεντία ή έθιμο. Γι’ αυτό και οι νέες μορφές κοινωνικής εξουσίας τείνουν στην ισοπέδωση της ιεραρχίας και προχωρούν σε (φαινομενικά) ηπιότερους τρόπους άσκησης της εξουσίας. Οι πολιτικοί σήμερα, στην πλειοψηφία τους, μιλούν εξ ονόματος του λαού αλλά και αυτοπροβάλλονται ως γνήσια τέκνα του, οι μοντέρνοι εργοδότες προσπαθούν να κάνουν τους εργαζομένους τους να νιώθουν μάλλον ως ισότιμοι συμμέτοχοι στη λύση προβλημάτων παρά ως «υφιστάμενοί» τους, ενώ όλο και περισσότεροι εκπαιδευτικοί των ημερών μας τονίζουν την ισότητα μεταξύ παιδιών και ενηλίκων, η σχέση των οποίων δεν πρέπει κατ’ αυτούς να είναι μια σχέση μετάδοσης πληροφοριών από τον γνώστη στον αμαθή αλλά «κατασκευή» της πραγματικότητας μέσα από την κοινή εμπειρία και των δύο (κονστρουκτιβισμός). Οι Αριστεροί διανοητές που περιγράφονται στο βιβλίο επιδιώκουν ακριβώς αυτό: αφενός την απαγκίστρωση από την παράδοση, αφετέρου τη διάλυση της ιεραρχίας και την καθιέρωση ισότητας με κάθε δυνατό τρόπο.

Επομένως, μάλλον ο Scruton δεν είναι εντελώς ακριβής σε αυτό: δεν είναι η ανάγκη των διανοουμένων για διαφοροποίηση από τη «μάζα» που τους ωθεί σε Αριστερές τάσεις, αλλά αντίθετα, η ανάγκη τους να παριστάνουν ότι βρίσκονται εγγύς σε αυτή και ότι είναι ίσοι και όχι ανώτεροί της. Έτσι, θα μπορούσε να πει κανείς, η Αριστερά είναι μια πολιτική τάση κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της μαζικοδημοκρατικής εποχής μας. Ωστόσο, ας μην το κρύβουμε, το βιβλίο είναι ένα αριστούργημα, μια σύγχρονη εκδοχή της “trahison des clercs” που έχει πολλά να πει και στη χώρα μας. Σε τελική ανάλυση, ο Scruton έχει διττό στόχο: τόσο την απαγκίστρωση των διανοουμένων από τις ουτοπικές (και συχνά ολοκληρωτικές) πολιτικές τάσεις, όσο και την ουσιαστική κάλυψη του χάσματος ανάμεσα σε διανοούμενους και απλούς πολίτες, πράγματα που στην ουσία αποτελούν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ

Μυρτώ Χαρβαλιά, Ασφάλεια πάνω απ’ όλα

[Ασφάλεια πάνω απ’ όλα]

Η συνέχεια από τα Ροδάκινα

Myrtw-Charvalia-Eikona

Αγαπητέ Θ.,

Χαθήκατε. Σας στέλνω τόσες επιστολές, κάρτες αναμνηστικές και ραβασάκια. Πού είστε; Μήπως αλλάξατε διεύθυνση; Τα ροδάκινα που σας έστειλα πρέπει να μούχλιασαν στην εξώπορτα. Τα ροδάκινα είναι η ψυχή μου. Σας τη στέλνω ταχυδρομικώς, αν θελήσετε. Αν θελήσετε να την παραλάβετε, εννοώ. Είναι εκεί. Σε ένα κιβώτιο το πιο πιθανόν, ανάμεσα σε άλλα, αφημένα εκεί από καιρό, δίπλα σε άλλες επιστολές, λογαριασμούς και διαφημιστικά. Σας στέλνω την παρούσα επιστολή για να σας γνωστοποιήσω πως:

Σας ποθώ, σας ποθώ, σας ποθώ.

Ανυπεράσπιστος δηλώνω κι αφελής,

Σας ποθώ,

Μ.

*

Κύριε Θ.,

Το γράμμα μου ήταν μια στιγμή αδυναμίας. Αγνοήστε το. Συγχωρήστε με.

*

Αγαπητέ κύριε Θ.,

Είπα να μην σας στέλνω πια αλλά βλέπετε, ανησυχώ. Δηλαδή, όχι, δεν ανησυχώ, δεν χρειάζεται να ανησυχώ για την ακεραιότητά σας. Γνωρίζω πως τα καταφέρνετε μια χαρά· η σωματική σας διάπλαση σάς βοηθά για να προστατεύσετε τον εαυτό σας. Όσον αφορά στο μυαλό και την ψυχή σας, αυτά τα τελευταία αποδείχθηκαν τωόντι παραπάνω σκληρά κι αμετακίνητα απ’ όσο φανταζόμουν. Είσαστε πολύ σκληρός, λοιπόν, για να πεθάνετε. Το γνωρίζω.

Αλλά να, περνούσα προχθές, εντελώς τυχαία, κάτω από το σπίτι σας και είδα πως υπήρχε ένα περιπολικό ακριβώς απ’ έξω. Βεβαίως, το προσπέρασα πολύ γρήγορα. Δεν θα ήθελα να έχω επιπλέον μπελάδες. Αρκετούς είχα όταν μου έσπασαν την μπαλκονόπορτα. Θυμάστε, άλλωστε. Ήταν δύο αστυνόμοι που είχαν κατέβει από το όχημα και στέκονταν στην είσοδο, δύο άλλοι φαίνεται ότι κατέβαιναν την κεντρική σκάλα, κατέβαζαν κάποιον και κρατούσαν το κεφάλι του προς τα κάτω. Δεν μπόρεσα να δω περισσότερα. Θέλω να πω, με τύφλωσε κι αυτό το φωσφορίζον μπλε φως του περιπολικού… Είναι όλα καλά;

Αναρωτιέμαι. Ήσασταν εσείς, μήπως;

Θέλω να πω, αυτό θα ήταν αδύνατον. Αλλά, βλέπετε, ανησυχώ. Το λοιπόν;

Καταλαβαίνω ότι δεν θέλετε πλέον να έχετε περαιτέρω επικοινωνία μαζί μου, το κάνω καθαρά και μόνο για λόγους ασφάλειας και ενδιαφέροντος. Το λοιπόν;

Ελάτε, δεχτείτε ευγενικά να μου αποστείλετε μια σύντομη επιστολή, έστω και μονολεκτική, ένα ναι ή ένα όχι, κι εγώ θα καταλάβω.

Με φιλικούς χαιρετισμούς,

Μ.

*

Κύριε Θ.,

Δεν απαντήσατε στο γράμμα μου. Ωστόσο, δεν σας κατηγορώ. Είναι μονάχα ότι με βάλατε σε μεγαλύτερη ανησυχία. Βλέπετε, αμέσως άρχισα να φτιάχνω σενάρια. Μην τυχόν σας έχουν πάρει αυτόφωρο, και εκεί που μένετε… Πώς να το πω, θα ήταν φριχτό αν σας έπαιρναν αυτόφωρο σε εκείνη την περιοχή. Και σε κάθε περίπτωση εσείς είστε αθώος. Αθώος. Γιατί να σας έπαιρναν αυτόφωρο! Ύστερα σκέφτηκα το βανάκι της αστυνομίας—εκεί όπου βάζουν τους ύποπτους και τους εγκληματίες εννοώ. Σας σκέφτηκα εκεί μέσα κι ένα τρέμουλο με διαπέρασε. Λάθος, κανένα τρέμουλο. Δεν μπορώ να σας φανταστώ μέσα σε μια κλούβα. Μόνο κλούβια αβγά δεν θα ταίριαζαν εκεί μέσα; Μέσα σε μία τέτοια λέξη;

Δείξτε την καλοσύνη που αρμόζει σε τέτοιες καταστάσεις ύστατης αγωνίας και απαντήστε μου αν ήσασταν εσείς.

Ελπίζω απλώς να ήταν κάποιος άλλος, κάποιος πραγματικά ένοχος γιατί εσείς δεν είστε ούτε στο ελάχιστο, το γνωρίζω πολύ καλά αυτό. Μπορεί άλλωστε να έχετε αλλάξει διεύθυνση. Έτσι δεν είναι; Άλλωστε, τι θα μπορούσε να δηλώνει αυτή σας η μακροχρόνια σιωπή αν όχι απουσία;

Σας χαιρετώ φιλικά,

Μ.

ΥΓ. Κι όπως είπαμε, μπορείτε να αρκεστείτε σε μια μονολεκτική επιστολή. Θα δείξω απόλυτη κατανόηση.

*

Αγαπητέ Θ.,

Ξέρω πως δεν πέρασαν πολλές μέρες από την τελευταία μου επιστολή. Ο λόγος που σας ξαναστέλνω είναι για να σας πω να προσέχετε. Περίεργα πράγματα συμβαίνουν τελευταία. Μάλιστα, περίεργα πράγματα συμβαίνουν κι εδώ που μένω. Δεν θα ήθελα να φανταστώ τι συμβαίνει στη δική σας γειτονιά. Είμαστε όλοι στο πόδι από το πρωί ώσπου να πέσει το φως. Μια αδιαθεσία γενική επικρατεί. Θα σας εξηγήσω.

Στο δεύτερο υπόγειο της πολυκατοικίας έμενε η γιαγιά από τις Φιλιππίνες. Πριν λίγες μέρες μπήκαν στο σπίτι της και τής το έκαναν λαμπόγυαλο.

Όταν μπήκαν μέσα για επιθεώρηση, είδαν εφημερίδες παντού απλωμένες στο πάτωμα. Η λάμπα στο μπάνιο έκαιγε και μύριζε ψαρίλα· το ντουί είχε χαλάσει, συμπέραναν. Στον χώρο βρέθηκαν πολλά τάπερ αταίριαστα και ελαφρώς λαδωμένα. Είχαν αναποδογυρίσει τον κάδο των σκουπιδιών στην κουζίνα. Η γιαγιά φαίνεται ότι είχε αγοράσει χοιρινό κρέας—το πότε δεν μπορούν να το υπολογίσουν με σιγουριά—πάντως βρήκαν ενήλικα σκουληκάκια να χαμογελούν μέσα στον σωρό με τα υπόλοιπα σκουπίδια, ανάμεσα σε φλούδες πατάτας και πορτοκάλια στυμμένα. Αναρωτήθηκαν, μάλιστα, αν είχε εγγόνια, γιατί, ας μην γελιόμαστε, ποια γιαγιά θα έστυβε πορτοκάλια για τον εαυτό της!  Κι αν είχε εγγόνια, στα οποία έφτιαχνε τακτικά πορτοκαλάδες τότε πώς γίνεται να βρέθηκε μετά από δύο εβδομάδες, σ’ αυτήν την έρημη πλαστική καρέκλα με τα χέρια και τα πόδια της δεμένα σφιχτά με μαύρη ταινία, και μπορείτε να φανταστείτε την μπόχα. Της είχαν φιμώσει και το στόμα, για να μην φωνάξει όσο εκείνοι θα έψαχναν. Είπαν, μάλιστα, πως όταν αφαίρεσαν την ταινία είδαν κάτι να ζυμώνεται εκεί μέσα. Δεν είπαν παραπάνω. Κι όλα αυτά για μερικά χαρτονομίσματα που φαίνεται να έκρυβε στο συρτάρι με τις κιλότες. Ούτε κοσμήματα, ούτε τίποτα.

Η γιαγιά του δεύτερου υπογείου από τις Φιλιππίνες μού κάνει παρέα εδώ και κάποιες μέρες. Δουλεύω ως αργά και με επισκέπτεται συχνά. Πώς γίνεται να την ξέχασαν δύο πατώματα κάτω από τη γη να σαπίζει; Το σπίτι της ήταν αρκετά βαθιά για να είναι ο τάφος της. Ζούσε μέσα στον τάφο της! Χα! Φανταστείτε!

Τα μαραμένα της χεράκια κολλημένα στην καρέκλα. Τους άκουσα να λένε πως οι βούλες από τα γηρατειά στα χέρια της είχαν ανοίξει και μπορούσες να δεις κάτι μαύρο μέσα τους.

Τι; Τα μάτια της; Ήξερα πως θα ρωτούσατε. Για τα μάτια της δεν μίλησαν, γιατί λένε πως ήταν τυφλή.

Σας χαιρετώ,

Δικός σας,

Μ.

ΥΓ. Στον φάκελο θα βρείτε μια μαραμένη μαύρη μαργαρίτα. Είναι από αυτές που σας έλεγα ότι φυτρώνουν στη σκεπή του απέναντι σπιτιού.

*

Κύριε Θ.,

Καταλαβαίνω πως η δουλειά σας δεν σας επιτρέπει πολλές ώρες για χάσιμο και φαντάζομαι ότι σε αυτή την έλλειψη χρόνου συμπίπτει και η έλλειψη απάντησης από μέρους σας. Καταλαβαίνω απόλυτα, όπως σας είπα. Επίσης, συγχωρήστε με για την προηγούμενη επιστολή. Είναι απλώς ότι τα πράγματα γίνονται επικίνδυνα τώρα πια.

Κοιτάξτε, αυτήν τη φορά σας στέλνω γιατί δεν θα άντεχα να σας κρύψω την ανησυχία μου. Βλέπετε, πέρασα ξανά από τη γειτονιά σας, είχα κάτι υποχρεώσεις εκεί κοντά και, ήταν βράδυ, βλέπετε, και ακριβώς απέναντι από την πολυκατοικία όπου διαμένετε—ή που κάποια στιγμή ορίσατε ως σπίτι σας, τέλος πάντων—έβλεπα καπνό. Έβλεπα καπνό να φεύγει από κάποιο παράθυρο στον πέμπτο περίπου όροφο και ήθελα να δω αν είναι όλα καλά.

Κάθισα αρκετή ώρα κοιτάζοντας τον μαύρο καπνό που χανόταν στον αέρα με μια ελαφρότητα σαν να μην συνέβαινε τίποτα, με μια ευκολία γκρίζα που μου έλεγε «ε, και τι πειράζει» κι ύστερα εξαφανιζόταν στον νυχτερινό ουρανό. Ούτε ένα σύννεφο δεν υπήρχε για να μπερδευτώ. Το είδα καθαρά. Ο καπνός μού έλεγε πως δεν σας νοιάζει, πως δεν πειράζει. Το δυστυχές είναι πως καθώς έβλεπα με σηκωμένο το κεφάλι τον μαύρο καπνό της έγνοιας να εξαφανίζεται στο μπλε δεν ήξερα αν έπρεπε να γίνω κι εγώ κομμάτι αυτού του αδιαπέραστου, ακηλίδωτου μπλε και να σας αφήσω πίσω, στον όροφό σας, στη φλεγόμενη, ίσως, βεράντα σας, και να φύγω. Το δυστυχές είναι πως εσάς δεν σας νοιάζει, πως εσείς συνεχίζετε τη ζωή σας φυσιολογικά κι αναπνέετε ακόμη και στον μαύρο καπνό τη φυσιολογικότητα του αέρα, ενώ εγώ δεν μπορώ να προχωρήσω χωρίς εσάς. Είμαι κολλημένος σε αυτό το διαμέρισμα που σιγά-σιγά το τρώνε οι φλόγες. Σιγά-σιγά οι φλόγες με πλησιάζουν, μου αρπάζουν την ανάσα και αρνούνται να μου τη δώσουν πίσω. Πνίγομαι μέσα στον μαύρο καπνό, κύριε Θ. Πνίγομαι μέσα στον μαύρο καπνό, είπα ψέματα ότι ο καπνός διαλύεται, δεν αλλάζει. Ο καπνός είναι μαύρος σαν πίσσα και αποπνικτικός. Έχω εγκλωβιστεί μέσα στο διαμέρισμα. Δεν προλαβαίνω να καλέσω την Άμεση. Η ανάσα μου μικραίνει. Τα μάτια μου μισοκλείνουν, αφήνομαι σε αυτό το μαύρο. Κι εσείς βρίσκεστε ακριβώς απέναντί.

Αυτή η ιστορία πρέπει να τελειώσει.

Μ.

*

Αγαπητέ Θ.,

Είδα στον ύπνο μου την Μάρθα.

Δηλαδή δεν την είδα. Είδα ότι μπήκα στο σπίτι σας. Είδα την κουζίνα ακατάστατη· άπλυτα κατσαρολικά και το κίτρινο του κουρκουμά.

Είδα άστρωτο τον μπλε καναπέ.

Άνοιξα το φως του μπάνιου· δεν κατάλαβα πολλά. Πετάξατε την οδοντόβουρτσά μου, ωστόσο, γιατί; Ήρθα. Κι αν ήθελα να πλύνω τα δόντια μου; Πού είναι η οδοντόβουρτσά μου;

Πέρασα στο δωμάτιο. Είδα το πάπλωμα. Δεν ήταν το δικό μας πάπλωμα. Έκανα να το πιάσω, να συνηθίσω την υφή του και τότε έκπληκτος ένιωσα ζέστα, ένιωσα ζέστα στο πάπλωμα από κάτω. Και τότε κατάλαβα ότι εσείς μπορεί να μην υπήρξατε αλλά η Μάρθα υπήρχε μαζί σας.

Είδα στον ύπνο μου την Μάρθα.

Πριν τρία βράδια δηλαδή.

Από τότε αρνούμαι να κοιμηθώ, δεν θέλω συνέχεια σ’ αυτή τη σκηνή. Δεν θέλω λύσεις στην πλοκή ούτε dénouements. Θέλω απλώς να μην είναι αλήθεια.

Μ.

ΥΓ. Τι υστερόγραφο να αφήσω; Παρακαλώ, να μην είναι αλήθεια.

*

Κύριε Θ.,

Ελπίζω η ημέρα σας να είναι bright and sunny, bright and sunny και η ζωή σας ένα ατελείωτο βρετανικό accent. Σας στέλνω αυτό το σύντομο γράμμα, για να σας γνωστοποιήσω, για να σας πω, να σας πω, αγόρασα νέες γαλότσες, wellingtons, ξέρετε.

Τις φόρεσα.
Βγήκα στην πίσω αυλή.
Τα αράδιασα όλα χάμω.
Τι μαρμελάδα! Κιμά τα έκανα.
Να μην υπάρξουν ποτέ ξανά.
Στην υγειά σας,
Δικός σας,
Ο πρώην (πιστός δε) ροδακινοπάροχός σας.

***

ΜΥΡΤΩ ΧΑΡΒΑΛΙΑ

Myrtw-Charvalia-Eikona-2

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |46. Λένα Καλλέργη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἁγ. Λαύρας 60, Νεάπολη, Ν. Ἰωνία Ἀττικῆς 142-33 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Λένα Καλλέργη

00-story-shape-of-water

(Κῆποι στὴν ἄμμο, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2010)

Spleen

Δὲν ἔχω ποιήματα ἀλλὰ κι ἱστορίες
Τὸ σκοτεινὸ δωμάτιο νὰ φωτίσω.
Τὰ μάγια λύνω. Τὴ σιωπὴ θ’ ἀφήσω
Νὰ ἠχεῖ σ’ αὐλὲς κλειστὲς καὶ σκάλες κρύες.

Δέθηκε ὁ δρόμος μὲ τσιμέντο γκρίζο.
Ξύνει ἡ βροχὴ τὸ τζάμι μ’ ἕνα νύχι
Ποὺ μπαίνει ὣς τὴν καρδιά. Γύρω μου στίχοι
Λειψοί, μέλη κορμιοῦ ποὺ δὲν γνωρίζω.

Νὰ δοκιμάσω ἕνα καινούριο ροῦχο…
Νὰ ράψω αὐτὴ τὴν τρύπα στὸ σεντόνι.
Τίποτα δὲν χωρᾶ τὴ θλίψη πού ’χω.

Μιὰ κούπα θὰ κρατήσω τσάι σκέτο
Κι ἕνα στὸ νοῦ μου νὰ γυρνάει σονέτο
Νὰ λέει: Πόλη στενή. Γυναῖκα μόνη.

~.~

NIGHTMARE-ALLEY_GUILLERMO-DEL-TORO_EFFECT-TEAM_THE-SHAPE-OF-WATER_

(Περισσεύει ἕνα πλοῖο, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2016)

Ὁ ἐραστὴς-ψάρι

Γλιστροῦσε ἀπὸ τὰ χέρια μου
κι ἔπρεπε
νὰ ἔχω μεγάλη τέχνη στὴν ἀπόχη.

Ὄχι βαρὺ καμάκι, θὰ πονέσει.
Ὄχι τὸ ἀγκίστρι, θὰ ματώσουν
τὰ καλοδουλεμένα του βράγχια.

Κι ἐνῶ ἦταν ξένος καὶ βουβὸς καὶ κρύος
ἀσήμιζαν τὰ μάτια μου ὅταν τὸν κοιτοῦσα
κι ὅταν χανόταν στὰ βαθιά, πνιγόμουν
ἀπὸ τὰ φιλντισένια του κόκαλα.

«Ἀντίο» καὶ «πρόσεχε, θὰ βρέξει»
σὲ ποιά γλώσσα νὰ πῶ.
Στεγνὴ ὁμηρία τὰ πόδια μου
στὸ χῶμα ριζωμένα.
Ἀπὸ εἶδος σὲ εἶδος , δίχως μεταλλάξεις
θὰ περπατᾶ ἡ σιωπή.

Ἴσως νὰ συναντιόμαστε, καμιὰ φορά, στὶς ὄχθες.

~.~
 
Δημιουργός

Τοὺς ἔδωσα ὅ,τι ἁρμόζει στὸν καθένα:
ἀστερισμοὺς γιὰ τὰ μάτια τους
σμάρια νεφῶν γιὰ τὰ μαλλιά τους.
Στοὺς ναυαγοὺς ἔστειλα τρικυμίες.
Ἧττες καὶ προδοσία στοὺς ἀρχηγούς.
Ἄνθη καὶ θάνατο γιὰ τὶς μητέρες.
Τοὺς εἶπα: Παιδιά μου, ὅλοι πρωτότοκοι,
ἡ περιουσία δική σας.

Κι ὅλα ἐπιστρέφουν σὲ μένα.
Χρυσὸς ποὺ ἔρχεται πίσω στάχτη.
Δάση ποὺ γίνονται βιβλιοθῆκες.
Χτισμένα νησιά.

Οἱ ἐπιθυμίες τους, μουσικὲς ἀγγέλων
τυπωμένες σὲ πέτρες καὶ μάρμαρα
ψιθυρισμένες σὲ γλῶσσες ἀλλόκοτες,
ἔρχονται μὲ ἀνοιχτὰ φτερά, οἱ εὐχές τους,
καὶ μὲ χτυποῦν στὸ πρόσωπο.
Τὸ πρόσωπο
μοῦ τὸ ἔδωσαν ἐκεῖνοι.

Καὶ ξεκινοῦν ἕναν ἀέρα τόσο ἀψήφιστο
–ἄραγε ἐγὼ τοὺς δώρισα τέτοιο ἄνοιγμα;–
καὶ γκρεμίζουν στὸν δρόμο τους τόσα ἱερά.

Μόνος, ὁλόκληρος, μοχθῶ
σὲ ἄπειρο καιρὸ
μὰ δὲν χωράω νὰ μείνω σὲ μιὰ σκέψη.

Ποῦ νὰ τὸ πῶ
καὶ ποιός νὰ μὲ πιστέψει.

~.~
 
Ὁ ξένος

Μὲ δέχτηκαν ἀργὰ στὴν ἐνδοχώρα.

Μὲ ὅρους νησιοῦ
χωρὶς γέφυρες
μὲ ἄδεια ποὺ ἐκκρεμεῖ
γιὰ ν’ ἀναπτύξω τοὺς δικούς μου πληθυσμούς
τοτέμ, φυλές, προγόνους,
νὰ ἀσκήσω τὸ δικαίωμα τοῦ τόπου
νὰ γίνω πατρίδα.

Γιὰ λόγους ταραχῆς, καὶ γιὰ τὶς ἐντυπώσεις,
μὲ εἶπαν ἠφαίστειο.
Κάθε στεγνὸ χωράφι χρειάζεται
τὴν ἐλπίδα τῆς λάβας.

Θέλουν νὰ κάψω τοὺς παλιοὺς θεούς
νὰ σβήσω τοὺς νόμους.
Ἐγώ, μοῦ λένε, δὲν θὰ κινδυνεύσω.
Μὲ προστατεύει τὸ νερὸ ποὺ μὲ κυκλώνει.

Ὅμως ξεχνοῦν.
Ἦρθα γιὰ τὴ σοδειά.
Δὲν σιγοκαῖνε ὅλες οἱ αὐτονομίες.
Δὲν θέλει κάθε ἀνταρσία νὰ ἐκραγεῖ
μέχρι ἐπανάστασης.


Ἡ Λένα Καλλέργη γεννήθηκε τὸ 1978 στὴν Ἀθήνα. Σπούδασε Βιολογία στὴν Πάτρα καὶ Γλωσσολογία στὴν Ἀθήνα καὶ στὸ Λάνκαστερ τῆς Ἀγγλίας, ὅπου ἔκανε μεταπτυχιακὸ καὶ διδακτορικό. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Ἀθήνα. Ἔχει ἐκδώσει δύο ποιητικὰ βιβλία: Κῆποι στὴν ἄμμο (2010) καὶ Περισσεύει ἕνα πλοῖο (2016).

«Άνθρωποι μέσα στο κεχριμπάρι»: σχόλια πάνω στην ποιητική συλλογή του Γιώργου Καλοζώη «Η πλαστικότητα των μορίων» (2/2)

499288(Συνέχεια…) Η ποίησή του, ως εκ τούτου, αντικατοπτρίζοντας και μεταδίδοντας τόσο τον φοβερό και αμετακίνητο τρόμο της ύπαρξης όσο και τον γκρεμό της ανθρώπινης μοναξιάς και τη ματαιότητα της ανθρώπινης συνεννόησης, δεν μπορεί παρά να βρίσκεται σε μετωπική σύγκρουση με μια τέχνη που εξυπηρετεί το αστικό κατεστημένο, το οποίο προβάλλει την ολοκληρωμένη πραγμάτωση μιας στατικής ομορφιάς και μιας ψευδούς προόδου. Επιχειρεί, με άλλα λόγια, να φωτίσει και ταυτόχρονα να ανατρέψει την κυρίαρχη ψευδαίσθηση του σύγχρονου ανθρώπου, πως ο κόσμος αναπτύσσεται και προοδεύει αενάως· μια ψευδαίσθηση που έχει ενισχυθεί σε μεγάλο βαθμό από την ιδέα που έχει ο δυτικός πολιτισμός για την πρόοδο, που χρονολογείται από την εποχή του Διαφωτισμού, και από την αμερικάνικη επιταγή για συνεχή ανοδική κίνηση. Βέβαια η πρόοδος, μάς λέει ο ποιητής, δεν είναι παρά μια κατασκευή. Για τούτο έχουμε ενώπιόν μας εικόνες ωμές από τα εσώψυχα του ανθρώπου, από την ένταση των νευρώνων του, από την ικανότητά του να υποφέρει δίχως να κλείνει τα μάτια, εικόνες που έχουν συλληφθεί με τρομακτική διαίσθηση και ποιητική ενόραση. Αυτές μας προσκαλούν, λοιπόν, σε ένα θέαμα που μπορεί από την πρώτη ματιά να φαίνεται παράλογο, άγριο και οδυνηρό, αλλά που η αγριότητά του αποκαλύπτεται κυρίως σε ένα δεύτερο επίπεδο, αφού δεν συνδέεται με τις ορατές εκφάνσεις του, αλλά με τον βαθύτερο χαρακτήρα του, δίνοντας μορφή στην αμφιβολία, τη μοναξιά και την αγωνία του καιρού μας. Και αυτή η δεσπόζουσα για το καλοζωικό σύμπαν αγωνία και μοναξιά τρέφεται ουσιαστικά από μια υπερβολική προσήλωση στο ευάλωτο και ατελές της ανθρώπινης φύσης.

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΕΧΡΙΜΠΑΡΙ
Τα χέρια των ποδιών μου
αλλά και τα πόδια των χεριών
μου δεν μπορούν να κινηθούν
ούτε η κνήμη του κεφαλιού
μου κι η χωρίστρα των γονάτων μου
είμαστε άνθρωποι που εγκλωβίστηκαν
μέσα στο κεχριμπάρι
δάκρυα μην κυλήσετε δεν έχετε πού
να πάτε
βλεφαρίδες δεν έχετε πού να πέσετε
σάλια δεν έχετε πού να τρέξετε
είμαστε οι απομονωμένοι άνθρωποι
μέσα στο κεχριμπάρι
κάποιοι από μας είναι με τα ρούχα
της δουλειάς και τις ανοιχτές
ομπρέλες άλλοι είναι γυμνοί την
ώρα που λύγιζαν το ένα πόδι για
να βγουν απ΄ την μπανιέρα
άλλοι την ώρα που κατέθεταν
στις τράπεζες τις επιταγές το χέρι
τους έμεινε για πάντα τεντωμένο προς
τον υπάλληλο
ακούστε με λοιπόν προσεκτικά
με τα νεύρα (όχι τους θυμούς)
με τα τύμπανα
(όχι τα μουσικά όργανα)
με τους κοχλίες (όχι τις βίδες)
με τους λαβύρινθους
(όχι τα κτήρια)
δεν επιλέξαμε αυτό το τέλος
όπως δεν επιλέξαμε την αρχή
κι οι πιο παρανοϊκοί που χτίζουν
γύρω από τα σπίτια και τους
εαυτούς τους τις πιο ψηλές
περιφράξεις συναγερμοί κάμερες
περιπολίες τη νύχτα από
σεκιουριτάδες
θα παρανοήσουν ακόμη περισσότερο
και το άγχος τους θα διαχυθεί
επινεμόμενη ψύχωση επειδή
οι άλλοι θα τους βλέπουν για πάντα
ορατοί και μέσα στο πιο σκοταδένιο
σκοτάδι
αυτοί που θα ΄ρθουν μπορεί να
γελάσουν να κοροϊδέψουν τους
ακίνητους επειδή θα κινούνται
ω ακινητοποιημένοι μη δώσετε
σημασία είστε οι κάτοικοι του Δία
κι ακόμη χειρότερα άλλων πλανητών
με μεγαλύτερη βαρύτητα
παρηγορηθείτε γιατί είστε τα
πρωτοξάδελφα των βραδυπόδων
είστε τα μεγάλα ποτάμια που
κουράστηκαν να ρέουν κι είπαν
να κυλήσουν πίσω
τη στιγμή της απόφασης ούτε
μπρος ούτε πίσω
είστε ακριβώς στη στιγμή που
η ψυχή δεν ήρθε σε σας αλλά
ούτε φεύγει από εσάς
το χρονοδιάστημα ανάμεσα στο
κάτι πριν αυτό προκύψει και στο
επόμενο ό,τι και να είναι αυτό
είστε μέσα στο κεχριμπάρι
όπως η λιβελούλα το κουνούπι
η μύγα
ω εσείς που κάποτε ήσασταν
απαρηγόρητοι παρηγορηθείτε
το τίποτα που θα ρθεί δεν μπορεί
να σας κατηγορήσει για τίποτα

hqdefaultΛαμβάνοντας τα πιο πάνω υπόψη, τα ποιήματα της ανά χείρας συλλογής μάς επιτίθενται σαν αλλεπάλληλες προπαγανδιστικές ενέργειες στοχεύοντας το σαθρό, ωφελιμιστικό αστικό, εκκλησιαστικό και κοινωνικό κατεστημένο. Συχνά στη συλλογή ο ποιητής φτάνει στο έσχατο σημείο ειρωνείας και κυνισμού μπροστά στον σύγχρονο άνθρωπο που είναι τόσο στραμμένος προς τα έξω, τόσο απορροφημένος στη συσσώρευση αγαθών ή στο τι σκέφτονται οι άλλοι, ώστε να χάνει κάθε αίσθηση του εαυτού του. Γι’ αυτό η ποίηση του Kαλοζώη γεννιέται στην ουσία από μιαν οδυνηρή και επίμονη εστίαση στην ύπαρξη, ακόμη και όταν επιδεικνύει αγριότητα. Αυτή είναι η πηγή της ζωντάνιας του έργου του, χάρη στην οποία το αρνητικό μετατρέπεται στο αντίθετό του χωρίς να χάνει κανένα από τα τρομερά χαρακτηριστικά της φύσης και της προέλευσής του. Το επαναλαμβάνω: ο Καλοζώης δεν τρέφει αυταπάτες ότι μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε μορφή λύτρωσης, εκτός από εκείνη που η τέχνη μπορεί να προσφέρει με τις εικόνες οδύνης, φρίκης και συχνά αποστροφής. Μια λύτρωση που στην περίπτωσή του ταυτίζεται με τη μεγαλειώδη ομορφιά της ποίησής του. Για τον λόγο αυτό το έργο του έρχεται σε ολοφάνερη αντίθεση με την αυτάρκεια και την ψεύτικη βεβαιότητα που φαίνεται να διακατέχει τον σύγχρονο «μέτριο» άνθρωπο του αστικού κατεστημένου, τον τεχνοκράτη που κλεισμένος στο «κεχριμπάρι» του, νομίζει ότι εξουσιάζει τη φύση και ορίζει τον ρου της ιστορίας. Η ποίησή του Καλοζώη, επομένως, υπαινίσσεται συνεχώς ότι ο ανθρώπινος πολιτισμός δεν είναι παρά ένα ανεπαρκές ανάχωμα, ένα ακόμη προσωπείο, το οποίο επινοήθηκε με σκοπό να επικαλύψει το αίσθημα του ανεκπλήρωτου και του αναπότρεπτου που φωλιάζει στα βάθη της ανθρώπινης  ύπαρξης. Γι’ αυτό είναι χωρίς αμφιβολία ένας από τους σύγχρονους καλλιτέχνες που βιώνουν εντονότερα την κατάσταση κρίσης της υστεροαστικής κουλτούρας.

ΟΙ  ΜΕΤΡΙΟΙ  ΑΝΘΡΩΠΟΙ
Τα εμετικά φάρμακα δεν ωφέλησαν
η ολοκληρωμένη γνώση η ανάλυση
ο μερισμός και καταμερισμός του κόσμου
σε είδη τομείς και κατηγορίες
ούτε η εύκολη προσαρμογή συνώνυμη
μιας δήθεν ευφυίας
ούτε οι αποδείξεις όλων αυτών
τα δύσκολα πτυχία τα πιστοποιητικά
οι υπνωτικές παρακολουθήσεις
υπήρχαν πράγματα που έπρεπε
να βγουν π.χ. η υποήπειρος  Ινδία που
μετακινείται σπρώχνοντας τα Ιμαλάια
κάθε χρόνο μερικά χιλιοστά
ο Ινδικός με τα πολύχρωμα ψάρια
ωκεανός
κι άλλα μικρότερα και πιο κοντινά
ας πούμε τα συνηρημένα της αρχαίας
ελληνικής ρήματα
οτιδήποτε δυσκολεύει τη ζωή έπρεπε
να βγει είτε απ΄ τον πρωκτό είτε από
το στόμα
οι έρωτες ζηλωτές της επιθυμίας
οι καλλωπισμένες γυναίκες
ηλεκτροφόρα καλώδια γυμνά που
σε αφήνουν να τις πλησιάσεις
με χέρια που δεν τα έχεις
σκουπίσει ακόμα βρεγμένα
κοινωνικοποιήσεις κυκλικές που
δεν ωφελούν τους άντρες σκύλους
που τρέχουν γύρω γύρω απ΄ την
ουρά τους
σχολεία με παραβατικούς μαθητές
κι απροσάρμοστους γονείς που
υπερασπίζουν πάση θυσία τα
παιδιά τους
και φαγητά(το πιο αυτονόητο)
γαρνιρισμένα με λάσπη και
κακόψητες πέτρες
όλα αυτά έπρεπε να βγουν είτε απ΄
τον πρωκτό είτε από το στόμα
διπλωνόμουν συστρεφόμουν αλλά
τα έντερα η κοιλιά ο λάρυγγας ήταν
ακόμα στη βρεφική ηλικία ανίκανα
να φωνάξουν ή να μιλήσουν και
τότε σκεφτόμουν τι είναι αυτό
το σάπιο το μολυσμένο το τοξικό
που έπρεπε να το ξεράσω
ανίκανος να παραδεχθώ πως ήταν
ο κόσμος όλος που περιστρέφεται
τα πράγματα όλα και όλες οι
ονομασίες των πραγμάτων πιο
σημαντικές από τα ίδια τα πράγματα
κι οι σπάτουλες που θα μπορούσαν
να βοηθήσουν ήταν μέσα στα
παγωτατζίδικα και τα ιατρεία
κι απ΄τις ατέλειωτες οικοδομές είχαν
φύγει με την οικονομική κρίση
τίποτα πνευματικό δεν υψωνόταν
τίποτα πνευματικό δεν απλωνόταν
παρά μόνο η έπαρση των μέτριων
ανθρώπων
τους μέτριους ανθρώπους που
ήταν συναθροισμένοι γύρω μου
και μερικούς τους είχα καταπιεί
ήθελα να ξεράσω
αλλά καθώς φαίνεται οι σεισμικές
πλάκες εντός μου ακόμη δεν
μετακινούνταν μόνο τα Ιμαλάια
υψώνονταν συνέχεια  πιεσμένα από
τα νότια αδιάφορα παγερά
λίγα χιλιοστά για κάθε χρονιά αλλά
χιλιάδες μέτρα για την αιωνιότητα

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Εστιάζοντας τώρα στο πώς, στο ποιητικό εργαστήρι, με άλλα λόγια, του ποιητή, παρατηρούμε ότι με την αυθόρμητη, ως επί το πλείστον, τεχνική του, ο Kαλοζώης επιχειρεί να δείξει σε μια κοινωνία που όσο λιγότερο δημιουργεί τόσο περισσότερο παράγει ότι, αν η παραγωγή είναι συνώνυμη της εργασίας, η δημιουργία είναι συνώνυμη του παιχνιδιού. Για αυτό μπροστά σε ένα συνειρμικό και χειμαρρώδες ποίημα του Καλοζώη μπαίνουμε ανυποψίαστοι και μετά δεν μπορούμε να σταματήσουμε, λες και πέφτουμε σε ένα βάραθρο. Η παρατήρηση και η ανάγνωση αποκτά σημασία αφ’ εαυτής· όχι μέσω των πραγμάτων και των εννοιών που διαβάζουμε, αλλά λόγω του γεγονότος και μόνο ότι διαβάζουμε. Κανείς δεν θα μπορέσει να περιγράψει πλήρως ένα ποίημα του Καλοζώη. Ο χρόνος των ποιημάτων του δεν έχει τελειώσει, γιατί ακριβώς δεν ξεκίνησε ποτέ. Η ποίησή του λειτουργεί προφανώς σαν γλωσσικός μηχανισμός, σαν ερώτημα που εμφανίζεται σταδιακά και επίμονα στη διαδικασία της γραφής, μιας γραφής που δεν περιορίζεται ποτέ στην παρουσία της, στις σχέσεις που τη συνιστούν. Παρουσιάζεται απεναντίας ως άρνηση του εαυτού της και της δομικά περιορισμένης ύπαρξης της, ως αέναη τάση προς μια ετερότητα η οποία την εδραιώνει και της δίνει ζωή. Έτσι ο χώρος του ασυνειδήτου ταυτίζεται ακριβώς με αυτή την ετερότητα, η οποία δεν εκφράζεται ούτε απεικονίζεται, αλλά υποκαθιστά τη δυνατότητα αποκάλυψης του ασυνεχούς και του κενού της ανθρώπινης ύπαρξης.

Πρέπει να επισημανθεί εμφατικά, ωστόσο, ότι ο ρευστός ποιητικός του κόσμος δεν ήταν ούτε είναι ποτέ εξωπραγματικός, δηλαδή, φυγή από την πραγματικότητα ή άρνηση, αλλά το μοναδικό μέσο που μπορεί να εκφράσει ο ποιητής τη μοναδική έγκυρη πραγματικότητα σε μια δεδομένη στιγμή: την πραγματικότητα δηλαδή του εσωτερικού ανθρώπου. Αυτό δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι ο πραγματικός κόσμος δεν υπάρχει ή ότι η τέχνη κλείνεται στον εαυτό της, αλλά αντίθετα ότι το ποίημα φιλοδοξεί να οικοδομήσει μια νέα αντιληπτική και εννοιολογική τάξη πραγμάτων. Όχι όμως αυθαίρετη, ανεξάρτητη από το φυσικό, αλλά ικανή να δώσει μορφή στις πιο σκοτεινές και βασανιστικές πλευρές του είναι μας. Πράγματι αυτό που έχει σημασία για τον ποιητή είναι η συνεχής αναζήτηση μιας πνευματικής αρμονίας και η βαθιά πίστη του καλλιτέχνη στον θρίαμβο του πνεύματος επί του χονδροειδούς υλισμού της καθημερινότητάς μας.

Η ποίηση, επομένως, για τον Καλοζώη  έχει μια μυστηριακή, ευεργετική ιδιότητα στο να απαλύνει τις υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου και να καθαγιάζει τα πάθη του, κάνοντας τη σκέψη και τις ιδέες να μοιάζουν πιο υπαρκτές  από ποτέ, ενώ ταυτόχρονα είναι ένας τρόπος να γίνεται κανείς αιώνιος, έστω για λίγο! Μέσω της ποίησης, μπορείς να προσδώσεις ένα νόημα στο ψυχρό και αδιάφορο σύμπαν που σε περιβάλλει, στο σύμπαν που ήρθες έτσι τυχαία και απροσδόκητα! Όσο διαρκεί ένα ποίημα, είτε για εκείνον που το γράφει είτε για εκείνον που το διαβάζει, μπορεί κανείς να διαρρήξει για λίγο την θνητότητα της ύπαρξής του και να αγκαλιάσει την ασύλληπτη, για τον ανθρώπινο νου, έννοια της αιωνιότητας. Η ποίηση του Καλοζώη, επομένως, δεν άγεται ούτε φέρεται από τους ανέμους του επικαιρικού και τη ζήτηση της αγοράς, δεν περιγράφει επιφανειακά, δεν κραυγάζει ούτε μοιρολογεί, αλλά συγκεντρώνει τα πιο στέρεα κομμάτια της πραγματικότητας, τα επεξεργάζεται, τα αφομοιώνει και τα μετασχηματίζει σε έργα μιας συγκίνησης που διαρκεί και μιας καινούργιας οπτικής των πραγμάτων. Και ίσως αυτή η καινούργια οπτική, που νομοτελειακά οδηγεί τον αναγνώστη στον βαθύτερο εαυτό του, να είναι το σημαντικότερο όφελος που μπορεί να εισπράξει ο σύγχρονος άνθρωπος, είτε γράφοντας είτε διαβάζοντας ποίηση. Γιατί οι ποιητές, όπως γράφει ο Καλοζώης, παρά τη συστηματική και αυξανόμενη περιθωριοποίησή τους από μια τεχνολογική, και τακτοποιημένη αστική κοινωνία, είναι αυτοί «που φέρνουν / στο φως στην επιφάνεια το πετρογενές / τήγμα και τα κλέη τα χαμένα της δικής / σας φριχτής πραγματικότητας» (σ. 30).

Η ΔΙΠΛΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Είμαστε μέσα στο λατομείο πάνω
στο ούλο της γης
τις περισσότερες φορές
επιστρέφουμε στο φως της επιφάνειας
άπρακτοι γιατί το ορυκτό είναι λίγο
ο κόσμος είναι λίγος η αγάπη είναι
λίγη και η υπομονή
ο πρώτος λατόμος ήταν ο Όμηρος
εμείς παλεύουμε με ό,τι άφησαν οι
προηγούμενοι
εκφραστικά μέσα τεχνικές
ομοδιηγητικούς αφηγητές εγκιβωτισμούς
εσωτερικές εστιάσεις και τρέχα γύρευε
κάποιοι αποφάσισαν παράτολμα να
σκάψουν μέσα τους ήταν λίγοι αλλά
ανακάλυψαν λίμνες και θάλασσες που
φημολογούνταν ανεπίσκεπτες
αυτοί που έσκαψαν μέσα τους βρήκαν
τα φλαμίνγκο αυτοί που απειλούν τα
ποιήματα είναι οι αετοί
αυτοί οι ίδιοι ανακάλυψαν τους
πίθηκους Μπονόμπο
που ξεψειρίζουν ο ένας τον άλλο
που κάνουν έρωτα όλοι με όλους
όλες με όλες και τα παιδιά με τους
γέρους κι όλοι συνυπάρχουν αρμονικά
όσοι αποφάσισαν να σκάψουν μέσα
τους είχαν απώλειες στοές με πάταγο
κατέρρευσαν ήταν τα ψυχοφάρμακα
που δεν κατάπιαν τα υποστυλώματα
και η τέχνη τους έμεινε μισοτέλειωτη
όσοι οδηγούσαν τα βαγόνια πάνω
στη ράγα με τα ποιήματα κάποια
στιγμή είπαν ας στο διάολο πλέον
η φρίκη και οι σιαγόνες στροφές και
οι ομοιοκαταληξίες και οι κοπτήρες
στίχοι και τα αιχμηρά με τις άκρες
ποιήματα
αλλά την επόμενη μέρα πάλι πίσω
στα ίδια
γιατί δεν μπορείς να απαλλαγείς από
το χούι
δεν μπορείς να μην μεταδώσεις έστω
και με παράσιτα την ανταπόκριση
από τα βάθη του ψυχισμού
όποιος είναι τραπεζικός υπάλληλος
ασφαλιστής λογιστής δικηγόρος
πηγαίνει στην καθαρή δουλειά του
κάθε πρωί ξυρισμένος
παρφουμαρισμένος σημαιοστολισμένος
αλλά είναι φάσμα και σκιά κέλυφος
άδειο του τζίτζικα που εξαερώθηκε
εσωτερικά
οι άλλοι αχ αυτοί οι άλλοι φαντάζονται
τόσα πολλά που γίνονται
οι ανεπίδεκτοι του κόσμου οι μουρλοί
οι ανισόρροποι ο περίγελως
τα κορόιδα
αλλά αυτοί είναι που φέρνουν στο
φως στην επιφάνεια το πετρογενές
τήγμα και τα κλέη τα χαμένα της δικής
σας φριχτής πραγματικότητας

Μορφολογικά τώρα, ο Καλοζώης έχει ήδη διαμορφώσει το δικό του προσωπικό ύφος με τον τρόπο που πραγματεύεται τα θέματα και τους ρητορικούς του τρόπους. Η συνομιλία με την ιστορία, η κοινωνική κριτική, η έντονη στοχαστική διάθεση σε υπαρξιακά ζητήματα, η μνήμη, η ειρωνεία και ο σαρκασμός ορισμένες φορές, η διακειμενικότητα (ακριτικά τραγούδια, Καρούζος, Ηράκλειτος, Κάφκα κ.ά), η επανάληψη, και η αμφισημία είναι σημαντικά χαρακτηριστικά της συνειρμικής γραφής του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αντιστροφές, ανατροπές και αντιθέσεις προκαλούν συνεχώς έκπληξη και κινητοποιούν τη λογική και το συναίσθημα του αναγνώστη, κυριολεξία και μεταφορά συμπλέκονται σε ένα μείγμα εκρηκτικό, θεματικοί όροι διυλίζονται στο έπακρο, ενώ η πολυσημία που ευνοείται και από την ιδιόμορφη στιχοθεσία του υπηρετεί αφενός την πολυεπίπεδη σημασιολογική λειτουργία του νοήματος και αφετέρου το στοιχείο της έκπληξης. Παράλληλα, τα παίγνια, το χιούμορ, η ειρωνεία, ο αυτοσαρκασμός και η γλωσσοπλασία (π.χ. σκοταδένιο σκοτάδι) αντιμάχονται τη μελαγχολία που προκαλείται από τα σύγχρονα δεινά. Κι όλα αυτά υπηρετούνται από ικανά σε αριθμό και ποιότητα εκφραστικά μέσα: εμπνευσμένες μεταφορές, προσωποποιήσεις, παρομοιώσεις, σύμβολα, αλληγορίες, εντυπωσιακές εικόνες, σημαίνουσες επαναλήψεις, σχήματα κύκλου, ομοηχίες, λογοπαίγνια, παρηχήσεις, οξύμωρα, σε λόγο μάλιστα που βηματίζει ρυθμικά, ακόμη και στην πεζολογική του μορφή.

Κλείνοντας, με την όγδοη κατά σειρά και καλαίσθητη εκδοτικά ποιητική συλλογή Η πλαστικότητα των μορίων, ο Γιώργος Καλοζώης επιχειρώντας και πάλι να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ ορφικού πνεύματος και απολλώνειας ισορροπίας, να συνυπάρξει το ειρωνικό στοιχείο με το τραγικό, αξιοποιεί τις κατακτήσεις της προηγούμενης του διαδρομής, σφραγίζοντας μια ποιητική πορεία ιδιαίτερα δημιουργική και γόνιμη. Έτσι φτάνει σε μια εκπληκτική σύνθεση η οποία πρώτα είναι πολυφωνική σε έναν πλούσιο ποιητικό, διακειμενικό, φιλοσοφικό και ανθρωπολογικό ιστό και εν συνεχεία ομόκεντρη και προγονική. Ομολογώ, λοιπόν, ότι στην προσπάθειά μου να μεταδώσω την προσωπική μου αναγνωστική εμπειρία, υπέκυψα ίσως στον πειρασμό να περιγράψω γενικόλογα τον ποιητικό του κόσμο. Και τούτο ακριβώς είναι το σημείο όπου παγιδεύεται η κριτική. Αυτό τον κόσμο δεν μπορούμε να τον περιγράψουμε έτσι, γιατί κάθε φορά φανερώνεται διαφορετικά, αν και δείχνει ορισμένες σταθερές. Μόνο γι’ αυτές μπορούμε να μιλήσουμε γενικευτικά. Είναι ένας κόσμος που κινείται και μεταμορφώνεται με νόμους και τρόπους άγνωστους και απροσπέλαστους. Ίσως είναι πιο σωστό να πούμε πως ο κόσμος αυτός δεν είναι απλώς απόλυτα υποκειμενικός, αλλά και συλλογικός με μια μυθολογική έννοια· μόνο που η γνώση του έχει λησμονηθεί. Και εφόσον δεν υπάρχει άλλη πραγματικότητα παρά μόνο η εσωτερική, μόνο μέσω του δικού του ψυχισμού ο κάθε αναγνώστης μπορεί να επικοινωνήσει με αυτό και να προσπαθήσει να το κατανοήσει.

Η ποίηση, επομένως, του Γιώργου Καλοζώη σε δύσκολους καιρούς σαν τους σημερινούς,  έρχεται να επιβεβαιώσει την αντίληψη ότι υπάρχει για να μας θυμίζει ότι είμαστε άνθρωποι κι ότι οι ποιητές γράφουν όχι μόνο για να κατανοούν τους άλλους, αλλά κυρίως για να γνωρίσουν τον εαυτό τους. Και τούτο δεν σημαίνει, σε καμιά περίπτωση, απόδραση από τον ενεστώτα χρόνο, όσο χαλεπός και αν είναι, αλλά το αντίθετο ακριβώς: είναι ένας τρόπος να σταθείς απέναντί του, με τις δικές σου εσωτερικές δυνάμεις σε εγρήγορση, και να τον αποτιμήσεις με άλλα μέτρα και άλλα σταθμά, όχι μ’ εκείνα που αυτός τρομοκρατικά προσπαθεί να σου επιβάλει. Αυτά, λοιπόν, τα οποία επιχειρούν να μεταδώσουν τα περισσότερα από τα ποιήματα της συλλογής,  είναι ο τρόμος και το θαύμα της επαφής με το άγνωστο, το ρίγος της συνάντησης με το υπερλογικό, τη φρίκη και το γκροτέσκο χιούμορ της ύπαρξης, καθώς και την απρόσμενη και άγρια ομορφιά που αναδύεται από την κοινωνία αυτή.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

 

«Άνθρωποι μέσα στο κεχριμπάρι»: σχόλια πάνω στην ποιητική συλλογή του Γιώργου Καλοζώη «Η πλαστικότητα των μορίων» (1/2)

499288του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Πέρασαν 27 χρόνια από την πρώτη ποιητική συλλογή του Γιώργου Καλοζώη Μεταμορφώσεις. Έχει, δηλαδή, ήδη συμπληρωθεί ένα τέταρτο του αιώνα συνεχούς και δραστικής  παρουσίας του στην ποίηση, γεγονός καθόλου ευκαταφρόνητο, αν αναλογιστεί κανείς πως αυτή η ουσιώδης επιμονή για ποιητική δημιουργία άνθισε μέσα σε αντίξοες κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες και με τη δεδομένη απαξίωση της ευρύτερης κοινωνίας για την ποίηση και γενικότερα τη λογοτεχνία. Από το 1992 μέχρι και σήμερα ο Γιώργος Καλοζώης έχει εκδώσει συνολικά 8 ποιητικές συλλογές και έχει τιμηθεί με κρατικά βραβεία ποίησης. Είναι ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της λεγόμενης «Γενιάς της κατοχής και της αφθονίας», ο οποίος διατηρεί ακόμη μιαν εφηβική, σχεδόν παιδική όραση και μιαν ανθρωπιά, στοιχεία από τα οποία διαισθάνεται κανείς, αντλεί την ενέργειά του και τη διοχετεύει στην ξεχωριστή ποιητική του. Όπως έχω επισημάνει, εξάλλου, σε προηγούμενα μελετήματά μου,[1] το ποιητικό έργο του Γ. Καλοζώη είναι, δυστυχώς, από τα λιγοστά εκείνα δη­μιουργήματα που παράγονται στην πικρή μας πατριδούλα και που συμβάλλουνε, κατά πρώτο λόγο, στη διαμόρφωση σταθερών αντικειμενικών γνω­ρισμάτων μιας νέας ποιητικής γραφής και, κατά δεύτερο, στην ποιητική έκ­φραση μιας αυτοτελούς και ιδιαίτερα αναγνωρίσιμης φωνής. Μιας χειμαρρώδους, πεζολογικής γραφής που συστήνει, εν τέλει, με μοναδική ευαισθησία, παρατηρητικότητα και στοχασμό ένα συμπαγές λογοτεχνικό τοπίο, που πέρα από την αισθητική απόλαυση παράγει πολύ κρίσιμα νοήματα για τον σύγχρονο άνθρωπο, αλλά και την ανθρώπινη κατάσταση εν γένει.

Με την όγδοη, λοιπόν, πιο πρόσφατη και ωριμότερη, κατά την άποψή μου, ποιητική συλλογή Η πλαστικότητα των μορίων (Φαρφουλάς, 2019), ο ποιητής και καθηγητής ελληνικής φιλολογίας στο επάγγελμα Γ. Καλοζώης αξιοποιεί μεν τις κατακτήσεις της προηγούμενης του διαδρομής, αλλά δεν επαναπαύεται ούτε εφησυχάζει. Αντίθετα επιχειρεί με καλλιτεχνικό  θάρρος, παρρησία, αλλά και με μια πιο έντονη επιθετικότητα να αποκαλύψει και να εκφράσει αφενός την οντολογική, κοινωνική, σωματική και πνευματική παραμόρφωση και αλλοτρίωση του δυτικού πολιτισμού και αφετέρου την τραγικά επαναλαμβανόμενη μοίρα του εγκλωβισμένου σε ένα επισφαλές σύμπαν ανθρώπου. Θεμελιώδης, λοιπόν, θεματικός και μορφολογικός άξονας για το εξπρεσιονιστικό ποιητικό του σύμπαν αποτελεί η βασική διαπίστωση ότι η τέχνη μετά τον πρώτο και δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο επιχείρησε με καινούριες μορφές να εκφράσει τη συγκλονισμένη συνείδηση μπροστά στην καταστροφική φύση του πολιτισμένου ανθρώπου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αφαίρεση της παντοδυναμίας του εμπειρικού κόσμου να σημαίνει τα πράγματα και τη ζωή και η συνεπακόλουθη προσήλωση στην προλογική γνώση είναι ποιητικά ουσιώδης. Η ανάδυση, επομένως, μέσα στο έργο του, του κρυμμένου, εσωτερικού κόσμου που διαρρηγνύει και κομματιάζει την ακεραιότητα του λογικού και του εμπειρικού, φωτίζει τον για αιώνες άφωνο και αθέατο προλογικό κόσμο και διορθώνει το κενό της λογικής και του πανίσχυρου δυτικού ορθολογισμού. (περισσότερα…)

«…Κι αυτό το ξέρουν οι πλωτοί ποταμοί»: Η ποίηση του Γιώργου Καλοζώη, μέσα από την «Πλαστικότητα των μορίων» (της)

499288της ΣΤΕΛΛΑΣ ΒΟΣΚΑΡΙΔΟΥ-ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Έχοντας παρακολουθήσει μέχρι σήμερα με εξαιρετικό ενδιαφέρον την ποιητική πορεία του Γιώργου Καλοζώη, η έκδοση του καινούριου βιβλίου του μου προκάλεσε σχεδόν μια ανησυχία: Μήπως η ποίησή του, που έως τώρα μου χάρισε στιγμές τόσο δυνατές, δεν βρει τον τρόπο αυτή τη φορά να καταστεί εξίσου διαπεραστική –  μήπως μετά τις αμέτρητες αναγνώσεις, αδυνατίσει για κάποιο λόγο η επίδραση επάνω μου του ποιητικού του λόγου. Μήπως, ο γνωστός πια οικειοανοίκειος κόσμος που επισκέπτεται με τις λέξεις του, ο κόσμος που χτίζει με συνέπεια από το ένα βιβλίο στο άλλο, μια ποιητική εκδοχή θα έλεγε κανείς των εικόνων του Ιερώνυμου Μπος, δεν κατορθώσει να λειτουργήσει με τον ίδιο ισχυρό τρόπο στο θυμικό του αναγνώστη που είμαι (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |45. Θεοδόσης Βολκώφ (ΙI)

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Θεοδόσης Βολκώφ

(Ὁ Pietro Aretino ἐν ἔτει 2013, Ἀθήνα, Παρισιάνου, 2013)

Ὅπου
ὁ PIETRO ARETINO
ἐν ἔτει 2013
ἀκούει, θέλοντας καὶ μή,
τὶς «συμβουλές» διαφόρων
καί, ἀσφαλῶς, τὶς ἀπορρίπτει

Ἐν ἔτει δυὸ χιλιάδες δεκατρία,
(τῷ σωτηρίῳ, πῶς ἀλλιῶς;) μοῦ λένε –
«Λογά, ἀνεπρόκοπε, παραλυμένε,
Πέτρο, ἔγινες σχεδὸν τριάντα τρία.

Εἶν’ ὥρα τὸν χορὸ τοῦ Ἠσαΐα
κι ἐσύ, ὅπως καὶ τόσοι, νὰ χορέψεις.
Γερνᾶς, Πετρῆ. Καιρὸς νὰ τὸ χωνέψεις.
Ν’ ἀνοίξεις σπίτι κοίτα. Εἶναι χρεία».

Οἱ σκέψεις μου εἶναι τόσο μπερδεμένες…
Σᾶς φαίνομαι ἠλίθιος ἢ γενναῖος;
Ἔχω γνωρίσει τόσες παντρεμένες,
(μὲ γνώση βιβλική) ποὺ νιώθω δέος.

Δὲν ἔχω τόση τρέλα οὔτε θάρρος.
Γαμπρός; Ποτέ!… Ἂν θέλετε, κουμπάρος.

~.~

Ὅπου
ὁ PIETRO ARETINO
ἐν ἔτει 2013
ἀκούει τὸν ἑξάψαλμο,
καθὼς καὶ τὰ ἐξ ἀμάξης,
καὶ ἀπαντᾶ μὲ ἕναν καὶ μόνον στίχο

– Ὁ κόσμος μας, ὁ κόσμος μας πεθαίνει…
Σκυλί, ἀνεπρόκοπε, λογά, κρετίνε,
μαϊμοὺ τοῦ Ἀνθρώπου, Πέτρο Ἀρετίνε,
δὲν βλέπεις γύρω σου τὸ τί συμβαίνει;

Μᾶς τρώει ὅλους κι ἕναν-ἕναν ἡ Ἱστορία,
ἡ μαύρη της μᾶς καταπίνει τρύπα
κι ἐσύ, ἐσὺ σὰν νὰ μὴν ἔχεις τσίπα
γελᾶς χοντρὰ καὶ θὲς καὶ συνοδεία.

Γελᾶς. Γελᾶς. Δὲν ἔχεις τὸν Θεό σου,
καὶ λὲς αὐτὰ ποὺ λὲς χωρὶς ντροπή·
ποῦ βρίσκεις τὴ χαρὰ στὸν θάνατό σου;
Ἐδῶ ὁ κόσμος χάνεται κι ἐσὺ

τολμᾶς νὰ μᾶς σκοτίζεις μὲ στιχάκια;
– Μά…. πάντοτε χανότανε, πουλάκια…

~.~
 
Ὅπου
ὁ PIETRO ARETINO
ἐν ἔτει 2013
συζητᾶ μὲ ἕναν ζηλιάρη ἐραστή,
ἴσως καὶ σύζυγο,
καὶ ἐξηγεῖ τὶς φιλοσοφικές του θέσεις

Μὰ εἶστε σοβαρός; Νὰ χτυπηθοῦμε;
Κατάλαβα καλά; Μονομαχία
ἐν ἔτει δυὸ χιλιάδες δεκατρία;
Καθίστε ἐδῶ. Σὰν φίλοι θὰ τὰ ποῦμε.

Θὰ πιεῖτε κάτι; Ἁπλῶς νερό; Ὁρίστε…
Καὶ τώρα στὸ προκείμενο. Ὡστόσο,
θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς δηλώσω –
μοναδικὴ περίπτωσις δὲν εἶστε.

Σπούδασα, ξέρετε, Φιλοσοφία.
Ἡ Φύσις φτιάχνει σὰν κι ἐσᾶς μυριάδες,
κι ἂν ἀπὸ διάφορη ὁ καθεὶς αἰτία,
στὸ βάθος εἴμαστε ὅλοι κερατάδες.

Τὰ κέρατα; Παράφερνα τοῦ γάμου.
Ἐλάτε νὰ σᾶς δείξω τὰ δικά μου.

~.~

(Sexus, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2015)

Ἡ μπαλάντα τῶν θλιμμένων ἀρσενικῶν
 
Πρέπει λοιπὸν κι ἐδῶ κάποιος νὰ ἐγκύψει
καὶ αὐτὸ νὰ ἐγγραφεῖ καὶ νὰ εἰπωθεῖ,
τοῦ ἀρσενικοῦ ἡ πλέον μύχια θλίψη
καὶ ἡ πνιγμένη τοῦ ἄντρα οἰμωγή.
Στὴ Γλώσσα πρέπει νά ’ρθει ὅλη ἡ Γῆ,
νὰ ἐντυπωθεῖ στὸν Λόγο μ’ ἕναν γρόθο
καὶ στὸν Ρυθμὸ μὲ βία νὰ χαραχθεῖ.
Ἀρσενικὰ θλιμμένα μου, σᾶς νιώθω.

Δὲν εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ ἔχει ἐκλείψει,
καὶ ὁ Θάνατος ποὺ σᾶς διεκδικεῖ,
δὲν εἶναι ἡ Ἱστορία ποὺ ἔχει ἐνσκήψει
καὶ ποὺ ἑκατόμβες πάλι ἀπαιτεῖ,
μὰ Ἐκείνη καὶ ἡ Ἄλλη καὶ Αὐτή,
μορφὲς καὶ σώματα ἀπὸ χθόνιο δνόφο,
τῆς λάσπης κορυφώσεις ἐν ζωῇ.
Ἀρσενικὰ θλιμμένα μου, σᾶς νιώθω.

Καὶ λέω τὴν πᾶσα ἀλήθεια δίχως τύψη,
–ἡ Σάρκα εἶναι αὐτὸ ποὺ στιχουργεῖ–
οἱ θηλυκές – αὐτό σᾶς ἔχει λείψει
καὶ πάντα θὰ σᾶς τρώει, ἀρσενικοί,
ἐκεῖνο ποὺ κανένας δὲν μπορεῖ
μὰ ποὺ ὁ καθένας θέλει μὲς στὸν ζόφο –
ὅλες τὶς θηλυκὲς νὰ κοιμηθεῖ.
Ἀρσενικὰ θλιμμένα μου, σᾶς νιώθω.

Ἡ Σάρκα τὸν ἑαυτό της ἱστορεῖ –
πῶς δέρνεστε καὶ γδέρνεστε ἀπ’ τὸν πόθο
καὶ πῶς τὸ ἀτσάλι λιώνει ἀπ’ τὸ κερί.
Ἀρσενικὰ θλιμμένα μου, σᾶς νιώθω.

~.~
 
Ἑκτόρειος ἵππος

Ἔκτορ … σὺ δὲ μοῖ θαλερὸς παρακοίτης
Ἰλιάδος Ζ

… Hectoreo quotiens sederat uxor equo
Μαρτιάλης

Ὁ Σκάμανδρος ξερνᾶ ἡρώων πτώματα.–
Μὰ ἡ Νύχτα ζεῖ… Καὶ σὰν κοπάσει ἡ μάχη,
σὲ κάποια τοῦ Ἱεροῦ Ἰλίου δώματα,
ἀκούραστη δουλεύει ἡ Ἀνδρομάχη –
ἐπάνω στὸ λαμπρότερο ἀπ’ τὰ σώματα
τῶν Τρώων καὶ τοῦ ὠθεῖ μὲ βία τὴ ράχη

στὴν κλίνη της… Κρατᾶ γερὰ τὸν ἵππο της
καὶ ἀνάσκελο συνέχεια τὸν δαμάζει
ἀπὸ ἀγάπης ἄσβεστης καὶ ἀνείπωτης
σοφία τρυφερὴ ποὺ τὴν προστάζει,
καὶ ποὺ γροικᾶ, χρησμό, σὲ κάθε χτύπο της,
ἔτσι τὸν μαχητὴ νὰ ξεκουράζει…

Τὸν δαμαστὴ τῶν ἵππων πῶς τὸν δάμασες
–τραχιὰ καὶ τρυφερότατη ἱππεία–
ἡ Σιωπηλὴ ἀπ’ τοῦ Ἔρωτα τὶς Ἄνασσες,
ἡ Ἀνέγνωρη, ποὺ ἁγνεία καὶ λαγνεία
ταίριασες στοῦ ἱμέρου σου τὶς θάλασσες
στὴν τρομερὴ δοσμένη ἱππομανία.

Κορμιῶν ἀνεπανάληπτο ἰδίωμα·
κορύφωση τοῦ ἱπποδάμειου μόγου
κενταύρισσας ὑπέρτατο ὁμοίωμα,
ὁρμὴ ἐπικὴ τοῦ ἱππικοῦ σου λόγου –
τοῦ ἀνδροφόνου εἶσαι τὸ τελείωμα
κι ἡ ἔκρηξη τῆς τίγρης καὶ τοῦ ἀλόγου.

Δυὸ ζώων πῶς ἀκούγονται τὰ φθέγματα
κι ἀπὸ τὸν ὠθισμὸ πῶς θάλλει ὁ κῆπος
καὶ μπρὸς στοῦ κόσμου ἔκπληκτου τὰ βλέμματα,
ἰδού, γεννιέται ἡ ἱππαστί –ὁ νέος τύπος–
καὶ τὸ πιὸ τέλειο ἀπ’ ὅλα τὰ συμπλέγματα –
Ἐσὺ κι ὁ μελανὸς Ἑκτόρειος Ἵππος.

~.~

(Σονέτα, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2016)

Versus II

Τοὺς στίχους μου φαρδιά-πλατιὰ ὑπογράφω
μὲ τὸ χαλκοὺν δισύλλαβο ὄνομά μου·
κι ἔτσι ὅπως μέρα-νύχτα μεταγράφω
τὸ αἷμα μου, τοὺς μύς, τὰ σωθικά μου,
μὲ χρώματα πολεμικὰ μὲ βάφω
καὶ μονομάχος στέκω ἐπὶ τῆς ἄμμου.
Σὲ πολεμῶ καὶ ὁδεύω πρὸς τὸν τάφο,
μικρὴ Ἐποχὴ κι ὅμως μεγάλη ἐχθρά μου,
δοσμένος στὴ σκληρὴ χειρωναξία
τοῦ στίχου μου. Ὁ στίχος μου καὶ πράξη.
Παρὰ τὴν τρομερὴ αἱματοχυσία,
κανεὶς ἀπὸ τοὺς δυό μας δὲν θ’ ἀλλάξει.
Κι ἂς ἔρθει ὅποιος θέλει νὰ μὲ κρίνει.
Γιὰ τὴ σφαγὴ παίρνω τὴν πᾶσα εὐθύνη.

~.~
 
Nel mezzo del cammin

Τί ἔκανα λοιπὸν γιὰ τὸν Θεό μου;
Τριάντα πέντε χρόνια συμπληρώνω.
Τὸ δῶρο τῆς ζωῆς πῶς ξεπληρώνω
σὲ ζωντανοὺς καὶ σὲ νεκρούς; Ἐπ’ ὤμου
πῆρα ποτὲ κανέναν ξένο πόνο;
Παρέδωσε ποτὲ τὸν ἑαυτό μου,
λυτρώνοντας τὸ ἐλάχιστο ἀπ’ τὸν χρόνο,
σὲ κάτι τὸ ὑψηλό; Ἐδῶ στοῦ δρόμου
τὸ μέσον πιὰ ποὺ βρίσκομαι ποιά πράξη
μπορῶ μὲ περηφάνια νὰ ὑπογράψω;
Τέφρα, σκιὰ καὶ κόνις ὅπου ψάξω.
Στ’ ἀκάθαρτα, ζωή, σ’ ἔχω πετάξει.
Λιποβαρὴς κι ἀμείλικτο τὸ ζύγι
στοῦ μηδενὸς τὸ στόμα ποὺ ὅλο ἀνοίγει.

~.~
 
Ξυλογλύπτες Ι

Σὰν τοὺς ἀκούραστους παλιοὺς ἐργάτες,
τοὺς ταπεινοὺς μὰ τίμιους ξυλογλύπτες
ποὺ ὑπηρετοῦσαν Καίσαρες καὶ Πάπες
φτιάχνοντας τέμπλα, ἐκκλησιὲς καὶ κρύπτες,
ἀγόγγυστα δουλεύουμε τὸν Στίχο
γνωρίζοντας πὼς τὸ μικρὸ ὄνομά μας,
ὅπως κι ἂν μνημειώνουμε τὸν ἦχο
τῆς πάλλουσας καὶ φλογερῆς καρδιᾶς μας,
δὲν θὰ καταγραφεῖ στὶς Ἱστορίες.
Ἀνώνυμοι κι ἐμεῖς καθὼς ἐκεῖνοι,
πνιγμένοι ἀπὸ μυριάδες τυραννίες,
θὰ μείνουμε, ἀλλ’ ὅμως δὲν θὰ μείνει
οὔτε τὸ ἔργο μας, χιλιετίες…
Μαζὶ μὲ μᾶς θὰ λιώσει στὸ καμίνι.

~.~
 
F-22 Raptor

Οὐράνιο τέρας ἀπὸ σίδερο καὶ ἀτσάλι,
ἀνθρώπου σύμμειξη καὶ μηχανῆς,
πάνοπλη σκέψη ξεπηδᾶς ἀπ’ τὸ κεφάλι
τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνικῆς.
Προένταση μετάλλων, πόση βία
αἰθέρων, τῆς μετάκαυσης σεισμός,
ποίηση τῶν καιρῶν, τεχνολογία,
κι ὁ ἐξαίσιος τῆς κόμπρας ἐλιγμός.
Τὰ g σ’ ὅλο τὸ σῶμα, οἱ ὑπερπτήσεις,
ἀόρατο εἰκοσάτονο τσιτάχ,
στὶς τρομερὲς καθέτους σου ἐφορμήσεις
τὰ 2,5 ἀγγίζεις Mach,
τῶν οὐρανῶν ἀδιαμφισβήτητε ἄκτορ,
Ἅρπυια, F-22 Raptor.

~.~

(Versus, Ἀθήνα, Παρισιάνου, 2019)

1. Δῶσε μου χρόνο

Ὢ δῶσε, Κύριε, νὰ φτάσω στὰ ὀγδόντα
μὲ τὸ κορμὶ καὶ τὸ μυαλό μου ἀκέριο,
κι ἐγὼ ναὸ θὰ Σοῦ πυργώσω στέριο
ποὺ θὰ δοξάζει καὶ θὰ ὑμνεῖ πάντα τὰ ὄντα.

Ἂν ὄχι, εὐδόκησε νὰ φτάσω στὰ ἑξήντα,
κι ὁρκίζομαι πὼς θά ‘χω ὣς τότε χτίσει
κάστρο τρανὸ μὲς στὴν τρανή Σου φύση
καὶ μὲ τὸ αἷμα μου βαμμένο ἀντὶ γιὰ τίντα.

Κι ἂν ὄχι, κάνε μὲ νὰ φτάσω στὰ σαράντα,
κι ἂς ἀρκεστεῖς σὲ τοῦτον τὸν πυργίσκο
ποὺ ἔχω μέχρι τώρα κατορθώσει.

Στὸν μισοτελειωμένο αὐτὸν ναΐσκο
ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει θ’ ἀναγνώσει
τὴν πυρωμένη τὴν σφραγίδα Σου – γιὰ πάντα.


Ὁ Θεοδόσης Βολκὼφ γεννήθηκε τὸ 1980 στὴν Ἀθήνα, ὅπου ζεῖ καὶ ἐργάζεται. Ἔχουν κυκλοφορήσει τὰ ποιητικά του βιβλία: Τὰ Τραγούδια τῆς Ψυχῆς καὶ τῆς Κόρης (2004), Γιουβενάλης (2012), Missa Brevis (2012), Ὁ Pietro Aretino ἐν ἔτει 2013 (2013), Sexus (2015), Σονέτα (2016) καὶ Versus (2019). Ἐπίσης, ἔχει κυκλοφορήσει τὸ δοκίμιό του Ὁ ποιητὴς Δημήτριος Ε. Σολδάτος (2018).

Έφη Δήμου, «Τέλειο!»

main-image.jpg

«Τέλειο!»

Τον τελευταίο μήνα, κάθε μέρα, η ίδια σκηνή, η ίδια κουβέντα. Εκείνη, καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας, με το βλέμμα καρφωμένο στα χέρια της, προσεχτικά ακουμπισμένα στην ποδιά της και, εκείνος, να κόβει βόλτες μπροστά της, σαν αγρίμι στο κλουβί. Μικρές βόλτες, πέρα-δώθε, ίσαμε τέσσερα βήματα η καθεμία. Σταματά και ανάβει τσιγάρο. Τρεις βαθιές ρουφηξιές. Τη ρωτά αν είναι σίγουρη, αν το σκέφτηκε καλά και νιώθει το πηγούνι του να τρέμει. Του απαντά ότι όχι, δεν είναι σίγουρη, για τίποτα πια δεν μπορεί να είναι σίγουρη όμως τώρα αυτό θέλει. Τον προλαβαίνει και του μιλά για τα παιδιά, πως είναι μεγάλα, θα καταλάβουν, αν μπουν στον κόπο να ασχοληθούν. «Δε σε ρώτησα για τα παιδιά», της λέει ξερά. «Κουράστηκα να υποκρίνομαι…», συνεχίζει εκείνη σα να μην τον άκουσε και κάνει να σηκωθεί να φύγει. «Κουράστηκες να υποκρίνεσαι;», αρθρώνει με κόπο εκείνος και αφήνει τα χέρια του να κρεμάσουν. Το τσιγάρο πέφτει από τα δάχτυλά του και κυλά στο πάτωμα. Ο καπνός του αρχίζει να ανεβαίνει προς τα πάνω αλλά διαλύεται προτού φτάσει στο ύψος των κεφαλιών τους. Με την αναστροφή του χεριού του σκουπίζει τον ιδρώτα που έχει φυτρώσει –ψιλές ψιλές σταγονίτσες– στο μέτωπό του. «Κουράστηκες να υποκρίνεσαι;», επαναλαμβάνει σα να απευθύνεται στο κενό. «Δεν αντέχω άλλο σ’ αυτόν τον ρόλο», ψελλίζει εκείνη με φωνή βραχνή και πνιγμένη, ανακατεμένη μ’ ένα πνιχτό αναφιλητό. «Μαριάννα, κοίταξέ με» κι εκείνη, σαν μικρό παιδάκι, υπακούει. Τον κοιτά με το πρόσωπό της βουτηγμένο στα δάκρυα και σε λίγο ξεσπά σε λυγμούς που τραντάζουν το λιγνό κορμί της. «Για ποιο ρόλο μου μιλάς; Πρόκειται για τη ζωή σου. Τη ζωή μας», λέει εκείνος και κάνει να την αγγίξει. «Έχω στεγνώσει από ζωή. Είμαι μόνο θέατρο…», λέει εκείνη πικρά, τα μάτια της κατακόκκινα, στα όρια του εαυτού της. «Σύνελθε», φωνάζει εκείνος και η παλάμη του αφήνει κόκκινο αποτύπωμα στο μάγουλό της. Πονάει. Σωριάζεται στο πάτωμα και νιώθει την καύτρα του τσιγάρου στην πλάτη της. Η θεόρατη σκιά του στέκει από πάνω της και την κάνει να μαζευτεί κουβάρι, παλεύοντας απεγνωσμένα να ξεφύγει, να κρυφτεί. Αφήνει μια κραυγή που δεν βγαίνει ποτέ προς τα έξω. Το πρόσωπό της είναι αλλοιωμένο από μια έκφραση απελπισίας και οδύνης. Με τρόμο αντιλαμβάνεται τα δάχτυλά του να σφίγγουν το λαιμό της. Έχει μελανιάσει, ανασαίνει όλο και πιο δύσκολα.

Με όσο κουράγιο της απομένει σηκώνει το κεφάλι και το στρέφει προς την πλευρά της πλατείας. «Στοοοπ!», ακούγεται μια φωνή, «τέλειο!». Τα μάτια της μένουν ακίνητα, διεσταλμένα, με μια έκφραση θριάμβου πάνω στη γυάλινη επιφάνειά τους.

ΕΦΗ ΔΗΜΟΥ



(Τὸ διήγημα «Τέλειο!» ἀποτελεῖ προδημοσίευση ἀπὸ τὴν ἐπικείμενη συλλογὴ ἀφηγημάτων τῆς Ἔφης Δήμου, ἡ ὁποία ἐπίκειται νὰ κυκλοφορήσει ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Γκοβόστη)