ΝΠ | Μελέτες

Yπερείδος και Υπεράνθρωπος: Από τη λογοτεχνία στο Μυθιστόρημα

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[4/12]

~.~

Ο ειδολογικός προσδιορισμός του μυθιστορήματος από τον Κυριάκο Μαργαρίτη, με τα ερείσματά του, ως πρότερα έχουν περιγραφεί, στη θεωρία του Μιχαήλ Μπαχτίν, διαθέτει ίδιον ενδιαφέρον και χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν κατά πολύ το μεταμοντέρνο αισθητικό πρότυπο. Όπως παρατηρεί ο Κώστας Χατζηαντωνίου με αναφορά στο Εννέα, «ο συγγραφέας, διαλύοντας κάθε εκφορά που ορίζεται ως “ιστορικό μυθιστόρημα”, δεν παρασύρεται σε μια μεταγλώσσα ή μια μεταμοντέρνα συρραφή».[228] Η δε ενότητα μορφής και περιεχομένου προσδιορίζει υλικοπνευματικά το μυθιστορηματικό του εγχείρημα, το οποίο «επεκτείνεται ώς την ιδέα της θεανθρώπινης ένωσης».[229] Το δε σχέδιο νέας Νέας Κρόνακας, στο σύνολό του και αυτοτελώς σε έκαστο τόμο, ως έχω αναφέρει και αλλού, «συναιρ[εί] στο ιδεώδες της Ενότητας-Ένωσης ειδολογικά ποίηση και πεζογραφία, μεθοδολογικά μύθο και ιστορία, εκκλησιαστικά τον Θεό και τον Άνθρωπο, έμφυλα τον άντρα και τη γυναίκα».[230] Το θεωρητικό παράδοξο σε αυτή την αισθητικο-θεολογική, μεταμυθοπλαστική προσέγγιση του είδους είναι πως, ενώ καταργεί τις αφηγηματικές συμβάσεις, καθιστώντας ορατά τα νήματα παραγωγής του κειμένου, «η ενότητα, η πληρότητα και η συνοχή διατηρούνται, εκπορεύονται και απολήγουν στην υπέρτατη μετα-αφήγηση, ήτοι στο πρόσωπο του Λόγου ως πηγής κάθε νοήματος. Εάν η ενδεχομενικότητα και η διαρκής αυτοαναφορικότητα υπονομεύουν τον Εαυτό ή την ανθρώπινη εμπειρία ως ρυθμιστή, είναι γιατί αποδίδουν το νόημα στον Λόγο ως απόλυτη νοηματοδοτική αρχή».[231]

Πέρα από την εντυπωσιακή μίξη λογοτεχνικών ειδών και αισθητικών προτύπων, πολυπολιτισμικών και πολυγλωσσικών επιρροών και διακειμένων, το μυθιστορηματικό σχήμα του Μαργαρίτη συναιρεί, με τη λυρικότροπη πεζογραφική και δοκιμιακή του έκφραση, όχι μόνο τα λογοτεχνικά είδη και γένη μεταξύ τους, αλλά και τη λογοτεχνία με άλλες μορφές τέχνης, όπως τα εικαστικά, η μουσική, ο κινηματογράφος, (περισσότερα…)

«Νέα Κρόνακα»: Η γενεαλογία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[3/12]

~.~

Η Νέα Κρόνακα, σειριακό έργο τριάντα τριών τόμων με δεύτερό της μυθιστόρημα το έργο Σαμψών, προκύπτει ως ένα σύνθετο σχέδιο, το οποίο ανάγεται σε ποικίλες –κατά κύριο λόγο συνειδητές– επιρροές και αναγνωστικές επιδράσεις.[114] Στο παρόν κεφάλαιο γίνεται λόγος ειδικότερα για τα κείμενα ποικίλης γραμματειακής προέλευσης τα οποία πληροφορούν τη Νέα Κρόνακα αποκλειστικά ως προς το σχηματικό και αξονικό επίπεδο της σύλληψης. Συναφώς, εξ αυτών απορρέουν συγκεκριμένες και προσδιορίσιμες διακειμενικές σχέσεις σε διάφορα βιβλία του Κυριάκου Μαργαρίτη, εμπλουτισμένες από ένα κατά πολύ ευρύτερο δίκτυο-βιβλιοθήκη, οι οποίες χρήζουν κατά τόμο, θέμα και περίπτωση εξειδικευμένης συγκριτολογικής προσέγγισης. Ορισμένες από αυτές τις σχέσεις θα τύχουν περαιτέρω ανάλυσης, όπου προσφέρουν στην προσέγγισή μας του Σαμψών, σε ειδικότερες ενότητες της μελέτης.

2.1 Από το Χρονικό στην Κρόνακα: Λεόντιος Μαχαιράς

Η απαρχή της Νέας Κρόνακας σε ειδολογικό και πνευματικό επίπεδο χρειάζεται πρωτίστως να αναζητηθεί στο μεσαιωνικό χρονικό του Κύπριου χρονικογράφου Λεοντίου Μαχαιρά Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου, η ποία λέγεται Κρόνακα, τουτέστιν Xρονικόν,[115] από το οποίο αντλεί τον τίτλο της.[116] Η πρόσβαση του Μαργαρίτη σε αυτό τελεί αδιαμφισβήτητα παλίμψηστη, καθότι τα πρωτεία της διάσωσής του από τη λήθη αποδίδονται στον Γιώργο Σεφέρη και την κυπριακή του συλλογή Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν (1955) (Ημερολόγιο Καταστρώματος, γ΄).[117] Το Χρονικό κατέστη έκτοτε, χάρη στη σεφερική κατάθεση, αιμοδοτικό της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής στο νησί. Παρότι στον ελλαδικό χώρο το Χρονικό δεν είχε καμιά ουσιαστική επίδραση,[118] γεγονός που, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι άσχετο με την πνευματική απομάκρυνση των Ελλαδιτών λογοτεχνών από την κυπριακή πραγματικότητα από το 1974 και εντεύθεν, έτυχε αξιοπρόσεκτης διεθνούς πρόσληψης από σημαντικούς Ευρωπαίους λογοτέχνες, όπως ο Ιταλός Γκαμπριέλε ντ’ Αννούντσιο,[119] ο Πολωνός Μέλχιορ Βανκόβιτς[120] και ο Βούλγαρος Αλεξάνταρ Κοστόφ.[121]

Το γεγονός ότι το Χρονικό είναι το πρώτο εκτενές πεζογράφημα σε διάλεκτο της υστερομεσαιωνικής ελληνικής[122] επιτρέπει στον Μαργαρίτη να διασυνδέσει την ιστορικότητα με την εντοπιότητα και, δι’ αυτής, την καθαυτό ελληνικότητα του κυπριακού χώρου.  Όχι χωρίς πικρία για την αφασία του ελλαδικού δημόσιου λόγου στα περί Κύπρου, αλλά και για την απαξίωση του ίδιου ως συγγραφέα, ο Μαργαρίτης επαναφέρει τον Μαχαιρά, για να ανακινήσει το ιστορικό ενδιαφέρον γύρω από τη γενέτειρά του, αλλά και για να εμβαθύνει ο ίδιος σε στοιχεία της εντοπιότητας τα οποία έχουν καθορίσει τη συγγραφική και πνευματική του ταυτότητα: (περισσότερα…)

Γιάννης Πατίλης: Τὸ εἴδωλο τοῦ θραύσματος

*

τοῦ ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

~.~

Ἡ ποίηση εἶναι λύσις συνεχείας τοῦ πνεύματος
(περίπου ἔτσι ὁ Νίκος Καροῦζος)

Μαντόρλα – ἀμύγδαλο – Mandel – Mandelstamm

Στὸ ἀμύγδαλο –τί στέκεται στὸ ἀμύγδαλο;
Τὸ Τίποτα.
Τὸ Τίποτα στέκεται στὸ ἀμύγδαλο.
Στέκεται καὶ στέκεται

Ἀπόσπασμα ποιήματος τοῦ Πάουλ Τσέλαν ἀπὸ τὴ συλλογὴ Die Niemandsrose (Τοῦ Κανενὸς τὸ ρόδο, 1963), γραμμένου στὶς 23.5.61.

Πενήντα τρία ποιήματα, αὐστηρὰ χρονολογημένα: 3 Μαρτίου 1959-Μάρτιος 1963. Κλειδί τους τὸ ἀμύγδαλο (Mandel, Mandorla), ἡ ἀμυγδαλιά. Αὐτὸ βρίσκεται καὶ στὸ ὄνομα τοῦ πιὸ ἀκριβοῦ φίλου τοῦ Τσέλαν, τοῦ σπουδαίου ποιητῆ Ὀσὶπ Μαντελστάμ: κορμὸς τοῦ ἀμύγδαλου, ἀμυγδαλιά. Ἀλλὰ δὲν θὰ φτάσουμε ὣς ἐκεῖ, τὸ κεφάλαιο εἶναι τεράστιο. Τὸ μοτίβο ὑπάρχει καὶ στὴ συλλογὴ τοῦ 1952 Mohn und Gedächtnis (Ἀφιόνι καὶ μνήμη), στὸ ποίημα «Μέτρα τ᾽ ἀμύγδαλα»:

Μέτρα τ ἀμύγδαλα,
μέτρα αὐτὸ ποὺ ἦταν πικρὸ καὶ σὲ κράτησε ξύπνιο,
μέτρα κι ἐμένα σ᾽ αὐτά […] 

Βρισκόμαστε στὰ πρῶτα μεταπολεμικὰ χρόνια. Στὴν ἀρχὴ τοῦ τραύματος ποὺ δὲν θὰ κλείσει ποτέ. Γιὰ τὸν Τσέλαν τὰ «ἀδειανὰ μάτια», τὸ κενὸ ποὺ χάσκει ἀπέναντι στὸ Τίποτα, ἔχουν τὸ σχῆμα τοῦ ἀμύγδαλου∙ τὰ πετρωμένα, ἀμυγδαλωτὰ μάτια, μὲ τὸ ἀμυγδαλωτό τους δάκρυ, σὰν τὸν σκληρὸ φλοιὸ τοῦ ἀμύγδαλου, τοῦ ἀδειανοῦ, χωρὶς καρπό, ἀμύγδαλου. Τώρα γνωρίζουμε ὅτι λίγα χρόνια μετὰ (1970) ὁ ποιητής ἔδωσε τέλος στὴ ζωή του ἔχοντας ἀντικρύσει στὸ κάτοπτρο τοῦ ἀμύγδαλου καὶ τὸ δικό του κενό. Ὅμως αὐτὸ τὸ κενὸ ἔκρυβε περισσότερα ἀπὸ ὀκτακόσια ποιήματα-λαμπηδόνες ἀνθηρῆς ἀμυγδαλιᾶς. (περισσότερα…)

Τα λογοτεχνικά αρχεία: Η περίπτωση του αρχείου του Νίκου Εγγονόπουλου

Ο Νίκος Εγγονόπουλος στο εργαστήριό του

*

ΤΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΣ ΠΟΛΙΤΗ

~.~

Τα λογοτεχνικά αρχεία αποτελούν αναπόσπαστο και σημαντικό μέρος της διεθνούς αρχειακής κληρονομιάς δεδομένου ότι τα λογοτεχνικά και εικαστικά έργα ως αριστουργήματα της ανθρώπινης δημιουργικής διάνοιας, αποτελούν «Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς». Το Τμήμα Αρχείων Λογοτεχνίας και Τέχνης του Διεθνούς Συμβουλίου Αρχείων από το 2009 έχει θέσει ως αποστολή του την διάδοση της πολιτιστικής αξίας και μαγείας – όπως είναι ακριβώς διατυπωμένο – των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών αρχείων μέσα από την δημιουργία ενός παγκόσμιου δικτύου αρχειονόμων, επιμελητών και χρηστών, παρέχοντας πληροφορίες σχετικά με τις τοποθεσίες και την ποικιλομορφία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών συλλογών σε όλο τον κόσμο και  δίνοντας κατευθύνσεις για τις βέλτιστες πρακτικές σχετικά με την καταλογογράφηση, την αποθήκευση, την δημοσιοποίηση και προώθηση αυτών των πολιτιστικών αρχειακών θησαυρών.[1]

Σύμφωνα με το ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο τα λογοτεχνικά αρχεία αποτελούν μια ιδιαίτερη κατηγορία ιδιωτικών αρχείων. Πρόκειται για αρχεία λογοτεχνών ή γενικότερα ανθρώπων των γραμμάτων (λογίων και διανοουμένων που διακρίθηκαν στις τέχνες και τα γράμματα), ακόμα και προσώπων ή φορέων που σχετίζονται με την ιστορία της λογοτεχνίας χωρίς να συμμετέχουν άμεσα στη λογοτεχνική παραγωγή, όπως είναι για παράδειγμα τα αρχεία εκδοτών, φιλολόγων, κριτικών, δημοσιογράφων, λογοτεχνικών περιοδικών, λογοτεχνικών σωματείων και ενώσεων μέσα από τα οποία μπορεί να χαρτογραφηθεί η λογοτεχνική παραγωγή της χώρας.

Τα αρχειακά κατάλοιπα εντοπίζονται σε δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς μετά από  δωρεά των ίδιων των λογοτεχνικών παραγωγών ή των κληρονόμων τους ή από άλλους που έχουν περιέλθει στην κατοχή τους. Γενικότερα μπορεί κανείς να αναζητήσει αναλυτικούς καταλόγους λογοτεχνικών αρχείων ηλεκτρονικά στο Εθνικό Ευρετήριο Αρχείων, πρόκειται για μια υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους (όπου καταγράφεται το σύνολο του αρχειακού πλούτου της χώρας).[2]  Όπως επίσης και στον ειδικό κατάλογο λογοτεχνικών αρχείων του 19ου και 20ού αιώνα που έχουν δημιουργήσει από κοινού η Ελληνική Αρχειακή Εταιρεία  και το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο.[3]

Το αρχείο του Νίκου Εγγονόπουλου περιήλθε στην κατοχή του Παντείου Πανεπιστημίου και της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών τον Ιανουάριο του 2022, μετά την ευγενική χορηγία της κόρης του ποιητή, Εριέττης Εγγονοπούλου. Η διαχείρισή του γίνεται με την ευθύνη και την επιμέλεια της Ελισάβετ Αρσενίου (Καθηγήτριας Νεοελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών), του Κώστα Χριστόπουλου (Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Εικαστικών Τεχνών της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Αθηνών) και του Γιάννη Στογιαννίδη (Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Αρχειονομίας Βιβλιοθηκονομίας, Συστημάτων Πληροφόρησης του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής) στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος ArchArt με τίτλο «Αρχείο Νίκου Εγγονόπουλου: ψηφιοποίηση, τεκμηρίωση και δημοσιοποίηση του» που χρηματοδοτήθηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.). Μέχρι πρότινος το μοναδικό πλήρως ψηφιοποιημένο αρχείο στην Ελλάδα ήταν του Κ. Π. Καβάφη υπό την αιγίδα του Ιδρύματος Ωνάση[4] παράλληλο με αντίστοιχα ψηφιακά αρχεία του εξωτερικού όπως του William Blake[5], της Emily Dickinson[6], του Dante Gabriel Rossetti[7], του Walt Whitman[8] και άλλων πολλών σπουδαίων δημιουργών. Η πρόσφατη επεξεργασία του Αρχείου Εγγονόπουλου δημιουργεί αφενός ένα πρότυπο ως προς τη μεθοδολογία ψηφιοποίησης και τεκμηρίωσης αρχείων προερχόμενων από λογοτέχνες που είναι συγχρόνως εικαστικοί καλλιτέχνες, (περισσότερα…)

Οικείο και ανοίκειο στις έμφυλες ζεύξεις του Ευριπίδη

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

~.~

«Κάθε άνθρωπος αλλάζει, όταν περάσει στη σιγουριά απ’ τη θέση του κινδύνου.»[1] Η φράση αυτή καταγράφει μια από τις κεντρικές δραματουργικές αρχές του Ευριπίδη: τις συνεχόμενες μεταβολές των ανθρώπων, καθώς αλλάζουν οι όροι της ζωής τους. Στις τραγωδίες του, η αρχή αυτή γίνεται ιδιαίτερα πολύσημη στις γυναικείες μορφές στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο χορός των Τρωαδιτισσών γυναικών και των Βακχών. Στον Ευριπίδη οι έμφυλες κανονικότητες αντιστρέφονται, ό,τι θεωρείται οικείο στις ηγεμονικές κατασκευές της θηλυκότητας μεταλλάσσεται με αποτέλεσμα το οικείο να γίνεται ανοίκειο και τα όρια ανάμεσά τους να χαρακτηρίζονται από ρευστότητα. Η ρευστότητα αυτή του ανοίκειου στις έμφυλες ζεύξεις που παρατηρούνται στις τραγωδίες του Ευριπίδη καταγράφονται με πολυφωνικούς όρους που αποφεύγουν τον διδακτισμό. Το έμφυλο κατασκευάζεται μέσα σε συγκεκριμένες ιστορικότητες που μαρτυρούν την πρωτοτυπία και τους νεωτερισμούς του. Σε μια επικαιροποιημένη ανάγνωση των κειμένων με όρους παροντικούς η θεωρία του κοινωνικού κονστρουξιονισμού για το φύλο πραγματώνεται. Το φύλο δεν είναι μια συνεχής ουσιοκρατική παγίωση αλλά επιτελεστική πράξη. Οι λόγοι λοιπόν για τα φύλα κατασκευάζονται κοινωνικά και αλλάζουν διαρκώς ως προς το περιεχόμενό τους με βάση τους εκάστοτε κοινούς τόπους και το ιστορικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό πλαίσιο της εποχής. Οι αλλαγές δεν είναι απλώς ατομικές και προσωπικές. Αντίθετα, είναι έμφυλες, κοινωνικές και πολιτικές. Το οικείο – η μητρότητα, ο γάμος, οι σχέσεις των γυναικών μεταξύ τους και με τους άλλους μετατρέπονται σε ανοίκειες καταστάσεις κάθε φορά που εγγράφονται σε νέες ιστορικές και πολιτικές συνθήκες.

Όπως αναφέρει η Μεσσάρη[2], οι γυναίκες στις τραγωδίες του Ευριπίδη βγαίνουν από τον περιορισμένο χώρο του οίκου. Παύουν να είναι σιωπηλές και υπάκουες, και «σιγᾶν δ’ ὅπου δεῖ» γίνονται «θυελλώδεις», εκδικητικές και διεκδικητικές. Είναι επιπλέον αυτές που δίνουν φωνή και αποδίδουν δικαιοσύνη σχετικά με την αντιπολεμική συλλογιστική του Ευριπίδη που δεν διστάζει να ασκήσει κριτική στους νικητές του Τρωικού πολέμου, να δώσει φωνή στους ηττημένους και ηττημένες και να αμφισβητήσει ακόμα και την παντοδυναμία των θεών, μιλώντας για τους παραλογισμούς τους. (περισσότερα…)

Τα μυστικά εργαλεία της ανθρώπινης φωνής

*

Τα όργανα γραφής ως ανάθημα και βίωμα
στα αρχαία ελληνικά επιγράμματα

του ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΣΙΑΠΛΕ

~.~

Πλησιέστατα, δεξιά που μπαίνεις, στην βιβλιοθήκη
της Βηρυτού θάψαμε τον σοφό Λυσία,
γραμματικόν. Ο χώρος κάλλιστα προσήκει.
Τον θέσαμε κοντά σ’ αυτά του που θυμάται
ίσως κ’ εκεί — σχόλια, κείμενα, τεχνολογία,
γραφές, εις τεύχη ελληνισμών πολλή ερμηνεία.
Κ’ επίσης έτσι από μας θα βλέπεται και θα τιμάται
ο τάφος του, όταν που περνούμε στα βιβλία.
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, «Λυσίου Γραμματικού τάφος» (1914)

Πριν από την ανακάλυψη της τυπογραφίας η διαδικασία της γραφής ήταν μια αργή και επίπονη χειρωνακτική διαδικασία. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά υλικά που τους χορηγούσε με αφθονία η φύση: καλάμια, πέτρες, μεταλλικά ή ξύλινα εργαλεία. Το μελάνι παραγόταν από φυτικές ή ζωικές ουσίες, ενώ το υλικό γραφής μπορούσε να είναι οτιδήποτε: από φύλλα και φλοιούς δέντρων, πηλό, λινάρι και κηρωμένες πινακίδες μέχρι πάπυρο, περγαμηνή και χαρτί. Η τυπογραφία, ωστόσο, όπως αναπτύχθηκε τον 15ο αιώνα από τον Ιωάννη Γουτεμβέργιο, άλλαξε ριζικά τόσο τη λειτουργία της γραφής όσο και τα μέσα με τα οποία αυτή πραγματοποιείται: από το χειρόγραφο περάσαμε στο έντυπο βιβλίο, η γραφή έπαψε να είναι προνόμιο των λίγων. Αυτή η ριζική μεταβολή δεν ήταν δυνατόν να αφήσει ανεπηρέαστα και τα όργανα γραφής.

Η γραφή δεν συνιστούσε απλώς έναν πρακτικό μηχανισμό καταγραφής, αλλά μια πολύπλοκη τελετουργία λόγου και ύλης, στην οποία η σχέση του γραφέα με τα όργανα γραφής διαμορφωνόταν μέσα από ένα δυναμικό πλέγμα εξάρτησης και ελέγχου. Η αποτύπωση του λόγου στο υλικό υπόστρωμα δεν αποτελούσε ουδέτερη ή απλώς μια διεκπεραιωτική διαδικασία· αντιθέτως, ήταν έκφραση σωματικής επιτέλεσης και τεχνικής δεξιότητας, όπου ο γραφέας λειτουργούσε ως μεσολαβητής ανάμεσα στο άυλο νόημα και την ένυλη ενσάρκωσή του.

Τα εργαλεία γραφής —ο κάλαμος, το μελάνι και ο πάπυρος— δεν προσφέρονταν ως άψυχα και ομοιογενή μέσα, αλλά ως ενεργά υλικά, με περιορισμούς και δυνατότητες που απαιτούσαν συνεχή διαχείριση. Ο κάλαμος για παράδειγμα, όργανο από φυσικό καλάμι, έπρεπε να τροποποιηθεί κατάλληλα: να κοπεί, να ξυστεί, να ακονιστεί, ώστε να εξασφαλίσει την επιθυμητή ροή του μελανιού και την καθαρότητα των γραμμάτων. Ο γραφέας, με άλλα λόγια, δεν ήταν απλός χειριστής του εργαλείου του·ήταν κατασκευαστής του, υπεύθυνος για τη βελτιστοποίηση της υλικής του συμπεριφοράς. Η ελάχιστη παρέκκλιση στη γωνία κοπής ή στην υφή της άκρης μπορούσε να διαταράξει ολόκληρη την πράξη της γραφής.

Παρομοίως, το μελάνι απαιτούσε γνώσεις παρασκευής, διατήρησης και χρήσης. Δεν υπήρχε σταθερή, εμπορική σύνθεση· η ποιότητά του εξαρτιόταν από τοπικές παραδόσεις, υλικά και εμπειρική γνώση. Η χειροποίητη του φύση καθιστούσε τον γραφέα όχι μόνο καταναλωτή, αλλά και συμμέτοχο στην ίδια την παραγωγή του μέσου. Όμοια, ο πάπυρος, ως οργανικό υλικό με ποικίλη υφή, πάχος και απορροφητικότητα, απαιτούσε ιδιαίτερη εξοικείωση· δεν ήταν απλό υπόβαθρο, αλλά ενεργός συνομιλητής στη διαδικασία της εγγραφής.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η σχέση του γραφέα με τα εργαλεία του χαρακτηριζόταν από μια διαλεκτική αλληλεξάρτηση: εξαρτιόταν απολύτως από τις ιδιότητες των υλικών του, αλλά ταυτόχρονα επεδίωκε και συχνά κατόρθωνε να επιβάλει πάνω τους το προσωπικό του ύφος, την τεχνική του ιδιοσυγκρασία και την αισθητική του πρόθεση. Η γραφή μετατρεπόταν έτσι σε ενσώματη εμπειρία, όπου η υλικότητα του μέσου διαμόρφωνε –αλλά και διαμορφωνόταν– από την πνευματική εργασία του γραφέα. Εν τέλει, ο γραφέας δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένος από τα εργαλεία του. Η πνευματική του λειτουργία τελούσε υπό συνεχή υλική διαπραγμάτευση, γεγονός που αναδεικνύει την προτυποποίηση του γραπτού λόγου όχι ως στατικής μορφής, αλλά ως ζωντανού και δυναμικού συμβάντος, όπου ο τεχνίτης και τα τεχνήματα συνδιαμορφώνουν την έκφραση του νοήματος.

Η σύνδεση ανάμεσα στον γραφέα και τα όργανα εργασίας του δεν διακοπτόταν μετά την απόσυρση του από την ενεργό δράση: τα εργαλεία της τέχνης τους εξακολουθούσαν να διατηρούν έναν σχεδόν ιερό χαρακτήρα: γίνονταν αντικείμενα μνήμης, φορείς ταυτότητας και σύμβολα ενός βίου αφιερωμένου στη γραφή. Αυτή η σχέση επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι τα όργανα γραφής αποτυπώνονται στον διάκοσμο των επιτύμβιων στηλών ως σημαντικός δείκτης της ταυτότητας, της κοινωνικής θέσης και της εγγραματοσύνης του νεκρού ή αποτελούν μέρος του κτερισματικού συνόλου που συνόδευαν τον θανόντα στην τελευταία του κατοικία.[1] Το έθιμό μάλιστα αυτό δεν αφορούσε αποκλειστικά τους άνδρες: όργανα γραφής (γραφίδες, ξέστρα, μελανοδοχείο) έχουν εντοπιστεί ακόμη και σε γυναικείες πριγκιπικές ταφές.[2] (περισσότερα…)

Η ιστορική συγκυρία στη στιχουργία του Μίκη Θεοδωράκη: Λίγα λόγια και μια μικρή ανθολόγηση

 

*

2025: Έτος Μίκη Θεοδωράκη – Μύθοι και πραγματικότητες #5

γράφει ο Θάνος Γιαννούδης

Σειρά άρθρων που καλύπτουν όλη τη διάρκεια του «Αφιερωματικού έτους Μίκη Θεοδωράκη». Ερευνώνται οι διαφορετικές πτυχές της ζωής και του έργου του, οι ιδεολογικές του μεταστροφές, οι συνάφειές του με το μοντερνισμό, καθώς και με άλλους καλλιτέχνες. Τι μένει εντέλει από το πολύπλευρο έργο του πλέον μείζονος Έλληνα δημιουργού του 20ού αιώνα εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του.

***

Μιας και στις 29 Ιουλίου έκλεισαν ακριβώς 100 χρόνια από τη γέννηση του Μίκη Θεοδωράκη, κρίνουμε πως στο πέμπτο τμήμα του ετήσιου αφιερώματός μας οφείλει να τοποθετηθεί ο ίδιος σε πρώτο πλάνο και να λάβει ανοιχτά τον λόγο. Η σύνδεση με την επέτειο και τη συγκυρία που επιχειρούμε δεν είναι τυχαία, μιας και το μουσικό έργο του Θεοδωράκη, σε όλες του, μάλιστα, τις μορφές και όχι μόνο στην δημοφιλέστερη «έντεχνη – λαϊκή» που εξετάζουμε σε βάθος στην παρούσα στήλη, διαπλέκεται σχεδόν στο πλήρες μάκρος του με την ιστορική συγκυρία και την κοινωνική πραγματικότητα, τέμνοντας εγκάρσια έξι και πλέον δεκαετίες του ιστορικού, πολιτικού και πολιτισμικού ελληνικού βίου, σχολιάζοντας ενίοτε επιμέρους τομές και ρήξεις του, ασκώντας σκληρή κριτική στους τομείς που χρήζουν αλλαγών και προσδοκώντας την ανάνηψή του από τη νοσηρή πραγματικότητα που ο συνθέτης κρίνει (και, κατά την κρίση μας, απολύτως βάσιμα) πως ο τελευταίος έχει περιέλθει.

///

Το συνεκτικό όραμα του Μίκη Θεοδωράκη αποκρυσταλλώνεται, ωστόσο, συχνά και μέσω επιμέρους τραγουδιών στα οποία τόσο η μουσική όσο και οι στίχοι ανήκουν στον ίδιο, πετυχαίνοντας, έτσι, την πλήρη ταύτιση των συνθετικών και στιχουργικών στοχεύσεων που δεν είναι πάντα δεδομένη όταν ο συνθέτης και ο στιχουργός αποτελούν δύο διακριτές, διαφορετικές και αυτόνομες οντότητες (για παράδειγμα, ακόμα και στον ίδιο τον Θεοδωράκη ασκήθηκε κριτική για τις αποδόσεις του στον πιο προωθημένο νεωτερικά λόγο του Κ. Τριπολίτη). Παρόλο που η αμιγώς στιχουργική πλευρά του Μίκη προφανώς και υπολείπεται της αντίστοιχης συνθετικής, γεγονός που αποδεικνύεται και από την ψυχρή πραγματικότητα των αριθμών των πωλήσεων και από την επιβίωση ή μη του κάθε έργου στον χρόνο, εντούτοις αξίζει να σταχυολογήσουμε στο συγκεκριμένο άρθρο επιλεκτικά ορισμένες από τις χαρακτηριστικότερες στιγμές της, τοποθετώντας τις στα δεδομένα της εκάστοτε συγκυρίας, αλλά και πέρα από αυτήν και ελπίζοντας να ανοίξουμε τον δρόμο για μια ευρύτερη επιστημονική μελέτη στη συγκεκριμένη και ελαφρώς παραγνωρισμένη πλευρά του έργου του. (περισσότερα…)

Η πολιτική διάσταση της έννοιας της ελευθερίας στην Ελληνική Νομαρχία

*

του ΚΩΣΤΑ ΦΩΤΙΟΥ

Πραγματοποιώντας την πρώτη της κυκλοφορία στην Ιταλία το 1806, η Ελληνική Νομαρχία θεωρείται ένα από τα τρία πιο καταγγελτικά κείμενα της περιόδου πριν από την Ελληνική Επανάσταση. Τα άλλα δύο είναι το έργο Περί θεοκρατίας, του Χριστόδουλου Παμπλέκη, που δημοσιεύτηκε από τους μαθητές του μετά τον θάνατό του το 1793, και ο Λίβελος κατά των αρχιερέων, ενός ανώνυμου συγγραφέα, που δημοσιεύτηκε στη Σμύρνη το 1810. Κοινή συνισταμένη των τριών κειμένων είναι η σφοδρότητα με την οποία καταγγέλλεται η στάση της Εκκλησίας απέναντι στις απελευθερωτικές ιδέες του Διαφωτισμού. Διαδραματίζοντας τον ρόλο του θεματοφύλακα των πνευματικών αξιών των χριστιανικών πληθυσμών καθ’ όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, η Εκκλησία θα έπρεπε να υπερθεματίζει ως προς τα προτάγματα για την απελευθέρωση του ποιμνίου της. Αντίθετα, σύμφωνα με τους προαναφερθέντες συγγραφείς, η Εκκλησία στεκόταν εχθρικά διακείμενη σε οποιαδήποτε θεωρητική ή έμπρακτη προσπάθεια αμφισβήτησης της κατεστημένης τάξης στην προοπτική της ελευθερίας.[1]

Πώς ορίζεται όμως στην Ελληνική Νομαρχία η έννοια της ελευθερίας; Για τον Ανώνυμο συγγραφέα της, «η ελευθερία είναι η υπακοή εις τους νόμους».[2] Ο Κιτρομηλίδης (2009) επισημαίνει την αντιπαραβολή της έννοιας της νομαρχίας σε εκείνη της μοναρχίας. Με αυτό το έξυπνο παιχνίδι του αναγραμματισμού ανάμεσα στις λέξεις «νομαρχία» και «μοναρχία», ο Ανώνυμος συγγραφέας καθιστά ολοφάνερο τον στόχο της κριτικής του. Η μοναρχία είναι το πολίτευμα στο οποίο επιτίθεται, θέτοντας ως εναλλακτική λύση το πολίτευμα της νομαρχίας [= νόμος + άρχω] και καταδεικνύοντας, αρχής γενομένης ήδη από τον τίτλο του έργου, ότι η ελευθερία είναι η κατάσταση όπου το άτομο και το έθνος δεν τα άρχουν πάρα οι νόμοι –ο πλήρης τίτλος του έργου είναι Ελληνική Νομαρχία ήτοι Λόγος περί Ελευθερίας. Κατά τον Νούτσο (2005), ο ορισμός της έννοιας της ελευθερίας ως υπακοής στους νόμους δεν δείχνει πάρα την άμεση επιρροή του Ανώνυμου συγγραφέα της Ελληνικής Νομαρχίας από τις θέσεις του Μοντεσκιέ και του Ρουσσώ, όπως αυτές αποκρυσταλλώθηκαν στα γαλλικά συντάγματα του 1791 και ιδιαίτερα του 1793. (περισσότερα…)

«Δεν έχει η αγάπη σύνορα»

*

Ο νους μου τα βουνά κρατεί  # 3
Γράφει ο Γιάννης Ματθαιουδάκης

Η λαϊκότητα της κρητικής υπαίθρου συνομιλεί με τον λόγιο, υψηλό στοχασμό για τα μεγάλα ζητήματα της καρδιάς και του κόσμου. Φιλόσοφοι και μαντιναδολόγοι κάθονται μαζί, στο ίδιο λιτό κρητικό τραπέζι. Η στήλη αφορά την περίπτωση της Κρήτης, αλλά στην οικουμενική της διάσταση. «Κάθε πολιτισμός είναι δυνάμει όλοι οι πολιτισμοί» – εκφάνσεις μιας κοινής ανθρώπινης φύσης. Έτσι, το ηπειρώτικο μοιρολόι, η ιταλική βιλανέλα, το περσικό ρουμπάι αποτελούν βαθύρριζες εκδηλώσεις λαϊκής ποίησης. Ωστόσο, στη μεταβατική εποχή μας, οι κοινές αναφορές, ο συλλογικός βίος, η αίσθηση του μέτρου και του ιερού, αμφισβητούνται από τις «διαλυτικές πνοές» ενός μαζικού, άρρυθμου, δήθεν εξορθολογιστικού τρόπου ζωής. Η μαντινάδα δεν μένει ανεπηρέαστη.

///
Δεν έχει η αγάπη σύνορα δε τηνε πιάνει νόμος
όπου περάσει και διαβεί είν’ ανοιχτός ο δρόμος
Γ. ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ ή ΜΙΧΑΛΟΜΠΑΣ

Δεν οριοθετείται ο έρωτας από θεσμούς, ηθικούς κώδικες, κρατική ισχύ, ούτε κι από τον ίδιο τον θεό του Πολέμου, «Έρώτι ουδ’ Άρης ανθίσταται». Κεντρικό ποιητικό θέμα από τον Όμηρο και τον Σοφοκλή, στους μεσαιωνικούς ερωτοψάλτες και τον Σαίξπηρ, μέχρι τον Σταντάλ, τον Μπαλζάκ και τον Φλωμπέρ, κι από εκεί στον Κούντερα και την ταινία In the Mood for Love, και για όσο θα ερωτεύεται ο άνθρωπος. «Το θέμα επανέρχεται τόσο τακτικά όσο και τα εποχικά φρούτα», θα πει ειρωνικά ο Σοπενάουερ. Άλογο και δυσήνιο πάθος για τον Πλάτωνα, ταράζει την ισορροπία της ψυχής και κατά συνέπεια την ευστάθεια και την έλλογη διακυβέρνηση της Πολιτείας. Ο ερωτευμένος γίνεται ποιητής και κανταδόρος, όχι νομοταγής πολίτης.

Σύμφωνα με τη Διοτίμα, ο Έρωτας είναι παιδί του Πόρου και της Πενίας. Η μαντινάδα εδώ έχει ειδικό ενδιαφέρον γιατί στον δεύτερο στίχο αξιοποιεί την καταγωγή του έρωτα από τον Πόρο, που σημαίνει δίοδος, διάβαση, και χρησιμοποιείται με την ίδια έννοια στην κρητική διάλεκτο μέχρι τις μέρες μας, ως το πέρασμα δηλαδή για τα αγροτικά μονοπάτια και τα όρη. Η αγάπη βρίσκει πάντα τον δρόμο.

Η καταγωγή του έρωτα από τη μεριά της Πενίας, δηλαδή της έλλειψης, έχει υμνηθεί σε όλες τις εποχές και με όλους τους τρόπους. Ο έρωτας έρχεται από το πουθενά, φτερωτός, και παρότι παιδικός στην όψη, επιτίθεται, πολιορκεί και τελικά πλήττει τον υποψήφιο ερωτευμένο. Αποκτά έλεγχο του σώματός του, γίνεται δεσπότης του νου και της ζωής του, θολώνει την κρίση του, βάζει στη θέση της ηρεμίας και της λογικής, την παραφροσύνη. «Συ, ω Έρωτα, τύραννε θεών και ανθρώπων». Η πείρα των άλλων δεν μας μαθαίνει τίποτα. Ο ερωτευμένος αναλύεται σε όρκους και παρακάλια, ξενυχτά και δέεται στο παραθύρι του ποθούμενου προσώπου. «Να μ’ εύρει η νύχτα κι η αυγή στ’ς αγάπης μου την πόρτα».

Ο Σοπενάουερ παρατηρεί την ερωτική έξαρση και δραματοποίηση από τη φιλοσοφική του κορφή και μας προσγειώνει απότομα. «Σας περιμένει απογοήτευση και τραγική κατάληξη. Στρατήγημα της φύσης ο έρωτας για να δελεάσει το άτομο στην υπηρεσία της αναπαραγωγής. Ο έρωτας που έχει ικανοποιηθεί οδηγεί στη δυστυχία. Το πάθος στηριζόταν στην αυταπάτη μιας προσωπικής ευδαιμονίας προς όφελος του είδους, από τη στιγμή που το τίμημα έχει καταβληθεί η αυταπάτη οφείλει να εξαφανιστεί. Το δαιμόνιο του είδους που είχε κυριεύσει το άτομο, το εγκαταλείπει και πάλι στην ελευθερία του. Το άτομο ξαναπέφτει στα στενά όρια της φτώχειας του και εκπλήσσεται όταν βλέπει, μετά από τόσες υπέροχες, ηρωικές και άπειρες προσπάθειες, ότι δεν του μένει τίποτα άλλο πλέον από μια τετριμμένη ικανοποίηση των αισθήσεων». Η Αριάδνη θα ξυπνήσει μόνη της στο ακρογιάλι, ο Θησέας την έχει εγκαταλείψει. Με την πολυσημία του σολωμικού στίχου: «του πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου, / έστρωσε ο νους κι ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου». (περισσότερα…)

Τι θα είχε συμβεί αν ο Μίκης Θεοδωράκης δεν είχε ασχοληθεί με την πολιτική και τη μελοποιημένη ποίηση

*

2025: Έτος Μίκη Θεοδωράκη – Μύθοι και πραγματικότητες #4

γράφει ο Θάνος Γιαννούδης

Σειρά άρθρων που καλύπτουν όλη τη διάρκεια του «Αφιερωματικού έτους Μίκη Θεοδωράκη». Ερευνώνται οι διαφορετικές πτυχές της ζωής και του έργου του, οι ιδεολογικές του μεταστροφές, οι συνάφειές του με το μοντερνισμό, καθώς και με άλλους καλλιτέχνες. Τι μένει εντέλει από το πολύπλευρο έργο του πλέον μείζονος Έλληνα δημιουργού του 20ού αιώνα εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του.

***

Η ιστορία, ως γνωστόν, δεν γράφεται με υποθέσεις και εναλλακτικά σενάρια, αλλά κατά βάση κινείται μπροστά από τα άτομα εκείνα που παίρνουν πρωτοβουλίες στο πεδίο, επηρεάζοντας καθοριστικά τον καιρό και την εποχή τους. Αξίζει, ωστόσο, στο σημερινό μας άρθρο να εισέλθουμε στην επικράτεια μιας εναλλακτικής πραγματικότητας, ερευνώντας το τι θα μπορούσε να έχει συμβεί στο ελληνικό τραγούδι αλλά και στο έργο του ίδιου του συνθέτη, στην περίπτωση που ο Μίκης Θεοδωράκης δεν είχε εμπλακεί τόσο ενεργά στην πολιτική ζωή του τόπου και δεν είχε προβεί, ταυτόχρονα, στη συστηματική μελοποίηση του ποιητικού λόγου. Δεδομένου ότι και οι δύο υποθέσεις είναι άμεσα και άρρηκτα συνδεδεμένες με τον πυρήνα της ζωής και του έργου του συνθέτη, σε τέτοιο βαθμό που αδυνατούμε πια να τον φανταστούμε και να τον ανασυστήσουμε άνευ εκείνων, γίνεται προφανές ότι εντέλει αυτό που επιδιώκουμε με το παρόν άρθρο δεν είναι τόσο να στήσουμε ένα σενάριο επιστημονικής φαντασίας παρά περισσότερο να ερευνήσουμε το πώς ήταν το ελληνικό τραγούδι πριν την έλευση του μείζονος δημιουργού και (κυρίως) τι έχει απομείνει την επόμενη μέρα που το παράδειγμά του έχει φαίνεται πως έχει απολέσει οριστικά (;) την άλλοτε δυναμική του.

Αν ο Μίκης Θεοδωράκης δεν είχε ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική, το έργο του μάλλον θα είχε κερδίσει αλλά και ταυτόχρονα… χάσει συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων που το προώθησαν ή το χρησιμοποίησαν από τη μία, αλλά και το ανέγνωσαν μονοδιάστατα από την άλλη, βάσει αυτής και μόνο της ιδιότητας του δημιουργού του. (περισσότερα…)

Η κριτική του Σαραντάρη στους ποιητές

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Μην ανοίξης ποτέ το στόμα να πής την αλήθεια
Γιατί ξάφνου θ’ ανάψουν οι γύμνιες του κόσμου
Θα πιάσει φωτιά η λαίμαργη ανθρώπινη σκόνη!
Έργα, Β΄ τόμ., σελ. 82 (1935)

Εάν ισχύει αυτό που λέει ο Λορεντζάτος ότι η ποίηση συνιστά την «εσχατολογία της λογοτεχνίας» και εάν η σχέση του Σαραντάρη με την ποίηση είναι σχέση ζωής, τότε αξίζει να δούμε πως ο φιλόσοφος αυτός ποιητής κρίνει τους άλλους ποιητές. Αρχίζοντας από κάποιες γενικές προϋποθέσεις. Ο Σαραντάρης ξέρει την Ευρώπη, τη φιλοσοφία της και την ποίησή της. Είναι από τους σπάνιους εκείνους ανθρώπους με ανεπτυγμένη πολύ νωρίς αντιληπτικότητα και ευαισθησία. Ερχόμενος στην Ελλάδα απο την Ιταλία διαβάζει στα ελληνικά ποιήματα τα σημάδια της ευρωπαϊκής σφραγίδας ή επίδρασης, λόγου χάρη την απαισιοδοξία. Ασκημένος πάνω στους Ευρωπαίους αλλά μέσα από μια άλλη αίσθηση ζωής χριστιανικής απαίτησης, αρνείται την πρωτοκαθεδρία στην καλλιέργεια προσωπικού ύφους (πράγμα που προσάπτει στον Καβάφη), ειδικά όταν αυτό είναι σε βάρος μιας «ομιλίας», όπως λέει, που «να συμβαδίζει παράλληλα με τη λαλιά του λαού μας». Απαιτεί ένα βασανισμό του ποιητή, που να θέτει σε αμφισβήτηση την ίδια του την υπόσταση, ή να το πω αλλιώς, να μην αφήνει περιθώρια αυταπάτης ή ωραιοπάθειας. Αυτό συνάδει με την πεποίθησή του ότι ο ποιητής χαρακτηρίζεται από προωθημένη αυτοσυνειδησία.

Πρέπει ακόμη να λάβουμε υπ’ όψη μας ότι ο Σαραντάρης στα 32 του έχει φύγει από τούτο τον κόσμο. Το έργο του κυοφορήθηκε και υλοποιήθηκε ουσιαστικά μέσα σε δώδεκα χρόνια, αν λογαριάσουμε ότι από τα είκοσι και μετά σχημάτισε στο χαρτί κείμενα απαιτήσεων αλλά και πλεονάσματα ψυχής. Παραμένει απορίας άξιον πώς ένας τόσο νέος άνθρωπος παρουσιάζει τέτοια ωριμότητα χωρίς να χάνει σε φρεσκάδα, χωρίς να γεροντοποείται αν μπορούμε να πούμε, χωρίς να απελπίζεται, παρ’ όλο που σε μερικά του ποιήματα καταγράφεται μια αβυσσαλέα μοναξιά. Όλες οι παραπομπές εδώ αναφέρονται στη δίτομη έκδοση της Βικελαίας Βιβλιοθήκης Ηρακλείου Κρήτης, που επιμελήθηκε με περισσή φροντίδα η φίλη Σοφία Σκοπετέα.

*

Ας δούμε λοιπόν πώς αντικρύζει ο άνθρωπος αυτός την ποίηση των άλλων, ελλήνων και ξένων και πως αυτή η στάση συνδυάζεται με τη γενικότερη θεώρηση της ζωής που περιέχει το έργο του.

Αραδιάζω μερικά ονόματα στο χαρτί: Μελισσάνθη, Καρέλλη, Παπατζώνης, Σαραντάρης. Ποιό είναι το κοινό τους σημείο; Για τους δύο τουλάχιστον είναι η πίστη, ή μια θρησκευτική διάσταση. Όμως ο Σαραντάρης, καθώς ετοιμάζεται να μιλήσει γι’ αυτούς, αρχίζει με τη φράση: «Ποιός σύγχρονος ποιητής μας έχει μια βίωση μέσα στην πίστη; Αναζητώ και δεν βρίσκω». (περισσότερα…)

Ο «περί θανάτου» λόγος στην ποίηση του Γεώργιου Ζαλοκώστα

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Μοι απεκρίθη ευμενής
— Τι με κοιτάζεις τρέμων;
Εγώ δεν είμαι δαίμων,
Ψυχάς να κυνηγώ.

Είμαι θεός του γέλωτος,
Των πονηρών ο τρόμος,
Χαρά των άλλων, Μώμος
Ο σκώπτης είμ’ εγώ.

Οπόσα πάθη σύγχρονα
Σου έσχισαν τα στήθη
Γνωρίζω, μ’ απεκρίθη
Κ’ επίτηδες εδώ,

Σε ήλθα μόνον να ιδώ,
Και να τα βαλσαμώσω
Κατέβην να σε σώσω
Από τον μαρασμόν.

Στο ποίημα «το Κυνήγιον» του Ζαλοκώστα ο θεός του γέλιου, του σαρκασμού και της ειρωνείας Μώμος παίρνει τον ποιητή σε ένα ταξίδι προκειμένου να τον σώσει από τον μαρασμό, την πικρία και τα βάσανα που προκλήθηκαν από τον θάνατο των παιδιών του. Από το ποίημα αυτό λείπει το τέλος. Δεν γνωρίζουμε ποια λύση δίνεται και αν ο Μώμος σαν τα φάντασματα του Ντίκενς στη Χριστουγεννιάτικη ιστορία καταφέρνει να μεταφέρει ξανά κάτι από τη χαρά της ζωής. Αυτή η εκκρεμότητα του τέλους είναι κατά τη γνώμη μου διπλά σημαίνουσα προς δύο διαφορετικές κατευθύνσεις. Στην πρώτη περίπτωση οι αξιολογικές κρίσεις, οι αποτιμήσεις και οι διαφορετικές ερμηνευτικές προσλήψεις για το έργο ενός ποιητή ή ποιήτριας στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον δεν συνοδεύονται ποτέ από μια οριστική τελεία και παύλα. Παραμένουν διαρκώς ανοιχτές και διλημματικές, εγκιβωτίζοντας την εκάστοτε ιστορικότητα και τους κοινούς τόπους της εποχής, τα διαφορετικά αισθητικά, πολιτικά και ιδεολογικά διακυβεύματα, καθώς και τις υποκειμενικές φωνές κριτικών και αναγνωστών. (περισσότερα…)