ΝΠ | Κοινωνία & Πολιτική

Μίκης Θεοδωράκης, 1925-2021

 

Όταν πέφτει ένας γίγαντας, η πτώση του ανοίγει ένα θεόρατο χάσμα.

Κι όμως, τ’ αυτιά μας στο νέο δυσπιστούν.

Πεθαίνουν οι γίγαντες; Δεν τους νομίζαμε αθάνατους; Περπάτησαν λοιπόν στ’ αλήθεια ανάμεσά μας; Δεν ήταν πλάσματα εξ αρχής της φαντασίας και του μύθου;

Ο Μίκης Θεοδωράκης έπεσε. Κι είναι αυτό μια ακόμη απόδειξη, η έσχατη, ότι πράγματι υπήρξε.

Ας αναλογιστούμε όλα αυτά που μας άφησε. Κι ας σκύψουμε να δούμε το χάσμα.

ΚΚ

 

 

 

Γιατί καίγονται οι εκκλησίες στον Καναδά;

 

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Η σύγχρονη φιλελεύθερη μυθολογία θέλει τον Καναδά έναν επίγειο παράδεισο σε έναν σπαραζόμενο κόσμο. Μια πλούσια χώρα με συναρπαστική φύση, υψηλό βαθμό κοινωνικής συνοχής και, κυρίως, πρότυπο πολυπολιτισμικής συμβίωσης. Είναι παράδοξο λοιπόν το ότι ο διεθνής τύπος έχει ασχοληθεί ελάχιστα με το κύμα βανδαλισμών και εμπρησμών σχεδόν 60 εκκλησιών, κυρίως ρωμαιοκαθολικών, που έλαβε χώρα αυτό το καλοκαίρι στον Καναδά.

Καθώς οι εμπρησμοί έπληξαν εκκλησίες που βρίσκονται σε εδάφη των αυτοχθόνων Καναδών (αυτούς που λέγαμε «Ινδιάνους» και που στον Καναδά αποκαλούνται «Πρώτα Έθνη»), είναι σχεδόν βέβαιο ότι συνδέονται με το σκάνδαλο των θρησκευτικών οικοτροφείων που ξέσπασε μερικούς μήνες πριν. Τα οικοτροφεία λειτουργούσαν υπό την επίβλεψη των μεγαλύτερων εκκλησιών, αν και στην πορεία πέρασαν υπό τον έλεγχο του κράτους του Καναδά, και στέγασαν στον περίπου έναν αιώνα ύπαρξής τους 150 χιλιάδες παιδιά που είχαν αποσπαστεί από τις αυτόχθονες οικογένειές τους, συχνά με την βία.

Αποστολή των οικοτροφείων ήταν η εξάλειψη της γλώσσας και του πολιτισμού των «Ινδιάνων» και η μετατροπή τους σε «τυπικούς» Καναδούς πολίτες. Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν απάνθρωπες, με αποτέλεσμα χιλιάδες παιδιά στο πέρασμα των δεκαετιών να πεθάνουν. Τα οικοτροφεία δεν επέστρεφαν τις σωρούς στις οικογένειές τους, αλλά τις έθαβαν σε μαζικούς τάφους. Ήταν η αποκάλυψη αυτών των μαζικών τάφων – έως και 1200 σε πέντε διαφορετικά σχολεία στον δυτικό Καναδά – που δημιούργησε κύμα αγανάκτησης σχετικά με τα δικαιώματα και την καταπίεση των Πρώτων Εθνών. Καθώς τα οικοτροφεία για μεγάλο διάστημα λειτουργούσαν υπό την επίβλεψη των εκκλησιών και η θρησκεία έπαιζε μεγάλο ρόλο στην εκπαίδευση των παιδιών, θεωρείται βέβαιο ότι ομάδες ακτιβιστών προχωρούν σε εμπρησμούς για να τιμωρήσουν την εκκλησία και τον Χριστιανισμό.

Γίνεται εύκολα κατανοητό γιατί αυτό το σκάνδαλο έχει αποκτήσει τόση δημοσιότητα σήμερα, σε μια εποχή όπου, ιδιαίτερα στον αγγλοσαξονικό κόσμο, υπάρχει έντονη συζήτηση για την κληρονομιά του ιμπεριαλισμού, της αποικιοκρατίας και της δουλείας. Εξίσου εύκολα κατανοητό όμως γίνεται, δυστυχώς, και το γιατί η αντίδραση της κυβέρνησης και της κοινής γνώμης στο κύμα εμπρησμών είναι εξαιρετικά υποτονική.

Ο πρωθυπουργός Ζυστέν Τρυντώ έκανε την πρώτη του δήλωση για το θέμα μόλις 10 ημέρες μετά τον πρώτο εμπρησμό, και ενώ ήδη δεκάδες εκκλησίες είχαν καεί. Μέχρι τις αρχές Αυγούστου μόλις ένας ύποπτος είχε συλληφθεί, οδηγώντας έναν συντηρητικό αναλυτή να σχολιάσει ότι «ο Τρυντώ έχει βάλει περισσότερους ανθρώπους φυλακή για το έγκλημα να πάνε στην εκκλησία για να παρακολουθήσουν λειτουργία [σσ: αναφερόμενος στα μέτρα για την πανδημία] παρά για το έγκλημα να την κάψουν».

 

 

Για τον Τρυντώ η υπόθεση είναι δύσκολη, όχι μόνο γιατί, αντίθετα με την προοδευτική επικοινωνιακή περσόνα που προσεκτικά έχει φιλοτεχνήσει, έχει πάρει πολλές αποφάσεις που θεωρείται ότι προσβάλλουν τα συμφέροντα των Πρώτων Εθνών. Αλλά και γιατί τα οικοτροφεία λειτουργούσαν υπό τον έλεγχο του κράτους όταν ο πατέρας του ήταν πρωθυπουργός την δεκαετία του 1970. Ανάλογη διστακτικότητα υπάρχει και από την ηγεσία των εκκλησιών των οποίων ναοί κάηκαν, προφανώς υπό την πίεση του κλίματος που βλέπει τον χριστιανισμό ως όργανο καταπίεσης. Αντίθετα, η δημόσια συζήτηση κυριαρχείται από φωνές που βλέπουν τους εμπρησμούς των εκκλησιών ως δικαιολογημένη έκφραση αγανάκτησης, αν όχι νόμιμα αντίποινα, για τα εγκλήματα της αποικιοκρατίας. Σε αυτό το κλίμα μπορεί κάποιος να καταλάβει κα την έλλειψη σοβαρής δημοσιογραφικής κάλυψης των εμπρησμών διεθνώς.

Η αλήθεια βέβαια είναι αρκετά πιο περίπλοκη, και δείχνει πώς η, αναγκαία σε κάποιες χώρες, συζήτηση για τις συνέπειες της αποικιοκρατίας εκτρέπεται από ακραίες ιδεολογικές ατζέντες. Το πρώτο πράγμα που αποσιωπάται είναι ότι οι ίδιοι οι αυτόχθονες Καναδοί στην μεγάλη τους πλειοψηφία δεν εγκρίνουν τους εμπρησμούς. Ακόμα και εκπρόσωποι των Πρώτων Εθνών που κατηγορούν την εκκλησία για το δράμα των οικοτροφείων έχουν καταδικάσει τις επιθέσεις. Στην μεγάλη τους πλειοψηφία, οι πάλαι ποτέ «Ινδιάνοι» είναι εξαιρετικά θρησκευόμενοι και έχουν οικοδομήσει γύρω από την χριστιανική θρησκεία μεγάλο μέρος της κοινωνικής τους ζωής. Οι εμπρησμοί συνιστούν επίθεση σε ένα σημαντικό συστατικό του σημερινού πολιτισμού των Πρώτων Εθνών, παρά την δύσκολη ιστορικά σχέση τους με αυτό.

Βλέπουμε εδώ την επανάληψη ενός μοτίβου που είχε παρατηρηθεί και το καλοκαίρι του 2020 στις ΗΠΑ με τις διαδηλώσεις του κινήματος Black Lives Matter. Όσο τα μεγάλα αμερικανικά ΜΜΕ επέμεναν με τρόπο κωμικό ότι οι διαδηλώσεις ήταν «ειρηνικές» ενώ μετέδιδαν ζωντανές εικόνες βανδαλισμών, ταυτόχρονα αποσιωπούσαν φωνές μαύρων καταστηματαρχών που εκλιπαρούσαν για αστυνομική προστασία ενώ οι περιουσίες τους καίγονταν. Με τον ίδιο τρόπο στον Καναδά σήμερα, πολλοί αυτόχθονες είναι πεπεισμένοι ότι οι εμπρησμοί δεν γίνονται από άλλους αυτόχθονες αλλά από λευκούς Καναδούς αριστερούς, οι οποίοι μέσα από μια διεστραμμένη έννοια επαναστατικότητας κάνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα με τα οικοτροφεία του παρελθόντος: βανδαλίζουν και καταστρέφουν τον ιδιαίτερο πολιτισμό των Πρώτων Εθνών.

Αλλά ακόμα και η έννοια του «σκανδάλου» στην υπόθεση είναι τεχνητή, αν κάποιος γνωρίζει τα γεγονότα επακριβώς. Εδώ και δεκαετίες οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης είχαν γίνει αντικείμενο δημοσιογραφικής έρευνας στον Καναδά. Το συγκεκριμένο ζήτημα των τάφων είχε καταγραφεί με κάθε λεπτομέρεια από την Επιτροπή Αλήθειας και Συμφιλίωσης για τις σχέσεις με τα Πρώτα Έθνη το 2015. Ενώ η δημοσιογραφική κάλυψη αφήνει την εντύπωση ότι χιλιάδες μαζικοί τάφοι αποκαλύφτηκαν φέτος, ξεσκεπάζοντας ένα μυστικό αιώνων, αυτό που έχει γίνει στην πραγματικότητα είναι ότι ένα ήδη καλά γνωστό ζήτημα ανήχθη σε σκάνδαλο σε μια εποχή όπου η δημόσια σφαίρα ψάχνει παντού αποδείξεις «συστημικού ρατσισμού» και «αποικιοκρατίας».

Κανείς φυσικά δεν αμφισβητεί ότι ο πολιτισμός και τα δικαιώματα των Πρώτων Εθνών επλήγησαν βάναυσα από την δυτική – πρώτα βρετανική και γαλλική, μετά καναδική – πολιτική. Το ερώτημα όμως είναι αν η σύγχρονη οπτική μιας αδικίας που έλαβε χώρα πριν δεκαετίες ή αιώνες αποδίδει δικαιοσύνη σχετικά με το ποιος είναι ο φταίχτης και, σε τελική ανάλυση, βοηθά όντως να επανορθωθούν αυτές οι αδικίες σήμερα ή απλά εξυπηρετεί άλλους σκοπούς.

Σε ένα πρώτο πρακτικό επίπεδο, η παρουσίαση των οικοτροφείων ως κολαστήρια πολιτιστικής γενοκτονίας αγνοεί το ότι το 1883, όταν ξεκίνησε η λειτουργία τους, όλες οι μαζικές δομές κοινωνικής πολιτικής στον δυτικό κόσμο – οικοτροφεία, ορφανοτροφεία, σανατόρια – λειτουργούσαν σε συνθήκες απαράδεκτες για τα σημερινά πρότυπα. Το ότι «χιλιάδες παιδιά Ινδιάνων πέθαναν σε οικοτροφεία» ακούγεται σκανδαλώδες σήμερα, αλλά η τραγική αλήθεια είναι ότι χιλιάδες παιδιά τότε πέθαιναν σε πολλές ανάλογες δομές στον Καναδά και αλλού, κυρίως από γρίπη και φυματίωση. Η μαζική ταφή ήταν επίσης μια πρακτική της εποχής, ατυχής αλλά απαραίτητη για λόγους υγιεινής. Όσο για το ότι οι τάφοι ανακαλύπτονται σήμερα χωρίς διακριτικά, αυτό πιθανότατα έχει να κάνει με το ότι με την πάροδο των δεκαετιών αυτά εξαφανίστηκαν παρά με προσπάθεια συγκάλυψης. Όπως είπαμε, εκείνη την εποχή αυτές οι πρακτικές ήταν δυσάρεστες αλλά όχι κάτι που η κοινωνία δεν γνώριζε ή δεν φανταζόταν.

Αν εξετάσουμε και το ιδεολογικό πλαίσιο λειτουργίας των οικοτροφείων όμως, θα δούμε ότι η σημερινή «αντι-αποικιακή» τους ανάγνωση είναι απλουστευτική. Στην Βικτωριανή εποχή, ο «εκπολιτισμός των αγρίων» ήταν ένας κατεξοχήν προοδευτικός στόχος, που αντανακλούσε την αισιοδοξία του δυτικού ανθρώπου ότι η επιστήμη, η εκπαίδευση και η τεχνολογία θα οδηγήσουν στο ξεπέρασμα προλήψεων και δεισιδαιμονιών. Ο σκοπός της δημιουργίας των οικοτροφείων ήταν η αποκοπή των παιδιών από το φυσικό τους περιβάλλον και η μετατροπή τους σε σύγχρονο ορθολογικό άνθρωπο, μια αντίληψη που έχει τις ρίζες της στα πρώτα διδάγματα του Διαφωτισμού σχετικά με τον έμφυτο ρασιοναλισμό του ατόμου και την δυσμενή επιρροή οπισθοδρομικών πολιτιστικών προτύπων.

Στα τέλη του 19ου αιώνα επομένως, η μέθοδος των οικοτροφείων είχε την συνολική υποστήριξη της πολιτικής, της κοινωνίας και, κυρίως, της επιστήμης. Αν στα 1880 η πολιτική εξουσία ανέθεσε την λειτουργία τους στις μεγάλες εκκλησίες λόγω της μακράς εμπειρίας αυτών στην εκπαίδευση, τα οικοτροφεία επιβίωσαν δεκαετίες αφότου η καναδική κοινωνία είχε υποστεί ραγδαία εκκοσμίκευση και η λειτουργία τους είχε περάσει εξ ολοκλήρου στο κράτος μέχρι να σταματήσουν να λειτουργούν το 1996. Αν μη τι άλλο, και τα οικοτροφεία και το φαινόμενο της αποικιοκρατίας εν γένει θα πρέπει να αποτελούν προειδοποίηση για τις παράπλευρες συνέπειες που πάντα έχει η τυφλή εφαρμογή των ιδεών της πάση θυσία «προόδου» σε κάθε εποχή.

Ένας δεύτερος αναχρονισμός αφορά την κοινωνική διάσταση του προβλήματος των αυτοχθόνων. Αν και οι αυτόχθονες της Βορείου Αμερικής αντιμετωπίζονται στην εποχή μας με δικαιολογημένη συμπάθεια, ακόμα και σήμερα επιβιώνουν μεταξύ τους πολλές «πολιτιστικές πρακτικές» (για να χρησιμοποιήσουμε τον σχετικό ευφημισμό) που η σύγχρονη προοδευτική σκέψη λογικά θα έπρεπε να καταδικάζει απερίφραστα. Σε αυτό το πρόβλημα των «παράλληλων κοινωνιών» τουλάχιστον, ανάλογο με αυτό που αντιμετωπίζει η Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες, δεν είναι παράλογο να υποστηρίξει κάποιος ότι η επιρροή του εκχριστιανισμού τον τελευταίο ενάμιση αιώνα τις έφερε εγγύτερα στα δυτικά πρότυπα.

Επιστρέφοντας στο ζήτημα των εμπρησμών, βλέπουμε λοιπόν πώς αυτοί που υποτίθεται ότι θέλουν να επανορθώσουν την καταστροφή που υπέστη ένας πολιτισμός από την αποικιοκρατία, επιτίθενται σε βασικά στοιχεία αυτού του πολιτισμού σήμερα – γιατί η χριστιανική θρησκευτικότητα είναι βασικότατο κομμάτι της ζωής των αυτόχθονων πληθυσμών της Βορείου Αμερικής. Και ενώ λένε ότι θέλουν να ανατρέψουν δομές ισχύος και εκμετάλλευσης, με κάποιο τρόπο τις συνέπειες του «αγώνα» – σπασμένες βιτρίνες, βανδαλισμένες εκκλησίες – τις υφίστανται πάντα αυτοί που θεωρητικά «απελευθερώνονται».

Οι ακραίοι αντι-αποικιακοί ακτιβιστές του σήμερα επομένως δεν διαφέρουν σε τίποτα από τους ρασιοναλιστές αποικιοκράτες του χθες: και οι δυο αυτοί χαρακτηριστικοί τύποι της δυτικής νεωτερικότητας εμφορούνται από μια μεσσιανική αλαζονεία που τους δίνει το δικαίωμα να ανατρέψουν τον τρόπο ζωής και την ιδιοπροσωπία αυτών που πρέπει να βρουν την προοδευτική λύτρωση. Με άλλα λόγια, ένας πολιτισμός πρέπει να καταστραφεί για να σωθούν τα μέλη του. Και τότε και τώρα, οι «Ινδιάνοι» φυσικά ήταν απλά η δικαιολογία: ο πραγματικός στόχος ήταν και είναι να επιβεβαιωθεί η ηγετική θέση κάποιων στην νέα πρωτοπορία.

Ακόμα και οι ακραίοι ακτιβιστές πάντως έχουν την δικαιολογία ενός κάποιου ιδεαλισμού. Πολύ πιο απογοητευτική είναι η στάση πολιτικών τύπου Τρυντώ, που όχι μόνο αδυνατούν να λάβουν ξεκάθαρη θέση στο οποιοδήποτε ζήτημα παρουσιάζει έστω και έναν ελάχιστο βαθμό ηθικής ή ιστορικής αμφισημίας, αλλά επιτρέπουν σε κάθε είδους «προοδευτικό» ριζοσπαστισμό να υποσκάπτει τους δημοκρατικούς θεσμούς για τους οποίους κατά τα άλλα κόπτονται. Η αρχική διστακτικότητα του Τρυντώ να καταδικάσει απερίφραστα τις επιθέσεις – κάτι που μπορούμε να εικάσουμε ότι θα είχε κάνει αμέσως αν αυτές αφορούσαν άλλες θρησκείες – αναδεικνύει την πλαδαρότητα του κυρίαρχου ιδεολογήματος που συνδυάζει μια επιλεκτική αντιθρησκευτικότητα με μια άκριτη αποδοχή κάθε ιδέας και μόδας που παρουσιάζεται ως παράγοντας πολυπολιτισμικότητας.

Αυτή η μεροληπτική στάση είναι και απόδειξη της έλλειψης ιστορικού βάθους στην σκέψη των σημερινών ελίτ, που αγνοούν ότι η προστασία της πίστης υπήρξε  το θεμέλιο και πρωταρχική πηγή νομιμοποίησης της νεωτερικής κοσμικής εξουσίας. Αγνοούν επίσης ότι η επικρατούσα θρησκευτικότητα μιας κοινωνίας αποτελεί πάντα το ασφαλέστερο ανάχωμα έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας, και ως μαζική έκφραση της ανθρώπινης αυτοτέλειας έναντι της πολιτικής εξουσίας και ως πλέγμα ηθικών αναστολών και αυτο-περιορισμού των ασκούντων αυτή. Είναι ακριβώς αυτός ο διττός ρόλος της θρησκείας που την κάνει απαραίτητο παράγοντα εξισορρόπησης σε ένα πολιτικό σύστημα. Ένα κράτος που δεν προστατεύει την πίστη είναι ένα κράτος που χάνει την αξιοπιστία του ως εγγυητής δικαιωμάτων των λίγων, και που κανείς δεν μπορεί να εμπιστευτεί ότι δεν θα γίνει πηγή αυθαιρεσίας εις βάρος των πολλών.

Στην υπόθεση των εμπρησμών των εκκλησιών του Καναδά επομένως πιο ανησυχητική και από τον ιδεολογικό εξτρεμισμό μικρών ομάδων είναι η σιωπηλή ανοχή τους από το κατεστημένο της εξουσίας και των ιδεών. Νομίζοντας ότι ανανεώνουν την νομιμοποίησή τους με το να προσεταιρίζονται λίγη από την φρεσκάδα και ορμή του ακτιβισμού, στην πραγματικότητα αυτές οι ελίτ συμβάλλουν στην διάβρωση θεσμών και νοοτροπιών που αποτελούν την μόνη εγγύηση απέναντι σε κάθε είδους αυταρχισμό.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

*Ο συγγραφέας είναι ερευνητής στο Κέντρο Ρομπέρ Σουμάν του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου της Φλωρεντίας και πρόεδρος του Ινστιτούτου Συντηρητικής Πολιτικής (ΙΝΣΠΟΛ).

 

 

 

Η εξέλιξη της σκέψης του Όσβαλντ Σπένγκλερ

~.~

Από την Παρακμή της Δύσης στο Ο Άνθρωπος και η Τεχνική

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΡΙΤΣΑ

Είναι συχνό το φαινόμενο να ακούμε την μομφή, κατά του σύγχρονου Δυτικού Πολιτισμού, πως αυτός βρίσκεται σε μια κατάσταση «παρακμής και αποσύνθεσης». Αυτή η θέση υιοθετήθηκε και υιοθετείται από όλες τις πολιτικές παρατάξεις κατά καιρούς. Αυτό, όμως, που γνωρίζουν μόνο λίγοι είναι ότι την επιχειρηματολογία για μια τέτοια διατύπωση, την διατύπωσε πρώτος ο Όσβαλντ Σπένγκλερ με το δίτομο έργο του Παρακμή της Δύσης, και στην συνέχεια με τα υπόλοιπα συμπληρωματικά προς αυτό βιβλία του, κυρίως δε το Ο Άνθρωπος και η Τεχνική.

Το τι αναφέρει στις περισσότερες από χίλιες σελίδες του έργου αυτού, με την τόσο εκτενή βιβλιογραφία, θα το αναλύσουμε, συνοπτικά, παρακάτω, όσον αφορά κυρίως την εκ μέρους του ερμηνεία της Ιστορίας, και τις προβλέψεις του σχετικά με την «άνοδο της Τεχνικής» και τον «Καισαρισμό».

Προτού ξεκινήσουμε την ανάλυση, όμως, πρέπει να σκιαγραφήσουμε την εποχή μέσα στην οποία έζησε και έγραψε ο Σπένγκλερ. Ο φιλόσοφος, καταρχάς, δεν εμφανίστηκε σαν ένα μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά, αντίθετα, ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκφραστές μιας ανομοιογενούς ιδεολογικής τάσης, που αργότερα ονομάστηκε «Συντηρητική Επανάσταση». Αυτή η τάση  νέων, κυρίως, φιλοσόφων και θεωρητικών, επηρεασμένη αρκετά από τον Νίτσε, εμφάνισε μια έντονη ριζοσπαστική μορφή. Είχε ως σκοπό να ξεπεράσει τον απλό φιλελευθερισμό, τον παλιό συντηρητισμό και την αριστερά της εποχής, με μια νέα πολιτική θέση και αντίληψη. Μια αντίληψη που δεν βασιζόταν, όμως, σε οικονομοκεντρικά, αλλά σε πολιτικοφιλοσοφικά κριτήρια· θέτοντας, μάλιστα, τα πρώτα δομημένα ερωτήματα σχετικά με το ζήτημα της τεχνολογίας, που αργότερα θα γινόταν γνωστή ως «η διαμάχη για την τεχνολογία», κατά πως περιγράφει ο Τζέφφρυ Χερφ στο βιβλίο του Αντιδραστικός Μοντερνισμός.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο αμφισβήτησης και ιδεολογικών ανακατεμάτων, λόγω ακριβώς  έλλειψης σταθερού πυρήνα, ο Σπένγκλερ όχι μόνο στράφηκε κατά όσων θεωρούσε «κακώς κείμενα» της εποχής του, αλλά και κατά του ίδιου του Κοσμοαντιληπτικού πλαισίου της εποχής του και δη κατά της Ιστορικής ερμηνείας και του τρόπου με τον οποίο όριζαν μέχρι τότε την Ιστορία, ως «προοδευτική διαδικασία».

Πιο συγκεκριμένα, ο Όσβαλντ Σπένγκλερ ξεκινώντας από μια, εκ διαμέτρου, διαφορετική αντίληψη κατέληξε σε εναλλακτική ερμηνεία της Ιστορίας και δεν αναγνώρισε σε αυτήν καμιά γραμμική και αιτιοκρατική συνέπεια. Για το φιλόσοφο η Ιστορία δεν ήταν κάτι μηχανικό ούτε κάτι που μπορούσε να προσδιοριστεί ή να περιοριστεί σε ένα απλό χωροχρονικό πλαίσιο αλληλοδιαδοχής, όπως το σύνηθες ιστορικό σχήμα «Αρχαιότητα – Μεσαίωνας – Νέοι Χρόνοι».

Το οποίο, όπως μας αναφέρει,  θεωρεί «ένα δημιούργημα της μαγικής αίσθησης του κόσμου, το οποίο πρωτοεμφανίστηκε στην περσική και την εβραϊκή θρησκεία μετά τον Κύρο, στη διδασκαλία του βιβλίου Δανιήλ για τους τέσσερις αιώνες [ή τέσσερα βασίλεια] έλαβε μια αποκαλυπτική διατύπωση και στις μεταχριστιανικές θρησκείες της Ανατολής, προπάντων στα Γνωστικά συστήματα, διαμορφώθηκε ως παγκόσμια θρησκεία». Χωρίς να σημαίνει αυτό ότι ο ίδιος δεν διέπεται από έναν ιδιότυπο «ιστορικισμό», αφού συνδεόταν με τον πνεύμα της χώρας και της εποχής του.

Η γραμμική αυτή πρόσληψη της Ιστορίας, για αυτόν, βρισκόταν σε μια εκ δια μέτρου αντίθετη πορεία με την ίδια τη φύση της πραγματικότητας· προσπαθώντας να φέρει ικανοποίηση με την καλλιέργεια της ελπίδας έναντι του φόβου του βιολογικού τέλους, και προσφέροντας έτσι μια μεταφυσική διαφυγή στο Μέλλον. Είναι το αίσθημα του ανθρώπου που κλίνεται στο δικό του νοητικό  κόσμο και εαυτό και ερμηνεύει όσα τον αφορούν με μια λογική ακραιφνώς συμβολική και αιτιοκρατική.

Με αυτόν τον τρόπο η ερμηνεία της Ιστορίας εξελίχθηκε σε μια απλή καταγραφή γεγονότων και μια φιλολογική παρομοίωση προσώπων και καταστάσεων, χωρίς κάποια εσώτερη λογική, αφού για τους εκφραστές της, κατά τον Σπένγκλερ, η Ιστορία πορευόταν προς μια συνεχή πρόοδο, η οποία, μάλιστα,  είχε υπερκεράσει τις αδυναμίες του Παρελθόντος και δεν χρειαζόταν να παραδειγματιστεί από αυτό. Ο κόσμος λοιπόν δεν είχε κάτι το δυσερμήνευτο για την αντίληψη αυτή, πόσω μάλλον το Παρελθόν καθώς και το Μέλλον.

Ο Όσβαλντ Σπένγκλερ ξεκινώντας από μια εκ διαμέτρου αντίθετη αντίληψη κατέληξε σε διαφορετική Ερμηνεία της Ιστορίας και δεν αναγνώρισε σε αυτήν καμιά γραμμική και αιτιοκρατική συνέπεια. Για το φιλόσοφο η Ιστορία δεν ήταν κάτι μηχανικό ούτε κάτι που μπορούσε να προσδιοριστεί και να περιοριστεί σε ένα απλό χωροχρονικό πλαίσιο αλληλοδιαδοχής, όπως το σύνηθες σχήμα Αρχαιότητα – Μεσαίωνας – Νέοι Χρόνοι. Παρότι αναγνωρίζει ότι αυτή η σκέψη καλύπτει μια επιταγή της αυτοσυνείδησης του Δυτικοευρωπαίου. Αυτή η παραλλαγμένη εσχατολογική θέση, λοιπόν, όποια σημασία και αν είχε σαν αντίληψη, όταν πρωτοεμφανίστηκε, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια αναγκαιότητα της εποχής, και δεν μπορούσε παρά να χάσει κάθε νόημα όταν οι μεταγενέστεροι την συνέλαβαν διανοητικά και  σαν βασική προϋπόθεση της επιστημονικής σκέψης.

Η «παγκοσμιότητα», λοιπόν, και η «οικουμενικότητα» του Ιστορικού αυτού συστήματος δεν ήταν τίποτα άλλο από μια πορεία με αρχικά και τελικά στάδια, που όχι μόνο ήταν περιορισμένη, αποκλείοντας άλλους πολιτισμούς από την θέασή της, αλλά ταυτόχρονα περιόριζε και δυσερμήνευε, κατά τον φιλόσοφο, την πραγματική σημασία λέξεων όπως «άνθρωπος», «πολιτισμός» και «Ιστορία».

Έτσι λέξεις και φράσεις της εποχής με ευρεία οπτική, όπως «ανθρωπότητα» και «ανθρώπινος πολιτισμός», δεν είχαν καμιά πραγματική αξία για την σπενγκλεριανή Ιστορική οπτική καθώς δεν προσδιόριζαν τίποτα άλλο από κάτι γραμμικό και μηχανικό σε αντίθεση με το ζωντανό Γίγνεσθαι που περικλείει την Ζωή και έτσι και την ίδια την Ιστορία. Χωρίς ο ίδιος όμως να απορρίπτει μια κοινή ιστορία του ανθρωπίνου πολιτισμού, ιδιαίτερα στην δεύτερη φάση της συγγραφικής του πορείας, μετά το 1924, απλά την ερμηνεύει με δικό του τρόπο.

Η πρόθεση του Σπένγκλερ ήταν σε αντίθεση με αυτή τη, κατά αυτόν, περιορισμένη ματιά στα Γεγονότα – άρα και στο Γίγνεσθαι, να καλλιεργήσει μια άλλη Φιλοσοφία για την Ερμηνεία της Ιστορίας, την οποία ονόμασε Φυσιογνωμική, ως μια μορφή  ιστορικής συγκριτικής μορφολογίας των πολιτισμών. Με αυτήν  θα επιτυγχανόταν, κατά αυτόν, να παρουσιαστεί η Ιστορία, με μια μορφή μεγαλύτερης ζωτικότητας και δυναμικότητας. Πλέον, τα πάντα, θα αξιολογούνταν οργανικά με βάση τη πολιτισμική και ψυχική διαφοροποίηση των επιμέρους πολιτισμών, και ταυτόχρονα θα συγκρίνονταν τα στάδιά τους, ώστε να εξεταζόταν η εσώτερη βούλησή τους που αποκαλούσε ο ίδιος «Πεπρωμένο». Δηλαδή αυτή η πρωτογενής  δημιουργός δύναμη που αποτελεί την ψυχή αυτών των πολιτισμών, οι οποίοι όντας κάτι ανάλογο με τον ανθρώπινο οργανισμό έχουν παρόμοια πορεία  Γέννησης,  Ακμής,  Παρακμής και Θανάτου.

Αφού διευκρινίσαμε, περιληπτικά,  το ζήτημα της ιστορικής ματιάς του φιλοσόφου καιρός να προχωρήσουμε ζήτημα περί της «ανόδου του τεχνολογικού πολιτισμού» και του Καισαρισμού.

 

 

Ξεκινώντας, Αρχικά πρέπει να κατανοήσουμε πως ο Δυτικός πολιτισμός ανήκει στους 8 ανώτερους πολιτισμούς, με βάση την ορολογία του Σπένγκλερ, τους οποίους θεωρεί ο φιλόσοφος μεγάλους· οι υπόλοιποι 7 είναι: 1) ο Βαβυλωνιακός Πολιτισμός , 2) ο Αιγυπτιακός Πολιτισμός, 3) ο Κινεζικός Πολιτισμός, 4) ο Ινδικός Πολιτισμός, 5) ο Πολιτισμός των Μάγιας-Αζτέκων ή Μεξικανικός Πολιτισμός, 6) ο Ελληνορωμαϊκός ή «Απολλώνιος» Πολιτισμός, κα;ι τέλος 7) ο Αραβικός ή «Μαγικός» Πολιτισμός.

Ο Δυτικός ή «Φαουστικός» Πολιτισμός διαφέρει βέβαια από τους άλλους επειδή  έχει σαν γνώμονα το «Εγώ» και όχι το «Εμείς» και το «Κοσμοείδωλό» του, δηλαδή ο τρόπος που ερμηνεύει τον κόσμο, βασίζεται σε μια, συνδεόμενη με την ψυχική βούλησή του και την πρωταρχική πίστη του σε μια «άπειρη θεότητα», «μηχανική εικόνα της φύσης», που στηρίζεται στην «φαουστική τάση προς το άπειρο» και σε μια άμεση σύνδεση, όχι με κάποιον τόπο, όπως οι άνθρωποι της αρχαιότητας,  ή κάποια μορφή θρησκευτικής «συναίνεσης», όπως οι άνθρωποι του «μαγικού πολιτισμού», αλλά με την Ιστορία και με μια αίσθηση χωρικής «ευρύτητας». Η «ψυχή» του Δυτικού Πολιτισμού, εξάλλου, όπως φαίνεται από τον τρόπο της μορφικής  έκφρασής της, τόσο καλλιτεχνικά όσο και γενικότερα πνευματικά, κρύβει μια αναμονή της «αθανασίας» μετά το «σωματικό τέλος». Αυτή η κατάσταση δημιουργεί εντός του μια πόλωση ανάμεσα στην πλήρη «διανοητικοποίηση» και στον «ψυχικό διχασμό», μια κατάσταση τόσο απόλυτη για τον φιλόσοφο που μάλλον δεν θα αφήσει περιθώρια εμφάνισης ενός νέου πολιτισμού, όταν αυτός καταρρεύσει, παρά μόνο από την «επόμενη χιλιετία». Ποια είναι, όμως, η σχέση της τεχνικής και της εξέλιξης του ανθρώπινου πολιτισμού;

Ο Άνθρωπος, λοιπόν, κατά πως διευκρινίζεται στο Ο Άνθρωπος και η Τεχνική αλλά και πρωτύτερα στην Παρακμή της Δύσης, είναι ένα «αρπακτικό όν» και «περιπλανώμενο ζώο». Σαν τέτοιο βρίσκεται σε μια συνεχή και επιθετική  κατάσταση κίνησης και έντασης, που το αποτρέπει να προσδένεται, για πάντα, στην γη, όπως κάνουν τα, βρισκόμενα πάντα σε άμυνα, φυτοφάγα ζώα, τα οποία αποτελούν, συνεχώς, τα «θηράματα» για τα αρπακτικά,  αλλά, αντίθετα, βλέπει «τον κόσμο ως λεία».

Έτσι, το «πεπρωμένο των φυτοφάγων» και το «πεπρωμένο των αρπακτικών» διαφοροποιείται, με τα μεν πρώτα να «απειλούνται, καταπιέζονται, εκθηλύνονται, καταρρακώνονται» από το «πεπρωμένο» τους το οποίο απλά «υφίσταται» πάνω τους, ενώ τα δεύτερα «εξυψώνονται», μέσω της «ισχύος», της «νίκης», της «υπερηφάνειας» και του «μίσους». Καθώς ταυτίζονται με το πεπρωμένο τους και αντιλαμβάνονται την πάλη «μικρόκοσμου» και «μακρόκοσμου» όχι ως σοπενχαουρικό και δαρβινιστικό «struggle for life» (αγώνας για ζωή), αλλά ως νιτσεϊκή «amor fati» (αγάπη της μοίρας), την οποία φτάνει ο άνθρωπος στο ύψιστο βαθμό γινόμενος, όπως θα δούμε στην συνέχεια, μέσω της «τεχνικής» και ξεπερνώντας τους περιορισμούς του «είδους», ο «δημιουργός της τακτικής της ζωής του».

Λόγω αυτής του της ιδιότητας, σαν «εφευρετικού αρπακτικού», ο άνθρωπος, δεν βασίζεται μόνο στις βασικές αισθήσεις, όπως τα άλλα αρπακτικά, αλλά, αντιθέτως, έχει κάτι που το ξεχωρίζει και αυτό είναι το χέρι του, ως μέσο ενίσχυσης της δράσης του· όχι, μόνο ως μέσο επιβολής της  παρουσίας του στον χώρο, αλλά και σαν μέσο για την κατασκευή εργαλείων, τα οποία αποτελούν την πρακτική προέκταση του χεριού του. Έτσι, περνάει, σιγά σιγά, σε ένα πρακτικό επίπεδο από το οποίο προέρχεται η τεχνική, και από την «νόηση του ματιού» του απλού αρπακτικού, προχωράει στην «νόηση του χεριού», με την οποία  καθίσταται «δημιουργικό ον» και ικανός να «πράττει» και να χειρίζεται την  υπόλοιπη φύση ως «υπόβαθρο, αντικείμενο και μέσο».

Μέσα από την αρχική αυτή εξέλιξη οι άνθρωποι, περίπου από το 5000 π.Χ., άρχισαν να κατανοούν την ανάγκη συμμετοχής σε μεγαλύτερες ομάδες, και την χρήση λέξεων και επικοινωνιακών μοτίβων, με σκοπό την λειτουργική συνεννόηση, μέσω του «έναρθρου λόγου», δηλαδή της γλώσσας, για την πραγμάτωση της «συλλογικής πράξης» ενός «εγχειρήματος». Ήταν, πλέον, αναγκαίο, για την καλύτερη δυνατή εφαρμογή, η τεχνική να χωριστεί: α)στην «τεχνική της καθοδήγησης» και β)στην «τεχνική της εκτέλεσης» που αντιστοιχούν σε δύο διαφορετικούς τύπους ανθρώπων. Είναι το πέρασμα από τον Πολιτισμό του «οπλισμένου χεριού»  στον Πολιτισμό της «ομιλίας και τους εγχειρήματος», οι οποίοι διαφοροποιούνται πλήρως μεταξύ τους, καθώς οι πρώτοι δεν εξελίσσονται σε «ανώτερους πολιτισμούς».

Σε αυτούς τους «ανώτερους πολιτισμούς» υπάρχει διάκριση ανάμεσα στην «προσωπικότητα»  και την «μάζα», στην λειτουργική διάνοια και τα εκτελεστικά όργανα- τα υποκείμενα και τα αντικείμενα της εξουσίας. Αυτή η διάκριση συντρέχει όλη την πορεία ενός πολιτισμού, κατά τον φιλόσοφο, και διαμορφώνει τις κοινωνικές σχέσεις.

Μέσα από το αρχικό αυτό πέρασμα της «ανθρωπότητας», στους «ανώτερους πολιτισμούς», δημιουργούνται οι πρώτες πόλεις, οι οποίες δε συνδέονται πλέον με την γη, όπως συνδέονταν οι πολιτισμοί του «οπλισμένου χεριού», ούτε με τους «άξεστους αγρότες», που με το αγροτόσπιτο και το χωριό τους συνδέονται με μια πιο «φυτική κατάσταση» έξω από τον χρόνο και την ιστορία, αλλά με την «διάνοια» και την «εκριζωμένη σκέψη». Με την εμφάνιση των πρώτων μικρών πόλεων, δηλαδή των φεουδαρχικών και συνδεδεμένων με το έδαφος κωμοπόλεων,   δημιουργείται μια πρώτη «ιεραρχική διαστρωμάτωση» της «κοινωνίας» και μαζί της οι «πρωτογενείς τάξεις», δηλαδή οι ευγενείς και ο κλήρος, οι οποίοι μέσω των μεταξύ τους συγκρούσεων για εξουσία διαμορφώνουν τις πρώιμες, αλλά και πιο όψιμες πολιτισμικές εποχές, ενός «ανώτερου πολιτισμού».

Ο «Βίκινγκ του αίματος» ευγενής, ο οποίος περιφρονεί τους πολλούς και ζηλεύει μόνο τους ομοίους του, είναι αυτός που εκφράζει, ακόμη και μέσω των μορφών του πολεμιστή και του τυχοδιώκτη, ένα «πεπρωμένο» και μια υποταγή της «διάνοιας» στην υπηρεσία της ζωής, μέσα στον κόσμο των γεγονότων. Αντίθετα ο «Βίκινγκ της διάνοιας» ιερέας, ακόμη και μέσω των μορφών του λόγιου και του φιλοσόφου, σκέφτεται αιτιοκρατικά και υποτάσσει την ζωή στην «διάνοια», και στον κόσμο των «αληθειών». Επιπροσθέτως, ενώ οι ευγενείς, οι οποίοι συνδέονται με την γη, είναι  «ενσαρκωμένη ιστορία» και «φυλή», άρα συνδέονται με την «ιστορία» όντας «κοσμικοί» και «φυτικοί», οι ιερείς είναι συνδεδεμένοι με την αιτιοκρατική φύση, ως κατεξοχήν αντι-τάξη, όντες  «μικροκοσμικοί» και «ζωικοί».

Μέσα, όμως, στους ίδιους τους ευγενείς γεννιέται μια τάξη πολεμική-στρατιωτική και μια τάξη εμπορική-χρηματική, οι οποίες εκφράζουν την αρχική σύγκρουση πολιτικής και οικονομίας, όπως θα δούμε και στην συνέχεια της παρούσης εργασίας. Η πολιτική, η οποία εκφράζει τον αγώνα και τον «πόλεμο με άλλα μέσα», μαζί με το δίκαιο και τις εδαφικές κατακτήσεις, συνδέεται με την «αίσθηση της εξουσίας, και με μια θέληση για υποταγή της οικονομίας στο κράτος. Ενώ, αντίθετα, η οικονομία, μαζί με το εμπόριο και το χρήμα, συνδέεται με την «αίσθηση της λείας» και την αντίστοιχη θέληση να αποδυναμωθεί το κράτος. Κι αυτή είναι μια πρώτη σύγκρουση στην «παγκόσμια ιστορία» γύρω από το Κράτος, μέσα από το οποίο συγκροτείται, μόνο από ιστορικούς λαούς που έχουν συμπτυχθεί σε Έθνη, πολιτισμός.

Αργότερα εμφανίζεται και η τρίτη τάξη των αστών, ο οποίος θα διαδραματίσει, μέσω της «μεγαλούπολης», που θα αρχίσει να δημιουργείται και να απορροφά την επαρχία και τις κωμοπόλεις, οι οποίες μετατρέπονται σε «επαρχία», σημαντικό ρόλο στην πορεία του όψιμου «πνευματικού πολιτισμού» ενσωματώνοντας ιδιότητες από τις δύο προηγούμενες τάξεις.

Συνεχίζοντας την ανάλυση, η πολιτισμική αυτή εξέλιξη και το πέρασμα από το «Φθινόπωρο» στον «Χειμώνα» του πολιτισμού, δηλαδή από το τελευταίο στάδιο του «Πνευματικού Πολιτισμού» στον «Τεχνικό Πολιτισμό», που σηματοδοτείται χρονικά με το πέρασμα στον 19ου αιώνα,  διαμορφώνει ένα άλλο περίγυρο στον κόσμο. Η τεχνική αρχίζει να «πλάθει» την μηχανή, η οποία, με την Βιομηχανική Επανάσταση, κυριεύει και υποδουλώνει, σιγά σιγά, την ανθρώπινη ύπαρξη και την εγκλωβίζει· ξεπερνώντας, μάλιστα, τα όρια τόσο στο ζήτημα της καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος, πάνω στην προσπάθεια να κυριαρχήσει πάνω του, όσο και την ίδια την εξάρτησής της από την οικονομία της ζήτησης και της προσφοράς, μέσω της υπερπαραγωγής της.

Το υφιστάμενο στάδιο του παρόντος Πολιτισμού κατά αυτόν είναι το αντίστοιχο των τελευταίων αιώνων του Αρχαίου Κόσμου. Είναι μια εποχή συμμάζωξης των αγροτικών πληθυσμών της υπαίθρου στις Μεγαλουπόλεις, και μετατόπιση του κέντρου βάρους από την αγροτική ύπαιθρο και το αγροτόσπιτο, δηλαδή το φυσικό περιβάλλον, στο ακραιφνώς τεχνητό «περιβάλλον», που συμβολίζει η Κοσμόπολη, δηλαδή η διευρυμένη και γιγαντιαία πόλη. Η μετάβαση, δηλαδή, από την φάση της Κουλτούρας (Kultur) στην φάση του Πολιτισμού (Zivilization), δηλαδή από την πνευματική στην τεχνολογική φάση του πολιτισμού, μια διάκριση που ο Νόρμπερτ Ελίας, στο Α΄ τόμο της μελέτης του Η Εξέλιξη του Πολιτισμού, εντοπίζει τις ρίζες της μέσα στην προνεωτερική γερμανική κοινωνία .

Μέσα από την εμφάνιση της μηχανής και το πέρασμα στον τεχνολογικό πολιτισμό αρχίζει μια περίοδος στην οποία οι μεγαλουπόλεις μεταλλάσσονται σε τεράστιες «Κοσμοπόλεις», τα μέρη αυτά όπου το πνεύμα, εννοώντας την λογική αφαιρετική σκέψη, απελευθερώνεται πλήρως και οι οποίες μετατρέπουν την «μητέρα γη του πολιτισμού», που τις γέννησε κατά τον φιλόσοφο, σε αυτό που ονομάστηκε με ευρεία έννοια «επαρχία» δημιουργώντας έναν νέο διαχωρισμό ανάμεσα στους «κοσμοπολίτες» κατοίκους τους  και στους «επαρχιώτες».

Σε αυτές τις «Κοσμοπόλεις», λοιπόν, όπου κυριαρχεί ο υλισμός, ως τρόπος σκέψης και πράξης, του «καπιταλισμού» που, για τον φιλόσοφο, αποτελεί τρόπο θέασης των πραγμάτων και όχι, αποκλειστικά, οικονομικό όρο, βρίσκει νόημα μια τέταρτη η μάζα των εύκολα διαχειρίσημων «νομάδων των κοσμοπόλεων», οι οποίοι, κατά τον φιλόσοφο, προτιμούν να πεθάνουν μέσα σε αυτές παρά να επιστρέψουν στην ύπαιθρο. Από την κατάσταση αυτή προκύπτει, κατά αυτόν, μια σταδιακή νίκη μιας δεσποτικής και πρωτόγονης στην ουσία της πολιτικής εξουσίας μέσα στο πλαίσιο, όμως, ενός εξαιρετικά πολιτισμένου περιβάλλοντος, που θα εκφραστεί από σύγχρονους Καίσαρες, οι οποίοι αποτελούν, θα λέγαμε, μια μορφή μετεξέλιξης των παραδοσιακών ευγενών – αλλά, σε αντίθεση με αυτούς, είναι κατεξοχήν γεννήματα του «τεχνικού πολιτισμού», πάνω στις ανεξέλεγκτες, πλέον, δυνάμεις του χρήματος, δηλαδή το χρηματιστηριακό και τραπεζικό «κεφάλαιο», το οποίο διαφοροποιείται, σταδιακά, από τον βιομηχανικό καπιταλισμό.

Οι Καίσαρες αυτοί θα βγουν μέσα από την σύγχρονη «Δημοκρατία», όπως έγινε στην Αρχαία Ρώμη με τον Ιούλιο Καίσαρα. Σκοπός του Σπένγκλερ ήταν να έχουν κέντρο τους τη Γερμανία. Με την μορφή όχι ενός «καισαρικού έθνους», αλλά, μάλλον, με αυτήν μιας κυριαρχίας ατόμων γερμανικής καταγωγής στην παγκόσμια πολιτική σκηνή μιας αυτοκρατορίας. Επίσης επέλεξε το «πρωσσικό» πνεύμα για να εκφράζει την καισαρική  αυτή εξουσία, το οποίο μάλιστα μέσα από έναν ιδιότυπο οργανικό «σοσιαλισμό», ως έκφραση μιας ισχυρής κρατικής οργάνωσης, θα αποκτούσε πλήρη πολιτική μορφή στην Γερμανία.

Κλείνοντας, πρέπει να ειπωθεί ότι ανεξαρτήτως του αν συμφωνεί ή όχι κάποιος με τις συντηρητικοφανείς, ιδιόρρυθμες, εκκεντρικές και προκλητικές θέσεις του φιλοσόφου και των μαθητών του, δεν μπορεί να αρνηθεί την επικαιρότητα κάποιων παρατηρήσεών του σχετικά με το σήμερα. Ειδικά τα ζήτημα κάποιων ενυπάρχουσων, ανεξέλεγκτων και αντιδημοκρατικών τάσεων που ενέχονται, ίσως, μέσα στην ίδια την σύγχρονη, ολοένα και πιο σύνθετη, μορφή τεχνολογίας, καθώς και σε ποιες συγκεντρωτικές μορφές εξουσίας μπορεί να οδηγήσει αυτή, μέσω της ενδεχόμενης παθητικοποίησης των σύγχρονων ανθρώπων.

Έτσι, αν και δεν έχει νόημα να εμμένουμε σε οποιαδήποτε ακλόνητη πίστη των όσων έγραψε ο Σπένγκλερ, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας, ότι τα όποια ερωτήματα για τον κόσμο και την πορεία του προκύπτουν, όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο μελετητής του Κωνσταντίνος Γεωργούλης, σε περιόδους απτής πολιτικοκοινωνικής κρίσης του περιγύρου του ανθρώπου και δεν είναι απλά νοητικά κατασκευάσματα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΡΙΤΣΑΣ

 

 

 

Η διαλεκτική του «ίδιου» και του «άλλου» στο έργο του Γιάννη Κιουρτσάκη

Μια περιδιάβαση στο σύνολο του έργου του με αφορμή την παρουσίαση του πρόσφατου βιβλίου του Το θαύμα και η τραγωδία: Το Εικοσιένα από τον κόσμο του Ομήρου στην παγκόσμια επαρχία, Πατάκης, 2020, στα Χανιά, στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία, στις 12. 7. 2021.

της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Γιάννης Κιουρτσάκης γεννήθηκε το 1941 στην Αθήνα. Έχει καταγωγή από τα Χανιά από την μεριά του πατέρα του. Ο παππούς του Χαρίδημος ήταν ελληνοδιδάσκαλος και ψάλτης στην Παναγία Τριμάρτυρη, τον καθεδρικό ναό της πόλης των Χανίων. Σπούδασε νομικά στο Παρίσι. Το 1986 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου για το έργο του Καρναβάλι και Καραγκιόζης. Το 1996 με το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω» για το αυτοβιογραφικό του πεζογράφημα Σαν μυθιστόρημα, πρώτο μέρος της τριλογίας του με τον γενικό τίτλο “Το ίδιο και το άλλο”. Το 2010 απέσπασε Βραβείο Δοκιμίου από το περιοδικό “Διαβάζω” με το βιβλίο του Ένας χωρικός στη Νέα Υόρκη.

Το πλούσιο έργο του – Γράφοντας το ίδιο με διαφορετικό τρόπο

Το έργο του πλούσιο, ερευνητικό, δοκιμιακό και λογοτεχνικό, αριθμεί μέχρι σήμερα 15 βιβλία, πέρα από τις συμμετοχές σε συλλογικά έργα και τις μεταφράσεις, όμως όλα μαζί μπορούν να ιδωθούν ως ένα ενιαίο, πολυδιάστατο βιβλίο σε εξέλιξη, που γράφεται διαρκώς από την αρχή, ενσωματώνοντας νέα στοιχεία, επαναδιατυπώνοντας προβληματισμούς, αποδομώντας τα παλιά υλικά και ανασυνθέτοντάς τα σε μια νέα μορφή, συνεχίζοντας τον ίδιο δρόμο με διαφορετικό τρόπο, ερευνώντας με τις αισθήσεις και με τη νόηση τις περιπέτειες του βίου και του κόσμου.

Το ασκητικό ιδανικό: από τον καταναγκασμό της κοινωνίας στην στοχαστική απομόνωση

Ο Γιάννης Κιουρτσάκης έχει αφιερώσει με πάθος και αυταπάρνηση όλη του τη ζωή στη μελέτη και τη συγγραφή. Ποια όμως είναι η ζωή ενός παθιασμένου ερευνητή και συγγραφέα; Είναι το είδος του βίου που διαπνέεται από το «ασκητικό ιδανικό», όπως το όρισε ο Νίτσε, τον αναχωρητισμό, θα λέγαμε σήμερα, και προϋποθέτει έναν συνεχή αγώνα για τη διασφάλιση «περισσότερο ευνοϊκών όρων για μια υψηλότερη πνευματικότητα»; Και πώς κερδίζεται αυτή η «ελευθερία από κάθε καταναγκασμό, ενόχληση, θόρυβο, υποθέσεις, καθήκοντα, φροντίδες;»[1] Ο Νίτσε μας λέει πως το τίμημα αυτής της ελευθερίας είναι ο υποβιβασμός της ζωής σε στοχαστική απομόνωση, σε αβάστακτη μοναξιά, στέρηση των συγκινήσεων και των χαρών του αληθινού βιώματος, αυστηρή εγκράτεια, μια έρημος όπου αποσύρεται ένα δυνατό πνεύμα για να αναλωθεί στον σολιψιστικό του μονόλογο.

Το πέρασμα από το προσωπικό στο συλλογικό υποκείμενο

Όμως, ο “ασκητισμός” δεν είναι καθόλου το ιδανικό του Κιουρτσάκη. Ο συγγραφέας μας αναγνωρίζει πως αν και από πολύ νωρίς παρέμεινε στο περιθώριο της ενεργού κοινωνικής ζωής, αν και ήταν αποκομμένος από κάθε συλλογική δράση, και είχε «τη γεύση της εξορίας μέσα στο στόμα»[2] όπου και να πήγαινε, ωστόσο κάθε του σκέψη, στοχασμός, αναζήτηση καθοδηγούνταν από τη λαχτάρα του να συναντήσει το συλλογικό, να συναντήσει αυτό το Εμείς που όλο μας ξεφεύγει· να ανακαλύψει τον κόσμο ψάχνοντας τον Άλλο μέσα στον εσώτερο εαυτό του, να αναζητήσει μέσα στο Ίδιο όλες τις κρυμμένες μορφές της ετερότητας, μέσα στο Εγώ το Εμείς, που περικλείει εντός του τις ποικίλες όψεις του κόσμου. Και αν ο προορισμός του ήταν η συγγραφή, αν «το γράψιμο είχε γίνει η βαθύτερη, αληθινή ζωή του», αν αυτή ήταν «η μόνη πράξη που είχε νόημα»[3], αυτό κατέστη δυνατό ακριβώς μέσω της ιδιότυπης σχέσης που εγκαθίδρυσε ανάμεσα στον εαυτό και τον κόσμο, που είχε θρέψει τις ιδέες του, ενσωματώνοντας μια πολυφωνική συλλογικότητα στη δική του φωνή. Με αυτή του στάση κατάφερε να περάσει από το προσωπικό υποκείμενο (το Εγώ) σε ένα απρόσωπο και συλλογικό υποκείμενο (το Εμείς), δικαιώνοντας τον βιωμένο από εμάς κόσμο ως την αληθινή ζωή.

Η διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο “Ίδιο” και το “Άλλο”

Η διαλεκτική αυτή σχέση ανάμεσα στο Εγώ και το Εμείς, “το Ίδιο και το Άλλο”, που τείνει να άρει την αντιπαλότητά τους σε μία ενότητα που τα περιέχει, υποδηλώνεται άλλωστε στον εμβληματικό τίτλο της μυθιστορηματικής τριλογίας του, εντάσσοντας το εγχείρημά του στο ζωντανό εργαστήρι της ευρωπαϊκής σκέψης και του φιλοσοφικού λόγου όπου αυτοί οι όροι έχουν ιδεογραφηθεί, συσχετισθεί και αναλυθεί ποικιλοτρόπως τους τρεις τελευταίους αιώνες (ως σχέση Υποκειμένου και Αντικειμένου, Σκέψης και Είναι, Συνείδησης και Ιστορίας, Θεωρίας και Πράξης, Συνείδησης και Ασυνείδητης Επιθυμίας, Λόγου και Εξουσίας, Ταυτότητας και Διαφοράς κλπ.).

Λογοτεχνικός και δοκιμιακός λόγος

Στη δουλειά του Κιουρτσάκη θα μπορούσαμε να διακρίνουμε δύο κατευθύνσεις, δύο διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης και επεξεργασίας του αντικειμένου του, δύο μεθοδολογικές γραμμές, που χωρίζουν το έργο του σε δύο κατηγορίες: Στην πρώτη θα κατατάσσαμε το λογοτεχνικό του έργο, στη δεύτερη το δοκιμιακό. Όμως η διάκριση είναι μάλλον τεχνική: Το λογοτεχνικό του έργο είναι βαθιά στοχαστικό, ενώ το δοκιμιακό ακολουθεί τους τρόπους της λογοτεχνίας. (περισσότερα…)

Για την ελληνική οικονομία μικρό σχόλιο

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Η ελληνική οικονομία στα 200 χρόνια ύπαρξης του ελληνικού κράτους έχει πραγματοποιήσει διαχρονικά σημαντική πρόοδο ώστε σήμερα να βρίσκεται, παρά την υπερδεκάχρονη βαθιά κρίση, στις 30 πρώτες αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη.

Η ιστορική πορεία της ελληνικής οικονομίας στηρίχθηκε σε ένα ιδιόμορφο παραγωγικό υπόδειγμα το οποία ποτέ δεν κατάφερε να ενσωματώσει ουσιαστικά τις μεγάλες τεχνολογικές εξελίξεις που εμφανίστηκαν από την ύπαρξη του ελληνικού κράτους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι επί της ουσίας «έχασε» τις δύο βιομηχανικές επαναστάσεις του 19ου αιώνα, και την ηλεκτρονική επανάσταση του τέλους του 20ου αιώνα. Στο παραγωγικό της υπόδειγμα ενσωμάτωσε πάντοτε μια μέση και χαμηλή τεχνολογία με ελάχιστες ίσως, κατά καιρούς, νησίδες υψηλότερης τεχνολογίας. Σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπη με την επανάσταση της ψηφιακής-τεχνικής νοημοσύνης η οποία ειρήσθω εν παρόδω ήδη έχει ενσωματωθεί σε μεγάλο βαθμό στις προηγμένες οικονομίες. Σημειώνω ότι η Ελλάδα πάντοτε υπήρξε καταναλωτής τεχνολογίας και παραγωγός.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με αφορμή τους πόρους που θα εισαχθούν από το Ταμείο Ανάκαμψης επαναφέρει πάλι σε πρώτο πλάνο την αλλαγή του υφιστάμενου παραγωγικού υποδείγματος κυρίως με την ενσωμάτωση της νέας ψηφιακής τεχνολογίας. Η αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος της χώρας είναι μια παλιά συζήτηση η οποία διαρκεί στην χώρα τουλάχιστον από τις αρχές της μετεμφυλιακής περιόδου. Παρά τις προσπάθειες που έγιναν αυτό που συνέβη ήταν ένας «ποσοτικός εκσυγχρονισμός» της οικονομίας που δεν ήταν πάντοτε προς τη σωστή κατεύθυνση. Ως παράδειγμα αναφέρω την υπέρμετρη διόγκωση του τομέα των υπηρεσιών (με ενσωμάτωση χαμηλής τεχνολογίας, π.χ. τουρισμό και εμπόριο), αλλά και την ουσιαστική εγκατάλειψη του μεταποιητικού τομέα. Είναι τουλάχιστον άξιον απορίας από που απορρέει η υπέρμετρη αισιοδοξία της κυβέρνησης ότι μπορεί να δρομολογήσει τέτοιες αλλαγές που θα θίξουν τα δομικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας που ανιχνεύονται σχεδόν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Το ότι ομιλεί για αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος το 2021 και όχι για εκσυγχρονιστική προσαρμογή σε επιμέρους τομείς και σημεία δείχνει το μέγεθος του εγχειρήματος στο οποίο ενυπάρχουν εξ αρχής όλα τα σπέρματα της αποτυχίας. Τι είναι αυτό που κάνει την κυβέρνηση να πιστεύει ότι αυτή τη φορά θα μπορέσουν τα πράγματα να είναι διαφορετικά;

Αν θεωρεί η κυβέρνηση ότι είναι ο όγκος των πόρων που θα έχει στη διάθεσή της θα πρέπει να γνωρίζει ότι και στα τελευταία εβδομήντα χρόνια έχουν υπάρξει ανάλογες περιπτώσεις, το Σχέδιο Μάρσαλ, τα Μεσογειακά Προγράμματα, τα Πακέτα Ντελόρ και γενικά τα Κοινοτικά Προγράμματα Στήριξης. Με τα προγράμματα αυτά εισέρευσαν στην ελληνική οικονομία μεγάλα χρηματικά ποσά για να χρηματοδοτήσουν διάφορα εμβληματικά έργα που θα οδηγούσαν στην αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος και την χώρα σε νέες επιτυχίες. Γνωρίζουμε, εκ του αποτελέσματος, ότι τα μεγάλα αυτά ποσά δεν οδήγησαν στην αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος, τα ονομαζόμενα «δομικά προβλήματα» της ελληνικής οικονομίας δεν ξεπεράστηκαν αλλά, ως εκ θαύματος, η ελληνική οικονομία έκανε σημαντικά βήματα προόδου και πήρε θέση στις πλέον αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη. Οι φοβεροί σχεδιασμοί, τα αλλεπάλληλα μεγαλεπήβολα σχέδια επί χάρτου παρέμειναν στα γραφεία όσων τα σχεδίασαν και οι ανάλογες φιλοδοξίες των κυβερνήσεων που παρέμειναν να αιωρούνται στον αέρα της ανυπαρξίας στοιχειώνουν και τη σημερινή κυβέρνηση.

Αν ακόμη θεωρεί η κυβέρνηση ότι η οικονομική της ιδεολογία της παρέχει την δυνατότητα να διαβάζει σωστά την πραγματικότητα και να επεμβαίνει σε αυτή, όλη η τελευταία περίοδος της κρίσης, σε παγκόσμιο περίοδο, έχει δείξει περίτρανα τις αποτυχίες της και μάλιστα σιγά σιγά έχουν αρχίσει να αναθεωρούνται βασικά της θεωρητικά δόγματα.

Επιπλέον η ανακήρυξη συλλήβδην του προηγούμενου αναπτυξιακού υποδείγματος ως «αντιπαραγωγικού», που αξίζει να καεί στις φωτιές της κόλασης, αποτελεί πράξη εθελοτυφλίας και αποπροσανατολισμού για την ιστορική παραγωγική πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας. Είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύει κανείς ότι, στην παρούσα συγκυρία και υπό τις παρούσες συνθήκες, θα επιτευχθεί η πολυπόθητη δραστική αλλαγή στο παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας. Όλοι όσοι σκέπτονται με τον τρόπο αυτό λοιδορούν πρωταρχικά τον εαυτό τους και μετά όλους τους υπολοίπους. Αν τα παραγωγικά υποδείγματα των διαφόρων χωρών μπορούσαν να μεταβληθούν σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα με βάση τα προτάγματα της ατελέσφορης οικονομικής discipline1, θα ζούσαμε σε άλλον κόσμο, πιθανά ιδανικό, όπως τα απαγωγικά οικονομικά υποδείγματα τα οποία παράγουν λύσεις μόνο στον πίνακα των αιθουσών διδασκαλίας. Δεν μπορεί κανείς να δημιουργήσει κάποιον άχρονο οικονομικό συμβολισμό, όπως ακριβώς δεν μπορεί να επινοήσει άχρονο, οικουμενικό τρόπο ζωής τον οποίο κάποια «ορθολογική ύπαρξη» θα ακολουθεί όπου και όποτε συμβαίνει να ζει. Είναι ο καθένας ό,τι είναι, σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο κανείς δεν μπορεί να διαφύγει από τις ιδιαίτερες κατηγορίες, κοινωνικές και ψυχολογικές, πνευματικές και συγκινησιακές που επικρατούν σε δεδομένο χώρο και χρόνο.

Οι μεταβολές είναι μακρόσυρτες και μακροχρόνιες, απαιτούν μεγάλη προσπάθεια για να ενσωματωθούν στο κοινωνικό γίγνεσθαι, είναι πολυδιάστατες και πολυεπίπεδες, δεν είναι επ’ ουδενί γραμμικές, οι κινήσεις τους παρουσιάζουν άλματα προς τα εμπρός και μεγάλα πισωγυρίσματα η ιστορία είναι ανοικτή και οι σκοποί της διέπονται από ετερογένεια.

Το βασικό λάθος που συνήθως γίνεται συνίσταται στη συνεχή σύγχυση σχετικά με το είναι και το δέον, μεταξύ περιγραφικών και κανονιστικών προτάσεων. Υπάρχουν μακροσκελείς αναλύσεις με βάση του πώς θα έπρεπε να είναι η πραγματικότητα, αδιαφορώντας πλήρως για το πώς πράγματι είναι η πραγματικότητα. Οι αναλύσεις τέτοιου είδους, στερούνται της ικανότητας απεικόνισης της πραγματικότητας ως τέτοιας με αποτέλεσμα η πραγματικότητα να παρουσιάζεται ως άλλη, γεγονός που με τη σειρά του οδηγεί σε λανθασμένες πράξεις σε σχέση με το επιδιωκόμενο. «Πολλοί χτίσανε με το νου τους δημοκρατίες κι ηγεμονίες που ποτέ κανένας δεν τις είδε ούτε έμαθε πως υπάρχουνε στ’ αλήθεια. Γιατί τόσο μακριά βρίσκεται το πώς ζούμε απ’ το πώς θάπρεπε να ζούμε, ώστε όποιος δεν κοιτάει το τι γίνεται για να κυνηγήσει το τι θάπρεπε να γίνεται, αυτός πιότερο την καταστροφή παρά την προφύλαξή του βλέπει. Γιατί κάποιος που θέλει σ’ όλα τα ζητήματα να φανερώσει καλοσύνη, φυσικό είναι να καταστρέφεται μέσα σε τόσους που δεν είναι καλοί»2

Η έλλειψη ιστορικής παιδείας επιτρέπει τον υπέρμετρο κομπασμό των οικονομολόγων (εκτός των φιλοσόφων όπως σημειώνει ο Π. Κονδύλης).

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ

1 Κ. Μελάς, Η Ατελέσφορη Επιστήμη, Εκδόσεις Ευρασία, 2013.
2 N. Machiavelli, «Ο Ηγεμόνας», στο: N. Machiavelli, Έργα, Τόμος Ι, μετάφραση Τάκη Κονδύλη, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1984, σελ. 266-267.

~.~

Μία ἀνώτερη γλώσσα

*

ΜΙΑ ΑΝΩΤΕΡΗ ΓΛΩΣΣΑ
—ἀπαγορεύεται ἡ εἴσοδος στὶς ἀράχνες καὶ στοὺς Βησιγότθους—

 *

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΡΑΓΜΑ ποὺ χάνει τὴν ἀξία του σὲ μία κοινωνία ἡ ὁποία ἄγεται καὶ φέρεται ἀπ’ τὶς ἑκάστοτε περιστάσεις, ἀντὶ νὰ ὁδηγεῖται στερρῶς ἀπὸ κάποιον ἐθνικὸ σχεδιασμό, μία κοινωνία ποὺ ζῆ χωρὶς κανένα ἀπολύτως ὅραμα ―ἢ ἀκόμη χειρότερα σιτίζει τὸ σαρκίον της μὲ εὐτελῆ junk food ἰδεολογήματα― εἶναι δυστυχῶς ἡ γλώσσα. Ὅταν οἱ λέξεις παύουν νὰ βγάζουν νόημα καὶ κοῦφοι νεολογισμοὶ ἀναδύονται ὅλο καὶ πυκνότερα γιὰ νὰ προσδώσουν περιεχόμενο σὲ ἀντίστοιχες κοῦφες θεωρητικὲς πομφόλυγες (φαινομενικὰ μεγάλες ἀλλὰ πλήρεις κενοῦ), τότε ὁπωσδήποτε κάτι συμβαίνει[1]. Ἡ γλώσσα ἀρχίζει νὰ μεταμορφώνεται σὲ κάτι δύσκαμπτο, ἐχθρικό, ξένο. Καὶ ἂν δεχτοῦμε τὴν (αὐθαίρετη) ἀρχὴ ὅτι ἡ γλώσσα διαρκῶς ἐξελίσσεται[2], τότε σίγουρα μποροῦμε νὰ ἰσχυριστοῦμε ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα ἔχει ἀγγίξει ἀνώτερα ἐπίπεδα ἐκφραστικῆς ἱκανότητας ἀπόδοσης τῶν πιὸ λεπτεπίλεπτων νοηματικῶν ἀποχρώσεων ― ἐπίπεδα τὰ ὁποῖα ἐμεῖς οἱ κοινοὶ θνητοὶ σπανίως δυνάμεθα νὰ συλλάβουμε.

Στὸν βωμὸ αὐτῆς τῆς ἀνωτερότητας παρατηροῦμε, ἐδῶ καὶ μερικὲς ἑβδομάδες, νὰ θύουν οὐκ ὀλίγοι τηλεοπτικοὶ ἱερεῖς προκειμένου νὰ δικαιολογηθεῖ τὸ ἀνεπίτρεπτο μέτρο περὶ διαχωρισμοῦ τῶν πολιτῶν σὲ ἐμβολιασθέντες καὶ μη-ἐμβολιασθέντες (μὲ τὴ δαιμονοποίηση τῶν δευτέρων). Ἡ προσέγγισή μου (καὶ ἔνσταση) δὲν εἶναι νομικοῦ χαρακτῆρος. Ἂς ὑπερασπιστοῦν οἱ νομικοὶ τὴν ἐπιστήμη τους. Εἶναι καθαρῶς γλωσσική. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὡς μαθηματικὸς ποὺ ἔχει μάθει νὰ λέει τὰ πράγματα ἁπλά, καθαρὰ καὶ ξάστερα[3] ἀπαιτῶ κατ’ ἐλάχιστον σαφήνεια στὸν προφορικό (ἀλλὰ καὶ γραπτό) λόγο ποὺ χρησιμοποιεῖται ὅταν εἶναι νὰ πεισθοῦν οἱ πολίτες γιὰ πολιτικὲς ἀποφάσεις ποὺ λαμβάνονται. Νομίζω δὲν ζητάω πολλά. Πῶς ὅμως νὰ μὴν δυσφορεῖ κανεὶς ὅταν ἔρχεται ἀντιμέτωπος καθημερινῶς μ’ ἕναν μετα-γλωσσικὸ μηχανισμό, ὁ ὁποῖος μετέρχεται γλωσσικὰ τρὺκ προκειμένου νὰ βαπτίσει, τεχνηέντως, τὸ παράλογο ὡς λογικό, ἄρα καὶ σωστό, ἄρα καὶ ἠθικό! «Δὲν ὑπάρχει ζήτημα προνομίων. Ὑπάρχει ζήτημα λογικῆς», μᾶς ἐξηγεῖ σοβαρῶς ἕνας ὑπουργὸς ἀπὸ κάποιο τηλεοπτικὸ παράθυρο. Καὶ γιὰ νὰ θέσει ἔτι περαιτέρω τὸ θέμα στὴ σωστή του βάση, σὲ ἄλλη του συνέντευξη, μᾶς ἐνημερώνει (καὶ καθησυχάζει) ὅτι ὅποιες ἀποφάσεις παρθοῦν καθόλου δὲν θὰ ἀφοροῦν στὸν περιορισμὸ τῶν ἐλευθεριῶν τῶν μη-ἐμβολιασθέντων ἀλλὰ θὰ εἶναι «περισσότερο βαθμοὶ ἐλευθερίας τῶν ἐμβολιασμένων σὲ σχέση μὲ τοὺς ἀνεμβολίαστους» ― οἱ ὁποῖοι (ἐμβολιασμένοι) «θὰ μποροῦν νὰ κινοῦνται πιὸ ἐλεύθερα σὲ περισσότερους χώρους», σύμφωνα πάντοτε μὲ τὸν ὑπουργό.

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ. Κόβω ὅμως τὸ κεφάλι μου ὅτι ἀνάλογα λογικὰ ἐπιχειρήματα θ’ ἀκούγονταν καὶ στὴ Γερμανία, τὶς παραμονὲς τοῦ 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, ὅταν ξεφύτρωναν πινακίδες στὰ καταστήματα τοῦ Βερολίνου ἀπαγορεύοντας τὴν εἴσοδο στοὺς Ἑβραίους. Στὴν Τσεχία, μετὰ τὸν Νοέμβριο τοῦ ’40, οἱ Ἑβραῖοι δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἐπισκέπτονται θέατρα, κινηματογράφους, καφετέριες, βιβλιοθῆκες ἐνῶ ἦταν ὑποχρεωμένοι νὰ κάθονται στὸ τελευταῖο βαγόνι τῶν ἀστικῶν συγκοινωνιῶν[4]. Στὸν κακόβουλο ἀναγνώστη ποὺ θὰ σπεύσει νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι αὐτὸ συνιστοῦσε παράφορη καταπάτηση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων μποροῦμε πλέον ν’ ἀπαντήσουμε ―μετὰ ἀπὸ χρόνια κερδισμένης σοφίας!― πὼς ἀσφαλῶς καὶ ὄχι. Ἁπλῶς ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ γενναία ἀπόδοση τινῶν βαθμῶν ἐλευθερίας στοὺς μη-ἑβραίους πολίτες· τίποτε περισσότερο. Οἱ δὲ Ἑβραῖοι (γιὰ δικό τους καλό) θὰ ἔπρεπε νὰ φέρουν σὲ εὐκρινὲς σημεῖο τὸ ἀστέρι τοῦ Δαυίδ. Σήμερα, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, αὐτὸ ἀντικαθίσταται ἀπ’ τὶς μάσκες καὶ τὰ rapid test (γιὰ τοὺς μη-ἐμβολιασμένους μόνο). Διότι, ὅπως πολὺ ὀρθὰ ἐπισημαίνει ὁ προαναφερθεὶς ὑπουργός, «ἐφόσον ἐσὺ ἔχεις ἀποφασίσει νὰ κινδυνεύεις περισσότερο (=νὰ μὴν ἐμβολιάζεσαι) ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε μέτρα ποὺ θὰ σὲ προστατεύσουν ἀπὸ τὴν ἐπιλογή σου». Γιὰ τὸ καλό σου, θὰ συμπληρώναμε ἐμεῖς.[5]

Ἴσως ν’ ἀκούγονται ἐκτὸς πραγματικότητας τὰ παραπάνω· ἱστορίες ἀπὸ κάποιο παράλληλο σύμπαν. Ὁπωσδήποτε πρόκειται γιὰ μιὰ μικρὴ δόση ὑπερρεαλισμοῦ στὴν καθημερινότητά μας. Ὅπως στὴν ταινία Ἡ ζωὴ εἶναι ὡραία τοῦ Ρομπέρτο Μπενίνι ὅπου τὸ παιδὶ ρωτάει τὸν πατέρα του γιατί στὸν φοῦρνο δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἴσοδος στοὺς Ἑβραίους καὶ στὰ σκυλιά (σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιγραφή). Καὶ ὁ πατέρας, προσπαθώντας ν’ ἀπαλύνει τὸ παιδικὸ τραῦμα, τοῦ λέει μὲ ἀπόλυτη φυσικότητα ὅτι ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα. Ἕνας καταστηματάρχης παρακάτω δὲν ἐπιτρέπει τὴν εἴσοδο στοὺς Ἱσπανοὺς καὶ στ’ ἄλογα· ἢ στὸ φαρμακεῖο τῆς γειτονιᾶς, ὅπου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἴσοδος στοὺς Κινέζους καὶ στὰ καγκουρώ. Καὶ ὅτι στὸ ἑξῆς, στὸ δικό τους βιβλιοπωλεῖο, καλὸ θὰ ἦταν ν’ ἀρχίσουν ν’ ἀπαγορεύουν τὴν εἴσοδο στὶς ἀράχνες καὶ στοὺς Βησιγότθους.[6] (περισσότερα…)

Στέλιος Ράμφος, Γιὰ τὸν Παναγιώτη Κονδύλη

Ράμφος        282_kondilis_panagiotis

Γνώρισα τὸν Κονδύλη πρωτοετῆ τῆς Νομικῆς. Μοῦ δήλωσε ἐξ ἀρχῆς πὼς ἡ Νομικὴ τὸν εἶχε ἀπογοητεύσει καὶ πὼς ἑτοιμαζόταν ἤδη γιὰ τὶς εἰσαγωγικὲς στὴν Φιλοσοφική. Βλεπόμασταν ἀραιὰ καὶ ποῦ· ἀνταμώσαμε πάλι στὸ Δ΄ Πανσπουδαστικὸ Συνέδριο (Μάιος 1963) ὅ­που μετεῖχε στὴν ἀντιπροσωπεία τῆς Σχολῆς του. Ξαναβρεθήκαμε ἀπροσδόκητα τὸν Ὀκτώβριο 1973 στὴν βιβλιοθήκη τοῦ πανεπιστημίου τῆς Χαϊδελβέργης. Ἐ­κεῖνος ἑτοίμαζε τὴν διατριβή του κι ἐγὼ θὰ ἔμενα ἐκεῖ ἕως τὴν ἄνοιξι γιὰ νὰ βοηθήσω τὰ γερμανικά μου καὶ νὰ γνωρίσω ἀπὸ κοντὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ τόπου. Πηγαινοερχόμουν ταυτόχρονα κάθε 15 ἡμέρες στὸ Παρίσι, ἐπειδὴ δίδασκα στὴν Βενσέν. Καὶ οἱ δύο εἴχαμε πρὸ πολλοῦ πάρει ἀποστάσεις ἀπὸ τὴν Ἀριστερά. Μιὰ φορὰ τὴν ἑβδομάδα παρακολουθούσαμε μαζὶ τὸ σεμινάριο τοῦ Ἴζο Κὲρν γιὰ τὸν Φίληβο τοῦ Πλάτωνος, μετὰ τὸ τέλος τοῦ ὁποίου ἀκολουθοῦσε συχνὰ βόλτα καὶ κουβέντα γιὰ τὴν δουλειά μας, γιὰ τὴν Ἑλλάδα, γιὰ τὸν κόσμο. Τοῦ μιλοῦσα γιὰ τὴν ἐργασία μου πάνω στὸν Πλάτωνα καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκ­κλησίας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς πνευματικὲς ζυμώσεις στὸ Παρίσι, ποὺ ἦταν τότε στὶς δόξες του. Μοῦ μιλοῦσε γιὰ τὸν Σέλλινγκ, ἀλλὰ τὸν κρατοῦσε ὁ διαλεκτικὸς ἱστορισμὸς τοῦ Χέγκελ καί, νομίζω, δὲν τὸν ἄφησε ποτέ. Σχολίαζε, θυμᾶμαι, τὰ γεγονότα τοῦ Πολυτεχνείου, γιὰ τὰ ὁποῖα διαβάζαμε στὶς ἐφημερίδες, σὰν παράδειγμα τῆς «παν­ουργίας τοῦ λόγου»: Ἕνας ἀντιδικτατορικὸς ξεσηκωμός, ἔλεγε, ἔφερε μία χειρότερη ἐκδοχὴ δικτατορίας τὴν ὥρα ποὺ πηγαίναμε γιὰ ἐκ­λογές.

Τὸ 1978-79 ξαναβρεθήκαμε, αὐτὴ τὴν φορὰ συν­υποψήφιοι γιὰ ἕδρα τῆς Φιλοσοφίας στὸ Καποδιστριακὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Ἡ ἐμπειρία τῆς ἄκαρπης καὶ γιὰ τοὺς δύο ὑποψηφιότητος μᾶς ἔδεσε περισσότερο καὶ στερέωσε μέσα μας τὴν ἀπόφασι νὰ μείνουμε μὲ τὸν τρόπο μας ἐνεργοὶ ἐκτὸς συστήματος. Τηλεφωνιόμασταν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν. Εἶ­χα διαβάσει καὶ ἐκτιμήσει τὸ βιβλίο του γιὰ τὸν εὐρωπαϊκὸ διαφωτισμὸ καὶ ἔ­βλεπα νὰ παίρνῃ στέρεα μορφὴ ἡ ἱστορική του κλίσι (τοῦ ἄρεσε νὰ λέῃ: «εἶμαι ἕνας ἱ­στορικός»), μολονότι ἀκόμη τὰ διαβάσματα ὑπερεῖχαν τῆς στοχαστικῆς τους ἐπεξεργασίας, κάτι ποὺ ἰσχύει χαρακτηριστικὰ γιὰ τὴν ἐργασία του περὶ νεοελληνικοῦ διαφωτισμοῦ. Τοῦ ἄρεσε ἡ μελέτη μου γιὰ τοὺς ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου (Πελεκᾶνοι ἐρημικοί) παρὰ τὶς γενικὲς ἐπιφυλάξεις του γιὰ τὴν πίστι καὶ τὸ νόημα. Τὰ σεμινάρια τοῦ Γκάνταμερ ποὺ εἶχε παρακολουθήσει τὸν εἶχαν ἐξοικειώσει μὲ τὴν ἑρμηνευτική. Ὅμως ἡ ἐπιμονή του στὴν διαλεκτικὴ τῶν ἱστορικῶν δεδομένων καὶ διεργασιῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν δική μου προσήλωσι στὴν πνευματικὴ σύστασι τοῦ νοήματος, χώριζε τὶς διαδρομές μας χωρὶς νὰ δοκιμάζεται ἡ σχέσι μας.

Ὁ Κονδύλης ὑποτιμοῦσε τὴν ζωὴ τῆς ψυ­χῆς καὶ τῶν συμβόλων της ὡς παραστατικὴ ἐγ­γραφὴ τοῦ ἀπολύτου στὸ μερικὸ μὲ ὑπερχρονικὴ καὶ ὑπερατομικὴ ἐμβέλεια. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ σκέψι του ἄνοιγε χῶρο καὶ ὄχι χρόνο, συνέθετε προσθετικά, ὄχι ποιητικά. Τὸν εἶχε κερδήσει τὸ ἑγελιανὸ πνεῦμα τῆς ἱστορικότητος, τῆς ἐκλογικεύσεως τῶν γεγονότων, κάτι ποὺ ἔδινε μέσα του κυρίαρχη θέσι στὸν παράγοντα τῆς συνειδήσεως. Μὲ ἐνδιέφεραν καὶ μὲ ἐνδιαφέρουν πίσω ἀπὸ τὰ γεγονότα, ποὺ δὲν παραθεωρῶ, τὰ νοήματα καὶ τὰ σύμβολα. Στὴν ἀφῃρημένη ἱστορικὴ νομοτέλεια ἀντιπαραθέτω τὸν παλμὸ τῶν βιωμάτων καὶ τῶν συμβολισμῶν ποὺ αἱμοδοτοῦν τὶς νοοτροπίες καὶ τὶς ἀντιστάσεις τους. Οὐδέποτε μοῦ μίλησε ἡ συνείδησι χωρὶς τὸ ἀσυνείδητο καί, τὸ κυριώτερο, χωρὶς τὴν κουλτούρα ἡ ὁποία τὸ μορφοποιεῖ κοινωνικά. Δὲν ἔβλεπε εἴτε δυσπιστοῦσε στὸ βάθος τῶν ψυχικῶν ῥιζωμάτων, ὁπότε ἐπιχειροῦσε διαρκῶς μία «χαρτοκοπτικὴ» ποὺ ὑπέτασσε τοὺς ψυχισμοὺς στὴν ἀναπόδραστη ματαιότητα τῶν πραγμάτων. Ἐξ οὗ καὶ διατηροῦσε στὸ σκεπτικό του παρελθούσης χρήσεως «ἐργαλεῖα», ὅπως ἐκεῖνο τῆς ἀστικῆς ὑπαναπτύξεως, προκειμένου νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν ἑλληνικὴ κακοδαιμονία. Γιατί ἆράγε δὲν συσχετίζει, καθ’ οἱονδήποτε τρόπο, τὰ αἴτια τῆς νεοελληνικῆς παρακμῆς μὲ τὸ ῥεῦμα τοῦ προεπαναστατικοῦ διαφωτισμοῦ μας; Μήπως γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ποὺ δὲν βλέπει ὅτι τὸ ἑλληνικὸ πρόβλημα τὸ ἔχουν ὅλες οἱ κοινωνίες τοῦ λεγομένου «ὀρθοδόξου τόξου» ἀπὸ τὴν Κύπρο ἕως τὴν ῾Ρωσία, μέσῳ Βουλγαρίας, Σερβίας, ῾Ρουμανίας, Γεωργίας καὶ Οὐκρανίας; Οἱ νοοτροπίες καὶ οἱ πνευματικότητες γι’ αὐτὸν ἦταν ἁπλὸ παρεπόμενο! Ἀρνιόταν πὼς ἡ ζωὴ ἔχει νόημα –ὅθεν τὸ ἰσοδύναμο τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἀποφάσεως– ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὸ θεωροῦσε ἕνα εἶδος χίμαιρας γιὰ νὰ λησμονοῦμε τὴν σχετικότητά μας. Θὰ συμμεριζόμουν τὴν πεποίθησί του, ἂν καὶ ἡ ἴδια δὲν εἶχε νόημα, ἂν δηλαδὴ τὸ νόημα δὲν συν­υφαινόταν μὲ τὴν ἰδιαίτερη φύσι μας, διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη τῶν ζῴων τοῦ δάσους. Σκοπὸς εἶναι ἡ εὐχαρίστησί μας νὰ κάνῃ ὅλο καὶ μεγαλύτερο χῶρο στὴν ἐσωτερικὴ πληρότητα, στὴν καλλιέργεια πνευματικῶν δυνάμεων μὲ ἀνατατικὸ ῥόλο γιὰ τὴν ζωή μας. Μήπως ὑπηρετοῦσε κάτι διαφορετικὸ μὲ τὰ γραπτά του ἢ τὶς φιλόδοξες σειρὲς βιβλίων ποὺ σχεδίασε καὶ διηύθυνε γιὰ τὶς ἐκδόσεις «Γνώση» καὶ «Νεφέλη»; Ἀσφαλῶς καὶ ἤ­θελε νὰ εἰσφέρῃ τὸν πνευματικό του ὀβολό, νὰ στηρίξῃ, χωρὶς ψευδαισθήσεις, τὸν τόπο του ὁ ὁποῖος μονίμως παραπατᾷ. Ἐπεδίωκε προφανῶς νὰ ἐπηρεάσῃ πρὸς τὸ καλύτερο τὶς συνειδήσεις, παρὰ τὴν σκληρὴ εἰρωνεία του γιὰ κάθε ἀνώτερη πίστι. Τοῦ διέφευγε ἆράγε πὼς νόη­μα δὲν εἶναι ὁ λειτουργικὸς σκοπὸς τὸν ὁποῖο ἀποδίδομε στὰ πράγματα ἀλλὰ ὁ ἀναγεννητικὸς ὁρίζοντας τῆς δημιουργίας πνευματικῶν κόσμων πάνω στὸν κόσμο, τὸ γεγονὸς ὅτι πορευόμαστε ὑψώνοντας τὴν σημαία τοῦ λόγου ὑπεράνω τῶν αἰσθήσεων, ζυμώνοντας τὴν σκέψι μὲ τὶς λέξεις;

Ἕνα βράδυ, τὴν ἄνοιξι τοῦ 1998, ὁ Τάκης εἶχε ἔρθει μὲ τὸν Γιάννη Καλιόρη (Καλεώδη) στὸ σπίτι μου. Δειπνήσαμε καὶ περάσαμε ὧρες κουβεντιάζοντας. Δὲν ἦ­ταν ὅπως τὸν ἤξερα: Κάπνιζε νευρικὰ καὶ ἀκατάσχετα, πηδοῦσε στὰ πιὸ ἄσχετα μεταξύ τους θέματα καὶ μιλοῦσε ἀγχωτικὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἔλεγε καὶ ξανάλεγε πὼς ὁλοκληρώνει μία κοινωνικὴ ὀντολογία – ὀντολογία, ἐπεξηγοῦσε, τῶν ἱστορικῶν διεργασιῶν στὶς ὁ­ποῖες βρίσκεται ἡ αὐθεντικὴ οὐσία. Ἔδειχνε νὰ πιέζεται μέσα του ἔντονα. Εἶχε μιὰ ταραχὴ τὴν ὁποία δὲν μποροῦσε νὰ συγκρατήσῃ. Χωρίζοντας εἴπαμε νὰ ξανανταμώσουμε μετὰ τὸ καλοκαίρι. Τὸ καλοκαίρι ἦρθε, ἀλλὰ δὲν πέρασε. Καταμεσήμερο Ἰουλίου χτύπησε τὸ τηλέφωνο κι ἄκουσα τὸν Καλιόρη νὰ μοῦ λέῃ: «Χάσαμε τὸν Τάκη». Κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ καὶ τέλος!

Πρώτη δημοσίευση 6. 5. 2015

[Σημείωση ΝΠ της 6.5.2015: Προδημοσίευση ἀπὸ τὸ καινούργιο βιβλίο τοῦ Στέλιου Ράμφου Ἡ νίκη σὰν παρηγοριὰ ποὺ θὰ κυκλοφορήσει προσεχῶς ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις Ἁρμός. Ἀπὸ τὸν ἐκτενέστατο (120 σελίδων) καὶ ἐφ’ ὅλης τῆς ὕλης διάλογο τοῦ Ράμφου μὲ ὀμάδα συγγραφέων ὁ ὁποῖος ἔλαβε χώρα πέρσι τὸν Ὁκτώβρη. Τὴν πρωτοβουλία τῆς συνάντησης εἶχε ὁ Γιῶργος Θ. Χατζηιακώβου, ἐκδότης τοῦ Ἁρμοῦ. Ἀπὸ τὸ ΝΠ, μετεῖχαν ὁ Κωνσταντῖνος Πουλῆς καὶ ὁ Κώστας Κουτσουρέλης.]

Κώστας Κουτσουρέλης: Η μοίρα του Αδράστου

prosfyges

Πρόσφυγας, διωγμένος από τη Φρυγία, ο Άδραστος (μας διηγείται ο Ηρόδοτος) προσέφυγε ικέτης και βρήκε άσυλο στην Αυλή του Κροίσου, του Λυδού βασιλιά. Για να ξεπληρώσει στον μονάρχη τη χάρη, πρόθυμα δέχτηκε να αναλάβει χρέη σωματοφύλακα του γιου του, Άτη, που στ’ όνειρό του ο Κροίσος είχε δει πως κινδύνευε. Αλλά ο οιωνός βγήκε αληθινός και ο Άτης γρήγορα έπεσε νεκρός από σιδερένιο όπλο – χτυπημένος κατά λάθος απ’ τον ίδιο τον Άδραστο.

«Άδραστος», ήδη στον Όμηρο, είναι αυτός που δεν μπορεί να αποδράσει, να γλιτώσει από τη μοίρα του. Και η μοίρα του πρόσφυγα, η διπλή τραγωδία του, αναρίθμητες φορές στην παγκόσμια ιστορία υπήρξε η ίδια: θύμα ο ίδιος, να κάνει εντέλει άθελά του κακό σ’ αυτόν που τον ευεργέτησε. Πρόσφυγες, διωγμένοι από τους Ούννους, οι Γότθοι θα καταλύσουν τη Ρώμη και το αιωνόβιο κράτος της που τους πρόσφερε άσυλο. Πρόσφυγες, κυνηγημένοι απ’ τον Χίτλερ και τον βαθύρριζο αντισημιτισμό της Ευρώπης, οι Εβραίοι θα εκτοπίσουν τους Άραβες της Παλαιστίνης από την πατρική τους γη. Πρόσφυγες στην ουσία, οικονομικούς μετανάστες θα τους λέγαμε σήμερα, άνθρωποι πάμπτωχοι και ταλαιπωρημένοι στην πλειοψηφία τους, οι λευκοί έποικοι της αμερικανικής και αυστραλιανής ηπείρου εξολόθρευσαν τους γηγενείς πληθυσμούς. Οι προθέσεις, οι καλές προαιρέσεις, οι όρκοι εδώ δεν μετρούν – η ιστορία τραβάει τον δρόμο της.

Όσοι εξακολουθούν να μιλούν για «ανοιχτά σύνορα» (εξαιρώ εδώ τους πολιτικάντηδες) μια μόνο δικαιολογία έχουν, έξω από την καλή τους καρδιά: την απόλυτη άγνοια. Το κύμα των προσφύγων από τις αραβικές χώρες που κατακλύζει αυτή τη στιγμή την Ευρώπη δεν είναι μια «κρίση», μια έκτακτη κατάσταση, το φρικτό προϊόν μιας φρικτής συγκυρίας. Είναι μόνο η αρχή. Δανείζομαι τα στοιχεία σχεδόν αυτολεξεί από άρθρο του Γκούνναρ Χάινζον, κορυφαίου ερευνητή δημογράφου: Από το 1950 έως το 2015 ο πληθυσμός της υποσαχάριας Αφρικής αυξήθηκε από τα 180 στα 980 εκατομμύρια. Το 2050 θα ξεπεράσει τα 2 δισ. Πάνω από 600 εκατομμύρια από αυτούς τους ανθρώπους δεν έχουν καν ηλεκτρικό ρεύμα, 390 εκατομμύρια ζουν σήμερα με λιγότερο από δύο (2) δολλάρια τη μέρα, 110 εκατομμύρια περισσότεροι απ’ ό,τι το 1990. Ήδη το 2009, το Ινστιτούτο Gallup εκτιμούσε ότι το 38% του πληθυσμού επιθυμεί να μεταναστεύσει. Αυτό μας κάνει σήμερα 390 εκατομμύρια ανθρώπους, που το 2050 θα έχουν αυξηθεί σε 840 εκατομμύρια.

Είναι αυτά τα νούμερα αρκετά; Αν όχι, εύκολα μπορούν να βρεθούν και άλλα. Στην Ευρώπη σήμερα, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσσίας, ζουν 140 εκατομμύρια άτομα κάτω των 18 ετών. Το 2050 προβλέπεται μάλιστα να μειωθούν στα 130 εκατομμύρια. Αντίθετα, στην Αφρική, συμπεριλαμβανομένου του αραβικού βορρά, ο αριθμός αυτός φτάνει σήμερα τα 540 εκατομμύρια και το 2050 θα φτάσει το 1 δισ.

Ο πληθυσμός των αραβικών κρατών αυξήθηκε από τα 70 στα 389 εκατομμύρια μεταξύ 1950-2025. Το 2050 θα φτάσει τα 650 εκατομμύρια. Κατά την ίδια έρευνα του Gallup, του 2009, το 23% αυτών των ανθρώπων ήθελε να μεταναστεύσει. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, το ποσοστό αυτό έχει αυξηθεί στο 35%, φτάνοντας στα 133 εκατομμύρια. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, όχι απλώς η φτώχεια και η εξαθλίωση, αλλά και οι πόλεμοι και οι γενοκτονίες είναι λογικά επακόλουθα. Κι αυτό ανεξαρτήτως του τι κάνει ή δεν κάνει η επάρατος Δύση. Μόνο στην υποσαχάριο Αφρική, 18 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους μετά το 1960, μετά το πέρας δηλαδή της αποικιοκρατίας και την εκδίωξη των Ευρωπαίων. Ανατριχιάζει κανείς σκεπτόμενος τι θα συμβεί αν οι παρούσες δημογραφικές τάσεις επιμείνουν και ο πληθυσμός της μαύρης ηπείρου τετραπλασιαστεί φτάνοντας τα 4 δισ. ώς το τέλος του αιώνα μας, όπως ο ΟΗΕ προβλέπει.

Τι μπορεί να κάνει η Ευρώπη εμπρός σ’ όλα αυτά; Για τον μεμονωμένο Σύρο ή Αφγανό που χτυπάει την πόρτα της ακόμη πολλά, ίσως και τα πάντα. Για τις μυριάδες που τον ακολουθούν, ας μη γελιόμαστε, πολύ λίγα. Κι επειδή ο μεμονωμένος είναι που σέρνει πίσω του όλες αυτές τις μυριάδες, όπως ο μαγνήτης έλκει ακατανίκητα τα ρινίσματα του μετάλλου ή η ελπίδα το παράτολμο διάβημα, γρήγορα, πολύ γρήγορα και εκείνος θα δει κατ’ ανάγκην να εγείρονται εμπρός του φραγμοί ανυπέρβλητοι. Ήδη το βλέπει. Τέτοιους γιγάντιους και σφριγηλούς δημογραφικά πληθυσμούς, η γηραλέα μας ήπειρος δεν μπορεί να τους αφομοιώσει, πόσω μάλλον να τους καταστήσει κοινωνούς του δικού της τρόπου ζωής. Είναι θέμα χρόνου, απόφαση μιας μόνο στιγμής, ο δρόμος προς τον ικετήριο βωμό να κλείσει. Τη στιγμή αυτή ζούμε. Ακόμη και όσοι σήμερα συμπάσχουν, και συμπάσχουν ειλικρινά, με τον δύσμοιρο Άδραστο, αύριο θα αναγκαστούν να ομολογήσουν πως όχι, την άφευκτη μοίρα του δεν θέλουν να τη συμμερισθούν.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Πρώτη δημοσίευση  

Ιωάννης Π. Α. Ιωαννίδης, «O τόπος ερήμωσε, έγινε τοξικός»

Ιωανν

 

«Η επιστήμη και η τέχνη συνήθως δεν επικοινωνούν, είναι κάπως σαν φυλές πρωτόγονων που, αποκομμένες και ακοινώνητες, κατοικούν το ίδιο νησί. Η αδιαφορία αυτή δεν είναι ένα ήπιο laissez faire αμοιβαίας αποδοχής, αλλά άγνοια ή και άρνηση της ύπαρξης του άλλου, γιατί τις χωρίζει μια αδιάβατη ζούγκλα. Για παράδειγμα, τα μέτρα που προτείνανε κάποιοι επιστήμονες στη διάρκεια της πανδημίας έδειξαν ότι δεν τους καίγεται καρφί αν η τέχνη (και η ζωή μαζί της) εξαλειφθεί πλήρως.»

Πρόσωπο των ημερών με πλατιά διεθνή απήχηση, σημείο αναφοράς αλλά και αντιδικίας, πλάι στο ιατρικό ερευνητικό του έργο ο ΙΩΑΝΝΗΣ Π. Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ έχει δημοσιεύσει από το 1989 έως σήμερα οχτώ λογοτεχνικά βιβλία. Με αφορμή το τελευταίο απ’ αυτά, μίλησε στο Νέο Πλανόδιον και τον Κώστα Κουτσουρέλη για τα μεγάλα θέματα της γραφής και της δράσης του: την ποίηση και την επιστήμη, την ανάπηρη ελευθερία του λόγου και την πάγια ανελευθερία της πολιτικής, τις κακοδαιμονίες του τόπου και την μεγάλη περιπέτεια της πανδημίας.

 

(περισσότερα…)

Εικόνες του Νέου Ελληνισμού

 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Το κείμενο αυτό παρουσιάστηκε ως εισήγηση στο Διεθνές Συνέδριο «Reflections on Identity: Greek Identity as a Philosophical Problem» (Βερολίνο, 12 Ιουνίου 2013). Πρωτοδημοσιεύθηκε στα αγγλικά στον τόμο The Problem of Modern Greek Identity: From the Ecumene to the Nation-State, Edited by G. Steiris, S. Mitralexis, G. Arabatzis, Cambridge Scholars Publishing, 2016. Με έναν νέο επίλογο, γραμμένο ειδικά για την Επέτειο της Δισεκατονταετηρίδος από την Επανάσταση και αντίδρομο κάποτε του επιλόγου τού 2013, δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα.

 

* * *

 

ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

Ιστορικά διλήμματα και προσανατολισμοί

 

Ότι δεν μπορούμε να κάνουμε χρήση του όρου «ταυτότητα» με τον ίδιο τρόπο ή την ίδια ακρίβεια που τον συναντούμε στις φυσικές επιστήμες, στον Λάι­μπνιτς λ.χ. ή στα σύγχρονα μαθηματικά, πρέπει να είναι σήμερα κοινός τόπος. Έτσι, η μεταφορά του στα κοινωνικά φαινόμενα έχει κατά καιρούς επικριθεί από σημαντικούς στοχαστές. Ο Βιττγκενστάιν έλεγε χαρακτηριστικά ότι η ίδια η πρόταση πως κάποιος ταυτίζεται με τον εαυτό του στερείται παντελώς νοή­ματος.

Στη σημερινή φιλοσοφική σκέψη, μέσες άκρες, ξεχωρίζουν δύο βασικές ερμηνείες της έννοιας του εαυτού. Η πρώτη ξεκινάει από την ιδέα ενός εαυτού λίγο πολύ πάγιου, ολότμητου και σαφώς περιγεγραμμένου, ενός εαυτού, όπως θα τον ονόμαζα, ενικού. Η δεύτερη θεωρεί ότι ο εαυτός είναι μια οντότητα ού­τως ή άλλως ρευστή, αντιφατική και δυσπροσδιόριστη· συνεπώς δεν μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτόν ωσάν να επρόκειτο για μονάδα: υπάρχουν πολλοί εαυτοί. Αναλόγως της στιγμής, των συνθηκών και των περιστάσεων, καθένας από εμάς ενδύεται εκάστοτε μια διαφορετική εκδοχή του. «Κατά πόσο το Εγώ του δεκάχρονου είναι το ίδιο με του πενηντάχρονου;» ρωτάει λ.χ. ο Παναγιώτης Κονδύλης. (περισσότερα…)

Η ευρισκομένη εν απορία ελληνική κοινωνία

~.~

του ΚΩΣΤΑ Ι. ΜΕΛΑ

Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η

Η χώρα Ελλάδα, νοούμενη ως όλον, δηλαδή πολιτικό σύστημα, κοινωνία, οικονομία και πολιτισμός, βρίσκεται αντιμέτωπη με δύο αλληλεξαρτώμενες πραγματικότητες, αλλά και με σαφείς ιδιαιτερότητες που επιτρέπουν τη σχετική αυτονόμηση της μιας από την άλλη. Η πρώτη πραγματικότητα συνίσταται στο διεθνές-ευρωπαϊκό περιβάλλον στο οποίο ευρίσκεται ενταγμένη η ελληνική κοινωνία. Η δεύτερη αφορά στις εγχώριες εξελίξεις οι οποίες σαφώς επηρεάζονται από την πρώτη αλλά και από τις ιδιαιτερότητες της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας.

Θεωρούμε ότι η πρώτη πραγματικότητα συνιστά μια “νέα” ιστορική εποχή με σαφή χαρακτηριστικά που όλο και περισσότερο εμπεδώνεται στο διεθνές περιβάλλον αποτελώντας πλέων το κυρίαρχο ισχύον υπόδειγμα. Συνεπώς δεν είναι πρέπον να χρησιμοποιήσουμε την έννοια “της κρίσεως”, προκειμένου να περιγράψουμε τη δεδομένη πραγματικότητα. Πρόκειται για την εγκαθίδρυση μιας νέας πραγματικότητας.

(περισσότερα…)

Κώστας Μελάς, Η ανεξέλεγκτη δύναμη της τεχνοεπιστήμης

 

1.

Τα τελευταία σαράντα χρόνια, ίσως και περισσότερο, η ανθρωπότητα υφίσταται την όλο και αυξανόμενη χιονοστιβάδα της σύγχρονης τεχνολογίας (τεχνοεπιστήμης). Η κυριάρχηση της λογικής της είναι εμφανής σχεδόν στο σύνολο των ανθρωπίνων πεδίων δράσης.

Στο κοινωνικό πεδίο, η αποσάθρωση και η απουσία νοήματος από τις μαζικοδημοκρατικές συνομαδώσεις, οι οποίες όλο και επεκτείνονται σε πλανητικό επίπεδο υποκαθιστώντας τα προϋπάρχοντα κοινωνικά σχήματα, αποτελούν τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της μετανεωτερικότητας. Η «κοινωνία» αδυνατεί να αναγνωρίσει τον εαυτό της[1] παραδιδόμενη αμετάκλητα σε έναν χυδαίο αγοραίο ηδονισμό. Πολτοποιείται η όποια συλλογικότητα στο όνομα ενός φρενήρη ατομισμού, της λατρείας του εφήμερου και της βραχυπρόθεσμης απόλαυσης. Οι διαπιστώσεις που κάνουν οι ειδικοί για τις σημερινές δημοκρατίες είναι σαφείς: άρνηση της ύπαρξης, διαστροφή, σωματικοί και ψυχικοί φόνοι, παράδοξη παρακμή του υποκειμένου με τις μορφές ενός ακραίου ατομικισμού, μαζοποίηση των συμπεριφορών.[2] Ο άνθρωπος δεν διαθέτει πλέον άλλα σημεία αναφοράς πέρα από τις προσωπικές του αντιλήψεις, την εμπειρία και τις ερμηνείες του. Και από τη στιγμή που τα πάντα μπορούν να σημαίνουν τα πάντα, δε σημαίνουν τίποτε, επειδή έχουν χάσει την καθολική τους ισχύ. Το ατομικό Εγώ γίνεται το μέτρο των πάντων και, συνεπώς, αυτό είναι το μόνο που μετράει: πως αισθάνομαι Εγώ, πως σκέφτομαι Εγώ. Εγώ απαιτώ να γίνονται σεβαστά το δικό μου γούστο, το πώς Εγώ τελικά είμαι, γιατί διαφορετικά αισθάνομαι προσβεβλημένος[3]. (περισσότερα…)