ΝΠ | Αποχαιρετισμοί

Μάρκος Μέσκος, 1935-2019

meskos

~.~

Κακό όνειρο! πιο πέρα απ’ τα πουλιά κι από τα μάτια
εικόνα της Αχερουσίας μαύρο της αβύσσου.
Μήτε στα δόντια νόμισμα τυφλά τα μονοπάτια
— ίσως το δέντρο εκείνο το ξερό να ’ναι η φωνή σου.

Από τα δάκρυα των νεκρών οι θάλασσες γεμίζουν.
Αίμα σφαγμένο στην αυλή κρυφά παραχωμένο.
Σκιές της λίμνης χέρια στο νερό μάταια ελπίζουν
— φίλοι! κάνει ένα κρύο σήμερα διαβολεμένο.

Κακό όνειρο κακό! Και μην ξεχνάς κακό μεθύσι…
Ό,τι απομένει το πρωί στάχτη να πάει στο διάβολο!
Το άνθος της βερικοκιάς τη μέρα να στολίσει
— κάποια ψηλή κορφή κάποιο χαρούμενο σινιάλο.

(Ιδιωτικό νεκροταφείο, 1975)

Από τους πιο αρχοντικούς ανθρώπους που γνώρισα. Ιούνιος του 2006 (Καλαμαριά; Μηχανιώνα;). Πλάι του στο τραπέζι ο Τάσος Χατζητάτσης, πιο κει, μ’ άλλη παρέα, ο Νίκος Παπάζογλου φευγάτοι πια κι οι τρεις. «Η Σαντορίνη ριμάρει με τους πιγκουίνους, τα Βοδενά με το πουθενά».

Τη νέα μας ποίηση λίγοι την επηρέασαν τόσο. Γενάρχη τον αποκαλεί κάπου ο Μιχάλης Γκανάς. Κι έχει δίκιο. Χωρίς τη δική του φωνή, το δικό του παράδειγμα, το ρεύμα εκείνο που ζήτησε να ξαναχύσει το δημοτικό τραγούδι στο κράμα της τωρινής μας γραφής, και που μας έδωσε ποιητές ρωμαλέους σαν τον Χρήστο Μπράβο, τον ίδιο τον Γκανά κι άλλους νεώτερους, ποιος ξέρει πώς και πότε θα ’βρισκε την κοίτη του. «Μακεδονίτικα πουλιά λαλούν μακεδονίτικα».

Τους στίχους του τους αρδεύουν δυο πηγές, ο τόπος και η ιστορία του Μεταπολέμου. Ο Εμφύλιος, η Αριστερά, η τελευταία ή κομμένη γλώσσα, το Μαύρο δάσος , τα παιδιά που χάθηκαν, τα Φαντάσματα της Ελευθερίας, το Ψιλόβροχο της μνήμης. Όμως υπάρχει και ένα ρυάκι σιγαλό που έρχεται απευθείας από τον Μεσοπόλεμο και, ως νόστος ίσως στις μορφές της αστικής, της λόγιας ποίησης, εκβάλλει στα «(σαν) σονέτα» λ.χ. των Χαιρετισμών. «Βάρκα που μπάζει από παντού και τα ποντίκια έχουν λακίσει».

Πρωτομηνιά, πρωτοχρονιά, πήρε τον δρόμο χθες για τα Ορεινά ο Μάρκος Μέσκος.

Αμ δεν χρειάζεται να ξεύρω πράγματα πολλά·
προτιμώ να αισθάνομαι τον αέρα το νερό
το χώμα τα χρόνια τις Εποχές — ψυχή μου!
(Ψυχή μου πίσω σε πήρα από τον θάνατο.)

Έστω
καρτάλι κουρασμένο με την οσμή στο ράμφος
το στασίδι του αναζητώντας
λίγο πριν σκοτεινιάσει.

(«Καθ’ οδόν», Ελεγείες, 2004)

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Άρης Μπερλής (1944-2018)

berlis

~.~

Σε μια άλλη χώρα, που ξέρει να ζυγίζει το έχει της, ο θάνατος του Άρη Μπερλή θα ήταν γεγονός βαρύ. Εδώ θα παρέλθει φοβάμαι με μια λεζάντα, από κείνες τις έτοιμες και βολικές της στιγμής: «σημαίνουσα απώλεια», «από τις πιο αξιόλογες μορφές», «καλό του ταξίδι»…

Κι όμως, δεν ήταν άνθρωπος βολικός ο Άρης. Τον πότιζε εδώ και χρόνια μια μελαγχολία βαθιά, εκείνο το ρίγος εμπρός στο ανέκκλητο που ραψώδησε τόσο καθηλωτικά ένας Φίλιπ Λάρκιν.

Όλη τη μέρα στη δουλειά, τα βράδια πίνω.
Ξυπνώ στις τέσσερις μες στ’ άηχο σκοτάδι.
Κοιτώ τα στόρια αντίκρυ μου προσμένοντας το φως.
Ώς τότε αυτόν που είναι πάντα εκεί διακρίνω :
μια μέρα ακόμη πιο κοντά, κι άοκνο, τον Άδη
κάθε μου σκέψη ν’ ακυρώνει έξω απ’ το πώς
το πού, το πότε θα πεθάνω και εγώ.

Η κουβέντα μαζί του ήταν δύσκολη, γεμάτη κενά, σαν για να δώσει στον συνομιλητή του την ευκαιρία να αναλογιστεί κι εκείνος την μεγάλη αυτή αλήθεια. Κι όμως, ο αγαπημένος του ποιητής, αυτός στον οποίο αφιέρωσε τα λαμπρότερά του δοκίμια, υπήρξε όχι κανένας πεισιθάνατος και φωτοφοβικός, αλλά ο ηλιοπότης Οδυσσέας Ελύτης. Και ουδείς απέδωσε με περισσότερη εκρηκτικότητα τον Γκίνσμπεργκ και το Ουρλιαχτό του στα ελληνικά, απ’ αυτόν τον επιφυλακτικό Πατρινό και Παγκρατιώτη. Τα αντίθετα έλκονται…

Αλλά και τις έτοιμες λύσεις ο Μπερλής τις αποστρεφόταν. Ώς και στους τίτλους των μεταφράσεών του, θα έλεγες. Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία, όχι σε «νεαρή», επέμενε – αυτά τα τέσσερα ι στη σειρά είναι κακόηχα. Ο καθρέφτης και το φως, όχι «και η λάμπα» – και εξηγούσε με πάθος γιατί. Αγαπούσε τη διδασκαλία, η δουλειά του με τα νέα παιδιά στο ΕΚΕΜΕΛ, όπου χρημάτισε ανάμεσα στ’ άλλα και διευθυντής, του έδινε χαρά. Αναγκάστηκε να παραιτηθεί και από κει και από την προεδρία της επιτροπής των Κρατικών Βραβείων Μετάφρασης υπό συνθήκες τυπικά νεοελληνικές – για να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του.

Τα κατάφερε όσο λίγοι. Στάθηκε κύριος σε όλα του. Με ό,τι καταπιάστηκε, απ’ όπου κι αν πέρασε, άφησε έργο. Μας έμεινε τουλάχιστον αυτό.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Μάρη Θεοδοσοπούλου, In Memoriam

Καταγραφή

 

Προσωπικά με είχε περιλάβει δυο τουλάχιστον φορές, μ’ εκείνη την οξεία και λοξή ειρωνεία της. Όταν πρωτοβγήκε το δοκίμιό μου για τον Καβάφη (το κύριο μέρος του, στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας το 2003), είχε επικρίνει το θράσος του 35χρονου τότε που νόμιζε ότι τα ξέρει όλα. Δέκα χρόνια αργότερα, όταν κυκλοφόρησε πια το βιβλίο, για μια στιγμή, μου «εφάν’ εις τούτο ευμενής». Αναγνώριζε πλέον ότι το γραφτό μου «θέτει ουσιώδη θέ­ματα προς συζήτηση επί του καβαφικού με­γέθους, τα οποία δεν αντιμετωπί­ζονται πρόχει­ρα ή αποφθεγ­μα­τι­κά.»

Παραθέτω τη φράση, όχι γιατί με αφορά, αλλά γιατί είναι το ύφος της par excellence. Ο ανυποψίαστος ας προσέξει τη δίκοπη φράση «δεν αντιμετωπίζονται πρόχειρα». Στο βιβλίο μου επιτυγχάνεται αυτό; Ή μήπως o λόγος εδώ είναι γενικός, ευχετικός: «δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται έτσι»;… Πολλές φορές αναρωτήθηκα, σε συμπέρασμα δεν κατέληξα ωστόσο.

Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ είχε πει γι’ αυτήν ότι τα κριτικά της κείμενα υπονοούν περισσότερα απ’ όσα δηλώνουν. Και είναι αλήθεια: ο ασκημένος μόνο αναγνώστης της έπιανε πίσω από την πυκνή διατύπωση τους υπαινιγμούς. Μέσο εκφραστικό δικό της ήταν πάντα η συγκρατημένη απόφανση, το understatement, οι επιφυλάξεις. Οπαδός από ταμπεραμέντο της ευθυγλωσσίας, ενίοτε και της κραυγαλέας, άργησα να καταλάβω ότι το συγκράτημα αυτό, στα κατάλληλα χέρια, μπορεί να κρύβει μέσα του το ίδιο πάθος, τον ίδιο έρωτα για τη λογοτεχνία όσο και οι αμεσότερες φωνές, που εγώ προτιμούσα. Τα δικά της χέρια ήταν τέτοια.

Στην περιώνυμη εφημερίδα, όπου είχε για ένα διάστημα μόνιμη στήλη, δεν ρίζωσε. Οι φήμες επιμένουν ότι μεγαλοεκδότης, που είχε δει συγγραφέα του να κακοπαθαίνει από την πέννα της, απείλησε τον υπεύθυνο του ενθέτου εκεί, ότι θα του κόψει μαχαίρι τις διαφημίσεις. Και προκειμένου να περισωθούν οι διαφημίσεις, κόπηκε εκείνη… Από μια πλευρά, ευτυχώς. Στην μικρή και απόκεντρη «Εποχή», όπου κρατούσε για χρόνια τη σελίδα του βιβλίου, είχε τουλάχιστον το ελεύθερο να ασχοληθεί με έργα και θέματα που την ενδιέφεραν περισσότερο, που την αφορούσαν προσωπικά.

Μου είχαν πει ότι υπήρξε φυσικός ή μαθηματικός πολυτάλαντη. Ότι στα νιάτα της ήταν συνεργάτις του μεγάλου Πριγκόζιν στο Βέλγιο και ότι είχε εμπρός της καριέρα λαμπρή, που την εγκατέλειψε για να επιστρέψει στα πάτρια και τη γλώσσα. Μεταδίδω την πληροφορία με κάθε επιφύλαξη. Η μνήμη παίζει συχνά περίεργα παιχνίδια. Άλλωστε ουδέποτε τη συνάντησα για να ‘χω την ευκαιρία να την επαληθεύσω. Παρ’ όλα αυτά, για κάποιο λόγο, η ιστορία αυτή μου μοιάζει να ανταποκρίνεται στον χαρακτήρα του ανθρώπου που υπήρξε.

Βιβλία δικά της βγήκαν ελάχιστα. Τα «Εποχικά», για την νεώτερη πεζογραφία μας, κι ένα μικρό, για τον αγαπημένο της Παπαδιαμάντη. Τα καλύτερά της, αυτά της τελευταίας 15ετίας, παραμένουν εκδοτικώς αφανή, θησαυρισμένα μόνο στο ιστολόγιό της. Τώρα μαθαίνουμε ότι δεν πρόκειται να ακολουθήσουν άλλα. Και ότι η Μάρη Θεοδοσοπούλου, ήδη από τις 9 του Αυγούστου, είναι νεκρή.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ορέστης Αλεξάκης, 1931-2015

OrestisAlexakis

Τον είχα δει στις 21 Μαρτίου, στη Στοά του Βιβλίου στην εκδήλωση του Κύκλου Ποιητών. Αυτός κατέβαινε από το βήμα, εγώ ανέβαινα. Τον χαιρέτισα και τον ασπάστηκα. Λίγο πριν είχε απαγγείλει με τον μοναδικό τρόπο του, πάντα από στήθους και με φωνή σημαδεμένη από την αρρώστια, τα πρώτα πρώτα του ποιήματα, γραμμένα στα μέσα της δεκαετίας του 1940. Αναρωτιέμαι αν φρόντισε κανείς να τον ηχογραφήσει.

Η πρώτη φορά που είχαμε βρεθεί ήταν στο παλιό Ντόλτσε, το 2000. Μου μίλησε γι’ αυτά που καταλάβαινε ότι έχουμε κοινά: τα χρόνια στη Γερμανία (όπου έκανε αυτοεξόριστος επί δικτατορίας· τις θαυμάσιες μεταφράσεις του από εκείνη τη γλώσσα ελάχιστοι τις γνωρίζουν), τον διχασμό μεταξύ δικηγορίας και ποίησης («για χρόνια πολλά είχα παρατήσει εντελώς το γράψιμο· κάθε φορά που ξεστράτιζα σ’ ένα ποίημα, έκανα τρεις μέρες να κατεβάσω δικογραφία»).

Μου δόθηκε να συμμετάσχω στο τελευταίο αφιέρωμα από περιοδικό που του έγινε. Μας ευχαρίστησε όλους με την μοναδική του αρχοντιά, που ένωνε μέσα της αξεδιάλυτα τους άψογους τρόπους και την συγκινημένη τρυφερότητα. Τα ίδια πράγματα δηλαδή που συναντά κανείς και στα ποιήματά του. Θα μας μείνουν αυτά. Αύριο το απομεσήμερο στο κοιμητήρι της Καλλιθέας αποχαιρετάμε τον Ορέστη Αλεξάκη.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Εμμανουήλ Κριαράς

Με τον Μανόλη Κριαρά, ένα από τα ζωτικότερα ρεύματα της πνευματικής ζωής του νέου ελληνισμού χάνει τον τελευταίο εν ζωή εκπρόσωπό του: ο πολεμικός δημοτικισμός.

Τέκνο σπουδαίο των ιδεών του Ψυχάρη, σπόρος επιστημονικός του Τριανταφυλλίδη και των πρωτοβούλων του Εκπαιδευτικού Ομίλου, ο Κριαράς υπήρξε ώς το τέλος συγγραφέας στρατευμένος και προγραμματικός: τον ενοχλούσαν τα «περιττά υπολείμματα» της λόγιας γλώσσας (και στο Νέο Ελληνικό Λεξικό του, περισσότερο από παντού, το δείχνει στην πράξη…), η διδασκαλία της αρχαίας ήταν στα μάτια του ο εχθρός, στην επιβολή του μονοτονικού έβλεπε έναν τίτλο τιμής. Κονταρομάχος σε μια μάχη δισχιλιετή, την πιο παλιά ρωγμή της ιστορίας μας, την έριδα που γέννησε ο αττικισμός, στάθηκε πάντοτε, τι ειρωνεία, προ παντός αυτό: καθαρολόγος. Έτσι όμως γίνεται μ’ αυτά τα πράγματα: στο τέλος μοιάζεις με αυτόν που πολεμάς.

Στον εκδότη, στον λεξικογράφο, στον αγωνιστή οφείλουμε πολλά. Στον δάσκαλο επίσης, κι ας μη συμμεριζόμαστε πάντα τις διδαχές του: το πάθος του είναι που δείχνει τον δρόμο. Κρης την καταγωγή, σπούδασε τα εγκύκλια γράμματα στα Χανιά, η βιοπορεία του ωστόσο τον χρίζει αυτοδικαίως Θεσσαλονικέα. Συνηλικιώτης του Αριστοτέλη Ωνάση, ήτανε πέντε χρόνια νεώτερος του Συκουτρή και άλλα τόσα πρεσβύτερος του Ελύτη. Σ’ αντίθεση με τον μέντορά του στην επιστήμη της γλώσσας, εκείνος υπέγραφε πάντα: Εμμανουήλ.