Χρήστος Μαρκίδης, Κατάματα

*

Μετά από τρεις ποιητικές συλλογές, Κιννάβαρι, Άγρα 2009, Δράκων κατήλθες, Τυπωθήτω-Λάλον Ύδωρ 2013, Έρεβος ή το άλλο φως, Εκδόσεις του Φοίνικα 2020, ο Χρήστος Μαρκίδης επανέρχεται στα εικαστικά δρώμενα με μια έκθεση 32 επιλεγμένων σχεδίων της τελευταίας δεκαετίας (μολύβια, κάρβουνα, μελάνια, παστέλ) στην Gallery 7 (Σόλωνος 20 & Βουκουρεστίου, Αθήνα από 13 Σεπτεμβρίου έως 1 Οκτωβρίου 2022) και παράλληλα με το βιβλίο των στοχαστικών δοκιμίων του Κατάματα σε 3η συμπληρωμένη έκδοση από τον Αρμό. Από το βιβλίο αυτό προδημοσιεύουμε τρία μικροδοκίμια.

http://markidis54.blogspot.com

 

~.~

 

ΠΡΟΣ ΕΩ

Αναρωτιέμαι καμιά φορά για το αβέβαιο παρόν της ζωγραφικής. Άλλοτε θεωρώ ότι η αρχέγονη τέχνη μας διαθέτει ακόμη τόλμη και αρετή, άλλοτε ότι ο καιρός την έχει προ πολλού προσπεράσει. Το ζωηφόρο μήνυ­μα του μοντερνισμού, όπου ακαδημαϊσμοί και συμβά­σεις αιώνων εξανεμίστηκαν απέναντι στην εσωτερική ανάγκη για ελευθερία και οικουμενικότητα -πρώτη φορά η νεότερη ευρωπαϊκή τέχνη διαλογίστηκε ου­σιαστικά στο πνεύμα της Ανατολής- δεν γονιμοποιεί πλέον τον νοητό κόσμο· μύρια υποκατάστατα ηχούν και σκάφανδρο στα καθ’ ημάς Επιφάνια.

Το δωρικό απαραίτητο, όπως το διατύπωσε ένας από τους πατέρες της αισθητικής επανάστασης ο Ζωρζ Μπρακ, Η αλήθεια δεν έχει αντίθετο,1 έπαψε σχεδόν οριστικά να ισχύει. Το ιλιγγιώδες αίσθημα ενός πορτρέτου του Φαγιούμ, ενός στίχου του Ρωμα­νού, μιας μουσικής φράσης του Χαίντελ, έστω μιας στροφής του Ρίλκε και του Σεφέρη ή ό,τι απέμεινε να μας θυμίζει την καταγωγική φύση και θέση του ζω­ντανού λόγου, μοιάζουν απολιθώματα ενός μακρινού παρελθόντος. Ξεχνούμε πως διαχρονικά όλα τούτα μετεωρίζονται έμπλεα νοημάτων, προσμένοντας από εμάς νέα θεώρηση του απολύτου, νέα κατανόηση έναντι του μυστηρίου, νέα παραμυθητική υποθήκη στο μέλλον. Όταν τα μέσα έχουν χάσει το στόχο, πρέ­πει να επανέλθει κανείς στις ουσιαστικές αρχές που δημιούργησαν την ανθρώπινη γλώσσα. Έτσι οι αρχές παίρνουν ζωή και ξαναδίνουν ζωή.2 Ξέρω ότι τότε που ειπώθηκαν αυτά τα λόγια, οι συνθήκες ήταν το ίδιο στεγνές. Πεντακόσια χρόνια δυτικής ρασιοναλι­στικής σχιζοφρένειας ήρθαν μέσα σε τρεις δεκαετίες ανάποδα, ανοίγοντας ταυτόχρονα τον ασκό του Αι­όλου σ’ αυτό που σήμερα δεν μας αρκεί· έπαψε προ πολλού να τέμνει και να ορίζει. Ωστόσο οι ανανεωτές του κινήματος διέβλεψαν με περισσή ενάργεια την εξακολουθητική έκπτωση που απειλούσε, απειλεί και θα απειλεί τον αδιάκοπο πολιτισμό της συνείδησης: η ελευθερία δεν θα έχει αξία, παρά μόνον αν μπει στο δρόμο μιας παράδοσης. Παράδοση δεν σημαίνει συ­νήθεια.3 Ανακαινίζοντας εκ βαθέων το σύνολο των μορφών, οι δάσκαλοι του περασμένου αιώνα σεβά­στηκαν ολοκληρωτικά τις α ρ χ έ ς· να το μεγάλο παράδοξο! Ο μοντερνισμός ορθώνεται ως η έσχατη αναλαμπή της οικουμενικής ουτοπίας στην τέχνη. Κι εμείς οι κατοπινοί -του παγκοσμιοποιημένου πια τό­που- συλλέκτες της αγωνίας όσων ορυκτών μάς από­μειναν.

ΥΓ.1: Κάνω φιγούρες που πέφτουν, προσκυνούν, στο­χάζονται ή απλώς λυγίζουν. Ίσως από την ουσιώδη στέρηση γεννηθούν τα μέσα μου, όπως άλλοτε στις νεκρές φύσεις, όπως στο Ιαπωνικό Μπούτο (χορός του ερέβους) ή τον δικό μας Επιτάφιο, που κουβαλάει ακίνητος το αρχαίο φαρμάκι.

ΥΓ.2: Να ιδούμε τις ανθισμένες ροδακινιές τούτη την άνοιξη. Τι θα υψώσουν…

1.. Ζωρζ Μπρακ, Η μέρα και η νύχτα, μτφρ. Γ.Π. Σαββίδη, Ποι­κίλη Στοά, Λέσχη 1989.
2, 3.. Ανρί Ματίς, Περί Τέχνης, μτφρ. Ιωάννα Ομορφοπούλου, Κείμενα Εικαστικών Καλλιτεχνών 1992.

~.~

ΠΕΡΑ ΜΕΤΕΩΡΑ

Πέντε η ώρα τ’ απόγευμα αντίκρισα το χρυσό φως να βασιλεύει. Περπατούσα την οδό Ιπποκράτους, όλη η αριστερή πλευρά βαμμένη και κατά τον Νότο το στερέωμα φωτιά. Αυτό το φως, σκέφτηκα, το ακρι­βοθώρητο, το μια φορά τον χρόνο, σπούδασαν οι πα­τέρες στον νοητό κάμπο – παρ’ όλη την καταστροφή, το άυλο θάλλει, και μένει, και μέλλει.

Γεννήθηκα σε μια πατρίδα που περιβάλλεται τόσο από κλειστούς όσο και από ανοιχτούς, παραμυθητι­κούς ορίζοντες. Η πρώτη μου οριακή συνάντηση ήταν με τα δέντρα και τα νερά. Η δεύτερη, με τον ουρανό και των εποχών τον κύκλο. Η τρίτη, μια σειρά ζωγραφι­σμένες επιφάνειες στο εσωτερικό ενός ναού, λειτουρ­γούσε ακόμα η ενορία, οι κοινωνικές συνάξεις περι­στρέφονταν στον εωθινό άξονα της αρχέγονης πίστης.

Συλλογίζομαι και θα συλλογίζομαι έκτοτε το αποκα­λυπτικό νόημα που γονιμοποίησε μέσα μου η αστρα­φτερή ενατένιση των Εικόνων. Και δεν μπορεί παρά να συλλογίζεται κανείς τη συνέχεια και τη συνέπεια του μεταφυσικού μας συστήματος, που οργανώνοντας τον λυτρωτικό του μύθο με θυσιαστική, αναστάσιμη παρρησία, πύκνωσε κάποτε την υπαρξιακή άβυσσο για να την ανοίξει ταυτόχρονα σ’ ένα φως όντως ρι­ζικό, όλως ανακαινιστικό και πρωτόγνωρο.

Συλλογί­ζομαι και θα συλλογίζομαι ακόμη το μείζον θέμα που επανερχόταν στα καθ’ ημάς, μέχρι να σαρωθεί ο πλα­νήτης από τη λαίλαπα της παγκόσμιας πληροφορίας. Ένα θέμα που πάντοτε μας αφορά και μας αγγίζει -εφόσον υπάρχουμε στο σταυροδρόμι του τόξου- και όπως κατορθώσαμε μαρτυρικά κάποτε την υπέρβαση, έτσι μπορούμε πάλι στο μέλλον να εννοήσουμε τη μια ή την άλλη πλευρά: την καθοδική τάση της Ανατολής όπως και την ξέφρενη πορεία της Δύσης. Την πίστη και τη λογική· την επιβολή και την εγκαρτέρηση· τον αναπότρεπτα παγιωμένο ναρκισσισμό και την απομυ­θοποιητική, δυσεπανόρθωτη ύβρι.

Από το επιτύμβιο ανάγλυφο ως την αντίστροφη προοπτική των Εικό­νων, από την επιδαπέδια ψηφίδα ως τον καταυγά­ζοντα παντοκρατορικό τρούλο, από την ορφική ωδή ως την ιερή μελωδία, από τη δραματουργική θεατρι­κή πράξη ως την ευχαριστιακή τελετουργική δόξα, η στάση μας συμπύκνωσε αυτό που δεν ήταν μήτε συ­στηματική απώλεια μήτε τερατώδης ανάπτυξη, αλλά μια τρίτη, ολότελα διαφορετική μέθεξη στο ουσιώδες.

Συλλογίζομαι και την έκταση των ορίων, που πλά­θουν μέσα μας την αλήθεια. Εκείνη που χρειάζεται τον ατέρμονα χρόνο για να φανερωθεί και ν’ ανθί­σει, κυοφορώντας ωστόσο άλλοτε εναργείς, άλλοτε διχαστικά καταστροφικές δυνάμεις – φέρουμε την παντοτινή ευθύνη να επιλέγουμε τις ζωηφόρες ανά­μεσά τους.

Αυτές τις σκέψεις έκανα ο αλαφροΐσκιωτος γυρ­νώντας εκεί απ’ όπου ξεκίνησα, καθώς έπαιρνε να νυχτώνει, καθώς το φως τρεμόπαιζε, ανατέλλοντας άσπιλο προς τον Σείριο.

~.~

ΧΡΟΝΟΣ ΜΗΔΕΝ Ή ΧΡΟΝΟΣ ΜΕΙΔΙΩΝ;

Τι δηλώνει άραγε η λέξη χρόνος; Πώς ορίζεται έξω και εντός η τέταρτη διάσταση; Πώς ερμήνευσαν οι προηγούμενοι πολιτισμοί τα αβυσσαλέα μεγέθη, πώς ο δικός μας το ατομικό, παραληρηματικό δευτερόλε­πτο; Τι πρωταρχικώς μας εξουσιάζει, τι δευτερευό­ντως εξουσιάζουμε;

Αναρωτηθήκαμε ποτέ τι σήμαινε χρόνος για τον αρχαϊκό άνθρωπο, χρόνος για τον μεσαιωνικό, χρό­νος για τον πυγμαίο;

Αναρωτηθήκαμε ποτέ σε τι και γιατί διαφέρει μια άδοξη μέρα στο εργοτάξιο του σημερινού κόσμου από μια πρωινή κραυγή στα ενυποστατικά θιβετιανά Ιμαλάια; Ή μια ανυποψίαστη στιγμή στο κλικ της ψη­φιακής μας κάμερας από μυριάδες άλλες στην εθιστι­κή μεθαδόνη της τηλοψίας;

Αναρωτηθήκαμε ποτέ γιατί στον Μπρακ και τον Πικάσο ο χώρος και ο χρόνος επαναστατικά και από του αδοκήτου απογειώθηκαν; Και γιατί διαφορετικά εισπράττουμε, όταν εισπράττουμε, μια μεταμοντέρνα τεχνοκρατική «εγκατάσταση» από ένα αχειροποίητο προκολομβιανό αριστούργημα;

Αισθανθήκαμε ποτέ την ανάγκη να συσχετίσουμε την ευπροσήγορη μελαγχολία της ύπαρξης με τις ου­ρανομήκεις καταβολάδες της φαντασίας; Ή να προ­εκτείνουμε το θεμελιακό όραμα του Καλλικράτη στη χωροταξική διαστροφή των σύγχρονων μητροπολιτι­κών κέντρων;

Διαλογιστήκαμε ποτέ τον αυγουστιάτικο Γαλαξία, τις ανθισμένες ροδακινιές της Μακεδονίας, την αντί­στροφη προοπτική των νωπογραφιών του Πρωτάτου;

Συναισθανθήκαμε ποτέ το ρίγος του απολύτου στον Χέλντερλιν ή του Τζελαλαντίν Ρουμί το νοητό βάθος; Αναρωτηθήκαμε ποτέ γιατί ο προσωπικός και ο συλλογικός μύθος ταυτίζονταν άλλοτε στο υπερ­βατικό Ένα, ενώ σήμερα διαχωρίζονται από μέγα σχιζοφρενικό χάσμα; Αναρωτηθήκαμε ποτέ γιατί η σύγχρονη Φυσική φαντασιώνεται έντεκα διαστάσεις, ενώ τα τελευταία πεντακόσια χρόνια μετέχουμε ψυ­χαναγκαστικά μόνο στις τέσσερις;

Κι αν αναρωτηθήκαμε, σε τι φώτισαν αυτές οι δυ­νατότητες τη ζωή μας;
Ομολογήσαμε; Θα ομολογήσουμε άραγε κάποτε, μαζί με τον ποιητή,

πως όταν εμείς ορθοί στα πόδια μας πεθαίνουμε
μέσα στην πέτρα αδερφωμένοι
ενωμένοι με τη σκληρότητα και την αδυναμία,
οι παλαιοί νεκροί ξεφύγαν απ’ τον κύκλο
και αναστήθηκαν
και χαμογελάνε μέσα σε μια παράξενη ησυχία…1

Μόνον εάν ομολογήσουμε έναντι του Ταυτού θα μεταβάλει ρυθμό ο ρημαγμένος κόσμος. Και ίσως τότε, το τίναγμα μιας πεταλούδας στο Σεν-Γκο ακυ­ρώσει διά παντός την τυραννική ηγεμονία τού αύριο.

1.. Γιώργος Σεφέρης, Μυθιστόρημα ΚΑ´, Ίκαρος 1976.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ

*

*