ΝΠ | Βιβλίο

Η εντυπωσιοθηρία της “κριτικής” και η Έμιλυ Ντίκινσον

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Την Άβυσσο δεν γίνεται
με αέρα να σφραγίσεις

Στις ομιλίες του στο Χάρβαρντ, μιλώντας για την ποιητική μετάφραση ο Μπόρχες, με τη βαθιά ειρωνική γλώσσα που εμποτίζει τη σκέψη και το έργο του, έλεγε πως έβρισκε όμορφες τις κατά λέξη μεταφράσεις, στις οποίες αναγνώριζε θεολογική την προέλευση από τις μεταφράσεις της θεόπνευστης, αλάθητης Βίβλου, και ταυτόχρονα εξυμνούσε «μια από τις πιο όμορφες και περίφημες αγγλικές μεταφράσεις», τη μετάφραση των Ρουμπαγιάτ του Ομάρ Χαγιάμ από τον Φιτζέραλντ. Ένα δηλαδή ολωσδιόλου και παντελώς άλλο έργο από το πρωτότυπο, ομολογώντας πως «μια μετάφραση δεν κρίνεται ποτέ λεκτικώς». Ο Κώστας Κουτσουρέλης στην πρόσφατη μετάφραση 120 ποιημάτων της Ντίκινσον (Κίχλη, 2023) , διαφωνώντας με τον πασίγνωστο αφορισμό του Φροστ για τη μετάφραση της ποίησης, εξαρχής δηλώνει πως

όπως έλεγε ο Ιωσήφ Μπρόντσκι, «ποίηση είναι ό,τι κερδίζεται στη μετάφραση», όχι ό,τι ενδεχομένως έχει χαθεί. Στέκεται το ελληνικό κείμενο μόνο του, ως ποίημα αυτοτελές και αυτόφωτο; Αυτό ενδιαφέρει. Αν όχι, κανένα δεκανίκι δεν θα το σώσει.

Την νέα αυτή μετάφραση της Ντίκινσον από τον Κουτσουρέλη ψέγει και επικρίνει σε σημείωμά της η Τίνα Μανδηλαρά, στη στήλη για το βιβλίο στη LiFO, με τίτλο «Όταν η Ντίκινσον θυμίζει στις μεταφράσεις της Βάρναλη και Τσιφόρο» [sic], μαζί με τη μετάφραση του Αρτύρ Ρεμπώ από τον Βασίλη Πατσογιάννη. Ο σχολιασμός που ακολουθεί αφορά μονάχα το επικριτικό σημείωμά της προς τη μετάφραση της Ντίκινσον, που όπως μαρτυρά κι ο τίτλος του αποτελεί και τον ουσιαστικό στόχο της επίκρισής της. Δεν αποσκοπώ εδώ σε ενδελεχή κριτική αξιολόγηση της μιας ή της άλλης μετάφρασης, επιθυμώ απλά να σχολιάσω και να κρίνω μόνον τα όσα διάβασα. (περισσότερα…)

Το τέλος του ανθρώπου ή Η παραμόρφωσή του

*

Απόσπασμα από το βιβλίο του Σωτήρη Γουνελά  Το τέλος  του ανθρώπου ή Η παραμόρφωσή του  (Αρμός, 2022), το οποίο παρουσιάζεται αυτήν τη Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2023 και ώρα 19:00, στις Εκδόσεις Αρμός (Μαυροκορδάτου 11, Αθήνα). Θα μιλήσoυν: π. Αντώνιος Πινακούλας, εφημέριος Ιερού Ναού Αγίου Παντελεήμονα Χαλανδρίου, Δημήτρης Βασιλάκης, επ. καθηγητής φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Βασίλης Ξυδιάς, θεολόγος, Στέφανος Ευθυμιάδης, βυζαντινολόγος, καθηγητής Ανοιχτού Πανεπιστημίου Κύπρου και ο συγγραφέας του βιβλίου Σωτήρης Γουνελάς.

~.~

Δυστυχώς και η αποξένωση και η εκμηχάνιση καθιερώθηκαν και οι άνθρωποι τραβούν το δρόμο τους ‘νήπιοι’ σαν τους συντρόφους του Οδυσσέα που έφαγαν τα ιερά βόδια του θεού Ήλιου και στο ταξίδι της επιστροφής δεν επέζησε κανένας. Όταν σβήσεις από μέσα σου την δημιουργία του ανθρώπου “κατ’ εικόνα” Θεού, ο άνθρωπος καταντά-τελικά- κατ’ εικόνα της μηχανής! Φαίνεται πως η παραμόρφωση αρχίζει με τον Καρτέσιο, ο οποίος χωρίζει την ψυχή από το σώμα μηχανοποιώντας το και χωρίζει την ψυχή από την φύση. Έτσι καθιερώνεται ο χωρισμός του υποκειμένου από το αντικείμενο που έκτοτε σημαδεύει τη Δύση αδιάκοπα με επιπτώσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Η φύση ανήκει στα εκτατά (res extensae) και μαθηματικοποιείται.

Ποιό είναι το ζήτημα; Το ζήτημα είναι ότι δεν γίνεται να κάνουμε –δηλ. να κάνει ο άνθρωπος– την φύση αντικείμενο σαν να είναι κάτι ξέχωρο από αυτόν. Η φύση, ο κόσμος δεν είναι ΕΞΩ από τον άνθρωπο-υποκείμενο. Κάνοντάς το αυτό καταδίκασε την πορεία του κόσμου και του ανθρώπου σε ένα είδος αβυσσαλέας απόστασης-διάστασης, έκοψε στα δύο το ενιαίο της ζωής μόνο και μόνο για να καταστήσει τον άνθρωπο κυρίαρχο και κατακτητή της φύσης.

Ο πρώτος που έκανε κριτική στον Καρτέσιο πάνω σε αυτά τα ζητήματα ήταν ο ρώσος Σολοβιώφ στη διατριβή του με θέμα Η κρίση του δυτικού πνεύματος (μεταφράστηκε γαλλικά από τον Μαξίμ Χέρμαν γύρω στα 1942), όπου έγραφε μεταξύ άλλων: θεωρεί ότι «αναπαριστούμε (διανοητικά) την φύση ως ένα ον απολύτως εξωτερικό στη λογική (ratio), που αυτή -η λογική- αγωνίζεται να το δαμάσει». Ο Ντεκάρτ, γράφει ο Σολοβιώφ, «αρνιόταν ακόμα και στα ζώα την ύπαρξη ψυχής και χώριζε με ανυπέρβατη άβυσσο το ανθρώπινο πνεύμα, όχι μονάχα με την υπόλοιπη φύση, αλλά και με το ίδιο του το (ανθρώπινο) σώμα». Και ακόμη: «την μοναδική κίνηση που δέχεται (μέσα στη φύση) είναι η μηχανική κίνηση, που οφείλεται σε μια ώθηση. Εξαιρεί από την φύση κάθε ζώσα ενέργεια» (ό.π.). (περισσότερα…)

«Όταν δολοφονείται η ερμηνεία»

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου
Ο θυρωρός των ημερών

Κέδρος, 2022

Ποιος είναι τελικά «ο θυρωρός των ημερών»; Είναι αυτός που ελέγχει και μετρά τα περάσματα του χρόνου όπου «όλα αρρωσταίνουν βήχοντας» (σ. 9); Στη νέα ποιητική συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου με τον προαναφερθέντα τίτλο η ποιήτρια αναμετράται μαζί του εναγωνίως, γνωρίζοντας ότι το χρέος δεν θα της χαριστεί και πως η ίδια θα μετασχηματίζει τα συμβάντα με εργαλείο τη δεξιότητα να οργανώνει τις λέξεις, λειτουργώντας ως ενορχηστρώτρια.  Ο θυρωρός των ημερών είναι παρών σε ολόκληρο το ποιητικό σώμα, χρησιμοποιείται εξάλλου και ως τίτλος του πρώτου ποιήματος της συλλογής. Καθώς οι αναγνώστες έρχονται αντιμέτωποι/ες με τις κατακλυσμιαίες εικόνες των ποιημάτων, αφού και η ίδια «η ποίηση είναι κατακλυσμός» που συχνά παραπέμπει σε έναν κόσμο παραπλήσιο με αυτόν της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων. Η Λουκίδου δεν στοχάζεται απλώς για τον αδηφάγο θυρωρό των ημερών, των ωρών, του χρόνου, των ανθρώπινων ζωών αλλά ενδύεται η ίδια τον ρόλο αυτό. Άλλωστε ο θυρωρός παραπέμπει και στον θάνατο που παραμένει υπαινικτικά παρών σε κάθε συνθήκη. Η ποιήτρια επανατοποθετείται σε όσα συμβαίνουν στην  ίδια, αλλά και σε αγαπημένους της συγγραφείς, ποιητές/τριες, συνομιλώντας ποικιλοτρόπως μαζί τους. Η φοβική διαπίστωση πως «τελειώνει ο χρόνος των μορφών» δεν αναφέρεται μόνο σε ένα οριστικό τέλος, αλλά περισσότερο αναδεικνύει διλήμματα συνεχή για τη σχέση των ποιητών/τριών στον χρόνο, τις μεταποιήσεις και μετασχηματισμούς κάθε μορφής στο μνημονικό τοπίο των λέξεων, όπου όλα μπορούν να ανατραπούν και να συνυφανθούν εκ νέου. (περισσότερα…)

Πεζολογική αμεσότητα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Θανάσης Τριαρίδης,
Για τους άγνωστους σφαγμένους,
“Ποιήματα” 2020-2022, Gutenberg, 2022

Ο Τριαρίδης, πολυσχιδής και πολυγραφότατος συγγραφέας, ασχολείται με ποικίλα είδη λόγου, πρόζα, θέατρο, ποίηση, αν και στην περίπτωσή του οι κατατάξεις μοιάζουν αμήχανες δεδομένης της υβριδικής φόρμας σε αρκετά κείμενά του. Κείμενα που έχουν πάντα μια σαφή πολιτική θέση που δεν είναι άλλη από το να παίρνεις θέση στη διαχρονική επανεμφάνιση του κακού: θρησκευτική ιδεοληψία, πνευματικοί ολοκληρωτισμοί, ναζιστική τερατωδία, φασιστικές μεταλλάξεις του σύγχρονου βίου με κοινή συνιστώσα τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς που δημιουργούν ψυχικούς πειθαναγκασμούς στο άτομο και παχύδερμα ανακλαστικά στις κοινωνίες, με αποτέλεσμα να καθίστανται εφεκτικές αλλά και συνένοχες στην επέλαση του κακού. Πρόκληση, ακτιβισμός, γκροτέσκο, μανιφέστο, αλληγορία, εξπρεσιονισμός, πειραματικές φόρμες επιστρατεύονται για να υπηρετήσουν μια γραφή εξεγερμένη και απερίφραστη στις θέσεις της. Αρκετά από αυτά τα γνωρίσματα βλέπουμε και στο συγκεκριμένο βιβλίο.

Ήδη από τον τίτλο του βιβλίου, «Για τους άγνωστους σφαγμένους», ο αναγνώστης όχι μόνο αντιλαμβάνεται το θέμα αλλά και την οπτική του γράφοντος, καθώς η γυμνή λέξη «σφαγμένους» προοιωνίζεται μια γραφή που δεν την ενδιαφέρει η καλλιέπεια και η υποδηλωτική καταγγελία, αλλά θα μετέλθει μια έξω απ’ τα δόντια κυριολεξία για να καταδείξει, να καταγγείλει, να υπονομεύσει, να παρωδήσει, να σαρκάσει, εντέλει να τοιχοκολλήσει μια διαμαρτυρία που δεν στοχεύει σε αισθητικό ραφινάρισμα αλλά σε τσεκουράτες καταγγελίες και ποθούμενες συνεγέρσεις. Ιδού ένα δείγμα:

Το πιο τρομακτικό

Το πιο τρομακτικό με τους ανθρώπους
δεν είναι ότι γεννούν δολοφόνους,
χασάπηδες στρατηλάτες, στρατιώτες εκτελεστικών αποσπασμάτων,
πιλότους βομβαρδιστικών,
δεσμοφύλακες θαλάμων αερίων,
άντρες που μπήκανε στην πόλη των εχθρών
κι έλειωσαν τα κεφάλια των μωρών στον τοίχο.
Το πιο τρομακτικό είναι που συνηθίσαμε
τα αγάλματα των χασάπηδων στρατηλατών,
τις παρελάσεις των δολοφόνων στρατιωτών,
τις γιορτές που ονομάζουν ήρωες
εκείνους που έλειωσαν τα κεφάλια των μωρών
στον τοίχο.

Το πιο τρομακτικό είναι που συνηθίσαμε
κι εσύ κι εγώ.

Η γλώσσα καθημερινή, συχνά σε β΄ ενικό ή σε α΄ πληθυντικό, με μια κουβεντιαστή προφορικότητα, κρατά ανοιχτό ένα διάλογο που εμπλέκει όλα τα πρόσωπα του λόγου: τον συγγραφέα ως φορέα του λόγου και ως δρων κοινωνικό υποκείμενο (καταγγέλλοντα και αυτοκαταγγελλόμενο), τα ποικίλα ενδοκειμενικά πρόσωπα, τον αναγνώστη, αλλά και κάθε δυνητικό αποδέκτη του λόγου που είναι συνδιαμορφωτής της παθογόνας κοινωνικής συνθήκης: (περισσότερα…)

Tο ξήλωμα της γλώσσας

*

της ΕΥΤΥΧΙΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Νίκη Χαλκιαδάκη,
μικρές κανίβαλες
Μανδραγόρας, 2022

Στην Ανάσκελη με πυρετό (Μανδραγόρας, 2012), η Νίκη Χαλκιαδάκη αρχίζει την ποιητική της αφήγηση παρουσιάζοντας την κόρη να καθαρίζει το κρανίο του πατέρα της χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις. Η σκοτεινή αυτή τελετή αποτελούσε την εναρκτήρια παράσταση μιας επιμνημόσυνης ποιητικής γραφής, που δεν επιτελούσε την πατροκτονία αλλά την αναδιήγηση της σχέσης κόρης και πατέρα, με τη συνδρομή της παιδικής κατανόησης και φαντασίας.

Στις μικρές κανίβαλες (Μανδραγόρας, 2022), ποιητική συλλογή η οποία εκδίδεται δέκα χρόνια μετά την Ανάσκελη με πυρετό, πρωταγωνιστεί ίσως το ίδιο εκείνο κορίτσι σε διαφορετικές ηλικίες, ή περισσότερα κορίτσια με κοινές εμπειρίες, που συγκροτούν μια συλλογική έμφυλη φωνή. Κοινή εμπειρία φαίνεται να είναι εκείνη της μονογονεϊκής οικογένειας, αποτελούμενης μόνο από γυναίκες/θηλυκότητες. Σύμφωνα με τα λεγόμενα στο εναρκτήριο ποίημα, η μητέρα «φοβάται μην έρθει [ο πατέρας] πίσω γεμάτος σκουλήκια». Στις μικρές κανίβαλες βλέπουμε τα αποτελέσματα μιας υποχρεωτικής ή μη, φυσικής ή και συμβολικής, απουσίας του άνδρα μέσα στον οίκο, με στόχο, υποθετικά πάντα, την επιβίωση. (περισσότερα…)

Πριν και μετά το τέλος του κόσμου

*

Για τη Δυνατότητα ενός νησιού του Μισέλ Ουελλμπέκ

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Αναπνέω, όπως εσείς […]. Κι όμως, δεν ανήκω πια στο ίδιο είδος. Σας αναγγέλλω μια νέα ανθρωπότητα […]. Από τις απαρχές του, το Σύμπαν αναμένει τη γέννηση ενός αιώνιου όντος, με το οποίο θα συνυπάρχει, για να αντικατοπτριστεί πάνω του σαν σε αληθινό καθρέφτη, που δεν έχουν σπιλώσει οι ακαθαρσίες του χρόνου. Αυτό το ον γεννήθηκε σήμερα, λίγο μετά τις πέντε το απόγευμα. Είμαι ο Παράκλητος, και η πραγματοποίηση της υπόσχεσης. Είμαι προς το παρόν μόνος, όμως η μοναξιά μου δεν θα διαρκέσει, γιατί σύντομα θα με ακολουθήσετε. Είστε οι πρώτοι σύντροφοί μου, τριακόσιοι δώδεκα τον αριθμό∙ είστε η πρώτη γενιά του νέου είδους που προορισμό έχει να αντικαταστήσει τον άνθρωπο∙ είστε οι πρώτοι νεοάνθρωποι. Είμαι το σημείο μηδέν, εσείς είστε το πρώτο κύμα. Σήμερα εισερχόμαστε σε μια άλλη εποχή, όπου το πέρασμα του χρόνου δεν θα έχει πλέον την ίδια έννοια. Σήμερα εισερχόμαστε στην αιώνια ζωή. Αυτή η στιγμή θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη.[1]

Ο Βενσάν, ο πρώτος νεοάνθρωπος, δίνει τον χρησμό: ο άνθρωπος, όπως τον ξέραμε, παύει να υπάρχει, αντικαθίσταται από τους μελλοντικούς ανθρώπους, τους νεοανθρώπους ― η θνητότητα δεν ταλαιπωρεί πλέον την ανθρωπότητα, οδεύουμε στην αιώνια ζωή. Το τέλος της θνητότητας παρασύρει και τις θεμελιακές έννοιες που διαχρονικά συνδέονται μαζί της: χώρος, χρόνος, θέση και σύλληψη του όντος, τα αντικείμενα της αντίληψης ― στον εσχατολογικό λόγο του Βενσάν περνάμε σε μια διαφορετική διάταξη της γνώσης, σε μιαν άλλη μεταφυσική. Η κατανόηση της ανθρωπότητας συμπίπτει εν προκειμένω με την αμφισβήτηση της ίδιας της προϋπόθεσης της ―του ανθρώπου―, γεγονός που ανοίγει τον δρόμο για το πέρασμα στη μετά-τον-άνθρωπο εποχή.[2] Ο Μισέλ Φουκώ ηχεί επίκαιρα:

Αν αυτή η διάταξη της γνώσης εξαφανιζόταν όπως εμφανίστηκε, αν κατέρρεε εξαιτίας κάποιου συμβάντος, του οποίου μάλιστα μπορούμε να προαισθανθούμε τη δυνατότητα, του οποίου όμως δεν γνωρίζουμε για την ώρα ούτε τη μορφή ούτε την υπόσχεση, όπως συνέβη στην καμπή του δέκατου όγδοου αιώνα με τις βάσεις της κλασικής σκέψης ― τότε μπορούμε όντως να στοιχηματίσουμε ότι ο άνθρωπος θα έσβηνε, όπως στο ακροθαλάσσι ένα πρόσωπο από άμμο.[3] (περισσότερα…)

Ρεαλισμός και φαντασία

*

της ΣΙΤΣΑΣ ΚΟΤΣΙΦΑΚΗ

Λίλα Τρουλινού,
Χρυσοβαλάντη και Ονούφρης – Μεταμορφώσεις,
Περισπωμένη, 2023

Στη νουβέλα της Λίλας Τρουλινού, Χρυσοβαλάντη και Ονούφρης – Μεταμορφώσεις, ένας ετεροδιηγητικός αφηγητής, μια φωνή που τα γνωρίζει όλα και τα «βλέπει» όλα μας συστήνει την Σμαραγδή και την Ιωάννα, δύο εκπαιδευτικούς και φιλενάδες που σήμερα, στα 2020, στο παρόν της ιστορίας δηλαδή, μοιράζονται, στον κήπο του σπιτιού της πρώτης, για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά, στις πέντε του Ιούνη, τα εικοστά τρίτα γενέθλια ενός προσώπου πολυαγαπημένου. Τις δύο ηρωίδες τις έδεσαν τα γεγονότα που έζησαν το 2014 στο Επαγγελματικό Λύκειου Βρυσσών Αποκορώνου, νεοδιόριστες καθηγήτριες, η Σμαραγδή αισθητικός και η Ιωάννα φιλόλογος. Και ενώ θα περίμενε κανείς ότι ο ονειρικός κόσμος των προϊόντων ομορφιάς που μεταμορφώνουν τις γυναίκες ταιριάζει τέλεια με έναν ρευστό και ρομαντικό χαρακτήρα, η Σμαραγδή είναι γήινη, ρεαλίστρια, με βασικό της χαρακτηριστικό έναν γνήσιο ανθρωπισμό που την κάνει να αποδέχεται το διαφορετικό, χωρίς απαραίτητα να μπορεί να το εξηγήσει. Και από την άλλη, η σύνθετη προσωπικότητα της Ιωάννας, αναρωτιέται για όλους και όλα, δεν επιτρέπει στον εαυτό της βεβαιότητες, έτοιμη να αναμετρηθεί με τα κοινώς αποδεκτά, με τα μη και τα πρέπει της κλειστής κοινωνίας, την ίδια στιγμή που κυνηγά τους προσωπικούς της δαίμονες, «φιλοπερίεργη και συλλέκτρια εμπειριών».

Η καθημερινότητά τους ευλογημένη από την πάλλουσα, αστραφτερή, ονειρική ζωή ενός επαρχιακού σχολείου, και μάλιστα ενός επαγγελματικού λυκείου που οι περισσότεροι ταυτίζουμε με την παραβατικότητα, την αγριότητα, την εφηβική βία. Με περισσή μαεστρία η συγγραφέας κατορθώνει να κάνει τους αναγνώστες της συμμέτοχους στην αληθινή χαρά της ζωής, τη ζωηράδα, αυτό το αυθόρμητο χαμόγελο που σχηματίζουμε όταν περιβαλλόμαστε από νέους ανθρώπους που δείχνουν έτοιμοι να βγουν νικητές από την αναμέτρησή τους με τον καθώς πρέπει κόσμο μας, να μεταμορφωθούν στους αληθινούς τους εαυτούς. Σ’ αυτό το περιβάλλον που αν είχε μουσική υπόκρουση θα ήταν μόνο η αληθινή ροκ μουσική, αυτή που αφυπνίζει και μεταμορφώνει τους ανθρώπους, είτε αυτή λέγεται Ενάτη συμφωνία, Ωδή στη χαρά, Ηρωική, Ποιμενική, Πέμπτη, Έβδομη… φοιτούν τα ημι-πανομοιότυπα δίδυμα διαφορετικού φύλου η Χρυσοβαλάντη και ο αδελφός της ο Ονούφρης.

Μοιάζουν σαν δύο σταγόνες νερού και όλα δείχνουν ότι βρίσκονται στο στόχαστρο μιας κοινωνίας που σπεύδει να καταργήσει το διαφορετικό, το σπάνιο, το ανοίκειο· του δίνει πολύ γρήγορα αρνητικά επίθετα, το φορτώνει με ενοχές και το ονομάζει αμαρτία. Τα δεκαεπτάχρονα παιδιά έχουν τα ίδια πυρόξανθα μαλλιά, κυματιστές φαβορίτες, λευκή επιδερμίδα, αραιό καστανό υπογένειο, λίγο πιο έντονο στον Ονούφρη, φορούν παρόμοια ρούχα. Αλλάζει το βλέμμα τους, του κοριτσιού έχει σπιρτάδα, είναι επιθετικό, ζητά να αναμετρηθεί· του αγοριού τα μάτια είναι πιο ανοιχτά στο χρώμα, πιο νωθρά, πιο βαριεστημένα. Οι δυο τους είναι σαν ένα παιδί, το ένα μπαίνει μέσα στο άλλο, τα σώματα ενώνονται, τα φύλα είναι αδιαχώριστα. Το κορίτσι ηγείται, είναι δυναμικό και θορυβώδες, προκλητικό και αυθάδικο, το αγόρι πιο ήρεμο, συγκρατημένο, ευγενικό ακολουθεί την αδελφή του. (περισσότερα…)

Ενώπιον του γήρατος

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Γιώργου Καλοζώη
Η άφιξη των θηρίων
Ενύπνιον 2023

Αποτελεί κοινή παραδοχή το γεγονός ότι η γραμμή ανάμεσα στη μανιέρα και τη συνέπεια στο έργο είναι πολύ λεπτή. Και είναι αλήθεια ότι, εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε κανείς να προσάψει στον Γιώργο Καλοζώη μανιερισμό: υπερρεαλιστικές εικόνες,[1] εξπρεσιονιστική αίσθηση,[2] ανθρωπόμορφη ζωολογία (ή ζωώδης ανθρωπολογία), ζούγκλες, δάση, πουλιά και μια «κανιβαλιστική συνθήκη»,[3] ανάβαση/κατάβαση σε βουνά, κλίμακες και σκάλες[4] σε εναρμονισμένα στο ζήτημα της μορφής ιδιότυπα σωληνοειδή ποιήματα[5] σε κάθε ποιητική συλλογή. Πρόκειται όμως για ένα αναγνωρίσιμο και ποιητικά υπαρκτό σύμπαν στο οποίο αιωρούνται —ή βαραίνουν— σταθερά τα αιώνια υπαρξιακά ερωτήματα: πώς, γιατί, πού; Ο ανοικειωτικός καλοζωικός κόσμος διαθλάται σε κάθε έργο του ποιητή πιο διαυγώς, διερευνάται κάθε φορά σε μεγαλύτερο ύψος και βάθος, σκοτεινιάζει περισσότερο με την πάροδο του χρόνου και, κυρίως, δεν αντιγράφεταιˑ για αυτό δεν θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για μανιερισμό παρά για συνέπεια, ποιητικής στάσης και έργου.

Αν στα προηγούμενα έργα του Καλοζώη το γήρας ήταν μια μακρινή αίσθηση, μια εικόνα, μια απειλή μέσα στην «επίγνωση της θνητότητας»,[6] τώρα αποτελεί ένα ζωντανό γεγονός το οποίο έχει αφιχθεί επιβλητικά στο οπτικό πεδίο. «Το γήρας ακόμη και μέσα / στην πιο μαύρη κι από / πίσσα νύχτα φωσφορίζει» γράφει ο ποιητής στο ποίημα «Ο αλπινιστής η ωραία κι ο γυπαετός». Το ποιητικό υποκείμενο στέκεται συντετριμμένο ενώπιον του γήρατος που καταφθάνει επιθετικά και αδιαπραγμάτευτα. Και μοιάζει να επαναλαμβάνει πίσω από κάθε στίχο “να, καταφθάνουν”, “τα βλέπω, υπάρχουν”, “ήρθε (και για μένα) η ώρα να γνωρίσω τα θηρία”. Στο ποίημα «Ο ιστός» το ποιητικό υποκείμενο/ο ποιητής συνειδητοποιεί ότι η ζωή είναι αυτό που συμβαίνει και, κάποια στιγμή, αυτό που θα έχει συμβεί – για όλους. Για κάθε άνθρωπο έρχεται η σειρά, γιατί η ζωή είναι τετελεσμένη:

[…]
από τη μια άκρη μέχρι την άλλη
της αποθήκης ή του σύμπαντος ένας
χοντρός ιστός
πάνω του είδα τον παππού μου και
τον άλλο παππού μου
ποτέ δεν κατάλαβα πώς ή γιατί
πέθαναν οι γονείς μου
πάνω του είδα τις θείες μου
ποτέ δεν κατάλαβα πώς ή γιατί
πέθαναν είδα την πεθερά μου είδα
καλύτερα και ξανά για να είμαι
εντελώς σίγουρος πάνω στο άπειρο
δίχτυ έμβρυα και μωρά και μεγάλους
είδα πάνω σε καρφιτσωμένα χαρτιά
ερωτήσεις είδα ιστορίες πάνω στα
χαρτιά ποιήματα μυθιστορήματα και
θεατρικά και ψάχνοντας κάτι που
μου πήρε χρόνια είδα πάνω στον άχρονο
ιστό το καρτελάκι με τη σειρά και
την αριθμημένη θέση μου

(«Ο ιστός»)

(περισσότερα…)

Από την ιδιωτεία στον δημόσιο βίο

 *

του ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΚΑΡΓΑΚΟΥ

Γεώργιος Κ. Τασούδης,
Τα ιδιωτικά για τα… δημόσια
Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Διδυμοτείχου,
Διδυμότειχο 2017

Ένα δοκιμιακό έργο, πεζό, με ποιητικό όμως ύφος και ήθος. 50 σελίδες, 9 κεφάλαια. Από τον τίτλο γίνεται αντιληπτό τι προτείνει ο Γεώργιος Κ. Τασούδης: την επιστροφή από την ιδιωτεία στον δημόσιο βίο. Γι’ αυτό γράφει ότι δεν αρκεί η προβολή του παρελθόντος αλλά «να επικεντρωθούμε στην αποκωδικοποίηση και επαναπρόσληψη της συγκεκριμένης συμπεριφοράς». Στην απορία του αναγνώστη γιατί να επαναπροσλάβουμε την προγονική συμπεριφορά απαντώ με ένα δικό μου παράδειγμα: η συν-περι-φορά των προγόνων είχε ως ιδιοσυστασιακό χαρακτηριστικό της το «συν» και το «περί».

Σαν τον Οδυσσέα που περιτριγύρισε τον κόσμο, αλλά ποτέ δεν έχασε το «συν» που τον ένωνε με τους συντρόφους του και τη σύζυγό του Πηνελόπη στην Ιθάκη. Γι’ αυτό και οι Έλληνες γράφει ο Τασούδης «κατόρθωσαν να ξεφύγουν από τη στενή ελλαδικότητα καθιστώντας την Ελληνικότητα πρόταση βίου οικουμενική». Έτσι, καταλήγει ο συγγραφέας, οι νέοι θα «ανδρωθούν και θα ανδρειωθούν» και θα αποτινάξουν τη σημερινή «ντροπιοσύνη». Δεν είναι τυχαίο ότι πολεοδομικό αποτύπωμα της Ρωμηοσύνης είναι η «εκκλησία και η πλατεία». Πρώτα ο άνθρωπος -συν Θεῷ- γίνεται άνθρωπος και μετά «διευρύνεται, πλαταίνει» και φτιάχνει πλατείες όπου γίνεται συνάνθρωπος.

Όμως «η γειτονιά αποδυναμώθηκε, όπως και ο ουρανός» παρατηρεί ο συγγραφέας. Έγιναν οι Έλληνες αποδημητικά πουλιά. Θα είναι «καλοί πρέσβεις των δικαίων μας» αναρωτιέται ή θα γίνουν «Ελληνάρες του Αυγούστου» με «φραγκοδυτικίζουσα ιδιοσυστασία»; Κάθεται κάτω από μια ακακία, δέντρο με όνομα συμβολικό. Η ακακία γίνεται για τον συγγραφέα έμπνευση για μια αναδρομή στον τρόπο αντιμετώπισης της κακίας. Θυμάται τη γενοκτονία των Ελλήνων της Μ. Ασίας από τους Τούρκους. Τον Έλληνα της 28ης Οκτωβρίου του ’40 που «θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τη ιδιωτική καλοπέραση έλαβε την απόφαση να γίνει ένας άγνωστος στρατιώτης… λίπασμα για τις επερχόμενες γενεές. Και γι’ αυτήν την ακακία ακόμη». Γι’ αυτό και είναι κατά της καύσης των νεκρών: «θα μείνει αλίπαντη η γης η Ελληνική…». Πρέπει «ο καθείς να κατακρημνίσει το ικρίωμα της μετριότητας και της ποντοπιλάτειας απραξίας, προβάλλοντας την αξιοσύνη σε κοινή, δημόσια θέα». Έτσι θα σπάσει ο φαύλος κύκλος της ατομικής θεώρησης των πραγμάτων. Να σταματήσουμε να είμαστε πίθηκοι, να συνεννοηθούμε, «να βάλουμε τους ιδιωτικούς μας εγωισμούς στην άκρη, προβάλλοντας το συλλογικό μας τάλαντο», «να ομονοούμε υπό ενός κοινού σκοπού». «Προέχει, καταλήγει ο Τασούδης, το δημόσιο συμφέρον ως προσωπική ανάγκη». (περισσότερα…)

Η διαρκής φυγή του Αλεξάντρ Γκριν

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Εφτά υπέροχα διηγήματα του Αλεξάντρ Γκριν περιλαμβάνει ο καλαίσθητος τόμος με τίτλο Το νησί Ρενό και άλλα διηγήματα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κίχλη σε εξαιρετική μετάφραση της Βιργινίας Γαλανοπούλου. Ήδη οι τίτλοι των διηγημάτων προϊδεάζουν τον αναγνώστη για τον θαυμαστό κόσμο στον οποίο θα περιηγηθεί αν αποφασίσει να διαβεί το κατώφλι του βιβλίου και αφεθεί να παρασυρθεί στην απολαυστική ανάγνωσή του: «Τα πορτοκάλια», «Ο γάμος του Αυγούστου Έσμπορν», «Το νησί Ρενό», «Το δηλητηριασμένο νησί», «Γη και νερό», «Εχθροί», «Ο σακάτης». Η έκδοση συμπληρώνεται από ένα κατατοπιστικό κι εμπεριστατωμένο επίμετρο της μεταφράστριας.

Ο Αλεξάντρ Γκριν γεννήθηκε το 1880 στη Βιάτκα (σημερινό Κίροφ), μια μικρή πόλη στα βορειοανατολικά της Μόσχας. Μόλις τέλειωσε το σχολείο, σε ηλικία δεκαέξι ετών, φεύγει για την Οδησσό, όπου θα κάνει διάφορες δουλειές του ποδαριού. Κυρίως όμως επιχειρεί να πραγματοποιήσει τ’ όνειρό του: να γίνει ναύτης και να ταξιδέψει. Η καριέρα του ωστόσο στα καράβια θ’ αποδειχτεί τελικά πολύ σύντομη. Αργότερα θα κληθεί να υπηρετήσει στον ρωσικό στρατό αλλά θα λιποτακτήσει, θα ενταχθεί στο κόμμα των Εσέρων, θα συλληφθεί για επαναστατική δραστηριότητα, θα φυλακιστεί και θα εξοριστεί. Δημοσιεύει το πρώτο του διήγημα το 1906 και στη συνέχεια γράφει όλο και περισσότερα διηγήματα, νουβέλες και μυθιστορήματα. Στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1920 γνωρίζει επιτυχία και εκδίδονται τα περισσότερα βιβλία του· έπειτα όμως το έργο του παύει να δημοσιεύεται, καθώς δεν εκτιμάται ιδιαίτερα απ’ τους Σοβιετικούς εκδότες. Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Αλεξάντρ και η γυναίκα του Νίνα ζουν σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας. Πεθαίνει από καρκίνο του στομάχου το 1932 στο Στάριι Κριμ στην Κριμαία.

Τα τελευταία χρόνια, το έργο του Γκριν διαβάζεται όλο και περισσότερο στην Ελλάδα, χάρη στη γενναιότητα κάποιων εκδοτών και μεταφραστών, που φροντίζουν με αυταπάρνηση να φτάσει στα χέρια μας. Τον πρωτογνωρίσαμε με τη μετάφραση της νουβέλας Ο κυνηγός των αρουραίων από τον Γιώργο Τσακνιά (Στιγμή 1995)· ακολούθησε η νουβέλα Τα πορφυρά πανιά, μεταφρασμένη απ’ την Ιοκάστη Καμμένου (Κίχλη 2013)· και σ’ αυτές τις εκδόσεις έρχεται τώρα να προστεθεί το Νησί Ρενό και άλλα διηγήματα, στο οποίο περιέχεται μια επιλογή απ’ τα καλύτερα διηγήματα του Γκριν.[1] (περισσότερα…)

Καλλιεργώντας τον μυστικό της κήπο

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Ρωξάνη Νικολάου,
Σαλός μαγνήτης.
Φαρφουλάς, 2022

Με μόλις τρεις ποιητικές συλλογές, με τις δύο πρώτες να απέχουν κατά σχεδόν δύο δεκαετίες μεταξύ τους (Ποιήματα 1991-1999, ιδιωτική έκδοση, Λεμεσός, 2000ˑ Ψαλιδιστής, Τεχνοδρόμιον, Λεμεσός, 2018), η Ρωξάνη Νικολάου δίνει συχνά την εντύπωση ότι, καταφεύγοντας τακτικά στη λογοτεχνική σιωπή, δεν απαρνείται τελικά την ποίηση. Την παλινδρόμηση αυτή επιβεβαιώνει και με το τρίτο της βιβλίο Σαλός μαγνήτης, το οποίο έχει ως πρόταξη/επιγραφή μια δυναμική και συνειδητοποιημένη στάση επιστροφής στην υπαρξιακή επιβίωση: «Επιστρέφει ηττημένη η ηχώˑ γυρεύει το στόμα μου».

Εικονοποιία σε ένα δροσερό φυσικό περιβάλλον με δέντρα, βρύσες, νερά, πουλιά, έντομα, ερπετά, με στοιχεία παράδοξου ή παράλογου υπερρεαλιστικής κληρονομιάς, παραμυθία, μεταφορά, ρητορικά ερωτήματα, μικρές στιχομυθίες είναι μερικά από τα έντεχνα μέσα του λόγου που αξιοποιεί σταθερά η Νικολάου. Στην ποίησή της η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από προετοιμασία και ετοιμότητα για τον θάνατο. «Έπεσα μες στο πηγάδι/ που μ’ άνοιξε η γέννησή μου» γράφει στο ποίημα «Το τραγούδι του αέρα»ˑ και ολοκληρώνει: «Μην έχεις έγνοιαˑ/ πάνω απ’ το κουφάρι μου/ θα τραγουδάει ο αέρας/ ό,τι μέχρι θανάτου κράτησα». Σε πολλά ποιήματα της Νικολάου, τα οποία συνομιλούν μεταξύ τους, ο άνεμος[1] φέρνει τη ζωή και ο άνεμος την παίρνει:

[…]
Σκοτεινά νερά
παφλάζουν στην εξώπορτα
 
γυαλιά καρφιά
το λιγοστό μου πάτωμα
 
κάποιος τα σπρώχνει
—ας τον πούμε άνεμο—
ολοένα πιο μπροστά
στην όραση.

(«Λιγοστό πάτωμα»)

Να φυσάει το αεράκι
να στάζει βροχή απ’ τα φύλλα
ο ήλιος να στεγνώνει τις πεταλούδες
εγώ να φτιάχνω ήσυχα κάτι
εσύ να έρχεσαι από τα περβόλια
απ’ τα ψώνια ή απ’ τη θάλασσα
στο πάνω σπίτι να μιλούν
ν’ ακούγονται τα βήματά τους
και δεν θα με νοιάζει
αν θα ’μαι πεθαμένη.

(«Να φυσάει το αεράκι»)

Η Νικολάου συμβιβάζεται με το γεγονός ότι η τέχνη της —η τέχνη του ανθρώπινου είδους, το οποίο οδηγείται σε αναπαραγωγή και θάνατο, άρα και η ίδια— είναι εύθραυστη και εφήμερη. «Αυτός ο άνθρωπος πέθανε από πείνα/ κανένα ποίημά μου δεν μπόρεσε να τον σώσει» γράφει στο ποίημα «Στα χαμαιτυπεία του χρόνου διδάχθηκα την τέχνη των πήλινων ποιημάτων». Την καταδιώκει, ωστόσο, το γεγονός ότι η τέχνη της είναι (οριακά;) άχρηστη και αχρείαστη για τους ανθρώπους: «Είμαι το τσιγαρόχαρτο, Θεέ, που πάνω του έγραψες “ενθύμιο θνητής φωτιάς” και το πέταξες μέσα στον λάκκο των ανθρωπίνων» («Θυμήσου όποια ώρα και να ’ναι πως δεν διασύρουμε το χώμα μας»). (περισσότερα…)

Τετάρτη 26 Ιουλίου | «Ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον» με τον Μιχάλη Μακρόπουλο

~.~

Τετάρτη 26 Ιουλίου | Παρουσίαση βιβλίου

«Ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον»
του Μιχάλη Μακρόπουλου

Όλα τα διηγήματα της τελευταίας συλλογής του Μιχάλη Μακρόπουλου «Ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον» (Κίχλη, 2022), ακόμα κι αν φορούν το ένδυμα της «μελλοντικής ιστορίας», μιλούν για το τώρα, για το ήδη συντελεσμένο – είναι ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον. Και, βέβαια, στον πυρήνα τους βρίσκεται πάντα ο άνθρωπος· ο τρωτός, πάσχων άνθρωπος απέναντι στην αμείλικτη κυριαρχία της εικόνας, απέναντι σ’ έναν ολέθριο πόλεμο, στην τυφλή, ωμή βία, στη βίωση του κόσμου ως παιδικού τραύματος, στο αίνιγμα της ανθρώπινης ταυτότητας.

Με τον συγγραφέα Μιχάλη Μακρόπουλο συζητά ο Κώστας Κουτσουρέλης. Αποσπάσματα του βιβλίου θα ερμηνεύσουν ηθοποιοί του Θεάτρου Κυδωνία.

~.~

*