Η ιδεολογία της αξιοκρατίας και το ασυνείδητό της

*
του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Απ’ όλα τα είδη παιχνιδιών, όσα οριοθετούνται από αυστηρούς κανόνες και διέπονται από τη λογική της ποσοτικοποίησης κατέχουν αναμφίβολα κυρίαρχη θέση στις κατά Καιλλουά λογιστικές κοινωνίες του 20ού και του 21ου αιώνα – σ’ εκείνες τις κοινωνίες δηλαδή που χαρακτηρίζονται από υψηλά επίπεδα γραφειοκρατικής, «ορθολογικής» οργάνωσης.

Ευτυχώς, τα παιδιά επιμένουν ακόμα στα παιχνίδια προσποίησης, ρόλων, μίμησης και ιλίγγου. Μόνο τα παιδιά. Οι ενήλικες πετάνε από πάνω τους σαν ξεραμένο δέρμα τέτοιες συνήθειες· εκτός και αν μπορούν να τις απολαμβάνουν με ελεγχόμενο και «υπεύθυνο» τρόπο, σαν τις συνταγογραφημένες δόσεις έκστασης που προσφέρει η εξέδρα στους οπαδούς. Τα «σοβαρά» παιχνίδια των ενηλίκων προσπαθούν επίμονα να ξορκίσουν σχεδόν κάθε έννοια του πραγματικά τυχαίου (και όχι απλά της στατιστικού τύπου απόκλισης) και του λάθους.

Τόμοι ολόκληροι είναι αναγκαίοι για να περιγραφούν οι κανόνες τους. Στο όνομα τίνος; Μιας αξιοκρατίας που ωστόσο και αυτή η ίδια είναι κομμάτι της μυθολογίας των σύγχρονων αγώνων. Φαντάζεται κανείς ότι τα σημερινά παιχνίδια τείνουν προς μια απόλυτη (δηλαδή σχεδόν μαθηματικά εννοημένη) δικαιοσύνη. Στην ιδανική περίπτωση, κάθε εξω-αγωνιστικό στοιχείο (π.χ. ηθικό ή αισθητικό) οφείλει να εξοβελιστεί. Το απόλυτα δίκαιο παιχνίδι θα ήταν κάτι σαν το σκάκι: ένα παιχνίδι στρατηγικής χωρίς τύχη, στο οποίο επιπλέον οι παίκτες θα είχαν αντικατασταθεί από προσομοιωτές για να αποκλειστούν τα ολισθήματα. Ένα παιχνίδι βγαλμένο από τα όνειρα ενός γραφειοκράτη καριέρας.

Το χάσμα μεταξύ αγωνιστικών και εξω-αγωνιστικών στοιχείων μοιάζει έτσι αγεφύρωτο, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι στον Μεσαίωνα οι αγώνες ενίοτε λειτουργούσαν κατά τρόπο σχεδόν ανάστροφο, ακόμα και ως το έσχατο μέσο επίλυσης νομικών διαφορών. Μπαίνει κανείς στον πειρασμό να υποθέσει ότι εκεί είχαμε μια σχεδόν απόλυτη ταύτιση αγωνιστικού και εξω-αγωνιστικού στοιχείου. Ο νικητής του αγώνα αναδεικνυόταν αυτόχρημα και νικητής της δίκης. Με άλλα λόγια, η αγωνιστική του ανωτερότητα μεταφραζόταν και σε νομική ανωτερότητα, σε ηθική δικαίωση.

Οι σύγχρονοι αγώνες προσποιούνται ότι κρατάνε επιμελώς τις απόστάσεις τους από τέτοιες παρακινδυνευμένες ταυτίσεις. Κατά βάθος γνωρίζουν όμως ότι η απόλαυση του παιχνιδιού δεν βρίσκεται στην αξιοκρατία. Μια παντελής έλλειψη αξιοκρατίας θα καθιστούσε βέβαια αδιάφορο έναν οποιονδήποτε αγώνα (ίσως επειδή θα ήταν μια υπερβολικά πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας;). Το ίδιο όμως θα συνέβαινε και στην περίπτωση της πλήρους επικράτησης της αξιοκρατίας. Αν το μόνο που ενδιέφερε στην αναμέτρηση μεταξύ δύο ομάδων ή ατόμων ήταν απλά να επικρατήσει ο καλύτερος, τότε θα χρειάζονταν πολλοί αγώνες κι επαναλαμβανόμενες παρτίδες – από στατιστική και μόνο άποψη, ένας τελικός αγώνας από μόνος του ή και μια σύντομη σειρά τελικών δεν αποδεικνύει καμμία ανωτερότητα του νικητή.

Ο αθλητισμός δεν αναλώνεται όμως σε τέτοιες μακρηγορίες για χάρη της στατιστικής δικαιοσύνης. Αντιθέτως, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον φαίνεται να το έχουν οι αμφίρροπες αναμετρήσεις, ακριβώς δηλαδή εκείνες στις οποίες ο νικητής μπορεί να κριθεί από ένα και μόνο λάθος, από μια αδυναμία της στιγμής. Οι τελείως ανισοβαρείς (και για αυτό δικαιότεροι) αγώνες χάνουν το ενδιαφέρον τους.

Η απόλαυση του παιχνιδιού θα έπρεπε μάλλον να αναζητηθεί στη διαλεκτική ένταση που δημιουργεί το χάσμα μεταξύ φυσικής-αγωνιστικής και «ηθικής» ανωτερότητας. Η απόλυτη φυσική ανωτερότητα ενέχει κάτι το υπερανθρώπινο και για αυτό ίσως απάνθρωπο. Μοιάζει με βουβή φυσική δύναμη, πέρα από την ηθική, όπως ήξερε καλά ο Θουκυδίδης. Το παιχνίδι μοιάζει με μία (κατά βάση φαντασιακή) απόπειρα να συμπέσει η φυσική με την ηθική ανωτερότητα, που ποτέ ωστόσο δεν πρέπει να φτάσει στο σημείο εκπλήρωσης. Το χάσμα πρέπει να παραμείνει ανοικτό· αν κλείσει, το παιχνίδι θα εκπέσει αμέσως σε κάτι το αφόρητα αφελές (ίσως λόγω πλήρους παραμόρφωσης της πραγματικότητας;).

Ίσως επομένως οι αγώνες θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται περισσότερο ως επιτελεστικές μορφές μαζικής τέχνης, ένα είδος θεάτρου που μεταβολίζει την πραγματικότητα, αναπλάθοντάς τη φαντασιακά, στήνοντας ηρωικά και δραματικά σενάρια πάνω στο θέμα της πάλης μεταξύ φυσικής και ηθικής ανωτερότητας. Το εξω-αγωνιστικό στοιχείο είναι το κρυφό, ασυνείδητο αλλά αναγκαίο συστατικό κάθε αγώνα και όχι απλώς το «εποικοδόμημα» του. Η σύγχρονη μυθολογία της αξιοκρατίας μπορεί να παριστάνει ότι θα ήταν ικανοποιημένη ακόμα και με αγώνες μεταξύ ομοιόμορφων ρομπότ, χωρίς το βάρος της ιστορίας και των ανθρώπινων, πολύ ανθρώπινων ιδιομορφιών.

Τέτοιοι αγώνες όμως θα ήταν σαν να παίρνει κανείς ένα πλήρες «γεύμα» καταναλώνοντας συμπληρώματα πρωτεϊνών, υδατανθράκων και βιταμινών αντί να φάει μαγειρεμένο φαγητό.

ΗΛΙΑΣ ΑΛΕΒΙΖΟΣ

*