ΝΠ | Κοινωνία & Πολιτική

Επιστροφή στην κανονικότητα

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Η «επιστροφή στην κανονικότητα» αποτελεί για την πλειοψηφία των Ελλήνων το στερεότυπο εκείνο που κυριαρχεί στις ημερήσιες συζητήσεις τους και στοιχειώνει τα νυχτερινά τους όνειρα. Παράλληλα αποτελεί μόνιμη επωδό των άνευ σημασίας ρητορειών των πολιτικών κομμάτων.

Αν δεχτούμε ότι ως στερεότυπο θα μπορούσαμε να ορίσουμε σε γενικές γραμμές «μια εμβριθή παρατήρηση της οποίας η ουσιαστική αλήθεια έχει αμβλυνθεί από την επανάληψη» (Τζόναθαν Κόου, Μέση Αγγλία, Πόλις, 2021), γίνεται άμεσα αντιληπτό κάτι πολύ απλό: η «επιστροφή στην κανονικότητα» αποτελεί μια επαναλαμβανόμενη συζήτηση που η (όποια) αλήθεια της έχει ξεφτίσει. Έχει κουράσει. Έχει μετατραπεί σε ένα σλόγκαν, τελικά, άνευ περιεχομένου και επομένως στην πραγματικότητα δεν σημαίνει απολύτως τίποτε. Ή μάλλον σημαίνει ό,τι ο καθένας έχει στο μυαλό του.

Στην πραγματικότητα η φράση «επιστροφή στην κανονικότητα», δεν συνδέεται καθόλου με το παρελθόν – κάτι που υπονοείται μέσω του ουσιαστικού «η επιστροφή»– αλλά με το μέλλον.

Γιατί όμως δεν λέγεται αυτό με ευθύ και κατηγορηματικό τρόπο αλλά χρησιμοποιείται μια λέξη που δηλώνει την επαναφορά κάποιας παρελθούσης περιόδου; Με παιγνιώδη τρόπο αφήνει να υπερίπταται πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων η ελπίδα – το τελευταίο στοιχείο που υπάρχει στον πάτο του κουτιού της Πανδώρας– για μια επιστροφή σε μια ακαθόριστη εποχή όπου ο καθένας μπορεί να φαντασιώνεται ότι η ζωή του ήταν καλύτερη από ότι είναι σήμερα.

Ο πιο πιθανός λόγος θα πρέπει να αναζητηθεί, μάλλον, στην άδηλη και αβέβαιη μελλοντική «κανονικότητα» που συνεχώς εξελίσσεται καθημερινά μπροστά μας. Αυτή πρέπει με κάποιο τρόπο να συνδεθεί με το παρελθόν αλλά και συγχρόνως να αποκοπεί από αυτό δημιουργώντας μέσω των συμβολικών μηχανισμών μια παραμόρφωση της εν εξελίξει συντελούμενης κοινωνικής διαδικασίας.

Η προσέγγιση αυτή δεν αφορά κάποιο πολιτικό κόμμα, κάποια οργάνωση πολιτών, αφορά και είναι πολύτιμη για ένα ετερόκλητο, άμορφο συνασπισμό συμφερόντων που φροντίζει ιδιαίτερα να συγκαλύπτει τις προθέσεις του.

Καμμιά κοινωνική αλλαγή δεν επιτυγχάνεται χωρίς να έχει προαγγελθεί, προετοιμαστεί και διευκολυνθεί από ένα σύνολο μικρότερων αλλαγών, οι οποίες συχνά περνούν απαρατήρητες στην ιστορική καθημερινότητα.

Αυτές οι μικρές αλλαγές περνούν απαρατήρητες διότι καλύπτονται από την εντύπωση ότι αποτελούν θετικές και προοδευτικές απαντήσεις στις νέες ιστορικές προκλήσεις, μια αίσθηση προερχόμενη από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της εξουσίας, και όταν τελικά «επιβάλλεται η τροποποίηση ή η ανανέωση του θεμελιώδους δόγματος, οι γενιές που θυσιάζονται κατά τη διάρκεια του μετασχηματισμού μένουν ουσιαστικά ξένες προς αυτόν, και συχνά γίνονται ευθέως εχθρικές» (August Comte, Έκκληση στους συντηρητικούς, Καστανιώτης, 2000).

Όμως όταν εγκαθίσταται, πλέον, ως κυρίαρχη η κοινωνική αλλαγή, η ιστορία έχει πάρει το δρόμο της. Το ουσιαστικό είναι η ιδεολογική ματιά να έχει κάνει όλη τη «βρώμικη δουλειά».

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ

 

 

 

Μεσαία στρώματα: στο προσκήνιο της πολιτικής αντιπαράθεσης

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

1.

Τα τελευταία χρόνια η συζήτηση για τα μεσαία στρώματα της ελληνικής κοινωνίας καταλαμβάνει μια από τις πρώτες θέσεις στην πολιτική αντιπαράθεση των κομμάτων εξουσίας. Προφανώς για λόγους εκλογικούς και ψηφοθηρίας. Τούτο καθίσταται απολύτως εμφανές από το γεγονός ότι η ΝΔ, κυρίως την περίοδο μετά το 2015, αναφέρεται σε αυτήν ως το επίκεντρο του νέου ανορθωτικού της εγχειρήματος και ως βασικό πυλώνα της Δημοκρατίας. Το προεκλογικό της πρόγραμμα του 2019, ακριβώς οργανώθηκε γύρω από το πλήθος των ανθρώπων που οι ίδιοι με διάφορα κριτήρια, πραγματικά ή φανταστικά, τοποθετούσαν τον εαυτό τους σε αυτή την κοινωνική κατηγορία των μεσαίων στρωμάτων. Αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά την ήττα στις εκλογές του 2019, εγκατέλειψε την κατά τον Τσακαλώτο «ταξική μεροληψία»[1] ( που σήμαινε ότι μια ταξική πολιτική πρέπει να στηριχθεί στη σκληρότερη επιβάρυνση της μεσαίας τάξης, μέσω φορολογίας, ακόμα και μέσω περιορισμών στην ισότητα για πρόσβαση στο σύστημα υγείας κ.α.) και στράφηκε ολοταχώς προς τα μεσοστρώματα, πιθανά καλυπτόμενος πίσω από τη ρήση του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ «ότι όποιος αγωνίζεται για το μεροκάματο ανήκει και αυτός στη μεσαία τάξη»[2].

Με απλά λόγια τα μεσαία στρώματα, πάλι, αποτελούν την πολύφερνη νύφη για τα κόμματα εξουσίας και για την εξασφάλιση της τελευταίας. Δεν είναι της ώρας η συστηματική ανάλυση των λόγων που τοποθετούνται τα μεσαία στρώματα στο επίκεντρο, με νέο φυσικά τρόπο, του πολιτικού και εκλογικού αναστοχασμού. Όμως δεν διστάζω να υπογραμμίσω έναν θεμελιώδη, κατά την άποψή μου, λόγο, που συνέχει αυτή τη συμπεριφορά των κομμάτων εξουσίας, που δεν είναι άλλως από την αυτοτοποθέτηση της πλειοψηφίας των πολιτών στην Ελλάδα ότι ανήκουν σε αυτήν την κοινωνική κατηγορία. Συγχρόνως ένας ακόμη συγκυριακός λόγος που φέρνει εμφατικά στο προσκήνιο τη συζήτηση για την κατάσταση των μεσαίων στρωμάτων, είναι, η κοινά αποδεκτή εντύπωση, ότι αυτά σήκωσαν το μέγιστο βάρος των μνημονιακών πολιτικών και ως εκ τούτου έχει έλθει η ώρα να αποκατασταθεί με βάση τις δυνατότητες της οικονομίας η οικονομική τους θέση. Να αποκατασταθούν δηλαδή οι αδικίες.

Η επικέντρωση της συζήτησης στα μεσαία στρώματα της ελληνικής κοινωνίας παραγνωρίζει, ειδικά από την πλευρά της ΝΔ, την κατάσταση στα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα που βρίσκονται πάνω και κάτω από τα μεσαία.

Η κυρίαρχη αυτή διαμορφωθείσα –από πολιτικούς και ΜΜΕ– εντύπωση, δεν φαίνεται, όμως, να υποστηρίζεται με πειστικό τρόπο από τα υπάρχοντα οικονομικά στοιχεία. Πριν προχωρήσουμε αυτές τις σκέψεις, ή μάλλον για να προχωρήσουμε αυτές τις σκέψεις, θα πρέπει στοιχειωδώς να θέσουμε ορισμένα κριτήρια καθορισμού των μεσαίων στρωμάτων. Αφήνοντας στην άκρη, μια σειρά άλλων κριτηρίων, π.χ. πολιτιστικά, (καθόλου φρόνιμο βέβαια αλλά αναγκαίο προκειμένου να έχουμε μια αίσθηση προσανατολισμού) θα περιοριστούμε στα εισοδηματικά κριτήρια (ούτε καν στα οικονομικά, δεομένου ότι δεν υπάρχει καμία αναφορά στην περιουσιακή κατάσταση των μεσαίων στρωμάτων) όπως τα θέτει ο ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τα οποία οι ανήκοντες στα μεσαία στρώματα εντοπίζονται στην εισοδηματική κατανομή μεταξύ 2/3 και διπλάσιου του διάμεσου εισοδήματος, μετά τους φόρους. Με βάση αυτό το εισοδηματικό κριτήριο, αν χωρίσουμε το σύνολο του εισοδήματος σε δέκα ίσα μέρη (δεκατημόρια), μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το πρώτο κατά σειρά δεκατημόριο ανήκουν τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα, στα ακολουθούντα τρία δεκατημόρια τα μεσαία εισοδηματικά στρώματα και στα υπόλοιπα έξι τα χαμηλότερα. Βεβαίως, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ύπαρξη έντονης εισοδηματικής διαφοράς εντός των μεσαίων, των χαμηλών αλλά και των ανωτέρων. Για το λόγο αυτό ομιλούμε π.χ. για υψηλά, μεσαία και χαμηλά μεσαία στρώματα και κατ’ αντιστοιχία για τα υπόλοιπα.

 

2.

Η οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2009 έπληξε έντονα και οριζόντια όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα: χαμηλά, μεσαία, ανώτερα. Οι επιδράσεις της κρίσης στο εισόδημα προέρχονται από τρεις διακριτούς παράγοντες: την ύφεση και την ανεργία, μεταβολές στη φορολογική επιβάρυνση και μεταβολές στην κατανομή των κρατικών δαπανών.

Ο Τάσος Γιαννίτσης[3] προσπάθησε να ποσοτικοποιήσει αυτές τις επιδράσεις με βάση τα φορολογικά δεδομένα της περιόδου 2008-2018, Σύμφωνα με την ανάλυσή του η εικόνα δείχνει μια αρκετά διαφορετική πραγματικότητα από αυτήν που προβάλλεται. Συγκεκριμένα υποστηρίζει:

«Αναφορικά με τα εισοδήματα: Στην πρώτη περίοδο της κρίσης (2008-2014, μέχρι πριν από το τρίτο μνημόνιο), τα εισοδήματα που λόγω της ύφεσης συρρικνώθηκαν περισσότερο ήταν –κατά σειρά– τα ανώτερα 10% (-35,2%), τα χαμηλότερα 60% (-14%) και τα μεσαία (-6,5%). Στην περίοδο 2014-2018, η μείωση των εισοδημάτων ακολούθησε διαφορετική εξέλιξη: το εισόδημα του χαμηλότερου 60% μειώθηκε περισσότερο (10%), των μεσαίων λιγότερο (4,4%), ενώ των ανώτερων εισοδημάτων αυξήθηκε (+44%). Συνολικά, μεταξύ 2008 και 2018, τα χαμηλά εισοδήματα μειώθηκαν 23%, τα μεσαία 11% και τα υψηλά 6,6%.

Αναφορικά με τη Φορολογία: Με δεδομένες τις μεταβολές αυτές η φορολογία εισοδήματος ήρθε να περιορίσει ακόμα περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα. Στην περίοδο 2008-2014 η μεγάλη αύξηση στη φορολογική επιβάρυνση έπληξε κυρίως τα χαμηλότερα εισοδήματα (+229%). Τα πολύ υψηλά και μεσαία εισοδήματα, πέρα από τη σημαντική μείωση των εισοδημάτων τους λόγω ύφεσης, επιβαρύνθηκαν και από μεταβολές φόρου εισοδήματος της τάξης του 12% (συνολικά μεγέθη). Στα μεσαία (1.000-2.500 μηνιαίως) και χαμηλά εισοδήματα, η μεγάλη φορολογική επιβάρυνση από φόρους εισοδήματος (και περιουσίας) είχε συντελεστεί ήδη στα χρόνια μέχρι το 2012/13 περίπου. Στη συνέχεια, η φορολογική επιβάρυνσή τους παρέμεινε περίπου σταθερή, ενώ των ανώτερων εισοδημάτων μειώθηκε κατά 14% μεταξύ 2014 και 2018. Συνολικά, στην περίοδο 2008-2018, τα χαμηλά εισοδήματα είδαν τη συμμετοχή τους στα συνολικά έσοδα του φόρου εισοδήματος να αυξάνεται κατά 152%, τα μεσαία κατά 5,3% ενώ στα ανώτερα η συμμετοχή μειώθηκε κατά 7,4%.

Στα παραπάνω δεν περιλαμβάνεται η επίδραση από την αύξηση του ΦΠΑ, ούτε της φορολογίας ακίνητης περιουσίας, που έπληξαν ιδιαίτερα τα χαμηλά στρώματα, λιγότερο τα μεσαία και ακόμα λιγότερο τα υψηλά. Επίσης, δεν περιλαμβάνονται οι σοβαρές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες για υγεία και ανεργία, με αρνητικές επιπτώσεις κυρίως στις ασθενέστερες ομάδες, αλλά ούτε και οι ειδικές ενισχύσεις φτωχότερων ομάδων στα έτη 2017-19, που δεν έχουν ποσοτικοποιηθεί».

Μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι τα μεσαία στρώματα κατά τη διάρκεια της κρίσης και των μνημονίων πράγματι έχουν επιβαρυνθεί. Όμως, τα εισοδηματικά πιο αδύναμα στρώματα έχουν επιβαρυνθεί ακόμα περισσότερο. Γιατί επομένως η δημόσια συζήτηση είναι επικεντρωμένη στην (από)κατάσταση των μεσαίων στρωμάτων που αποτελούν το 30,0% της ελληνικής κοινωνίας (με το συμβατικό κριτήριο που έχει τεθεί) ενώ τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα (60% της κοινωνίας) μένουν έξω από τη συζήτηση; Επίσης κουβέντα δεν ακούγεται για τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα (το 10%) που φαίνεται τελικά ότι ουσιαστικά δεν είχαν απώλειες;

Οι παραπάνω εξελίξεις αναδεικνύουν, επίσης, ένα κεντρικό μακροοικονομικό πρόβλημα. Τα εισοδήματα των μεσαίων και υψηλότερων στρωμάτων καθορίζουν σε αντίστοιχο βαθμό την εξέλιξη των αποταμιεύσεων, των επενδύσεων, τη μεγέθυνση της οικονομίας και συνεπώς και το επίπεδο απασχόλησης και της ανεργίας.

Η εξέλιξη στα χαμηλά εισοδήματα θέτει ζητήματα που αφορούν στην κατανάλωση (βασικότατος παράγοντας μεγέθυνσης του ΑΕΠ) ενώ συνακόλουθα θέτουν ζητήματα κοινωνικής πολιτικής και αλληλεγγύης προκειμένου να αποφευχθεί η είσοδος αυτών των στρωμάτων στον χώρο της φτώχειας.

Όχι μόνο δεν μπορεί να επιτευχθεί η μία ή η άλλη από τις μεγάλες αυτές ‘προτεραιότητες’, όσο οι δύο πτυχές παραμένουν αποκομμένες, αλλά μια ασύμμετρη αντιμετώπισή τους δεν θα οδηγήσει στην αναμενόμενη σταθερή μεγεθυντική διαδικασία και στην σωστή κατανομή των επιτευγμάτων της μεγέθυνσης.

Τα δεδομένα αυτά σημαίνουν ότι έχουμε πολλά μεγάλα και αλληλένδετα προβλήματα διαφορετικής υφής το καθένα και ότι τα προβλήματα αυτά δεν αφορούν μεμονωμένες, αλλά όλες τις κοινωνικές ομάδες. Κάθε μία από τις επιδράσεις που διαπιστώνουμε δημιουργεί διακριτά προβλήματα που, αν δεν αντιμετωπιστούν, επιδεινώνουν την όλη κατάσταση.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ

 

[1] Ε. Τσακαλώτος, «Είμαστε μια κυβέρνηση με ταξική μεροληψία», iefimerida.gr (24.11.2018)
[2] «Ράδιο Κ: Ποια είναι και τι θέλει η ‘‘μεσαία τάξη’’;» Η Καθημερινή (ηλεκτρονική έκδοση, 04.06.2021)
[3] Η Καθημερινή (ηλεκτρονική έκδοση, 06.09.2021)

 

 

Λόγος υπέρ των δημοσίων αγαθών και του δημόσιου νοικοκυριού

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ [1]

1.

Ένας από τους βασικούς στόχους της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης θεωρητικά αλλά και εν τοις πράγμασι είναι η απροκάλυπτη κατάργηση του Δημόσιου Χώρου μέσω της ιδιωτικοποίησης όλων εκείνων των αγαθών που αποτελούσαν μέχρι πρόσφατα τη Δημόσια Περιουσία. Πρόκειται για μια διαδικασία εν εξελίξει της οποίας όμως τα αποτελέσματα είναι ήδη εμφανή.

Στο σύνολο τους οι κυβερνήσεις των χωρών του πλανήτη, ανεξάρτητα των «ιδεολογικών» τους προκηρύξεων καθώς και των κοινωνικών στρωμάτων που επικαλούνται ότι εκπροσωπούν, είτε ονομάζονται χριστιανοδημοκρατικές, συντηρητικές, σοσιαλδημοκρατικές ή σοσιαλιστικές ή όπως αλλιώς, έχουν ταυτίσει το ζήτημα των διαρθρωτικών αλλαγών με τις ιδιωτικοποιήσεις.

Γιγάντιοι τομείς που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων σαράντα χρόνων που πέρασαν στον έλεγχο του δημοσίου ως απάντηση στις επείγουσες ανάγκες της αξιοποίησης του κεφαλαίου τη συγκεκριμένη περίοδο, αποτέλεσαν και συνεχίζουν να αποτελούν τον χώρο επιχειρηματικότητας των πολυεθνικών επιχειρήσεων στη σημερινή περίοδο.

Η ιδιωτικοποίηση των αστικών συγκοινωνιών, σιδηροδρόμων, αερομεταφορών, υπηρεσιών υγείας, νοσοκομείων, τραπεζών, ασφαλίσεων, εκπαίδευσης, πολιτισμού, ηλεκτρισμού και αερίου, διοικητικών υπηρεσιών, πρώτων υλών, τηλεπικοινωνιών, υπηρεσιών εμπορίου κλπ., αποτελεί για τους ιθύνοντες των κυβερνήσεων του συνόλου των χωρών του πλανήτη, «μονόδρομο» για την επιβίωση των χωρών τους, σ’ ένα διεθνοποιημένο οικονομικό περιβάλλον. Με την πράξη τους αυτή όμως ανοίγουν διάπλατα τις πόρτες για την εξάπλωση των πολυεθνικών επιχειρήσεων και συγχρόνως υποσκάπτουν όλο και περισσότερο τα θεμέλια της ίδιας τους της ύπαρξης.

Οι νέες γεωγραφικές, οικονομικές και τεχνολογικές περιοχές που με φρενήρη ρυθμό παραδίνονται στις πολυεθνικές εταιρείες, επιταχύνουν τη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια τους. Υπάρχουν τομείς της νέας υψηλής βιομηχανικής τεχνολογίας (λογισμικό, ηλεκτρικός εξοπλισμός, ηλεκτρονικές συσκευές, αεροναυπηγική και αεροδιαστημική) όπου οι πέντε κυριότερες πολυεθνικές εταιρείες μοιράζονται μεταξύ τους περισσότερο από το μισό της παγκόσμιας παραγωγής.

Η ανάπτυξη της παγκόσμιας αγοράς ενίσχυσε την κοινότητα των ολιγοπωλίων και μάλιστα διευκόλυνε αφάνταστα τη μεταξύ τους συνεννόηση, έτσι ώστε να θεμελιώνεται όλο και περισσότερο η κυριαρχία τους. Η παράδοση της δημόσιας περιουσίας πραγματοποιείται με τη διαμεσολάβηση των κυβερνώντων και της κρατικής παρέμβασης. Η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία ασκούνται υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων.

Τι να σημαίνουν άραγε όλα τα παραπάνω για τη Δημοκρατία δεδομένου των κοινών συνόρων με το Δημόσιο Χώρο και με τα Δημόσια Αγαθά; Με αφορμή, τις θεωρητικές συζητήσεις αλλά και όσα ακόμη διαδραματίζονται τα τελευταία τριάντα χρόνια στον πλανήτη θα επιδιώξουμε να θίξουμε ορισμένα ζητήματα που αφορούν στην παρατηρούμενη έντονη ιδιωτικοποίηση των δημοσίων αγαθών. Το κύριο βάρος της προσπάθειας θα ριχτεί στα πολιτικά προβλήματα που προκύπτουν από την ιδιωτικοποίηση των δημοσίων αγαθών και συγκεκριμένα στις επιπτώσεις στο δημοκρατικό πλαίσιο και στο δικαϊκό πολιτισμό που έχει εγκατασταθεί μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο κυρίως στις χώρες τις Δυτικής Ευρώπης. Παράλληλα με τις πολιτικές επεξηγήσεις που θα δοθούν ελπίζουμε να αναδυθούν και οι οικονομικοί μηχανισμοί του καπιταλιστικού συστήματος και οι τρόποι που συμμετέχουν στην αναπαραγωγή του μέσω της επέκτασης – συρρίκνωσης των Δημόσιων Αγαθών και του Δημόσιου Χώρου. Επίσης πιστεύουμε ότι θα υπάρξει πλήρης αποσαφήνιση σχετικά με τις έννοιες Δημόσιο και Ιδιωτικό. (περισσότερα…)

Ο Κας Μούντε και η “κανονικοποίηση” της Άκρας Δεξιάς στον 21ο αιώνα

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Είναι δυνατό μια εξ ορισμού αντισυστημική πολιτική στάση, όπως αυτή της Άκρας Δεξιάς, να ενταχθεί στον κυρίαρχο λόγο; Αυτή ακριβώς την άποψη υποστηρίζει ο Ολλανδός πολιτικός επιστήμων και βραβευμένος ακαδημαϊκός, Κας Μούντε, στο τελευταίο του βιβλίο, από τις εκδόσεις Επίκεντρο, με τον τίτλο Η Ακροδεξιά σήμερα (The Far Right today, 2019), όπου αναφέρει ότι με το τέταρτο «κύμα» Ακροδεξιάς, το οποίο κάνει την παρουσία του αισθητή σήμερα, η Ακροδεξιά ουσιαστικά έγινε μέρος της κυρίαρχης τάσης στην Ευρώπη και σε διεθνές επίπεδο. Όταν ξεκίνησε να μελετά το φαινόμενο στο πανεπιστήμιο του Λάϊντεν, λέει ο Μούντε, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η Ακροδεξιά ανήκε ακόμη στο πολιτικό περιθώριο. Αντίθετα, μέχρι και την περίοδο ολοκλήρωσης της συγγραφής του παρόντος βιβλίου (Μάιος 2019), τρεις από τις πέντε πολυπληθέστερες χώρες του κόσμου (Βραζιλία, Ινδία και ΗΠΑ, καθώς εντάσσει και τον Τραμπ στην ίδια κατηγορία) έχουν έναν ακροδεξιό ηγέτη, δύο κυβερνήσεις ελέγχονται από ριζοσπάστες λαϊκιστές (Ουγγαρία, Πολωνία), σε άλλες τέσσερεις συμμετέχουν τέτοια κόμματα στη διακυβέρνηση (Βουλγαρία, Εσθονία, Ιταλία, Σλοβακία) και άλλες δύο στηρίζονται στην ψήφο τέτοιων κομμάτων (Ηνωμένο Βασίλειο, Δανία). Εξαιτίας της εισόδου της Ακροδεξιάς στη mainstream πολιτική αρένα, καθίσταται όλο και πιο δυσχερής η διάκριση ανάμεσα σε αυτή και την Κεντροδεξιά (ακόμη και την Αριστερά, λέει ο Μούντε, αναφερόμενος σε Τσεχική Δημοκρατία και Δανία), αφού και εκείνες υιοθετούν σε πολλές περιπτώσεις τη δική της agenda και φρασεολογία. Πώς όμως συντελέστηκε μια τέτοια μεταβολή; Σε αυτό ακριβώς το ερώτημα επιχειρεί να απαντήσει το παρόν βιβλίο. (περισσότερα…)

Άνθρωπος κατά Αντιανθρώπου

~.~

Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από κείμενο του Μίκη Θεοδωράκη γραμμένο το καλοκαίρι του 1968 επί δικτατορίας. Θησαυρίστηκε το 2019 στην πολύτομη συναγωγή των δημοσιολογικών του παρεμβάσεων Πολιτικά: Θεωρία και Πράξη απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε. Καθώς αποτυπώνει την εξ αρχής ενιαία και αδιαίρετη στάση του Θεοδωράκη απέναντι στην Ιστορία και την Τέχνη, προσφέρεται νομίζουμε για να κλείσει το επταήμερο αφιέρωμα του Νέου Πλανόδιου προς τον μεγάλο δημιουργό και αγωνιστή, ο οποίος τις ώρες ετούτες, Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021, κηδεύεται στο πάτριο χώμα της Κρήτης.

Το ΝΠ ευχαριστεί θερμά τους φίλους καλλιτέχνες, λογοτέχνες και στοχαστές που συνέβαλαν στον πολύπτυχο αυτόν αποχαιρετισμό. Και ονομαστικά, τους Γιώργο Μπλάνα (δις), Γιώργο Ανδρέου, Νίκο Ξυδάκη, Φίλιππο Τσαλαχούρη, Ιωάννα Τσιβάκου, Παρασκευά Καρασούλο, Κώστα Χατζηαντωνίου, Γιάννη Βασιλόπουλο και Χρήστο Μποκόρο.

~.~

Σήμερα, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, η κρίσιμη μάχη θα δοθεί ανάμεσα στον άνθρωπο και τον αντιάνθρωπο. Από την εποχή των σπηλαίων φτάσαμε επιτέλους μπροστά στη μεγάλη πύλη του ελευθερωμένου από την ανάγκη ανθρώπου. Δεν μας χωρίζει πια παρά μονάχα ένα σκαλοπάτι. Που μονομιάς έγινε άβυσσος. Έγινε ο μεγαλύτερος κίνδυνος απ’ όσους πέρασε ώς σήμερα η ανθρωπότητα. Το όπλο της τίγρης είναι τα νύχια. Ο άνθρωπος του Νεάντερνταλ είχε την πέτρα. Οι Έλληνες είχαν τα τόξα. Οι σταυροφόροι τις λόγχες. Ο Χίτλερ τα κρεματόρια. Τον αντιάνθρωπο στηρίζει η αδιαφορία των άλλων, και πρώτα απ’ όλα των δημιουργών· των πνευματικών οδηγών.

Όμως είναι άραγε αδιαφορία ή κάτι βαθύτερο; Αν και ζούμε σε μια εποχή όπου κυριαρχούν τα μέσα ενημέρωσης και διαφωτισμού, ωστόσο από την επομένη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι μεγάλοι δημιουργοί όλο και λιγοστεύουν, η πνευματική παραγωγή απασχολεί όλο και λιγότερο τις μεγάλες μάζες.

Εδώ και πολύ καιρό τα μεγάλα γεγονότα που απασχολούν τη διεθνή κοινή γνώμη είναι ο πόλεμος, οι κοινωνικές αναταραχές και οι πολιτικές εξελίξεις. Πολύ λίγο τα επιστημονικά επιτεύγματα. Και σχεδόν καθόλου η καλλιτεχνική και πνευματική δημιουργική δραστηριότητα· μεγάλα καλλιτεχνικά ονόματα βυθίζονται σταθερά στη λήθη.

Σ’ αυτή την κορυφαία στιγμή ό,τι αποτελεί τον σκληρό πυρήνα του ανθρώπου, ο δημιουργός του πολιτισμού, ο καλλιτέχνης, ο πνευματικός οδηγός, είναι απών. Απέναντι στον αντιάνθρωπο που μας δολοφονεί, ο άνθρωπος, χωρίς την παρουσία του πνευματικού δημιουργού, παραμένει γυμνός και απροστάτευτος. Πού να οφείλεται άραγε αυτή η τραγική απουσία;

Τα τελευταία πενήντα χρόνια η ανθρωπότητα γνώρισε μια σειρά βαθιές αλλαγές, που δημιούργησαν μια καινούρια εποχή. Λαοί σκλάβοι έγιναν ελεύθεροι. Τάξεις υπόδουλες έγιναν κυρίαρχες. Μάζες υπανάπτυκτες γνώρισαν την πρόοδο. Αγροτικοί πληθυσμοί πέρασαν στη βιομηχανία. Οι επαφές πολλαπλασιάστηκαν. Η διακίνηση των γνώσεων, των ιδεών, των ειδήσεων και των μαζών πήρε χαρακτήρα πρωτοφανή.

Μονομιάς η Γη μας μίκρυνε. Τα σύνορα ουσιαστικά κατέρρευσαν. Η τυπογραφία, οι τηλεπικοινωνίες, η μαγνητοφώνηση έφεραν στις πύλες της πνευματικής δημιουργίας εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους.

Φαίνεται όμως ότι οι πνευματικοί δημιουργοί βρέθηκαν απροετοίμαστοι μπροστά σ’ αυτό το γιγαντιαίο παλιρροϊκό κύμα των μαζών. Η καλλιτεχνική έκφραση, που απευθυνόταν ως τότε σ’ ένα επιλεγμένο κοινό, είχε προχωρήσει μέσα από τους δαιδάλους της τεχνικής προς νέες περίπλοκες μορφές, στρυφνές και αινιγματικές. Για να μπεις στα άδυτα του νέου έργου τέχνης πρέπει να διαθέτεις πολλά «ειδικά κλειδιά».

Έτσι, ενώ ο σύγχρονος τεχνικός πολιτισμός αποδέσμευε όλο και μεγαλύτερες μάζες για να τις φέρει κοντά στο έργο τέχνης, το έργο τέχνης απευθυνόταν σε όλο και πιο εξειδικευμένο κοινό. Είχαμε δηλαδή μια αντίστροφη πορεία, που τελικά απομόνωσε τους σύγχρονους δημιουργούς και άφησε το μεγάλο κοινό, τη στιγμή που μπόρεσε επιτέλους να χτυπήσει την πόρτα της τέχνης, δίχως σύγχρονο καλλιτεχνικό έργο που να το κατανοεί και να το συγκινεί. Με μια λέξη, που να το αφορά.

Όμως ο πνευματικός δημιουργός όχι μόνο βρέθηκε απροετοίμαστος μπροστά σ’ αυτή την αιφνίδια και ριζική αλλαγή. Αλλά φαίνεται ότι αυτή η πολύχρωμη, πολύγλωσση και πολυεθνική μάζα τον τρομάζει. Αισθάνεται έτσι την ανάγκη να αποσυρθεί. Ο διψασμένος για πνευματικό καλλιτεχνικό έργο λαός, όλες αυτές οι φρέσκες, γεμάτες υγεία και κίνηση δυνάμεις δεν θα βρουν νερό για να ξεδιψάσουν.

Παράλληλα, μια άνευ προηγουμένου μαζική πλύση εγκεφάλου αρχίζει, με επίκεντρο έναν νέο τύπο ζωής βασισμένο εξ ολοκλήρου σε υλικά αγαθά. Ολόκληρη η δημιουργική ζωτικότητα των μαζών αποξηραίνεται προοδευτικά από τους χυμούς της ανθρωπιστικής παιδείας, των ιδανικών και των οραμάτων, όπως μας τα προσφέρει το έργο τέχνης και γενικότερα η πνευματική δημιουργία. Μ’ αυτό τον τρόπο δημιουργείται το «ιδεώδες» κοινωνικό περιβάλλον για να μπορέσει να σταθεί και να κυριαρχήσει ο αντιάνθρωπος.

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

~.~

Κρατώ κρυμμένα τα όνειρά μου στα τραγούδια σου

 

Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΚΟΡΟΣ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Ο ήλιος εβασίλεψε… κοίταξα πάνω κι είδα δυό φτερά μεγάλα να κινούνται αργά μα μέχρι να τα δω καλά και να τα ξεχωρίσω αλλάξαν σχήμα, μπλέξανε στα σύννεφα ψηλά μέσα σε φωτεινά σταχτιά γαλάζια γκρίζα ρόδινα, τα ‘χασα… συννεφιασμένη η μέρα απ’ το πρωί, θλιμμένη κι ο ουρανός βαρύς. Άσπρο πανάκι όρθιο σ’ ένα πλεούμενο σκαρί ακινητεί στο λιμανάκι. Ήσυχα όλα. Αλύτρωτος ο αγώνας σου και φεύγεις τον στερνό σου δρόμο απόψε.

Μένουν οι μουσικές σου θα μου πεις αλλά πώς να τραγουδηθούνε τα τραγούδια σου ορφανά χωρίς αγώνες κι όνειρα ελεύθερης περήφανης πατρίδας; Έγινε πλήθος ο λαός, στατιστικές και αριθμοί, επιθυμίες αχαλίνωτες κι εγωισμοί μας κατατρέχουνε περήφανοι για ότι νά ’ναι. Αχ πώς μας ξεγελάσαν τα τραγούδια σου! Πόσο γλυκά πιστέψαμε στην ακριβή τους λευτεριά και στην αδερφοσύνη!

Τώρα αγκαθάκια κι αγκυλώνουν. Ανάπηρη η ελευθερία που μας πουλάει η εποχή, αγορασμένα τα αγαθά, εισαγόμενα απ’ αλλού, ανάδελφη η πατρίδα, κοιτάει καθένας να σωθεί όπως μπορεί, λούσα κι αγοραθεραπεία η ζωή, κρυμμένη στα ρηχά η αγωνία. Φεύγεις κι εσύ, ναι, ξέρω, όλα φεύγουνε, κι εμείς, το σώμα είναι που φεύγει, η ψυχή, το πνεύμα είν’ αλλού, αλλά νά… κρατώ κρυμμένα τα όνειρά μου στα τραγούδια σου κι εσένα ζωντανόν στη μνήμη μου ακόμα αντρειωμένον μα είναι στα χέρια μου αναμμένα μαύρα κάρβουνα όλα αυτά, καμένα…

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΚΟΡΟΣ

 

 

 

Η εποχή και το όραμα του Μίκη Θεοδωράκη

 

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα
και θα αισθανθείς μέσα σου να πλημυρίζει
κάθε είδος μεγαλείου – και θα είσαι ευτυχισμένος.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Η μυθιστοριογραφία που ερωτοτροπεί –ενίοτε επιτυχώς– με την αλήθεια και την οποία ονομάζουμε ιστοριογραφία, αμηχανούσε πάντα, όταν έπρεπε να αντιμετωπίσει το ζήτημα της ιστορικής προσωπικότητας. Συνήθως τραύλιζε μια εκδοχή του «οργανωτή» της κοινωνικής ζωής τύπου Σπένγκλερ (πολύ πριν ο ίδιος ο Σπένγκλερ εκθέσει ενώπιον της υπέργηρης Ευρώπης τον ιστορικό «υπεράνθρωπό» του) – μέχρι ν’ αρχίσει να τρεκλίζει προς το νομιμόφρον υποκείμενο των στρουκτουραλιστών, το υποκείμενο κατασκευή της εποχής του.

Και στην μία και στην άλλη περίπτωση, το αποτέλεσμα –τουλάχιστον για την «πλοκή»– ήταν το ίδιο: οργανωτής ή ενεργούμενο, κατασκευαστής ή κατασκεύασμα της εποχής της, η μεγάλη προσωπικότητα αντλούσε το μεγαλείο της από την σύμπτωση, την αντιστοιχία, την ομολογία με το ιστορικό περιβάλλον εντός του οποίου υπήρξε.

«Σύμβολο» μιας εποχής, «εικόνα» και «ψυχή» της, είναι μερικές από τις ρητορικές αποστροφές, που χρησιμοποιεί η ιστοριογραφία γι’ αυτά τα πρόσωπα. Πού και πού τους εκχωρεί το δικαίωμα να έχουν υπάρξει με κάποιον διαδραστικό –ούτως ειπείν– τρόπο: κάτι έδωσαν, κάτι πήραν, κάτι διαμόρφωσαν και από κάτι διαμορφώθηκαν.

Τα σκέπτομαι αυτά, καθώς το ίνδαλμα Μίκης Θεοδωράκης, ο δημιουργός με τον οποίο ταυτίστηκαν άγνωστο πόσοι Έλληνες (δημιουργοί και μη) αποδήμησε πλήρης ημερών – πλην βρέφος ακόμα των αιώνων που του του ανήκουν.

Και διερωτώμαι: Ποια ήταν η σχέση του με τον εποχή του;

Ήταν ο σπουδαίος εκφραστής, το σύμβολο, η εικόνα της, έρχεται η πρώτη, αυθόρμητη απάντηση, ενισχυμένη από τον θαυμασμό με τον οποίον τον περιέβαλε η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων (ως επί το πλείστον της εποχής του). Τότε, γιατί πολλοί από τους θαυμαστές του διαμαρτύρονταν συχνά και όχι πάντα πολιτισμένα για τις επιλογές του; Γιατί ενώ κανείς –εκτός από τις κυβερνητικές μηχανές, εκείνα τα Κυβόργια που περιφέρονται ανάμεσά μας ως «επιτυχημένα» στελέχη επιχειρήσεων– δεν αμφέβαλε ποτέ για την μουσική μεγαλοφυΐα του, συχνά χαρακτηριζόταν αμφιλεγόμενη προσωπικότητα; Μήπως επειδή η εποχή του ήταν αμφιλεγόμενη; Καθόλου. Η εποχή του ήταν γεμάτη παράδοξα (όπως κάθε εποχή λίγο ως πολύ) αλλά όχι ασαφής. Η παραδοσιακή ολιγαρχία επιχειρούσε να αντιμετωπίσει, με σταλινικές μεθόδους, την κοινωνική, πολιτιστική και πολιτισμική αφύπνιση ενός πολιτικά αδέξιου λαού, του οποίου μόνο ένα περιορισμένο τμήμα πίστευε πως η σταλινική ΕΣΣΔ είναι κοινωνικό μοντέλο της προκοπής. Ο στρατός και τα σώματα ασφαλείας εκπροσωπούσαν την βαρβαρότητα, η Εκκλησία τον σκοταδισμό και οι εργάτες και αγρότες την δίψα για ειρήνη και ευημερία. Επειδή αυτήν την σαφήνεια –βεβιασμένη, τεχνητή οπωσδήποτε– την είχε επιβάλλει η ολιγαρχία δια πυρός και σιδήρου, όλος ο βιωματικός πλούτος, που διέτρεχε τα αντίπαλα «στρατόπεδα» -εκφρασμένος από άτομα και ομάδες που δεν ταυτίζονταν με τις σκέψεις και τις ενέργειες των κατ’ επίφαση «ομοϊδεατών» τους- πνιγόταν σε ένα περιβάλλον ουσιαστικά δικτατορικό από το 1936 μέχρι το 1975 (παρά το μεταπολεμικό διάλειμμα μιας δημοκρατίας-φάρσας).

Αυτή ήταν η εποχή του Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος –όπως όλοι οι σπουδαίοι άνθρωποι- στάθηκε απέναντί της. Από εδώ προκύπτει το μεγαλείο του– όχι από την πλήρη σύμπλευσή του με την αθλιότητα, την παραδοξότητα ενός έθνους που είχε αποφασίσει –παρά τις καλές του προθέσεις– να αλληλοσπαραχτεί για λογαριασμό στερεοτυπικών κοινωνικών μοντέλων, κατεργασμένων από μυστικές υπηρεσίες και διανοούμενους αργυρώνητους παλιάτσους. Στο βάθος αυτού του αδιέξοδου αλληλοσπαραγμού ασφυκτιούσαν αρχές, αξιώματα, δεδομένα, επιθυμίες, παραστάσεις συναισθήματα, θεμελιώδη για την ύπαρξη και την ευημερία ενός έθνους.

Ο Θεοδωράκης προσηλώθηκε σε αυτά, χωρίς να εγκαταλείψει την Αγορά, την πραγματικότητα της Πόλεως (και στο σημείο αυτό υπήρξε Έλληνας Άνθρωπος με την κλασική έννοια). Και στην πραγματικότητα, ο μόνος συνομιλητής του ήταν το όραμα μιας Ελλάδας ιδανικής μέσα στην καθημερινότητα, τον ερωτισμό, την χαρά για την ζωή και την φιλελευθερία της.

Στάθηκε μόνος! Αυτό λένε οι σκέψεις και οι πράξεις του.

Υπήρξε ιδιοφυής μουσουργός, με συμβολή στην πρωτοτυπία. Λάτρευε τον Bach και επέστρεφε συνεχώς σε αυτόν, αλλά η μουσική γραμματική του ανήκε στην ρωσική avant-garde: Προκόπιεφ, Στραβίνσι, Σοστακόβιτς. Συνέθεσε συμφωνίες, αλλά έγραψε και τραγούδια τα οποία χόρεψαν άνθρωποι που αν άκουγαν ποτέ μια Συμφωνία θα τους έπιανε πονοκέφαλος. Υπήρξε κομμουνιστής, αλλά δεν ανεχόταν τον δογματισμό. Υπήρξε βουλευτής του ΚΚΕ, αλλά άσκησε καταιγιστική κριτική στις οργανωτικές αρχές και τις πολιτικές προθέσεις του. Θα μπορούσε κανείς να πει πως ήταν βαθιά Αντιεξουσιαστής. Και ήταν – με την έννοια του μεγάλου δημιουργού, που τολμάει ν’ αντικρίσει το οντολογικό χάος, την απουσία νοήματος, το «τετριμμένο» του βίου και αναλαμβάνει να δημιουργήσει σημασίες, ανασύροντας από το χάος την γεμάτη νόημα καρδιά του. Αυτή η καρδιά ήταν για τον Θεοδωράκη η Ελλάδα: ένα κορίτσι έτοιμο να ζήσει με όλη την σημασία του ρήματος, ψιθυρίζοντας τον στίχο του Αρχίλοχου: Η ζωή με τραγούδια εξημερώνεται…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

 

 

 

Γράμμα στον Μίκη Θεοδωράκη

 

Αθήνα, 5 Σεπτεμβρίου 2021

Αγαπητέ κύριε Μίκη Θεοδωράκη,

Αν ήμουν αρκετά γενναίος, αυτό το γράμμα θα το διαβάζατε ο ίδιος. Θα είχα φροντίσει να μελετήσω πιο προσεκτικά τα βήματά σας, την πορεία σας στη μουσική, στη ζωή, στην πολιτική – θα σας είχα ευχαριστήσει. Αν το είχα κάνει, ίσως να σας χάριζα κι ένα χαμόγελο. Αν το είχα κάνει, θα είχα τώρα κι ένα λόγο να κρατήσω. Όμως απέτυχα.

Τώρα φύγατε κι εγώ ξέρω πως δε στάθηκα γενναίος. Βρέθηκα ανέτοιμος στον αποχαιρετισμό μας. Και φταίω. Γιατί όταν δε φτάνουν οι λέξεις μας απέναντι στο σπουδαίο, δεν είναι που δεν υπάρχουν λέξεις. Είναι που δε φροντίσαμε να τις συλλέξουμε μία-μία προς τιμήν του. Θα σας κερνούσα μαστίχα, αλλά δεν προνόησα. Πέρασε η ώρα της συγκομιδής κι εκείνη έμεινε στο χώμα. Έτσι τέλειωσαν οι λέξεις.

Αυτό είναι το λάθος μου, κύριε Θεοδωράκη. Εσείς μου δώσατε το μέτρο να ξέρω πόσο απέχω απ’ τη ρώμη ενός αγωνιστή, πόσο απέχω απ’ τη λεπτότητα των αισθημάτων ενός τρυφερού ποιητή του λόγου και της μουσικής. Κι εγώ που δε σας έδωσα τίποτα πίσω, θα αναζητώ τώρα τις διαδρομές του έργου και της ιστορίας σας, μήπως πάρω δύναμη απ’ την ορμή σας, μήπως κλέψω φως απ’ τον ήλιο της όμορφης πόλης σας που διαρκώς ανατέλλει.

Κύριε Θεοδωράκη, σε εσάς, που η αγάπη σας υπήρξε τόσο μεγάλη, μια αγάπη που ο Σεφέρης θα έλεγε πως ήρθε αδελφωμένη με το χρέος ενός αγωνιστή, έστω και τώρα σας δίνω το λόγο μου – στα διλήμματα που ποτέ δεν παύουν να έρχονται, στις κρίσιμες επιλογές, στους στίχους και στη ζωή μου, να κάνω την αγάπη σας πυξίδα μου και, όσο καταφέρω, να πορευτώ γενναία κι εγώ, όπως ζήσατε.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ

 

Ο Γ.Β. γεννήθηκε το 1998 στην Αθήνα. Το 2013, σε ηλικία 15 ετών διακρίθηκε ως στιχουργός στην Τέταρτη Ακρόαση Νέων Δημιουργών της Μικρής Άρκτου, από την οποία κυκλοφορούν το βιβλίο του Αδιανόητα διαφορετικοί (2013), ο παιδικός δίσκος Ποιος μου χάλασε το τραίνο που συνυπογράφει με τον στιχουργό Παρασκευά Καρασούλο (Μουσική Γιώργος Ανδρέου, 2015) και ο πρώτος του προσωπικός δίσκος Τρίτη έξοδος (μουσική Σπύρος Παρασκευάκος, ερμηνεία Δήμητρα Σελεμίδου, 2017). Είναι τελειόφοιτος στο τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

 

Το μουσικό σύμβολο του νέου ελληνισμού

 

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Ο τιτάνιος δημιουργός που πραγμάτωσε το μουσικό πεπρωμένο του νέου ελληνισμού (στην πιο υψηλή έννοια της μουσικής), ο άνθρωπος που υψώθηκε σε θέση ιστορικού συμβόλου, δεν είναι πια εν ζωή. Διακόσια χρόνια μετά την Παλιγγενεσία και εκατό χρόνια μετά την Καταστροφή, απέρχεται αλλά μας αφήνει μιαν ατίμητη κληρονομιά.

Γεννημένος σε γη θερισμένη και αλωνισμένη από τον θάνατο, υπό το βάρος της μικρασιατικής τραγωδίας και υπό τη διάψευση των έσχατων ελπίδων που γέννησε το έπος της εθνικής αντίστασης, ο Μίκης Θεοδωράκης αφουγκραζόταν όσο ελάχιστοι το βήμα των νεκρών αλλά και την απόγνωση των ζωντανών αυτού του Τόπου. Μεγάλος στη νεανική τραγική του εκλογή, ωραίος στην ορμή για πράξεις ανδρείες, θαυμαστός στον έρωτά του για τη δόξα –κάτι που ποτέ δεν έκρυψε–, κατέκτησε με το Έργο του το δικαίωμα να μας ζητά, με όποιο τρόπο ήθελε, να σταθούμε στο ύψος της ιστορικής μας αποστολής και αυτού που ονόμαζε «όραμα της εθνικής αναγέννησης».

Ακλόνητος στην πίστη του για ένα πολιτισμό δύναμης και ζωτικής ορμής, ξένος προς τις μελοδραματικές ψευτιές που διακινούν πολλοί για να καμαρώνουν μπροστά στον καθρέφτη φορώντας τενεκεδένια παράσημα ευαισθησίας, αυτός μόνον ένα καθρέφτη αναγνώριζε: τα μάτια των ανθρώπων του Λαού μας. Υπήκοος αυτής της απόφασης όχι απλώς υπερασπίστηκε την Παράδοση (που μετά τον Πόλεμο φαινόταν να οδεύει προς ιστορικό θάνατο), αλλά επιβεβαιώνοντας πως μυστικές πνευματικές δυνάμεις δρουν κάτω από αμφιλεγόμενες πολιτικές επιφάνειες, ανανέωσε τους εκφραστικούς πυρήνες του ελληνικού μέλους συγχωνεύοντας τον δωρικό και τον ιωνικό ρυθμό τόσο ιδανικά ώστε να καταστεί για τον νέο ελληνισμό αυτό που ήσαν (τηρουμένων των αναλογιών) ο Πίνδαρος στους αρχαίους, ο Ρωμανός ο Μελωδός στους μέσους χρόνους.

Η επέλαση των μουσικών του θεμάτων, οι εναλλαγές αισθηματικών ορμών, οι απότομες είσοδοι, οι ισχυρές ανελίξεις σε κορυφώματα δυναμικότητας που διατηρούν όλη τους την ένταση, η ισορροπία διονυσιακού και απολλώνιου στοιχείου, ο τρόπος που συντόνιζε με οργιαστική, μυσταγωγική και μαντική δύναμη, επικά, λυρικά και ελεγειακά μέρη, κατέδειξαν πως ήταν ο Πρώτος. Παιάνες, μοιρολόγια, συμφωνικά έργα, καντάτες, λαϊκά τραγούδια, ύμνοι, ορατόρια, διθύραμβοι ένωναν συγκρούσεις κι αγωνίες, υποσυνείδητες φωνές και ηθικές κατευθύνσεις. Ο αδιάπτωτος, αισχύλειος τρικυμισμός της μουσικής ψυχής του, που σκανδαλίζει σιδώνιους και ευριπίδειους χαρακτήρες, τρικυμισμός που γεννήθηκε από το δημοτικό τραγούδι και τη βυζαντινή υμνογραφία, αλλά και μεγάλες επιτεύξεις της δυτικής μουσικής, ποτέ δεν έχασε τη κρητομυκηναϊκή αγνότητα, ποτέ δεν έκανε παραχωρήσεις προς λιγωτικά σιρόπια της ανατολής ή χαβανέζικες εκδοχές δύσης. Κορφολογώντας τα πιο όμορφα βλαστάρια της δημοτικής παράδοσης και του ζωντανού τραγουδιού, που πάντα ανθίζει στα χείλη του λαού, έστησε ένα λαμπρό Οικοδόμημα, με θεμέλια τα τρία μεγάλα οργανικά στοιχεία του ελληνικού τραγουδιού (τον Λόγο, τη Μουσική και τον Χορό), συναρμόζοντας κλασική και κοινοτική παράδοση, λόγια και λαϊκή ψυχή.

Και οι πολιτικές του ανακολουθίες; θα παρατηρήσουν οι ψυχροί ορθολογιστές με το σπασμένο θερμόμετρο στο χέρι και τον υδράργυρο στη γλώσσα. Είναι τόσο δύσκολο λοιπόν να στοχαστούμε ιστορικά, να σκεφτούμε πως μετά από μερικές δεκαετίες, όταν οι πρόσκαιρες ιδέες και οι συμπτωματικές πράξεις σβήσουν, θα μείνει το Έργο που θα φωτίζει στους αιώνες τον νου και την καρδιά ενός Λαού;

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

 

 

 

Ο Μίκης των Ελλήνων

 

Η ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΙΒΑΚΟΥ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Ο Μίκης των Ελλήνων (όπως για πρώτη φορά σωστά έγραψαν οι τηλεοπτικές οθόνες) μας έκανε ακόμη και με το θάνατό του ένα μεγάλο δώρο: αφύπνισε τη συλλογική μνήμη, κάνοντάς μας συμμέτοχους των εμπειριών του, μουσικών και πολιτικών.

Όπως έγραψε στο ποίημα – ποταμός «Κατάσταση Πολιορκίας» η Ρένα Χατζηδάκη και μελοποίησε τόσο σπαρακτικά ο Μίκης (αλλά και δείχνοντας υψηλή ευαισθησία δημοσίευσε στο facebook η κόρη του συνθέτη λίγο πριν το τέλος του), «Ο χρόνος παραμορφώθηκε [….] εγώ η μνήμη ανήμερη». Αυτή τη μνήμη ξεσήκωσε μέσα μας ο θάνατος του Μίκη. Όχι μόνο για όσους είμαστε παρόντες και παρούσες στο θέατρο Κεντρικό, στην πρώτη παρουσίαση του «Επιτάφιου» το 1961, ή στο στάδιο Καραϊσκάκη το 1974, αλλά και για τα σημερινά παιδιά, τα οποία, σε αντίθεση από τις προσδοκίες της Χατζηδάκη (όπως τις εκφράζει στο παραπάνω ποίημα*), δεν έχουν καταλάβει την κληρονομιά τους, ούτε είναι σκληρά στη μνήμη, καθώς την έχουν εναποθέσει στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή. Όμως στέκονται στ’ αλήθεια χωρίς ρομαντισμούς, σημαδεμένα από τη γνώση της μοναξιάς τους, αναζητώντας μια ταυτότητα. Κι αυτό, γιατί γνωρίζουν πως χωρίς ταυτότητα δεν μπορούν να έχουν αυτεπίγνωση των βιωμάτων τους, δεν μπορούν να μετέχουν στη συλλογική μνήμη.

Η συλλογική μνήμη για τον Μίκη είναι η εθνική μνήμη. Ενώ η ατομική σχηματίζεται από τις εμπειρίες που το ατομικό εγώ συσσώρευσε κατά τη διάρκεια της ζωής του και ανακαλεί στο παρόν κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, η εθνική μνήμη συγκροτείται από τις αφηγήσεις της κοινότητας κι απ’ την ανάγνωση της Ιστορίας. Διατηρεί, έσω και στα βάθη του ασυνείδητου, τις παραδόσεις και τους θρύλους, τα έθιμα και τα βαθύτατα κοιτάσματα των συμπεριφορών μας. Τις νίκες και τις ήττες μας, τις ιστορικές μας παρακαταθήκες αλλά και την ιταμότητα των εμφύλιων διαμαχών μας, κάθε τι που σημάδεψε την ιδιοπροσωπία αυτού του τόπου. Στην ανάκληση αυτής της μνήμης μάς καλεί συνεχώς ο Μίκης. Με τα λόγια και τη μουσική του.

Ο θάνατός του είναι η τελευταία του κραυγή για να μας βγάλει από τον λήθαργο στον οποίο φαίνεται ότι έχουμε περιπέσει. Μια κραυγή βγαλμένη από τα σπλάχνα ενός ηρωικού παρελθόντος, γεμάτη από τις αντηχήσεις μιας μουσικής που πότε με τον λυρισμό της και πότε με την επική της διάσταση σπάει τα όρια της «εθνικής μας μοναξιάς» και ηττοπάθειας. Οι νέοι που έσπευσαν να αφήσουν λίγα λουλούδια στα σκαλοπάτια του σπιτιού του, κι όσοι θα προσκυνήσουν τη σορό του μεθαύριο στη Μητρόπολη, ίσως να άκουσαν αυτήν την κραυγή. Ο χρόνος θα δείξει.

ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΙΒΑΚΟΥ
Βριλήσσια, 4 Σεπτεμβρίου 2021

* Οι στίχοι από το τρίτο μέρος της «Κατάστασης Πολιορκίας», Ο χρόνος παραμορφώθηκε, που αναφέρεται στα παιδιά: «Όμως θαρρώ, οι μόνοι που ίσως καταλάβουν θα ναι τα παιδιά / πλούσια απ’ την κληρονομιά μας / πρώτη φορά, τα παιδιά / σκληρά στη μνήμη, σκληρά σε μας / θα διαβάσουν ίσως έγκαιρα / τ’ αδέξια μηνύματα των προτελευταίων ναυαγών / διορθώνοντας τα λάθη / σβήνοντας τα ψέματα / ονοματίζοντας σωστά, χωρίς ρομαντισμούς τα παιδιά, / χωρίς αναγραμματισμούς ηλικίας / σημαδεμένα από την αστραπή / τη γνώση της μοναξιάς της δύναμης / που σε μας άργησε τόσο πολύ να ’ρθει».

 

 

Από τον Όλυμπο στην Ιπποκράτους: δύο μνήμες

~.~

Ο ΝΙΚΟΣ ΞΥΔΑΚΗΣ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Μεσούσης, που λένε, της δικτατορίας, πρέπει να ήταν 1970 με 1971, βρέθηκα ένα χρονικό διάστημα σ’ ένα από τα πιο απομακρυσμένα χωριά του Ολύμπου. Εκεί στις εξορμήσεις μου στις έρημες πλαγιές του βουνού ανάμεσα σε θεόρατα έλατα μέσα στη σιωπή μ’ ένα μικρό ταλαιπωρημένο κασετόφωνο στη διαπασών, μακριά απ’ το «εχθρικό αυτί», χωρίς φόβο και σαν να βρισκόμουν στην άκρη του κόσμου άκουγα και τραγουδούσα τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια εκείνο τον καιρό. Τραγούδια με τις πιο πλατιές, σχεδόν νωχελικές μελωδίες.

Όμορφη πόλη
φωνές μουσικές
απέραντοι δρόμοι
κλεμμένες ματιές…
ο ήλιος χρυσίζει
κεριά σπαρμένα…

Απ’ τις καμινάδες ξέφυγε η καπνιά…
σκέπασε ατμός ατμός τον έρωτα μας…

Τώρα που θα φύγεις πάρε μαζί σου και το παιδί…

Ο ύπνος σε τύλιξε…

Αμαρτία μου να ’χω κι εγώ μιαν αγάπη…

Της Δικαιοσύνης ήλιε…

Μαζί με άλλα πιο μαχητικά. Στις κορυφές του Ολύμπου, εκεί απέναντι σ’ ένα πλάτωμα σαν αντίγραφο μιας πόλης ουράνιας, σαν μια πλατεία που δεν γινόντουσαν πια συλλαλητήρια, η μουσική και τα τραγούδια του Μίκη αντηχούσαν σχεδόν ιδανικά και για πάντα. Κι εγώ λες κι ανακάλυπτα το κρυφό πρόσωπο της μουσικής. Ένοιωθα πως η συλλογική ψυχή δεν ήταν άδεια και κενή, σε μια χρονική στιγμή που είχες την αίσθηση πως ζεις σε μια γέρικη χώρα. Αυτό έκανε τα τραγούδια του ν’ ακούγονται λίγο σαν μια πράξη αντιποίνων και δικαιοσύνης. Που δεν ξέρω αν έρχεται ποτέ. Όμως μαζί με την αξία τους τη μουσική, της τέχνης του τα μυστήρια, γεννούσανε μια ηθική συγκίνηση. Οι νότες της μουσικής του ακουγόντουσαν πιο τραγικές από ένα συνηθισμένο τραγούδι. Και σαν τον μουσκεμένο στο νερό, δεσμευόμουν όλο και περισσότερο από την μουσική του.

Πολύ αργότερα μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, μέσα στην ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα της εποχής και την πτώση της δικτατορίας θα τον δω πρώτη φορά από κοντά. Νύχτωνε στην οδό Ιπποκράτους, στο κατηφόρισμα προς την Πανεπιστημίου. Στο βάθος του δρόμου φαινόταν μια ψιλόλιγνη φιγούρα που γρήγορα την αντιλήφθηκαν, και την αναγνώρισαν κι άλλοι περαστικοί. Τον κύκλωσαν, άρχισαν να του μιλάνε σαν να τον περίμεναν από χρόνια. Του ζητούσαν μια πορεία ειρήνης. Έλεγε πως δεν είναι η στιγμή. Στο τέλος τον πίεζαν να τραγουδήσει κάτι. Αρνιόταν ευγενικά. Είχαν μαζευτεί ήδη καμιά σαρανταριά άτομα. Υπέκυψε. Ανέβηκε στο σκαλοπάτι μιας εισόδου πολυκατοικίας. Άρχισε να τραγουδάει με τον γνωστό παθιασμένο του τρόπο «Είμαστε δυο, είμαστε τρείς… είμαστε χίλιοι δεκατρείς». Με νικηφόρα πεποίθηση. Λες και ήθελε να ταρακουνήσει όλη τη χώρα. Και ας ήταν μόνο σαράντα μπροστά του. Σε λίγο τον συνόδευαν όλοι εν χορώ σε μια έκρηξη αγάπης. Η φωνή του ήταν σαν να ’βγαινε όχι από το στόμα, αλλά από τους πόρους του σώματος και της Μνήμης. Κάτι σαν κάλεσμα σε δράση, μια ώθηση, με μεγάλες χειρονομίες μαέστρου, που δεν καθοδηγούσε κάποια ορχήστρα αλλά έδινε κουράγιο.

Καθώς άρχισε σε λίγο να καταλαγιάζει αυτό το κάπως επικό περιστατικό και το μικρό εκείνο πλήθος να διαλύεται, ανάμεσά τους ξεκίνησε μια ισχνή φωνή να τραγουδάει το τραγούδι του Μίκη και του Μανόλη Αναγνωστάκη «…και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα κι ούτε κανένας με γνώριζε». Κανείς όμως δεν φάνηκε πια να το ακολουθεί και σιγά σιγά έσβησε μισοτελειωμένο…

Από εκείνο το σούρουπο, από εκείνη τη διαδρομή, από τον Όλυμπο ώς την Ιπποκράτους και μέχρι σήμερα, ακόμα με συνοδεύει ο απόηχος αυτού του τραγουδιού…

ΝΙΚΟΣ ΞΥΔΑΚΗΣ

Ο Μίκης Θεοδωράκης ηγέτης του νεώτερου ελληνισμού

~.~

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Όλα άρχισαν με την αποφασιστική πρωτοβουλία του Μπετόβεν στο τελευταίο μέρος της Ενάτης συμφωνίας – διάλεξε την «Ωδή στην Χαρά» του Σίλερ. Δεν επρόκειτο για λιμπρέτο όπερας, ούτε θρησκευτικό κείμενο κάποιας μουσικής Λειτουργίας ή ενός Ορατορίου, όχι. Ο μέγας Λούντβιχ μελοποίησε ένα υπέροχο ποίημα (με κοινωνικές και πολιτικές αιχμές δίπλα στις ρομαντικές του πρόνοιες).

Ο Μίκης Θεοδωράκης υιοθέτησε (δεν υπήρξε ο μόνος αλλά ένας από τους πλέον αποτελεσματικούς) αυτήν την προσέγγιση και την εισήγαγε στον νεοελληνικό μουσικό πολιτισμό. Μελοποίησε Σολωμό, Κάλβο, Παλαμά, Μαβίλη, Δροσίνη, Σικελιανό, Καβάφη, Καρυωτάκη, Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο, Βάρναλη, Λειβαδίτη, Κατσαρό, Αναγνωστάκη, Γκάτσο, Ρώτα, Γκανά, Χάινε, Λόρκα, Νερούδα, Χικμέτ, Καμπανέλλη, Χριστοδούλου αλλά και Γ. Θεοδωράκη, Μποστ, Βίρβο, Ελευθερίου, Παπαδόπουλο, Μύρη, Καρατζά, Μπουρμπούλη, Νικολακοπούλου, Τριπολίτη… Και κατόρθωσε να βάλει στο στόμα του λαού του τους στίχους των ποιητών, τραγουδισμένους από ερμηνευτές λαϊκούς, φωνές εμβληματικές που διδάχτηκαν την τέχνη τους δίπλα σε λαϊκούς τραγουδοποιούς και συνθέτες του μεγέθους ενός Βαμβακάρη, ενός Τσιτσάνη, ενός Χιώτη. Ο νεώτερος Ελληνισμός (εκτός κάποιων λαμπρών εξαιρέσεων στα Επτάνησα και για μια χρονική περίοδο στην Κρήτη) δεν συμμετείχε στην Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό (τουλάχιστον με τον τρόπο άλλων ευρωπαϊκών λαών) – δεν θήτευσε στην αρχιτεκτονική σταθερότητα της Αρμονίας, έπαιζε (και παίζει) όμως στα δάχτυλα την Μελωδία, το Μέλος. Στην ελληνική γλώσσα (από την Οδύσσεια του Ομήρου ως το Ακριτικό Έπος και τον Ερωτόκριτο) όλες οι αφηγήσεις τραγουδούνται μονωδιακά, αποτελούν τμήμα μιας ευρύτερης «προφορικότητας» που συντηρείται ευλαβικά (μοτίβα, μελίσματα, ρυθμολογία) κάτω από την σκέπη της λόγιας (γραπτής σε παρτιτούρα) Βυζαντινής εκκλησιαστικής υμνωδίας. Ο Θεοδωράκης το γνωρίζει αυτό πολύ καλά (του το υπαγορεύει ίσως η Κρητική του ρίζα). Γι’ αυτό επιμένει πως η κεντρική μελωδική επιρροή της «Συνεφιασμένης Κυριακής» είναι ο Ακάθιστος Ύμνος.

Ο Θεοδωράκης, παιδί ωδείου και ακαδημαϊκής μουσικής μόρφωσης. Μαθητής της Νάντιας Μπουλανζέ, μιας από τις κορυφαίες θεωρητικούς της μουσικής στον εικοστό αιώνα αλλά και του σπουδαίου συνθέτη Ολιβιέ Μεσσιάν. Μελετά τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό (δωδεκάφθογγο, ατονικότητα, σειριακές δομές, αλεατορική ερμηνευτική προσέγγιση) – συγκλίνει και αποκλίνει. Αισθάνεται πιο κοντά με τους υπερασπιστές ενός ιδιότυπου «είδους μικτού και νόμιμου» (κατά την ρήση του Σολωμού) – μιας συνύπαρξης της μελωδίας με όλες τις κατακτήσεις του μοντερνισμού (Λουτοσλάφσκι, Πεντερέτσκι, Σνίτκε, Παρτ…). Στην ψυχή του Μίκη (είναι φανερό – ακούγοντας το έργο του) ηχούν προνομιακά ο Μπετόβεν, ο Μπραμς, ο Τσαϊκόφσκι, ο Ντβόρζακ, ο Σμέτανα, ο Μπερλιόζ, ο Βάγκνερ, ο Γκριγκ, ο Σιμπέλιους, ο Χολστ, ο Προκόφιεφ, ο Μπρούκνερ, ο Σοστακόβιτς… Η εξέλιξη του ευρωπαϊκού κλασσικισμού σε εκδοχές «εθνικών σχολών» τον προβληματίζει και τον υποχρεώνει να αναζητήσει το νεοελληνικό ανάλογο. Δεν τον ικανοποιούν οι προσπάθειες του Καλομοίρη, του Βάρβογλη, του Ριάδη. Τον συγκινούν ο Σκαλκώτας (η πιο «τονική» εκδοχή του) κι ο Κωνσταντινίδης (που με το ψευδώνυμο Κώστας Γιαννίδης υπογράφει την σύνθεση πολλών όμορφων «ελαφρών» τραγουδιών).

Ωστόσο ο Μίκης το αισθάνεται εμφατικά – η συμφωνική εκδοχή δεν «μιλά» στην καρδιά του λαού του. Ο λαός του από αλλού έρχεται – και χρειάζεται χρόνος, πείσμα και τρόπος για να συγκλίνει με την πολύπειρη (στο συμφωνικό ηχητικό πεδίο) Δύση. «‘Εθνική Σχολή» ίσον μουσικές επιρροές από την δημοτική και λαϊκή παράδοση ενός τόπου (ενός έθνους, ενός λαού) συν προσωπική δημιουργική προσέγγιση από τον συνθέτη συν (κατά περίπτωση) συνάντηση με σημαντικό λογοτέχνη που γράφει στην γλώσσα αυτού του τόπου (του έθνους, του λαού). Ωραίο παράδειγμα ο «Περ Γκίντ» του Γκρικ – έργο βασισμένο στο ομότιτλο θεατρικό κείμενο του Ίμπσεν. Αντί του συμφωνικού ηχητικού περιβάλλοντος (ξένου σ’ έναν λαό που έχει μουσικά κατηχηθεί με το μονωδιακό μέλος – στην εκκλησία, στο Δημοτικό και στο Λαϊκό Τραγούδι) ο Θεοδωράκης τολμά, προτείνει τον ήχο της λαϊκής ορχήστρας του Τσιτσάνη: Μπουζούκια, κιθάρες, πιάνο, κοντραμπάσο, κρουστά. Κι αντί για τενόρο, σοπράνο, άλτο και μπάσο (τραγουδιστές τεχνικής φωνητικής τοποθέτησης) επιλέγει λαϊκούς τροβαδούρους και λαϊκές μαντόνες.

Χαρακτηριστικό επεισόδιο της διαδρομής αυτής οι δύο εκδοχές στον «Επιτάφιο», το μελοποιημένο μοιρολόι του Ρίτσου, με την «φωνή» μιας μητέρας που θρηνεί (σε πρώτο πρόσωπο) τον σκοτωμένο γιο της: Η πρώτη εκδοχή έχει ενορχηστρωθεί λεπταίσθητα από τον Χατζιδάκι κι έχει ερμηνευτεί λυρικά από την Μούσχουρη, Η ορχήστρα «φθάνει» μέχρι την χρήση μαντολίνου (ως ηχητική μετωνυμία του μπουζουκιού που ο μέγας Μάνος πολλές φορές θα επιλέξει -σολομώντεια λύση – στις ενορχηστρώσεις του, προτείνοντας ένα λαϊκής καταγωγής έγχορδο που εξελίχθηκε εξίσου σε εκφραστή ακαδημαϊκών συνθέσεων ως καμεράτα νυκτών εγχόρδων, με πλήθος μουσικών δημιουργιών για χάρη του (ανάμεσα τους πολλά εξαίρετα έργα του Βιβάλντι). Η δεύτερη εκδοχή, ενορχηστρωμένη από τον δημιουργό, τον Μίκη, επιλέγει στα ίσια τον λαϊκό ήχο – μπουζούκια που συμπρωταγωνιστούν με μια ανδρική φωνή (και τι φωνή – τον Μπιθικώτση) σε μια ηχητική προσέγγιση που υποστηρίζει πως «Εθνική Σχολή» για τον νέο ελληνισμό (δεν μπορεί παρά να) είναι μουσικά το Τραγούδι του Λαού (εκκλησιαστικό, δημοτικό, λαϊκό), περασμένο μέσα από τα απαραίτητα φίλτρα μιας συνθετικής προσέγγισης που διατηρεί τα αναγκαία ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά. Ένα λαϊκό τραγούδι του Μίκη (και του Μάνου) ακούγεται πολύ διαφορετικό από ένα αντίστοιχο του Τσιτσάνη ή του Καλδάρα.

Ο Θεοδωράκης πάλεψε ολόκληρη ζωή με το αίνιγμα του «μικτού και νόμιμου» είδους και ύφους. Σε πολλά έργα του απομακρύνθηκε αποφασιστικά από το λαϊκό ηχητικό περιβάλλον, στο «Κάντο Χενεράλ» πχ. (σε ποίηση Νερούδα) και βέβαια σε όλο το ακαδημαϊκό συμφωνικό του έργο – διατηρώντας ωστόσο πάντα ζωντανή την μοτιβική συνομιλία με την Ελληνική μουσική Παράδοση. Στο εμβληματικό «Άξιον Εστί» (σε ποίηση Ελύτη) υποχρεώνει συναρπαστικά σε συνύπαρξη όλες του τις μουσικές επιρροές, όλες τις «αντιφάσεις» των καταγωγών και των εκκινήσεων του: Μοντερνισμός και λαϊκά τραγούδια, δομή ορατορίου, θεατρικός και μουσικός αφηγητής, βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής μονωδιακά μοτίβα που συμπλέκονται με πολυφωνικά χορωδιακά που παραπέμπουν σε προχωρημένες αρμονικές κατακτήσεις του δυτικού μουσικού εικοστού αιώνα – ένα πολυπρισματικό ανεπανάληπτο αριστούργημα που κηρύττει την ανάγκη ειρήνευσης του Ελληνισμού με όλες του τις πολιτισμικές καταγωγές, αυτό που ο Σεφέρης προσδιορισε ως απόσταση μας εξίσου από την Ανατολή και την Δύση.

Υποστηρίζω πως η λέξη «απόσταση» εδώ ιστορεί την ύπαρξη ενός πρωθύστερου σχήματος στον νεοελληνικό πολιτισμό: Καταγόμαστε από περιοχές παλαιότερες των νεωτερικών δυτικών αντιστοίχων, τις οποίες εκλεκτικά ενσωματώνουμε στο σύγχρονο ηθικό και πολιτισμικό μας σύμπαν, αναγνωρίζοντας τες ως ιδιοφυή τέκνα του λαμπρού παρελθόντος που διεκδικούμε ως «δικό» μας (αλλά που αποτελεί έτσι κι αλλιώς παγκόσμια κληρονομιά). Ο Θεοδωράκης περιέχει το Ακριτικό Έπος και τον Ερωτόκριτο στο ποιητικό του σύμπαν, αναγνωρίζοντας την ιδιοφυή δυνατότητα τόσο του Λαού όσο και του προσδιορισμένου ταυτοτικά επώνυμου δημιουργού να παράξουν αριστουργήματα. Συγχρόνως συνειδητοποιεί την παρουσία του Ρωμανού του Μελωδού ως μέγιστου τραγουδοποιού (με βαθύτατα ερωτική προσέγγιση του Θείου) κι αυτή η διαδρομή αυτογνωσίας τον οδηγεί αναπόφευκτα στους μεγάλους Τραγικούς που –κατά την παράδοση– συνέθεταν την μουσική των χορικών τους και τα χορογραφούσαν οι ίδιοι. Ο Χρόνος ως Καιρός κι ο Χώρος ως Τόπος (κατά την ιδιοφυή προσέγγιση του Μαρωνίτη). Ο Μίκης δρα στο μουσικό πεδίο όπως ο Παλαμάς κι ο Σεφέρης – είναι συγχρόνως δημιουργός και θεωρητικός, όχι αφηρημένα αλλά βιωματικά, με το δέρμα και το αίμα, με το δράμα που βιώνει ο μεγάλος καλλιτέχνης όταν ψηλαφεί το έργο με το Νού και την Καρδιά σε αγαστή ενότητα.

Οι μελωδίες κι οι ρυθμοί του Μίκη συνομιλούν αγαπητικά με τις αντίστοιχες του Λαϊκού μας Τραγουδιού. Κατά το ένα μέρος – ένα άλλο κυριαρχείται από την Κρητική μουσική παράδοση. Η γλώσσα των μουσικών του δημιουργιών περιέχει τις μελισματικές εκδοχές των μαντινάδων και του Ριζίτικου, ο αγαπημένος του ρυθμός (τα δύο τέταρτα) αποτελεί εμφανή αναφορά στους κρητικούς χορούς που μετριούνται στα δύο. Υπάρχει και τρίτο μέρος – με ηχώ ηπειρώτικη («Την Ρωμιοσύνη μη την κλαις»), ευρύτερα της δημοτικής παράδοσης (παραλογές και μοιρολόγια – «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού») – και τέταρτο, εκείνο των εκτός ελληνικού τοπίου επιρροών (κλασσική μουσική, ποπ, ροκ και «έθνικ» ιδιώματα).

Ο Θεοδωράκης κατάγεται από την πατριωτική εκδοχή της Αριστεράς. Απεχθάνεται τον «εθνομηδενισμό». Δυσπιστεί απέναντι σε προκατασκευασμένους ιδεολογικούς θύλακες (τους οποίους αρκετές φορές συνδημιούργησε για να τους υπονομεύσει στην συνέχεια – ουδείς αναμάρτητος). Υπήρξε ο αρχηγός των Λαμπράκηδων. Βίωσε τα τραγικά Δεκεμβριανά ως νεαρός μαχητής. Πέρασε από την Μακρόνησο. Επιβίωσε από σοβαρές ασθένειες, βιαιότητες, βασανιστήρια, κακουχίες, προσβολές και ηθική υπονόμευση. Κέρδισε ευρωπαϊκές υποτροφίες για μουσικές σπουδές, τιμήθηκε με διεθνή βραβεία, είδε τα ακαδημαϊκά έργα του να ερμηνεύονται από σημαντικές ορχήστρες παντού στον κόσμο. Συνάντησε δια ζώσης αρκετούς μεγάλους (όπως ο ίδιος), περιέφερε τον κόσμο των τραγουδιών του στην οικουμένη. Συνέθεσε μουσικές για ταινίες του παγκόσμιου χωριού. Αγαπήθηκε από εκατομμύρια ακροατές, αναρίθμητοι δίσκοι των έργων του εκδόθηκαν κι έγιναν ανάρπαστοι σε πάμπολες χώρες. Ο καημός του υπήρξε πάντοτε ο Ελληνισμός. Αυτός ο γίγαντας, το «τάνκερ στην λίμνη των Ιωαννίνων» (όπως κάποτε αυτοχαρακτηρίστηκε, εκνευρισμένος με την μικρότητα του νεοελληνικού κρατιδίου), ο οικουμενικός αριστερός που δεν δίστασε να προειδοποιήσει στην αυγή της Μεταπολίτευσης «Ή Καραμανλής ή τανκς», ο αιρετικός υπουργός κυβερνήσεων με αντίθετο με το δικό του πολιτικό πρόσημο, ο αναθεωρητής που επιθύμησε να πεθάνει (κατά την γραπτή του επιθυμία) ως κομμουνιστής – ο Μίκης Θεοδωράκης με τον βίο, την πολιτεία και το έργο του, υπήρξε ένας από τους ελάχιστους αυθεντικούς ηγέτες του νεώτερου Ελληνισμού. Έφυγε το 2021, στην επέτειο των διακοσίων χρόνων από την Εθνική Παλιγγενεσία. Δεν υπάρχει αμφιβολία καμμία – πολέμησε κοντά στον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη, τον Μακρυγιάννη, τον Πλαπούτα, τον Διάκο, τον Ανδρούτσο, τον Νικηταρά. Καταδικάστηκε κι εκείνος από τους Βαυαρούς σε θάνατο. Επιβίωσε για να μας τραγουδήσει:

Στα περβόλια, μες στους ανθισμένους κήπους
σαν άλλοτε θα στήσουμε χορό
και τον Χάρο θα καλέσουμε
να πιούμε αντάμα και να τραγουδήσουμε μαζί

Κράτα το κλαρίνο και το ζουρνά
κι εγώ θα ’ρθώ με τον μικρό μου τον μπαγλαμά
Αχ, κι εγώ θα ’ρθώ…
μες στης μάχης τη φωτιά με πήρες, Χάρε
πάμε στα περβόλια για χορό

Στα περβόλια, μες στους ανθισμένους κήπους
αν σε πάρω, Χάρε, στο κρασί
αν σε πάρω στον χορό και στο τραγούδι
τότες χάρισέ μου μιας νυχτιάς ζωή

Κράτα την καρδιά σου, μάνα γλυκιά
κι εγώ είμ’ ο γιος που γύρισε για μια σου ματιά
Αχ, για μια ματιά..

Για το μέτωπο σαν έφυγα, μανούλα
εσύ δεν ήρθες να με δεις
Ξενοδούλευες και πήρα μόνος μου το τρένο
που με πήγε πέρ’ απ’ τη ζωή…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
4 Σεπτεμβρίου 2021

ανδρε