Gottfried Benn, Ο Νίτσε μετά από 50 χρόνια

*

Επιμέλεια στήλης – Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Η πρώτη υπενθύμιση ότι ο Νίτσε έχει πεθάνει εδώ και μισόν αιώνα, υπήρξε για μένα ένα γράμμα από το Παρίσι τον Ιανουάριο της χρονιάς αυτής. Η Revue Littéraire 84 ήθελε να εκδώσει ένα τεύχος για τον Νίτσε και μου ζήτησε να συμβάλω σ’ αυτό. Η συμβολή μου ήταν η ακόλουθη:

 «Στην πραγματικότητα, όλα όσα η γενιά μου συζήτησε, στοχάστηκε εσωτερικά, μπορεί να πει κανείς: υπέφερε, μπορούμε επίσης να πούμε: μεγαλοποίησε – όλα τούτα είχαν ήδη εκφρασθεί και εξαντληθεί με τον Νίτσε, είχαν βρει οριστικές διατυπώσεις, όλα τα άλλα ήταν εξήγηση. Ο επικίνδυνος, θυελλώδης, αστραπιαίος τρόπος του, το ανήσυχο ύφος του, η παραίτησή του από κάθε ειδύλλιο και από κάθε γενική αρχή, η διατύπωση της Ψυχολογίας των ορμών, της ιδιοσυστασίας ως κινήτρου, της Φυσιολογίας ως διαλεκτικής – “η γνώση ως αψιθυμία”, ολόκληρη η Ψυχανάλυση, ολόκληρος ο Υπαρξισμός, όλα τούτα είναι δικό του έργο. Αυτός είναι, όπως φανερώνεται συνεχώς και περισσότερο, ο μεγάλης εμβέλειας γίγαντας της εποχής μετά τον Γκαίτε.

Αλλά έρχονται μερικοί και λένε: ο Νίτσε είναι πολιτικά επικίνδυνος. Υπό το πρίσμα αυτό θα πρέπει λοιπόν, ασφαλώς, να δούμε κάποτε τους πολιτικούς. Αυτοί είναι άνθρωποι που, όταν γίνονται ρητορικοί, κρύβονται πάντοτε πίσω από τις θέσεις ανθρώπων τους οποίους δεν καταλαβαίνουν, των πνευματικών ανθρώπων. Τι μπορεί να κάμει ο Νίτσε για το γεγονός ότι οι πολιτικοί παρήγγειλαν σ’ αυτόν εκ των υστέρων την εικόνα τους; Ο Νίτσε το προείδε αυτό να συμβαίνει, τον Ιούνιο του 1884 έγραψε στην αδελφή του ότι του προκαλούσε τρόμο η σκέψη ποιοι άνθρωποι που δεν θα είχαν κανένα δικαίωμα και τελείως ακατάλληλοι θα επικαλούνταν κάποτε την αυθεντία του. Είπε ακόμη πως ήθελε να έχει “φράχτες γύρω από τις σκέψεις του, για να μην εισβάλλουν στους κήπους μου οι χοίροι και οι φαντασιόπληκτοι”. Μολαταύτα παραμένει αξιοσημείωτο ότι σε μιαν ορισμένη περίοδο της δημιουργίας του (Ζαρατούστρας) βρισκόταν υπό την καθοδήγηση δαρβινιστικών ιδεών, πίστευε στην επιλογή των ικανών, στον αγώνα για την ύπαρξη τον οποίο αντέχουν μόνο οι πιο σκληροί, αλλά υιοθέτησε τις έννοιες αυτές για να χρωματίσει το όραμά του, δεν ήταν σ’ αυτόν δοσμένο να ανάψει το όραμά του με εικόνες θρύλων αγίων. Το ξανθό θηρίο, το οποίο έπειτα προσωποποιήθηκε, ασφαλώς δεν θα το είχε χαιρετίσει. Ο ίδιος ως άνθρωπος ήταν φτωχός, ακηλίδωτος, καθαρός – ένας μεγάλος μάρτυρας και άντρας. Θα μπορούσα να προσθέσω, για τη γενιά μου ήταν ο σεισμός της εποχής και από τα χρόνια του Λούθηρου η μεγαλύτερη γερμανική γλωσσική ιδιοφυΐα».

Αυτές ήταν οι παρατηρήσεις μου για τη Γαλλία. Σε συνάρτηση μ’ αυτές άρχισα να ασχολούμαι με τη βιβλιογραφία περί Νίτσε και διαπίστωσα ότι υπάρχει μια τέτοια πληθώρα λαμπρών, εξαίρετων βιβλίων για τον Νίτσε, τόσο από τη Γερμανία όσο και από άλλες χώρες, ώστε είναι αδύνατον να μελετήσει κανείς έστω και τα πιο σημαντικά. Προσωπικά, εξακολουθώ να θεωρώ ως το μεγαλειωδέστερο το βιβλίο του Ernst Bertram Νίτσε, Δοκίμιο Μυθολογίας, που δημοσιεύθηκε το 1918 στον οίκο Georg Bondi. Ως το πιο διδακτικό και αποκαλυπτικό το βιβλίο του Γιάσπερς, που δημοσιεύθηκε στον οίκο de Gruyter το 1936. Το βιβλίο Τα ψυχολογικά επιτεύγματα του Νίτσε του Λούντβιχ Κλάγκες (2η έκδοση 1930, Λειψία) είναι ένα σημαντικό έργο, αλλά το να θεωρεί κανένας το έργο του Νίτσε υπό το πρίσμα της Ψυχολογίας, μου φαίνεται κάπως απαρχαιωμένο.[1] Από τα νεότερα έργα πρόσεξα εκείνο του Friedrich Georg Jünger (Eκδόσεις Vittorio Klostermann) λόγω της μεθόδου του που αποβλέπει μόνο στην ιστορία των προβλημάτων και παραβλέπει καθετί βιογραφικό και ψυχολογικό. Τα βιβλία του Podach είναι βιογραφικά και κλινικά διδακτικά, τα νεότερα έργα για τον Νίτσε και τον Μπούρκχαρντ (των Salin και Martin) είναι αποκαλυπτικά για πολλά θέματα, αλλά μέσα στο πλαίσιο των συλλογισμών μου η σχέση μεταξύ Νίτσε και Μπούρκχαρντ είναι περιφερειακό πρόβλημα.[2]

Όταν μια ζωή έχει τελειώσει 50 χρόνια και το έργο υφίσταται περαιωμένο 60 χρόνια, δικαιούται ίσως κανείς να περάσει στη μέθοδο, να δει τη μορφή ως όνειρο – ο κισσός του τάφου της, η θάλασσα της Νίκαιας, το χιόνι του Ενγκαντίν αναμειγνύουν τις φιγούρες και τις αντιφάσεις αυτού του ονείρου. Στο πλαίσιο του ονείρου αυτού, παρουσιάζεται ο Χαίλντερλιν σαν ένα Herbarium [συλλογή αποξηραμένων φυτών] και ο Νοβάλις μέσα στη σύνταξη των αρχέγονων λόγων σαν ένας τοπικός ρεπόρτερ, μονάχα ο Γκαίτε πλημμυρίζει και αυτό το όνειρο, μεταφέρει παραπέρα, γεφυρώνει και αυτή την άβυσσο – μόνος αυτός. Αλλά απέναντι ακόμη και σ’ αυτόν υψώνεται ο Νίτσε ως το μεγαλύτερο φαινόμενο ακτινοβολίας της ιστορίας του πνεύματος, τα πάντα σ’ αυτόν, κάθε πρόταση είναι πιο δίσημη, γοητευτικότερη, περισσότερο ανησυχητική, λιγότερη ήρεμη παρά στον Γκαίτε. Είναι «ο τέταρτος άνθρωπος», για τον οποίο μιλούν τώρα τόσο πολύ, ο άνθρωπος χωρίς περιεχόμενο ο οποίος δημιούργησε τα θεμέλια του κόσμου της έκφρασης. Θα το εξηγήσω αυτό. Πρώτα, όμως, θα στραφώ σε τρία ανακεφαλαιωτικά ερωτήματα.

Πρώτον, αναρωτιέμαι τι φαίνεται από τον Νίτσε σήμερα αρχαϊκό, κατά κάποιον τρόπο περιορισμένο. Εδώ θα έλεγα: α) Δεν γνώριζε ακόμη τη θέση για τη μορφολογία των κύκλων του πολιτισμού, τη νέα τούτη και πρόσθετη σχετικοποίηση και εξατομίκευση του βιωματικού μας αισθήματος, με τις παλαιοντολογικές και προϊστορικές ανακαλύψεις που εισχώρησαν για πρώτη φορά στη συνείδηση και στην ιστορική θεματολογία, σκεπτόταν ουσιωδώς ευρωπαϊκά. β) Του έλειπε σε μεγάλο βαθμό το αίσθημα για τον περιστασιακό χαρακτήρα της δικής του Φυσιολογίας, Φιλοσοφίας, τις ειδικές του ιδιοσυγκρασίες, σκέπτεται τον εαυτό του και τη γνωσιοθεωρία του με εκπληκτικά απόλυτο τρόπο, για τούτο η συνεχής και ολοένα πιο διαπεραστική υπόδειξη της δικής του  πρωτοτυπίας, του πεπρωμένου του, της υπερβολής του, την οποία βλέπει σαν αντικειμενική, ως περιεχόμενο (διαμελισμός  του Θεού, ανατροφή, υπεράνθρωπος), γι’ αυτό του λείπει στην πραγματικότητα και κάθε δυσφορία απέναντι στον εαυτό του, δεν έχει δυσπιστία απέναντι στη δική του υπεροχή. γ) Έχομε αποστασιοποιηθεί από τη δική του αποθέωση του ελληνικού στοιχείου. Παρατηρήσεις όπως «Οι Έλληνες – ο άνθρωπος που επέτυχε τα περισσότερα», ή «ο ελληνικός λαός, ο μόνος ιδιοφυής λαός της παγκόσμιας ιστορίας» ή «οι Έλληνες δεν υπερεκτιμήθηκαν ασφαλώς ποτέ» ή «ο ελληνικός κόσμος ως η πιο μοναδική και η βαθύτατη δυνατότητα της ζωής» ή «ως ύψιστη παιδεία αναγνωρίζω μέχρι τώρα μόνο την αναβίωση του Ελληνισμού» – αυτός ο υπαρξιακός δεσμός του με τους Έλληνες δεν ζει πια σε μας. Συνοψίζοντας: Ο Νίτσε στοχάζεται ουσιωδώς ισχυρότερα από όσο ο Γκαίτε σχετικά – και σε συνάρτηση – με ένα ορισμένο σημείο μιας ιστορικής κατάστασης, την οποία διόλου σχεδόν δεν αμφισβητεί ως τέτοια. Κατά τούτο είναι προσωπικά ο ίδιος εκπληκτικά σταθερός και δεμένος με την εποχή του.

Το δεύτερο ερώτημα αφορά: στον Νίτσε και τους συγχρόνους του. Βρήκα την κριτική του Βιλλαμόβιτς-Μαίλλεντορ, τότε εντεταλμένου υφηγητή της Αρχαίας Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, εναντίον της Γέννησης της Τραγωδίας του έτους 1872/73. Εκεί βρίσκονται εκφράσεις όπως: «Θρασύτητα, παιδαριώδης άγνοια – ποιο όνειδος αποτελείτε, κύριε Νίτσε, για τη μητέρα Pforta[3] –τι φωλιά ανοησίας– φυσικά θα βρει δικαιολογίες – δεν χρειάζεται να λερωθώ με τη λοιδορία που συναρτάται με την κριτική του κατά του Otto Jahn[4], η κόπρος που ρίχνεται εναντίον του ήλιου ξαναπέφτει από μόνη της στο κεφάλι εκείνου που την ρίχνει» – (ποιος ήταν ο ήλιος αυτός, ο κύριος Jahn, ρωτούμε εμείς σήμερα). Στο δεύτερο τμήμα της κριτικής, που απευθύνεται εναντίον της υπεράσπισης του Rohde[5]: «Κανείς δεν τον πρόσεξε και αυτό τον χόλωσε – οι αποκαλύψεις απορρίφθηκαν τόσο εμβριθώς» – και τελικώς: «δεν θέλω να σπαταλώ τον χρόνο και τη δύναμή μου με τις ηλιθιότητες μερικών μουχλιασμένων εγκεφάλων, αηδιάζω». Αξιοσημείωτο ότι ο Βιλαμόβιτς ήταν γύρω στα 1900 ο διασημότερος εκπρόσωπος της αρχαίας φιλολογίας στη Γερμανία, τακτικός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Από την άποψη της αρχαίας φιλολογίας είχε ασφαλώς δίκιο, η κριτική του ήταν αναμφίβολα συνυπεύθυνη για το ότι ο Νίτσε παραιτήθηκε από ή έχασε την τακτική καθηγεσία του στη Βασιλεία, άρα εδώ κιόλας χωρίστηκαν οι δύο κόσμοι: ο ιστορικός-επιστημονικός και ο κόσμος της έκφρασης, του οποίου η πρώτη παρουσία, το φλογοβόλο και ο θεμελιωτής ήταν ο Νίτσε – αυτός ο κόσμος, του οποίου η ουσία ήταν η γοητεία, μια εξίσου βαθιά όσο και υποβλητική ομαδοποίηση, η εκτυφλωτική διάταξη και το απόσπασμα. Ο ακαδημαϊκός κόσμος έμεινε πιστός στον εαυτό του: όταν ο Νίτσε παρακάλεσε το 1885 τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Λειψίας να του επιτραπεί να κάμει σ’ αυτήν παραδόσεις ως επισκέπτης καθηγητής, το απέρριψαν. Αλλά και ο Rohde, αν τον παρατηρήσομε παραπέρα, παρουσιάζεται σε λίγο διαφορετικός, το 1886 γράφει για το Πέραν του καλού και του κακού:

«Το φιλοσοφικό στοιχείο στο έργο αυτό είναι πενιχρό και σχεδόν παιδαριώδες, το πολιτικό στοιχείο είναι απλοϊκό και χωρίς γνώση του κόσμου – γεμάτο απεχθή αηδία για τα πάντα και τους πάντες – η στειρότητα σ’ αυτό το πνεύμα που απλώς μεταποιεί και συλλέγει – για αναψυχή διαβάζω την αυτοβιογραφία του Ludwig Richter»[6].

Πάντως ο Νίτσε ήταν περί το 1900 ώριμος ήδη για το μαυσωλείο. Ένας γνωστός αρχιτέκτονας και πολεοδόμος ανατυπώνει στη βιογραφία του την εικόνα ενός μαυσωλείου του Νίτσε που είχε σχεδιάσει το 1898: ένα γιγαντιαίο, πομπώδες μνημείο μαμούθ, «από πάνω απλώνει με λαχτάρα το πνεύμα της ανθρωπότητας προς τα ύψη τα χέρια, από κάτω τεντώνονται σκοτεινοί γίγαντες στα δεσμά τους», γράφει σχετικά ο αρχιτέκτονας, σε μας φαίνεται σαν ένα τερατώδες μαρμάρινο σύμπλεγμα, λόγου χάριν όπως στο φιλμ Ο ινδικός τάφος ή σαν το ιερατικό παλάτι ενός μορμόνου φύλαρχου. Αλλά είναι ενδιαφέρον να φανταστούμε με τον τρόπο αυτόν πως αισθάνονταν τον Νίτσε περί τα τέλη του [19ου] αιώνα.

Το τρίτο ερώτημα είναι: ο Νίτσε και η ασθένειά του. Η ασθένεια τούτη, η προέλευσή της και η ουσία της δεν φαίνονται σε μας σήμερα τόσο σημαντικά. Εάν ο Νίτσε είχε πεθάνει το 1890 από καρδιακή προσβολή ή από μια δηλητηρίαση του αίματος, θα παρέμενε το έργο του αμετάβλητο. Τούτο το υποτιθέμενο συφιλιδικό νόσημα είναι μέχρι σήμερα πολύ αμφισβητούμενο. Ο φάκελος του ασθενούς από την Κλινική Binswanger είναι σύμφωνα με τις σημερινές αντιλήψεις αρκετά ατελής, δεν υπήρχε ακόμη παρακέντηση της σπονδυλικής στήλης, ούτε αντίδραση Wassermann, δεν εξετάσθηκε ο βυθός του οφθαλμού. Οι αναφορές του ίδιου του Νίτσε εκεί, ότι είχε μολυνθεί δύο φορές με σύφιλη, προκαλούν ερωτηματικά, επειδή μια υποτροπιάζουσα λοίμωξη ήταν πολύ σπάνια πριν την εποχή του Salvarsan, η πρώτη προκαλούσε για πάντα ανοσία στο σώμα (όπως η ιλαρά)· μόνο τώρα που μπορούν να θεραπεύσουν τη σύφιλη σε αρχικό στάδιο με Salvarsan, υπάρχουν πολλαπλές λοιμώξεις. Μια κανονική παράλυση διαρκούσε τέσσερα μέχρι πέντε χρόνια, αυτή η υποτιθέμενη του Νίτσε, δέκα χρόνια. Όταν ακόμη και σήμερα συγγραφείς-γιατροί διαιρούν ολόκληρο τον Νίτσε και το έργο του ανάλογα με τα στάδια της σύφιλης: σύφιλη Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, μετα-σύφιλη, και πιστεύουν θριαμβολογώντας ότι με τον τρόπο αυτόν τον έχουν «διεκπεραιώσει», αυτό προξενεί μιαν εντύπωση έλλειψης καλλιέργειας. Αλλά ακόμη και σε υψηλότερο επίπεδο: όταν ο Τόμας Μαν πιστεύει ότι μπορεί να επενδύσει τόσο πολλά στην ασθένεια τούτη, όπως το κάνει στη νεότατη διάλεξή του για τον Νίτσε και τον Δόκτορα Φάουστους, μου φαίνεται αυτό όχι τελείως αξιοπρεπές – μεταξύ πνευματικών ηγεμόνων.[7] Καμιά φορά έχει κανείς την εντύπωση ότι η ασθένεια αυτή τοποθετείται στο προσκήνιο από εκείνους που θα ήθελαν να αποφύγουν να κοιτάξουν ίσια στα μάτια ολόκληρο το φαινόμενο και τις συνέπειές του. Υποδειγματικά όσον αφορά στο θέμα αυτό, φέρεται ο Γιάσπερς, ο οποίος μιλά για «άλματα της συνολικής καταστάσεως της σωματικής-ψυχικής ύπαρξης, μέσω των οποίων προκαλούνται τέτοιες μεταβολές που δεν γίνονται πια πλήρως αναστρέψιμες», και ο οποίος περιορίζεται στην έκφραση «διακοπή του έργου από τη φύση». Σε μένα προσωπικά φαίνεται ουσιαστικότερο να αναρωτηθούμε αν ο Νίτσε γνώριζε κάτι για ένα τέτοιο νόσημα κατά τα δημιουργικά του χρόνια, εφ’ όσον δηλαδή οι περισσότεροι συφιλιδικοί υποφέρουν λιγότερο από την ασθένειά τους, που τα συμπτώματά της άλλωστε μπορούν να παραμεριστούν γρήγορα, όσο μάλλον από την επίγνωση του νοσήματος αυτού. Η επίγνωση αυτή του νοσήματος είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στην προσωπικότητά τους και τόσο καθοριστική για την ουσία τους, ώστε μπορεί κάλλιστα να επηρεάσει την παραγωγή και την εσωτερική τους ανάπτυξη. Τίποτε από όλα τούτα δεν βρίσκεται στα γραπτά ή στα γράμματα του Νίτσε. Οι οφθαλμοπάθειές του, οι κρίσεις ημικρανίας – ούτε ο ίδιος ούτε οι θεράποντες γιατροί σκέφθηκαν ως αιτιολογία αυτή την εύλογη άλλωστε γένεση. Μου φαίνεται, συνεπώς, ότι το πρόβλημα της πάθησης αυτής δεν είναι ουσιώδες για το φαινόμενο Νίτσε.

Ο Νίτσε, λοιπόν, του οποίου το ξεκίνημα, όπως ακούσαμε, αποκάλεσαν θρασύτητα και ρίψη της κόπρου εναντίον του ήλιου και του οποίου το τέλος ήταν η επίδειξή του στους φοιτητές της Ιένας για εκπαιδευτικούς σκοπούς ως περίπτωση παράλυσης ενός παραστρατημένου καθηγητή– τι μεσολάβησε στα 25 αυτά χρόνια; Δημιούργησε ένα σύστημα, ηθικό ή μη ηθικό; Όχι. Εξήγγειλε μια φιλοσοφία; Καθόλου. Λέει «η πίστη στις κατηγορίες του Λόγου είναι η αιτία του μηδενός» και «το παράλογο ενός πράγματος δεν είναι λόγος εναντίον της ύπαρξής του, αντιθέτως είναι όρος του». Ίδρυσε μια Σχολή, αναζήτησε και βρήκε μαθητές; Για μεγάλη του λύπη όχι, «ανήσυχη ευτυχία να στέκεσαι και ν’ αγναντεύεις και να περιμένεις» έγραψε και: «Φίλοι: Ω, μαραμένη λέξη, που κάποτε μύριζε ρόδα». 25 χρόνια δεν παρέμεινε τίποτε άλλο παρά φιλαλήθης: «Φιλαλήθη – έτσι αποκαλώ εκείνον που βαδίζει στην χωρίς θεούς έρημο και έχει σπάσει την καρδιά του που είχε σέβας». Τι δεν είχε σπάσει η καρδιά αυτή.

Τι είχε λατρέψει η καρδιά τούτη και τι είχε σπάσει; Προσεγγίζομε το κύριο θέμα μας. Η καρδιά αυτή είχε συντρίψει όλα όσα είχε συναντήσει: Φιλοσοφία, Φιλολογία, Θεολογία, Βιολογία, αιτιότητα, πολιτική, ερωτισμό, αλήθεια, συλλογισμούς, Είναι, ταυτότητα – τα πάντα τα είχε ξεσχίσει, είχε καταστρέψει τα περιεχόμενα, είχε εκμηδενίσει τις ουσίες, είχε πληγώσει και διαμελίσει τον εαυτό του με ένα στόχο: να κάμει τις επιφάνειες των ρηγμάτων να λαμπυρίζουν με κάθε θυσία και χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν τα αποτελέσματα – αυτός ήταν ο δρόμος του. Και η καρδιά αυτή ύμνησε το σπάσιμό της: «Τα πάντα σε μένα είναι ψέμα», λέει ο μάγος στον Ζαρατούστρα, «αλλά το ότι σπάζω – αυτό το σπάσιμό μου είναι αυθεντικό». Τα περιεχόμενα χωρίς νόημα, αλλά το να ξεσχίζει την εσωτερική του ουσία με λέξεις, η ορμή να εκφράζεται, να διατυπώνει, να τυφλώνει, να λαμπυρίζει – αυτή ήταν η ύπαρξή του. Ο δρόμος από το περιεχόμενο στην έκφραση, η απόσβεση της ουσίας χάριν της έκφρασης, αυτό ήταν στοιχειώδες. «Όλα να τα τολμάς μόνο με προσπάθεια» –«η καταβύθιση του κύκλου»– αυτή ήταν η υπερβατολογική επικράτηση που πραγματοποιήθηκε εδώ. Του υπερχιλιετούς κύκλου του αληθούς και του ψευδούς, της αρχής της αντιφάσεως, του ότι το Α είναι μόνο Α –ω, όχι, το Α μπορεί να είναι πολλών ειδών– «ό,τι μπορεί να νοηθεί, πρέπει να είναι ασφαλώς ένα πλάσμα». Το Α σε έναν αφορισμό το 1878 είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από ό,τι το 1880 σε ένα στίχο: βρισκόμαστε μπροστά στο πρόβλημα της καλλιτεχνίας, στον «Όλυμπο της επίφασης».

Ο κόσμος της έκφρασης – η μεσολάβηση τούτη ανάμεσα στον ορθολογισμό και στο μηδέν! Όλα όσα ήταν, μάλλον φαίνονταν, περιεχόμενο, ουσία, σκέψη, τα απέσπασε με το μυαλό του του ασθενούς, με την πολυποειδή του φύση, έριξε λίγο θαλασσινό νερό, μπλε βαθύ, μεσογειακό από πάνω, τα πήρε κατάκαρδα, τα ξέσχισε και ιδού, ήταν μόνο δέρμα, έδειξε τις επιφάνειες των ρηγμάτων και των πληγών του και προχώρησε παραπέρα, οδηγήθηκε σε νέες θάλασσες, ολόγυρα μόνο κύματα και παιγνίδι. Από το βιβλίο του Γιάσπερς προκύπτει καθαρά ότι όλα όσα ήταν στον Νίτσε φιλοσοφία, ήταν ακριβώς μόνο φιλοσοφία – ψάρεμα και άπλωμα των διχτύων, αλλά τα δίχτυα παρέμειναν άδεια. Το αρχιμήδειο σημείο, από το οποίο τα νοούμενα πράγματα γίνονται υπερβατικά και δεσμευτικά, δεν μπόρεσε να το βρει ούτε αυτός, δεν μπορεί να βρεθεί, δεν υπάρχει – δεν υπάρχει πια. Ας παρατηρήσομε σχετικά για μια στιγμή μια συγκεκριμένη περίπτωση, την αιτιότητα, την κεντρική έννοια του 19ου αιώνα. Οι φυσικοί νόμοι, λέει ο Νίτσε, αυτοί είναι «μακροχρόνιες ψυχικές διαθέσεις», η γνώση, διδάσκει, είναι «ένα ωραίο μέσον για την παρακμή». Ας μην λησμονούμε, η έννοια τούτη της αιτιότητας ήταν μια έννοια υψηλής ηθικής. Απαιτούσε μια δεσμευτική, ελέγξιμη σκέψη, μιαν ευχερώς  αναγνωρίσιμη μέθοδο, στην έννοια αυτή ενυπήρχε μια υπέρβαση, η υπέρβαση της χημικοφυσικής αντικειμενικότητας. Η μοντέρνα αυτή επιστήμη μετέδωσε – όσο παράδοξο και αν ακούγεται – την υψηλή νοοτροπία, την ανθρώπινη καθαρότητα του καθολικισμού μετά τη διάλυση και την εκκοσμίκευσή του μέχρι τα πρόθυρα των ημερών μας: για πρώτη φορά με μας ξεκίνησε το κακό και το διαμελισμένο, το διαβολικό, που δεν γνωρίζει πια καμιάν αντικειμενικότητα. Εδώ, στο ξεκίνημά μας,  βρίσκεται ο Νίτσε. Οι σημερινές συζητήσεις για την τύχη, τα αναίτια συμβάντα, τη διάχυση των λαθών, οι οποίες παίζουν τώρα ένα τόσο μεγάλο ρόλο σε όλες τις συλλογικές επιστημονικές έρευνες – στον Νίτσε είναι οι σκέψεις αυτές πολύ διαδεδομένες.

«Ας προσέξομε να μην προϋποθέτομε εν γένει και παντού κάτι τόσο πλήρες μορφής όπως είναι οι κυκλικές κινήσεις των κοντινών μας αστεριών, ήδη μια ματιά στον Γαλαξία επιτρέπει να γεννηθούν αμφιβολίες μήπως υπάρχουν εκεί πολύ πιο πρωτόγονες και αντιφατικές κινήσεις, επίσης αστέρια με ευθείες τροχιές και τα παρόμοια.»

«Η αστρική τάξη στην οποία ζούμε, είναι μια εξαίρεση. Ο συνολικός χαρακτήρας του κόσμου, αντιθέτως, είναι σε όλη την αιωνιότητα χάος».

«Κρινόμενες από τον Λόγο μας, οι αποτυχημένες ρίψεις είναι ως επί το πλείστον ο κανόνας».

«Ας προσέξομε να μην πούμε ότι ο θάνατος αντιτίθεται στη ζωή, το ζωντανό δεν είναι παρά ένα είδος του άβιου και ένα πολύ σπάνιο είδος». «Δεν υπάρχουν διαρκείς ουσίες, η ύλη είναι μια πλάνη ακριβώς όπως ο θεός των Ελεατών». Μεθοδική σκέψη – αυτό είναι «το σκωληκοειδές σύρσιμο και ψηλάφημα των χαμηλών βαθμών της γνώσης» – «το στενό κεφάλι του ανθρώπου και του ζώου», λέει. – «Τι πράγμα μέσα μας θέλει πραγματικά την αλήθεια; Γιατί δεν προτιμά την αναλήθεια; Και την αβεβαιότητα; Ακόμη και την άγνοια;» Και έπρεπε «να αναπαύεται καμιά φορά στην αναλήθεια». 

Το έργο τούτο είναι η ιστορία συναντήσεων και των διαλύσεών τους, τελικά δεν απέμεινε τίποτε άλλο εκτός από την τέχνη και – ο Peter Gast.[8] «Ένας αλαλαγμός της γνώσης – ο τελευταίος σου φθόγγος» και «έπρεπε να είχες τραγουδήσει, ω ψυχή μου» – ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους διάβηκαν πέρα-δώθε τα 25 αυτά χρόνια μέσα από τεράστιες εκρήξεις. Ο Λεονάρντο καλύφτηκε στο σκοτάδι, ο Γκαίτε αποσιώπησε πολλά για τον εαυτό του. Ο Νίτσε μιλά πολύ για τη σιωπή, για την ευγενή αριστοκρατική σιωπή, ο ίδιος όμως δεν αποσιώπησε τίποτα, θυσιάστηκε και εδώ στο αντίπαλο μοτίβο του επιδειξιομανούς που αποτελεί συστατικό στοιχείο του κόσμου της έκφρασης. Τον Γκαίτε μπορεί κανείς να τον παρουσιάσει πολιτικά και ως άνθρωπο και φιλάνθρωπο και θετικό πολιτειακό θεσμό, καλλιεργούσε πάνω του συνειδητά τα χαρακτηριστικά αυτά και τα εκδήλωνε για ορισμένους λόγους, στον Νίτσε λειτουργούσε ένα τέτοιο εγχείρημα κωμικοτραγικά, στην πραγματικότητα βίωνε μόνο τη σκέψη του, την έσπαζε, την πετούσε ψηλά και την λείαινε. Στον Γιάσπερς βρίσκομε τον λόγο: «Ο Νίτσε δεν μπορεί να εξαντληθεί. Ως Όλον δεν αποτελεί ένα πρόβλημα που θα μπορούσε να λυθεί» – ένας πολύ αξιοσημείωτος λόγος! Κατά ένα μοντέρνο-ευρωπαϊκό τρόπο δεν μπορεί πράγματι να λυθεί, ανήκει στους αρχέγονους λόγους, στο πυθικό βασίλειο. Ο ίδιος αποκαλεί τον εαυτό του μοίρα και ήταν μια μοίρα – αλλά από πού προέρχονται οι μοίρες; Από εκεί, όπου μερικοί έχουν άλλα ίχνη και βήματα που φθάνουν πιο πέρα από τους περισσότερους. Στη σελήνη, λένε οι φυσικοί, κάθε βήμα έχει είκοσι μέτρα μήκος – διαφορετική βαρύτητα ή κάτι παρόμοιο. Απόκρυφες δυνάμεις εμπλέκονται εδώ που δεν γνωρίζομε τις θέσεις αφετηρίας τους, και παίζουν ξαφνικά με έναν άνθρωπο στη Γη διαφορετικά από ό,τι με τους υπόλοιπους. Ο Νίτσε είναι η απώλεια του Εγώ με τη σημασία της βιογραφίας της ζωής, είχε σταθμούς, είχε απόψεις, δηλαδή εκείνες για τις οποίες ακριβώς έγραφε τους αφορισμούς του, είχε συνεχώς γνώσεις και διαθέσεις, εσπευσμένα εκπληκτικές, εφ’ όσον τον οδηγούσαν σε ψαλμούς ή στίχους.

Ο Νίτσε, βλέπομε σήμερα, εγκαινίασε τον «τέταρτο άνθρωπο», για τον οποίο μιλούν τώρα τόσο πολύ, τον άνθρωπο με την «απώλεια του κέντρου»[9], το οποίο προσπαθούν ρομαντικά να αναβιώσουν και πάλι. Ο άνθρωπος χωρίς ηθικό και φιλοσοφικό περιεχόμενο, ο οποίος ζει από τις αρχές του κόσμου της μορφής και της έκφρασης. Αποτελεί πλάνη να δεχτεί κανείς πως ο άνθρωπος έχει ακόμη περιεχόμενο ή πως πρέπει να έχει. Ο άνθρωπος έχει μέριμνες διατροφής, οικογενειακές μέριμνες, μέριμνες προκοπής, φιλοδοξία, νευρώσεις, αλλά αυτά δεν είναι πια περιεχόμενο με τη μεταφυσική σημασία. Αυτά δεν είναι πια ο ανιμισμός των πρώιμων σταδίων, ο οποίος σε μαγικό σύνδεσμο με τη φύση και τις διαμορφωτικές της δυνάμεις κινητοποιούσε ακόμη στον ίδιο τον άνθρωπο δυνάμεις και μεταβολές. Ο άνθρωπος αυτός που ορκιζόταν δεν υπάρχει πια. Δεν υπάρχει πια καθόλου άνθρωπος, παρά μόνο τα συμπτώματά του. Ο στίχος του Νίτσε: «Όποιος έχασε εκείνο που έχασα εγώ, δεν σταματά πουθενά» μπορεί να ερμηνευθεί μόνο με το νόημα τούτο, πως έχασε το περιεχόμενό του – μόνο έτσι κερδίζομε μιαν αντάξιά του εξήγηση για τον αινιγματικό αυτό στίχο.

Προοπτικές που πηγαίνουν πάρα πολύ μακριά, θα πει κάποιος, επίσης αυθαίρετες ή σφαλερές. Αλλά στα 50 αυτά χρόνια είδαμε παράξενα κινήματα, την απονέκρωση και το τρεμοσβήσιμο νέων πραγμάτων, προπάντων: τον τελειωμό της αλήθειας και τη θεμελίωση του ύφους. Με ερμηνείες δεν προχωρεί πια κανείς, η μοίρα εργάζεται, η μεταβολή βρίσκεται σε καμπή. Φωτισμοί κρίσεων με βεγγαλικά και επιφυλλιδογραφία των θεμελίων δεν θα είναι σε λίγο παρά μόνο ένα λιβάδι για στρουθοκαμήλους ή μια στέπα στην οποία θα τρέχουν οι αλεπούδες. Αισιοδοξία-απαισιοδοξία θα αγκαλιάζονται σαν δύο νεαροί στο τζάκι με φωτιά και τη στάχτη τους την διασκορπίζει ένας μογγολικός άνεμος δεξιά στον Ατλαντικό και αριστερά στη Μεσόγειο θάλασσα – δεν το εννοώ αυτό πολιτικά, αλλά δυτικο-διαλεκτικά – και ο μογγολικός αυτός άνεμος θα είναι του Νίτσε – το μαϊστράλι του. Υπεκφυγές τότε δεν θα υπάρχουν πια, οι απόπειρες αποκατάστασης του χαμένου κέντρου θα κάνουν την εντύπωση ενός μεταρρυθμιστικού κινήματος, σαν το Mazdaznan.[10] «Πόσο μακριά μπορεί να είναι ένα τέτοιο ‘μακριά’ – τι με νοιάζει εμένα», έλεγε, αλλά γνώριζε πώς το μακριά αυτό έρχεται. Και τότε είπε: «Όνειρο είναι ο κόσμος και καπνός για τα μάτια ενός αιώνια ανικανοποίητου» – τώρα έγινε ο ίδιος εκείνος που το είπε για μας ένα όνειρο, και δεν κάνομε πια ούτε ένα βήμα στον δρόμο μας χωρίς τη λατρεία του ονείρου αυτού.

ΓΚΟΤΤΦΡΗΝΤ ΜΠΕΝ
Nietzsche nach 50 Jahren, 1950

© Για το ελληνικό κείμενο:
Κώστας Ανδρουλιδάκης (2022)
Πρώτη δημοσίευση της ελληνικής μετάφρασης: Νέα Εστία, τχ. 1794, Νοέμβριος 2006, Αφιέρωμα στον Γκόττφρηντ Μπεν, σ. 721-731.

~.~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ

[1] Βλ. Ernst Bertram, Nietzsche. Versuch einer Mythologie, Georg Bondi, Βερολίνο 1918* Karl Jaspers, Nietzsche. Einführung in das Verständnis seines Philosophierens, de Gruyter, Βερολίνο  1936* Ludwig Klages, Die psychologischen Errungenschaften Nietzsches, Barth, Λειψία 1926.

[2] Βλ. Fr. G. Jünger, Nietzsche, V. Klostermann, Φραγκφούρτη 1948* E. H. Podach, The Madness of Nietzsche, Λονδίνο 1936* Edgar Salin, Jakob Burckhardt und Nietzsche, Lambert Schneider, Χαϊδελβέργη 1948* Alfred v. Martin, Nietzsche und Burckhardt. Zwei geistige Welten im Dialog,  Εrasmus, Μόναχο 1947.

[3] Schul-Pforta: Το περίφημο κλασικό Γυμνάσιο, στο οποίο είχαν φοιτήσει τόσο ο Νίτσε όσο και ο νεώτερός του Ulrich von Wilamowitz-Moellendorff (1848-1932), μια από τις μεγαλύτερες μορφές της κλασικής φιλολογίας.

[4] Otto Jahn (1813-1869), αρχαιολόγος και φιλόλογος, καθηγητής στα Πανεπιστήμια της Λειψίας, της Βόννης και του Βερολίνου.

[5] Erwin Rohde (1845-1898): διάσημος κλασικός φιλόλογος, συμφοιτητής και φίλος του Νίτσε, καθηγητής στα Πανεπιστήμια του Κιέλου, της Ιένας, της Τυβίγγης και της Χαϊδελβέργης.

[6] Ludwig Richter (1803-1884): Γερμανός ζωγράφος.

[7] Εννοείται η διάλεξη του Τ. Μαν, «Nietzsches Philosophie im Lichte unserer Erfahrung» (Η φιλοσοφία του Νίτσε υπό το φως της εμπειρίας μας), ομιλία στο ΙΔ΄ Συνέδριο του PEN-Club στη Ζυρίχη, 3 Ιουνίου 1947.

[8] Peter Gast (ψευδώνυμο του Heinrich Koeselin, 1854-1918): φιλόλογος, συνεργάτης του Νίτσε (έχει αποκληθεί ο «Έκερμαν» του Νίτσε).

[9] Πρβλ. Hans Sedlmayer, Verlust der Mitte. Die bildende Kunst des 19. und 20. Jahrhunderts als Symptom und Symbol der Zeit (Απώλεια του Κέντρου. Οι εικαστικές τέχνες του 19ου και του 20ού αιώνα ως σύμπτωμα και σύμβολο της εποχής), Ullstein, Φραγκφούρτη 1948.

[10] Mazdaznan: φιλοσοφικό και θρησκευτικό ρεύμα («μεταρρυθμισμένος Ζωροαστρισμός») που  ίδρυσε ο Otto Hanisch (1844-1936). Αποσκοπεί στην τελειοποίηση του πνεύματος και στην κυριάρχηση της ύλης.

*

*

*