ΝΠ | Βιβλίο

Οι ασυμφιλίωτοι

*

της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ

Γιώργος Συμπάρδης,
Αδέλφια,
Μεταίχμιο, 2018

Στο πέμπτο κατά σειρά μυθιστόρημα του Γιώργου Συμπάρδη, τοποθετημένο στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και αρχές του 1960, λαμβάνει χώρα μία αδελφομαχία, με ήρωες τον μικρότερο κατά τρία χρόνια αδελφό και αφηγητή της ιστορίας, και τον μεγαλύτερο, τον απείθαρχο Θανάση. Σε αυτήν εμπλέκονται ο πατέρας-χτίστης του σπιτικού της οικογένειας και η απόμακρη και ονειροπόλα μητέρα. Σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό συμμετέχει και όλος ο περίγυρος των φίλων, των συγγενών, των γνωστών, των κατοίκων της περιοχής της Ελευσίνας –που δεν κατονομάζεται αλλά εικάζεται–, φτωχών εργατών, επιχειρηματιών και εργολάβων, που χτίζουν το μέλλον του τόπου, συμβάλλοντας ο καθένας με τον εσφαλμένο τρόπο του στην σαθρή «ανοικοδόμηση» της μετεμφυλιακής Ελλάδας, που πιστεύει μεν στην πρόοδο αλλά και στο εύκολο χρήμα.

Ο Συμπάρδης χτίζει τις ιστορίες του μέσα από δίπολα, όπως λέει και ο ίδιος, γιατί μέσω της αντίθεσης φωτίζονται καλύτερα τα πρόσωπα. Εδώ έχουμε το δίπολο αδελφός εναντίον αδελφού, αλλά η ιστορία είναι ιδωμένη αποκλειστικά μέσα από τα μάτια του μικρότερου, που παρακολουθεί με άγρυπνο μάτι τον μεγάλο, επικεντρωνόμενος στα κατορθώματά του, τα καπρίτσια του, τις κατακτήσεις του, τις αποτυχίες του, καθιστώντας τον έτσι πρωταγωνιστή του βιβλίου, με τον αναγνώστη να αγωνιά και να εκλιπαρεί για λίγο περισσότερη γνώση και πληροφορία –από αυτή που του επιτρέπει η ανεπαρκής ικανότητα για θέαση του αφηγητή, οφειλόμενη εν μέρει στη στενή οπτική του γωνία– υποχρεώνοντάς τον εντέλει να καταφύγει στη φαντασία του για να απαντήσει στα αναπάντητα, να καλύψει τα κενά και να κατανοήσει τα παράδοξα. (περισσότερα…)

Διάλογος μ’ έναν απόντα

*

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το βιβλίο της Ιωάννας Τσιβάκου Διάλογος μ’ έναν απόντα, που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Σιδέρη. Όπως σημειώνει η συγγραφέας:

«Το βιβλίο αναφέρεται στο ξαναζωντάνεμα ενός συνεχούς διαλόγου με τον εκλιπόντα σύντροφο της ζωής μου, Αιμίλιο Ζαχαρέα, που χρωμάτιζε όσο ζούσε την κοινή μας μέρα και μοίρα. Πρόκειται για αναβίωση λόγων που δεν περιορίζονται στο να τον κρατούν ζωντανό μέσα μου, αλλά με παροτρύνουν να εμβαθύνω, κατά το δυνατόν, σε κρίσιμα ζητήματα πολιτικής σκέψης και κριτικής, που αποτέλεσαν κατά καιρούς πνευματικά ερεθίσματα για μια επαναλαμβανόμενη μεταξύ μας ανταλλαγή απόψεων. Ίσως ο αναγνώστης, πέραν των ιδεών που αναπτύσσονται εδώ, δει το παρόν κείμενο ως κέντρισμα για να στοχαστεί, όχι μέσα από γεγονότα αλλά μέσα από την πνευματική αγωνία δύο ανθρώπων, την πάλη των ιδεών που σημάδεψαν τον 20όν αιώνα και συνεχίζουν να μας ταλανίζουν παρ’ όλες τις ιστορικές διαψεύσεις.»

~.~

Ακούγεται κοινότοπο να πει κανείς ότι ανάμεσα σε δύο ημερομηνίες κυλά η ζωή του κάθε ανθρώπου, σ’ αυτήν της γέννησης και εκείνην του θανάτου. Καμία από τις δύο δεν θυμόμαστε, πράγμα που σημαίνει ότι σε καμία δεν διαθέτουμε συνείδηση. Την πρώτη τη μαθαίνουμε από τις διηγήσεις των πολύ οικείων, τη δεύτερη δεν τη μαθαίνουμε ποτέ. Αυτοί που τη μαθαίνουν δεν μας την εκμυστηρεύονται, γιατί τότε εμείς έχουμε ήδη φύγει. Μόνο με θλίψη την ψιθυρίζουν από καιρού εις καιρόν σε κάποιους τρίτους, πριν η λήθη σκεπάσει τη μνήμη τους.

Παρ’ όλα αυτά, είναι δυνατόν η ημερομηνία θανάτου για όποιον (κι εννοώ άνθρωπο, γι’ αυτό και χρησιμοποιώ το αρσενικό γένος) ειλικρινά αγάπησε τον θανόντα να μετατραπεί σε ημερομηνία ανάστασης. Με τη λήξη της ζωής, ο θανών έρχεται στον νου όποιου βαθιά τον αγάπησε ως αναστάσιμη μορφή, αποκαλυπτική του βαθύτερου εαυτού του. Γιατί η αγάπη δεν αφήνει τον ενθυμούμενο να σταθεί στα επουσιώδη, αλλά σπρώχνει τη θύμηση στα βάθη του ουσιώδους, εκεί όπου έχει ριζώσει η αλήθεια της αγαπητικής τους σχέσης. (περισσότερα…)

Σκηνές καθημερινής ζωής και καθημερινής τρέλας

*

της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ

Μαρία Στασινοπούλου
Του καιρού που επιμένει
Κίχλη, 2024
προσλαβόντι καιρούς τοῦ πότε λεκτέον καί έπισχετέον
Πλάτων, Φαĩδρος, 272a

Μετά την πρώτη λογοτεχνική δουλειά της Μαρίας Στασινοπούλου Κυρία, με θυμάστε; (Κίχλη, 2010), μια συλλογή διηγημάτων όπου αποτυπώνει με εξαιρετικά ζωντανό και σπινθηροβόλο τρόπο την εμπειρία της ως φιλολόγου στη Μέση Εκπαίδευση, ακολουθούν τρία βιβλία, μια τριλογία θα έλεγα, με κοινή θεματική τη ζωή και τον θάνατο, με τη μορφή σύντομων πεζών αστραπιαίας δράσης.

Στην Χαμηλή βλάστηση (Κίχλη, 2018), η συγγραφέας αποτίει φόρο τιμής στην ταπεινή καθημερινότητα, έχοντας ως επίκεντρο τον θάνατο, την φθορά, την τρέλα, που όμως αντιμετωπίζονται με στοχαστική διάθεση και ηρεμία, με μία σειρά μικροδιηγημάτων, χωρισμένων σε «θάμνους», «πόες» και «μπονσάι», που ακολουθούν επομένως μια κατιούσα κλίμακα έκτασης και αντιστρόφως ανάλογης συμπύκνωσης.

Με τις Ασκήσεις αντοχής στον χρόνο (Κίχλη, 2021), η Στασινοπούλου μας εμπλέκει σε ένα παιχνίδι αντίστασης στον χρόνο, ευφυούς διαφυγής από αυτό που βιώνεται ως μοίρα και αναπόφευκτο, –τα γηρατειά, τον θάνατο–, χαρίζοντας στη μνήμη και τη λογοτεχνική μετουσίωσή της τον ρόλο που τους προσιδιάζουν, που είναι να επαναφέρουν όλα όσα έχουμε λησμονήσει στη ζωή, όσα έχουμε απωθήσει ή αγαπήσει, όλα όσα αποτελούν τον ανθρώπινο πυρήνα της ύπαρξής μας, και να τα προβάλουν στην οθόνη της λευκής σελίδας, αποτυπώνοντας λεπταίσθητα στιγμιότυπα, χαρούμενες φέτες ζωής ή θλιμμένες σαν χλωμές πολαρόιντ. (περισσότερα…)

Ένας θαλερός ποιητής

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Τάσος Πορφύρης,
Σπαραγμένη μνήμη,
ύψιλον 2024

Ο αειθαλής Τάσος Πορφύρης με την δωδέκατη ποιητική του συλλογή προσφεύγει, για ακόμα μια φορά, στην ορεινή του μνήμη, εκεί ψηλά, στα οριακά Πωγωνοχώρια της πατρίδας του που έθρεψαν γόνιμα το έργο του για πάνω από εξήντα χρόνια. Εδώ επανέρχεται με μια θαλερή συνέχεια στο Πάπιγκο, τη Νεμέρτσκα, τους βουερούς χειμάρρους της Ηπείρου.

Πέτρινος και κλειστός, χειμαζόμενος από τον αψύ καιρό και την ιστορική κακουχία ο ηπειρώτικος τόπος έχει γονιμοποιήσει μια πολύ αξιόλογη ποίηση και πεζογραφία. Γκουρογιάννης, Γκανάς, Πορφύρης, Δημητρίου, Κυπαρίσσης, Κατσαλίδας, Μηλιώνης είναι μερικές από τις πολλές περιπτώσεις.

Περισσότερο από άλλους ρημαγμένους τόπους της Ελλάδας, η Ήπειρος αποτελεί τη μήτρα μιας βαθιάς ιθαγένειας, το ερειπωμένο κέντρο μιας ταυτότητας που αναμετράται με την ξενότητα του νεοελληνικού μεταπολεμικού βίου, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην υδροκέφαλη μεγαλούπολη, την μετανάστευση και την καταστροφή του κοινοτισμού. Ο τόπος στην ποίηση του Πορφύρη βιώνεται ως τραύμα αλλά και ως ίαση. Πικρή και γλυκιά η επιστροφή της μνήμης στον τόπο, το χρόνο, τους ανθρώπους, αναμετρά τις απώλειες, αλλά την ίδια στιγμή τις επουλώνει ανασυστήνοντας τη μαγική γεωγραφία του παρελθόντος. Στην ποίηση του Πορφύρη συναντάς, με την απλή, την άνετη κουβέντα της περιγραφής, έναν κόσμο που δεν είναι παλιός, αλλά μόνιμος: τη μνημειακή ομορφιά της φύσης, τον καημό των εσαεί ξενιτεμένων και αυτών που τους περιμένουν, τα χαμένα χνάρια των νεκρών του πολέμου, των θυμάτων της προόδου που προχωρά σε νέες ερειπώσεις και προσπερνά την διαρκέστερη κάτω από τον ουρανό ανάγκη του ανθρώπου για ομορφιά και αλήθευση μέσα στη σχέση με τον άλλον: (περισσότερα…)

Φυγη, μη-φυγή, φυγή προς τα εμπρός

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ
Χρήστος Κολτσίδας
Η καρδιά του Σαμουράι
Θράκα, 2024

Πέμπτη συλλογή για τον Χρήστο Κολτσίδα που διαθέτει μεν ένα πνευματικό και ποιητικό ένστικτο, πλην όμως του αρέσει —απ’ τα Ορεινά του ακόμη— να εμμένει σε γνωστά εμπειρικά μονοπάτια, αρέσκεται στην καταγραφή των ηττημένων της ζωής, έχοντας πάνω του μια μαχόμενη ειλικρίνεια, έστω και ηττημένη κατά καιρούς.

Η έμφαση στην αναπαράσταση του φωτός, βασικό χαρακτηριστικό του ιμπρεσιονισμού, είναι συνώνυμη με το ιαπωνικό komorebi. Ο τρόπος που το φως του ήλιου περνά μέσα από τα φύλλα των δέντρων είναι για τους Ιάπωνες ένα παιχνίδι ανάμεσα στη σκιά και το φως —το είδαμε (κάποιοι από εμάς) φέτος στην ταινία του Βιμ Βέντερς Υπέροχες μέρες— κι έτσι όπως στην ταινία ο πρωταγωνιστής το αποτυπώνει αυτό και το εμφανίζει από το φιλμ της παλιάς του φωτογραφικής μηχανής, έτσι κάπως και ο Κολτσίδας προσπαθεί να απαθανατίσει μια εσωτερική συνθήκη, με 16 ασκήσεις ηρεμίας, σαν φωτογραφικά, καλά σκηνοθετημένα, στιγμιότυπα με μια παλιά Zenit. Αυτή η αναφορά στις φωτοσκιάσεις υπάρχει και στο προηγούμενο βιβλίο του, τους Νεροφόρους (2021): «Κάτω απ’ τα πόδια μας χτυπά η όμορφη αρτηρία της αιωνιότητας… / Κι εμείς, / μ’ ένα καθήκον φωτοσκιάσεων, / αναδεύουμε το νερό / στο μεγάλο πηγάδι του κόσμου».

Τι κι αν όλα στην τέχνη γίνονται χάριν του φωτός, —ακόμη και του προσωρινού— για να μοιράζεται ισάξια «λίγο η απειρία της Ζωής, λίγο η πείρα του Θανάτου», σε όλη τη συλλογή του υπάρχει αυτό το δίπολο φως/σκοτάδι —σαν να είναι στα δυο κομμένη· όποιο μισό νικά ή τον διαολίζει και τον αλλάζει σε δηλητήριο ή γλυκαίνει την ψυχή του—, δίπολο που μεταφράζεται στο αντίστοιχο θανάτου/ζωης. «Κάθε πρωί πεθαίνουνε, πλήρη κι εύθραυστα, / τ’ άνθη της κερασιάς… / Κάθε νύχτα, της κερασιάς τα άνθη / σαν φαναράκια ανάβουνε…», του φόβου και του θάρρους, της τόλμης και της ατολμίας, «ο Σαμουράι έχει ένα ξίφος βρόχινο / καλά ακονισμένο /. Το τραβάει απ’ τη θήκη, κόβει με μιαν ανάσα το κενό, / ξαναθηκώνει…».

Ο Βαγγέλης Μπριάνας, συντοπίτης και ομόσταυλος, αφιερώνει το προοιμιακής λειτουργίας ποίημα «Ντελάλης» στον Χρήστο Κολτσίδα: «με βήματα πάντοτε κοφτά / προχωρά μπροστά η γκλίτσα / να το βλέμμα της στραμμένο προς τα πίσω / κοιτάζει τη σκιά / τόσο τη φοβάται / που το χέρι μας ζητά να γίνει προσωπίδα». Και ο Κολτσίδας γράφει στην «Κραυγή» του: «Για να τρομάξει τους εχθρούς του / ο Σαμουράι βγάζει μια κραυγή. / Αλλά απ’ την κραυγή / τρομάζει κι ο εαυτός του». (περισσότερα…)

Οι μεταμορφώσεις ενός καλλιτέχνη  

Έργο της Παγώνας Ξενάκη (λεπτομέρεια)

*

τoυ ΝΙΚΟΥ ΞΕΝΙΟΥ

Λίλα Τρουλινού, Μύρων η Αράχνη –
Μεταμορφώσεις ΙΙ, Περισπωμένη 2024
Ο έρωτας ανυφαντής με πανουργιά εγίνη
αράχνη έστησε ψηλά και πιάστηκα σ’ εκείνη

Στη νέα νουβέλα της Λίλας Τρουλινού Μύρων η Αράχνη ένας έφηβος μεγαλώνει σε μια οικογένεια της κρητικής επαρχίας καταπιεσμένος από τον αυταρχισμό του πατέρα του και την παθητική στάση της μητέρας του. Στις σκληρές αυτές συνθήκες έρχεται να προστεθεί η απώλεια της αδερφής του, για την οποία αισθάνεται υπεύθυνος. Έτσι ο Μύρωνας, φέροντας το περίβλημα της σκοτωμένης/θυσιασμένης του αδελφής και αποτελώντας αδιαχώριστο δίδυμο μαζί της, μεταπηδά από την παλιά του, συντεθλιμμένη ταυτότητα, σε μια προοπτική ελευθερίας και μεταπλάθεται σε ζωντανό σύμβολο της απανταχού πάσχουσας, απανταχού αποτροπαϊκής για τις μάζες, απανταχού περιθωριοποιημένης και ιδιάζουσας, απανταχού ασυμβίβαστης και, κυρίως, απανταχού πρωτεϊκής καλλιτεχνικής συνείδησης, διατηρώντας ρευστή ταυτότητα φύλου.

Το φάσμα του φύλου και της σεξουαλικότητας είναι τόσο διευρυμένο που η λογοτεχνία δεν μπορεί παρά να εξεικονίσει τις νέες ταυτότητες, δεν μπορεί παρά να παραγάγει πρωτόγνωρες εικόνες, πολιτιστικά πολυσήμαντες. Κάποιες απ’ αυτές έχουν υπερβατικό έρεισμα και κάποιες έχουν ψυχαναλυτικές προεκτάσεις, υπάρχουν όμως και αποκαλυπτικής φύσεως μεταμορφώσεις, όπως αυτές που συμβαίνουν στη νουβέλα Μύρων η Αράχνη: αυτές –τις τελευταίες– η λογοτεχνία τις παρακολουθεί ανά τους αιώνες, ξεκινώντας από αφηγήματα της αρχαιότητας (Οβίδιος, Ευριπίδης) για να φτάσει έως τον όψιμο Μεσαίωνα (Δάντης) και την Αναγέννηση (Σαίξπηρ) και έως τη νουβέλα της κεντρικής Ευρώπης (Κάφκα). (περισσότερα…)

Κλεμμένη υπερηφάνεια: Από την ντροπή στην οργή

*

Μια «βαθιά ιστορία» για την άνοδο της αμερικανικής δεξιάς

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Η Arlie Russell Hochschild, ομότιμη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνιας, είναι διακεκριμένη Αμερικανίδα κοινωνιολόγος, γνωστή για το ακαδημαϊκό έργο της στη κοινωνιολογία των συναισθημάτων, μελετήτρια του πώς τα συναισθήματα διαμορφώνονται και κατευθύνονται από κοινωνικούς κανόνες και πολιτισμικές επιρροές, καθώς επίσης της εμπορευματοποίησής τους.

Την τελευταία 12ετία, η Χοστσάιλντ έχει στραφεί στην κατανόηση του πώς τα συναισθήματα αλληλοεπιδρούν με τις κοινωνικές δομές και επηρεάζουν την πολιτική ζωή — έργο που εμπλουτίζει την πολιτική έρευνα, ανάλυση και θεωρία. Στο προηγούμενο βιβλίο της, Strangers in Their Own Land: Anger and Mourning on the American Right (2016), μελέτησε επί πέντε χρόνια κοινότητες με πολλούς υποστηρικτές του Tea Party, της πιο δεξιάς πτέρυγας τότε του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στη Λουιζιάνα, τον Βαθύ Νότο. Ήταν περιοχές γύρω από τα πετροχημικά εργοστάσια της νότιας Λουιζιάνας. Εκεί επιχείρησε να κατανοήσει γιατί οι άνθρωποι σε αυτές τις κοινότητες, που πλήττονται άμεσα από την περιβαλλοντική καταστροφή και τις οικονομικές δυσκολίες, υποστηρίζουν ένα πολιτικό κίνημα που αντιτίθεται σε κυβερνητικές παρεμβάσεις, ρυθμίσεις και προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας, μέτρα που θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Εκεί ανακάλυψε ό,τι ονόμασε «βαθιά ιστορία» (deep story). Μια ιστορία που την αφηγούνται τα συναισθήματα – μια ιστορία που αφήνει έξω τα γεγονότα και τις επιμέρους αξιολογήσεις τους και μας αφηγείται πώς νιώθουν βαθύτερα οι άνθρωποι και πώς αυτό επηρεάζει την πολιτική τους τοποθέτηση.

Στο νέο βιβλίο της Stolen Pride: Loss, Shame, and the Rise of the Right, που κυκλοφόρησε στις 10 Σεπτεμβρίου 2024, η Χοστσάιλντ μελετά τις συναισθηματικές βάσεις της πολιτικής πόλωσης στις Ηνωμένες Πολιτείες, μέσα από το δίπολο της υπερηφάνειας και της ντροπής. Στο επίκεντρο της μελέτης της είναι το «Κεντάκυ 5», η περιοχή Pike, πέμπτη εκλογική περιφέρεια του Πολιτείας του Κεντάκυ, που είναι συνάμα η πιο «λευκή» αλλά και η δεύτερη φτωχότερη εκλογική περιφέρεια στις ΗΠΑ ανάμεσα σε 435 εκλογικές περιφέρειες. Μια περιοχή στα ανατολικά της Πολιτείας που η οικονομική της ανάπτυξη στηρίχτηκε στη βιομηχανία της εξόρυξης άνθρακα και η σημερινή της οικονομική παρακμή έχει προξενήσει αισθήματα οργής στις τοπικές κοινότητες. Οι κοινότητες αυτές, που κάποτε άνθιζαν ως κέντρα της αμερικανικής βιομηχανίας και τα μέλη της ένιωθαν προσωπικά υπερήφανα που ζούσαν «στην ενεργειακή πρωτεύουσα του κόσμου», βιώνουν τώρα μια βαθιά αίσθηση εγκατάλειψης και απόγνωσης. Στην καρδιά των Αππαλαχίων, που μαστίζεται από την απώλεια των θέσεων εργασίας στα ανθρακωρυχεία αλλά και από την παρατεταμένη φτώχεια, τον αλκοολισμό και τα ναρκωτικά.

Αν και το «Κεντάκυ 5» ψήφιζε στο παρελθόν υπέρ των Δημοκρατικών, υπέρ του Ρούσβελτ, του Κέννεντυ και του Μπιλ Κλίντον, μέσα σε μια γενιά άρχισε να αλλάζει ταχύτατα. Το 2016 και το 2020 το 80% του πληθυσμού ψήφισε τον Ντόναλντ Τραμπ και ήταν μία από τις πέντε περιφέρειες που μετατοπίστηκαν γρήγορα προς τους Ρεπουμπλικάνους. Στην πόλη Πάικβιλ του «Κεντάκυ 5» έγινε μάλιστα μια διαδήλωση ακροδεξιών τον Απρίλιο 2017, η οποία αποτέλεσε προπομπό της ακροδεξιάς διαδήλωσης «Unite the Right» στο Σάρλοτσβιλ της Βιρτζίνιας τον Αύγουστο του 2017. (περισσότερα…)

Από την προφορική ιστορία στο δοκίμιο

*

του ΑΓΑΘΟΚΛΗ ΑΖΕΛΗ

Κωνσταντίνος Πουλής, Απ’ το αλέτρι στο smartphone:
Συζητήσεις με τον πατέρα μου, Μελάνι 2019, γ΄ έκδοση 2022

Με ρητή αναφορά στον Μάρσαλ Μακ Λούαν και προφανώς αναλογιζόμενος την εμβληματική του ρήση «το μέσον είναι το μήνυμα», ο Κωνσταντίνος Πουλής συνέγραψε ένα ενδιαφέρον κι ευανάγνωστο βιβλίο, συνδυασμό δοκιμίου με ερευνητικό υπόβαθρο και προφορικής ιστορίας. Αναφέρομαι στον Μακ Λούαν, καθώς τον ίδιο τον συγγραφέα μας δεν τον απασχολεί τόσο η μετάβαση από το τεχνολογικό μέσον «αλέτρι» στο τεχνολογικό μέσον «smartphone», όσο η μετάβαση σε διαφορετική νοοτροπία, διαφορετικό τρόπο ζωής, κουλτούρα και προτάγματα.

Το ζήτημα της τεχνολογικής εξέλιξης έχει απασχολήσει πολλούς ερευνητές και το αντίθετο θα ήταν παράδοξο. Ποιο είναι το νέο που φέρνει το βιβλίο του Κ. Πουλή; Ότι έχοντας την ακαδημαϊκή σκευή και παραθέτοντας σχετική βιβλιογραφία όπου κρίνει ότι χρειάζεται, ο συγγραφέας, έχοντας και την εμπειρία της λογοτεχνικής συγγραφής και της θεατρικής πράξης –όπως διαβάζουμε στο βιογραφικό του– συνθέτει ένα είδος διαλόγου με τον πατέρα του και άλλους ανιόντες συγγενείς –όπου κρίνει ότι χρειάζεται ή υπάρχει η σχετική ευχέρεια– κατά την εξής μέθοδο: ξεκινά από τη διαπίστωση ότι κατά τον τελευταίο αιώνα η ανθρωπότητα έχει κάνει ένα άλμα πολύ μεγαλύτερο από ό,τι την μέχρι τότε εποχή, από τη νεολιθική εποχή κιόλας, και η προηγούμενη από εκείνον γενιά βίωσε την μεταβατική εποχή στην οποία έλαβαν χώρα οι μεγάλες αλλαγές. Καταγράφει λοιπόν αφηγήσεις του πατέρα του (οι οποίες απαντούν σε δικά του ερωτήματα) που αναφέρονται σε αυτή τη μετάβαση, και καταθέτει στη συνέχεια τον δικό του σχετικό δοκιμιακό αναστοχασμό. Στις αφηγήσεις αποτυπώνεται τόσο ο παραδοσιακός τρόπος ζωής όσο και ο μετασχηματισμός του, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αφομοίωσε ο παραδειγματικός άνθρωπος τον μετασχηματισμό, κάτι το οποίο ίσως δεν σκέφτεται ένας άνθρωπος που μεγάλωσε όταν είχαν συντελεστεί οι μεγάλες μεταβολές.

Οι τομείς στους οποίους εστιάζει ο συγγραφέας είναι η ζωή στην παιδική ηλικία, η καθημερινή ζωή στο αγροτικό σπίτι –τεχνικός πολιτισμός της καθημερινότητας, ανθρώπινες σχέσεις, διατροφή, λαϊκή ιατρική, αγροτική οικονομία, λαϊκός πολιτισμός– οι τεχνολογίες-δημιουργήματα της βιομηχανικής επανάστασης και η μετασχηματιστική μεταβολή που επέφεραν στην καθημερινή ζωή, ο πολιτισμός της ψηφιακής κοινωνικής δικτύωσης. Η ενδεικτική τούτη καταγραφή μου αδυνατεί να αποτυπώσει το εύρος και το βάθος της παρουσίασης και της ανάλυσης, η οποία γίνεται με ένα οικείο ύφος, «κουβεντιαστό», χάρη στο οποίο το κείμενο κερδίζει αμεσότητα, χωρίς να μειωθεί η πειστικότητά του. (περισσότερα…)

Οἱ λογοτεχνικὲς μεταμορφώσεις τοῦ Ἰκάρου

*

«Ἂν ἡ τραγικὴ Ἀρχαιότητα ἔχει μέτρο της τὴ δύσκολη ἰσορροπία ἀνάμεσα στοὺς πόθους καὶ τὶς δυνατότητες τῆς ἀνθρώπινης φύσης, οἱ μεσσιανικοὶ Νέοι Χρόνοι αὐτὴ τὴ φύση ἐξαρχῆς τὴν ἀρνοῦνται. Ἡ ὑπέρβαση εἶναι τὸ ζητούμενο, ἡ τόλμη ἀνεξαρτήτως κόστους, ἡ ἀψήφηση κάθε εἴδους ὁρίων. Ὅ,τι γιὰ τὸν Ἀρχαῖο εἶναι ὕβρις, γιὰ τὸν Νεωτερικὸ ἄνθρωπο εἶναι ἀρετή. Οἱ λογοτεχνικὲς μεταμορφώσεις τοῦ Ἰκάρου ἀνὰ τοὺς αἰῶνες εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἐρεθιστικὰ τεκμήρια αὐτῆς τῆς κοσμοϊστορικῆς μετάβασης.

Μιὰ ἰχνηλάτηση τῶν πτήσεων τοῦ μυθικοῦ ἥρωα ἀπὸ τὸν Ὀβίδιο ὣς τὸν Γκόνγκορα καὶ ἀπὸ τὸν Μπωντλαὶρ ὣς τὴ Σέξτον.»

Ἀπὸ τὸ ὀπισθόφυλλο τοῦ βιβλίου Ἴκαροι. Ὁ φτερωτὸς ἥρωας καὶ τὰ πρόσωπά του μέσα στὸν χρόνο, Προλεγόμενα – Ἄνθολόγηση – Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης, ποὺ μόλις κυκλοφόρησε ἀπὸ τὶς Ἔκδόσεις Σμίλη. Τὸ ἐκτενέστερο ἀπόσπασμα ποὺ ἀκολουθεῖ εἶναι ἀπὸ τὰ Προλεγόμενα τοῦ συγγραφέα.

~.~

Ὁ πίνακας τοῦ Πίτερ Μπρέχελ τοῦ Πρεσβύτερου Τοπίο μὲ πτώση Ἰκάρου (π. 1555) ἀνήκει στοὺς πιὸ πολυσχολιασμένους τῆς εὐρωπαϊκῆς ζωγραφικῆς. Ἐπιπλέον, πολλοὶ ποιητὲς ἐμπνεύστηκαν ποιήματά τους ἀπὸ ἐκεῖνον. Τὸ μήνυμά του εἶναι ἁπλό: γιὰ τὴν ἀτομικὴ μοίρα τοῦ καθενός, ὁ κόσμος ἀδιαφορεῖ. Τὴν ὥρα ποὺ ὁ Ἴκαρος καταποντίζεται ἀνεπιστρεπτί, τριγύρω του χαίρει ἡ φύσις ὅλη, ἡ βλάστηση ὀργιάζει, οἱ ἄνθρωποι ἀπερίσπαστοι ἐπιδίδονται στὰ ἐπιούσια ἔργα τους.

Μὲ τὴ σύλληψή του αὐτὴ ὁ Κατωχωρίτης ζωγράφος γίνεται πρόδρομος τοῦ ντεϊσμοῦ, ἑνὸς φιλοσοφικοῦ ρεύματος τῶν Νέων Χρόνων, ἰδίως του Διαφωτισμοῦ, ποὺ πρέσβευε ὅτι ὁ Θεός, καίτοι ποιητὴς τῶν ὅλων, ἅπαξ καὶ ὁλοκληρώσει τὸ θεῖο του ἔργο, παύει νὰ ἀνακατεύεται πιὰ στὰ ἀνθρώπινα· ἀποκλεισμένος κατὰ κάποιον τρόπο ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴ Δημιουργία, δὲν παρεμβαίνει στὴ μοίρα ἑνὸς ἑκάστου, δίκαιη ἢ ἄδικη, σκληρὴ ἢ εὐμενῆ. Ἡ πάμφωτη, ἱλαρὴ Φύση τοῦ Μπρέχελ εἶναι ἡ εἰκαστικὴ μετωνυμία ἑνὸς τέτοιου, ἀμέτοχου στ’ ἀνθρώπινα, Θεοῦ. Ὁ Ἴκαρος τὴν ὥρα τῆς Πτώσεως εἶναι μόνος, ἕρμαιο τῆς εἱμαρμένης.

Δύσκολα θὰ μπορούσαμε νὰ βροῦμε ἀντίληψη ριζικότερα ἀντίθετη σ’ ἐκείνη τῆς κλασικῆς Ἀρχαιότητας. Στὸν ἑλληνικὸ μύθο καὶ στὸν ποιητὴ ποὺ κυρίως ἐνέπνευσε, τὸν Ὀβίδιο, ἡ φύση ὄχι μόνο δὲν ἀδιαφορεῖ, ἀλλὰ χαιρεκακεῖ κι ἀπὸ πάνω γιὰ τὴ συμφορὰ τοῦ Δαίδαλου. Στὶς Μεταμορφώσεις, ὁ Λατίνος ποιητὴς μνημονεύει μιὰ πέρδικα, πού, στὸ θέαμα τῆς ταφῆς τοῦ Ἰκάρου ἀπὸ τὸν πατέρα του τὸν Δαίδαλο, βγαίνει ἀπὸ τὴν κρυψώνα της καὶ φτεροκοπάει ἀπὸ χαρμονὴ καὶ ἱκανοποίηση:

Βγῆκε στὴ γῆ γιὰ νὰ τὸν θάψει ἑνὸς νησιοῦ
ποὺ ἀπὸ τότε τ’ ὀνομάζουν Ἰκαρία.
Ὅταν τοὺς εἶδε ἀπ’ τὴν κουφάλα ἑνὸς κορμοῦ
μιὰ πέρδικα κακάρισε ὅλο εὐφορία. (περισσότερα…)

Μια χώρα που τη λένε Χιροσίμα

*

τοῦ ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Ειρήνη Καραγιαννίδου
Συρτός στα τρία
Πανοπτικόν 2023

Μπερδευόμαστε καμιὰ φορὰ ὅσοι σπουδάσαμε φιλολογία ὅταν πιάνουμε ἕνα βιβλίο στὰ χέρια μας, ἐπειδὴ ἐθιστήκαμε νὰ ψάχνουμε τί ἐνδεχομένως εἶναι ἀξιερεύνητο κι’ ὄχι τί εἶναι ἀξιανάγνωστο σ’ αὐτό. Ἀλλιῶς, θὰ τὸ ἔλεγα ὡς ἑξῆς: ψάχνουμε νὰ βροῦμε τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν τελικὰ σὲ μιὰ κρίση ἢ σ’ ἕνα κείμενο βασισμένο πιθανότατα σὲ ἕνα θεωρητικὸ/ἑρμηνευτικὸ κοστουμάκι, κι’ ὄχι στὴν ἀπόλαυση ποὺ μπορεῖ —ἢ δὲν μπορεῖ— νὰ μᾶς δώσει τὸ λογοτεχνικὸ ἔργο ποὺ πιάσαμε νὰ διαβάσουμε. Τελικά, καταλήγουμε σὲ μιὰν ἀξιολόγηση ποὺ συχνὰ εἶναι παραπλανητικὴ τόσο γιὰ ἐμᾶς ὅσο καὶ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἀναγνώστη, διότι ἑδράζεται σὲ ἐπισφαλῆ κριτήρια. Ὅταν παρουσιάζουμε ἕνα βιβλίο καλούμαστε νὰ κάνουμε δύο πράγματα: κατὰ πρῶτον νὰ κρίνουμε τὸ βιβλίο σιωπηρά, μιᾶς καὶ ἡ ἀποδοχή μας νὰ συμμετέχουμε στὴν παρουσίασή του δηλώνει κάτι ἐξ’ ὑπαρχῆς (ἐκτὸς κι’ ἂν κάνουμε 20 παρουσιάσεις τὸν χρόνο, ἄρα ἐκεῖ μιλᾶμε γιὰ παροχὴ ὑπηρεσιῶν)· κατὰ δεύτερον νὰ παρουσιάσουμε τὸ βιβλίο αὐτὸ κατὰ τὸν ἑλκυστικότερο δυνατὸ τρόπο ὥστε ὁ κόσμος ποὺ ἔχει ἔρθει, νὰ βρεῖ κάτι σ’ αὐτὸ ποὺ τελικὰ θὰ τὸν ὁδηγήσει νὰ τὸ ἀγοράσει ‒ διότι, κάπου-κάπου ἂς τὸ λέμε, πέρα ἀπὸ πολιτιστικὴ συμβολὴ κι’ ὅλα αὐτὰ τὰ σωστὰ πλὴν γλυκερά, τὸ βιβλίο εἶναι κι’ ἕνα προϊὸν ποὺ ζεῖ καὶ ἐπιβεβαιώνεται ὅταν τὸ κοινὸ τὸ ἀγκαλιάζει ‒ κι’ ὅταν λέω «τὸ ἀγκαλιάζει» ἐννοῶ «τὸ ἀγοράζει». Αὐτὰ γιὰ ἀρχή, ὥστε νὰ διευκρινίσω ἐκ προοιμίου ὅτι ὅλα ὅσα καταλογίστηκαν παραπάνω στὸ μετιέ μου, θὰ τὰ κάνω κι’ ἐγὼ δίχως φόβο καὶ πάθος, ἐλπίζω ὡστόσο κάπως πιὸ συγκρατημένα. (περισσότερα…)

Παρασκευή 26 Ιουλίου | Μαρία Στασινοπούλου, «Του καιρού που επιμένει»

*

Παρασκευή 26 Ιουλίου | Παρουσίαση βιβλίου

«Του καιρού που επιμένει»
της Μαρίας Στασινοπούλου

Θέμα του νέου βιβλίου της πεζογράφου Μαρίας Στασινοπούλου είναι και πάλι ο χρόνος. Η παρατηρητική γραφή της εστιάζει στο διαφορετικό και το πρωτότυπο, δείχνει όμως ότι η σοφία της καθημερινότητας μπορεί να προκύψει και μέσα από την κοινοτοπία.

Τη συγγραφέα παρουσίαζει και συζητά μαζί της η φιλόλογος Άννα Λαμπαρδάκη.

~.~

Χορεύοντας το κίτρινο του φόβου

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΩΜΑΤΗΝΟΥ

Ειρήνη Καραγιαννίδου
Συρτός στα τρία
Πανοπτικόν 2023

Όταν πριν από κάμποσα χρόνια είχα διαβάσει για πρώτη φορά τη δεύτερη ποιητική συλλογή της Ειρήνης Καραγιαννίδου, Παραθαλάσσιο οικόπεδο (Πανοπτικόν, 2017), μου είχε έρθει στον νου ένα απόσπασμα από τους Δακτύλιους του Κρόνου του Μαξ Ζέμπαλντ· ένα απόσπασμα που εκκινεί από την απλή παρατήρηση ότι οι ψαράδες σπάνια πιάνουν κουβέντα με τον διπλανό τους. Στα μάτια του Ζέμπαλντ, παρόλο που έχουν όλοι τους το βλέμμα στυλωμένο στην Ανατολή και κοιτάζουν τον ορίζοντα να ροδίζει στο φως του δειλινού και της αυγής, μοιάζουν να είναι ολομόναχοι και να μην εμπιστεύονται παρά μόνο τον εαυτό τους.

«Αμφιβάλλω», γράφει, «κατά πόσο όλοι αυτοί οι άνδρες κάθονται μέρες και νύχτες ατέλειωτες στην ακτή μόνο και μόνο προσμένοντας, όπως ισχυρίζονται, να δουν τους μέρλαγκες να περνούν στα ανοιχτά, τα καλκάνια να γλιστρούν προς την επιφάνεια ή τους μπακαλιάρους να βγαίνουν στα ρηχά. Μάλλον μού φαίνεται ότι απλώς προτιμούν να βρίσκονται σε ένα μέρος όπου έχουν πίσω τους τον κόσμο και μπροστά τους την απόλυτη απεραντοσύνη».1 (περισσότερα…)