ΝΠ | Αποχαιρετισμοί

Ο Μίκης Θεοδωράκης ηγέτης του νεώτερου ελληνισμού

~.~

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Όλα άρχισαν με την αποφασιστική πρωτοβουλία του Μπετόβεν στο τελευταίο μέρος της Ενάτης συμφωνίας – διάλεξε την «Ωδή στην Χαρά» του Σίλερ. Δεν επρόκειτο για λιμπρέτο όπερας, ούτε θρησκευτικό κείμενο κάποιας μουσικής Λειτουργίας ή ενός Ορατορίου, όχι. Ο μέγας Λούντβιχ μελοποίησε ένα υπέροχο ποίημα (με κοινωνικές και πολιτικές αιχμές δίπλα στις ρομαντικές του πρόνοιες).

Ο Μίκης Θεοδωράκης υιοθέτησε (δεν υπήρξε ο μόνος αλλά ένας από τους πλέον αποτελεσματικούς) αυτήν την προσέγγιση και την εισήγαγε στον νεοελληνικό μουσικό πολιτισμό. Μελοποίησε Σολωμό, Κάλβο, Παλαμά, Μαβίλη, Δροσίνη, Σικελιανό, Καβάφη, Καρυωτάκη, Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο, Βάρναλη, Λειβαδίτη, Κατσαρό, Αναγνωστάκη, Γκάτσο, Ρώτα, Γκανά, Χάινε, Λόρκα, Νερούδα, Χικμέτ, Καμπανέλλη, Χριστοδούλου αλλά και Γ. Θεοδωράκη, Μποστ, Βίρβο, Ελευθερίου, Παπαδόπουλο, Μύρη, Καρατζά, Μπουρμπούλη, Νικολακοπούλου, Τριπολίτη… Και κατόρθωσε να βάλει στο στόμα του λαού του τους στίχους των ποιητών, τραγουδισμένους από ερμηνευτές λαϊκούς, φωνές εμβληματικές που διδάχτηκαν την τέχνη τους δίπλα σε λαϊκούς τραγουδοποιούς και συνθέτες του μεγέθους ενός Βαμβακάρη, ενός Τσιτσάνη, ενός Χιώτη. Ο νεώτερος Ελληνισμός (εκτός κάποιων λαμπρών εξαιρέσεων στα Επτάνησα και για μια χρονική περίοδο στην Κρήτη) δεν συμμετείχε στην Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό (τουλάχιστον με τον τρόπο άλλων ευρωπαϊκών λαών) – δεν θήτευσε στην αρχιτεκτονική σταθερότητα της Αρμονίας, έπαιζε (και παίζει) όμως στα δάχτυλα την Μελωδία, το Μέλος. Στην ελληνική γλώσσα (από την Οδύσσεια του Ομήρου ως το Ακριτικό Έπος και τον Ερωτόκριτο) όλες οι αφηγήσεις τραγουδούνται μονωδιακά, αποτελούν τμήμα μιας ευρύτερης «προφορικότητας» που συντηρείται ευλαβικά (μοτίβα, μελίσματα, ρυθμολογία) κάτω από την σκέπη της λόγιας (γραπτής σε παρτιτούρα) Βυζαντινής εκκλησιαστικής υμνωδίας. Ο Θεοδωράκης το γνωρίζει αυτό πολύ καλά (του το υπαγορεύει ίσως η Κρητική του ρίζα). Γι’ αυτό επιμένει πως η κεντρική μελωδική επιρροή της «Συνεφιασμένης Κυριακής» είναι ο Ακάθιστος Ύμνος.

Ο Θεοδωράκης, παιδί ωδείου και ακαδημαϊκής μουσικής μόρφωσης. Μαθητής της Νάντιας Μπουλανζέ, μιας από τις κορυφαίες θεωρητικούς της μουσικής στον εικοστό αιώνα αλλά και του σπουδαίου συνθέτη Ολιβιέ Μεσσιάν. Μελετά τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό (δωδεκάφθογγο, ατονικότητα, σειριακές δομές, αλεατορική ερμηνευτική προσέγγιση) – συγκλίνει και αποκλίνει. Αισθάνεται πιο κοντά με τους υπερασπιστές ενός ιδιότυπου «είδους μικτού και νόμιμου» (κατά την ρήση του Σολωμού) – μιας συνύπαρξης της μελωδίας με όλες τις κατακτήσεις του μοντερνισμού (Λουτοσλάφσκι, Πεντερέτσκι, Σνίτκε, Παρτ…). Στην ψυχή του Μίκη (είναι φανερό – ακούγοντας το έργο του) ηχούν προνομιακά ο Μπετόβεν, ο Μπραμς, ο Τσαϊκόφσκι, ο Ντβόρζακ, ο Σμέτανα, ο Μπερλιόζ, ο Βάγκνερ, ο Γκριγκ, ο Σιμπέλιους, ο Χολστ, ο Προκόφιεφ, ο Μπρούκνερ, ο Σοστακόβιτς… Η εξέλιξη του ευρωπαϊκού κλασσικισμού σε εκδοχές «εθνικών σχολών» τον προβληματίζει και τον υποχρεώνει να αναζητήσει το νεοελληνικό ανάλογο. Δεν τον ικανοποιούν οι προσπάθειες του Καλομοίρη, του Βάρβογλη, του Ριάδη. Τον συγκινούν ο Σκαλκώτας (η πιο «τονική» εκδοχή του) κι ο Κωνσταντινίδης (που με το ψευδώνυμο Κώστας Γιαννίδης υπογράφει την σύνθεση πολλών όμορφων «ελαφρών» τραγουδιών).

Ωστόσο ο Μίκης το αισθάνεται εμφατικά – η συμφωνική εκδοχή δεν «μιλά» στην καρδιά του λαού του. Ο λαός του από αλλού έρχεται – και χρειάζεται χρόνος, πείσμα και τρόπος για να συγκλίνει με την πολύπειρη (στο συμφωνικό ηχητικό πεδίο) Δύση. «‘Εθνική Σχολή» ίσον μουσικές επιρροές από την δημοτική και λαϊκή παράδοση ενός τόπου (ενός έθνους, ενός λαού) συν προσωπική δημιουργική προσέγγιση από τον συνθέτη συν (κατά περίπτωση) συνάντηση με σημαντικό λογοτέχνη που γράφει στην γλώσσα αυτού του τόπου (του έθνους, του λαού). Ωραίο παράδειγμα ο «Περ Γκίντ» του Γκρικ – έργο βασισμένο στο ομότιτλο θεατρικό κείμενο του Ίμπσεν. Αντί του συμφωνικού ηχητικού περιβάλλοντος (ξένου σ’ έναν λαό που έχει μουσικά κατηχηθεί με το μονωδιακό μέλος – στην εκκλησία, στο Δημοτικό και στο Λαϊκό Τραγούδι) ο Θεοδωράκης τολμά, προτείνει τον ήχο της λαϊκής ορχήστρας του Τσιτσάνη: Μπουζούκια, κιθάρες, πιάνο, κοντραμπάσο, κρουστά. Κι αντί για τενόρο, σοπράνο, άλτο και μπάσο (τραγουδιστές τεχνικής φωνητικής τοποθέτησης) επιλέγει λαϊκούς τροβαδούρους και λαϊκές μαντόνες.

Χαρακτηριστικό επεισόδιο της διαδρομής αυτής οι δύο εκδοχές στον «Επιτάφιο», το μελοποιημένο μοιρολόι του Ρίτσου, με την «φωνή» μιας μητέρας που θρηνεί (σε πρώτο πρόσωπο) τον σκοτωμένο γιο της: Η πρώτη εκδοχή έχει ενορχηστρωθεί λεπταίσθητα από τον Χατζιδάκι κι έχει ερμηνευτεί λυρικά από την Μούσχουρη, Η ορχήστρα «φθάνει» μέχρι την χρήση μαντολίνου (ως ηχητική μετωνυμία του μπουζουκιού που ο μέγας Μάνος πολλές φορές θα επιλέξει -σολομώντεια λύση – στις ενορχηστρώσεις του, προτείνοντας ένα λαϊκής καταγωγής έγχορδο που εξελίχθηκε εξίσου σε εκφραστή ακαδημαϊκών συνθέσεων ως καμεράτα νυκτών εγχόρδων, με πλήθος μουσικών δημιουργιών για χάρη του (ανάμεσα τους πολλά εξαίρετα έργα του Βιβάλντι). Η δεύτερη εκδοχή, ενορχηστρωμένη από τον δημιουργό, τον Μίκη, επιλέγει στα ίσια τον λαϊκό ήχο – μπουζούκια που συμπρωταγωνιστούν με μια ανδρική φωνή (και τι φωνή – τον Μπιθικώτση) σε μια ηχητική προσέγγιση που υποστηρίζει πως «Εθνική Σχολή» για τον νέο ελληνισμό (δεν μπορεί παρά να) είναι μουσικά το Τραγούδι του Λαού (εκκλησιαστικό, δημοτικό, λαϊκό), περασμένο μέσα από τα απαραίτητα φίλτρα μιας συνθετικής προσέγγισης που διατηρεί τα αναγκαία ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά. Ένα λαϊκό τραγούδι του Μίκη (και του Μάνου) ακούγεται πολύ διαφορετικό από ένα αντίστοιχο του Τσιτσάνη ή του Καλδάρα.

Ο Θεοδωράκης πάλεψε ολόκληρη ζωή με το αίνιγμα του «μικτού και νόμιμου» είδους και ύφους. Σε πολλά έργα του απομακρύνθηκε αποφασιστικά από το λαϊκό ηχητικό περιβάλλον, στο «Κάντο Χενεράλ» πχ. (σε ποίηση Νερούδα) και βέβαια σε όλο το ακαδημαϊκό συμφωνικό του έργο – διατηρώντας ωστόσο πάντα ζωντανή την μοτιβική συνομιλία με την Ελληνική μουσική Παράδοση. Στο εμβληματικό «Άξιον Εστί» (σε ποίηση Ελύτη) υποχρεώνει συναρπαστικά σε συνύπαρξη όλες του τις μουσικές επιρροές, όλες τις «αντιφάσεις» των καταγωγών και των εκκινήσεων του: Μοντερνισμός και λαϊκά τραγούδια, δομή ορατορίου, θεατρικός και μουσικός αφηγητής, βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής μονωδιακά μοτίβα που συμπλέκονται με πολυφωνικά χορωδιακά που παραπέμπουν σε προχωρημένες αρμονικές κατακτήσεις του δυτικού μουσικού εικοστού αιώνα – ένα πολυπρισματικό ανεπανάληπτο αριστούργημα που κηρύττει την ανάγκη ειρήνευσης του Ελληνισμού με όλες του τις πολιτισμικές καταγωγές, αυτό που ο Σεφέρης προσδιορισε ως απόσταση μας εξίσου από την Ανατολή και την Δύση.

Υποστηρίζω πως η λέξη «απόσταση» εδώ ιστορεί την ύπαρξη ενός πρωθύστερου σχήματος στον νεοελληνικό πολιτισμό: Καταγόμαστε από περιοχές παλαιότερες των νεωτερικών δυτικών αντιστοίχων, τις οποίες εκλεκτικά ενσωματώνουμε στο σύγχρονο ηθικό και πολιτισμικό μας σύμπαν, αναγνωρίζοντας τες ως ιδιοφυή τέκνα του λαμπρού παρελθόντος που διεκδικούμε ως «δικό» μας (αλλά που αποτελεί έτσι κι αλλιώς παγκόσμια κληρονομιά). Ο Θεοδωράκης περιέχει το Ακριτικό Έπος και τον Ερωτόκριτο στο ποιητικό του σύμπαν, αναγνωρίζοντας την ιδιοφυή δυνατότητα τόσο του Λαού όσο και του προσδιορισμένου ταυτοτικά επώνυμου δημιουργού να παράξουν αριστουργήματα. Συγχρόνως συνειδητοποιεί την παρουσία του Ρωμανού του Μελωδού ως μέγιστου τραγουδοποιού (με βαθύτατα ερωτική προσέγγιση του Θείου) κι αυτή η διαδρομή αυτογνωσίας τον οδηγεί αναπόφευκτα στους μεγάλους Τραγικούς που –κατά την παράδοση– συνέθεταν την μουσική των χορικών τους και τα χορογραφούσαν οι ίδιοι. Ο Χρόνος ως Καιρός κι ο Χώρος ως Τόπος (κατά την ιδιοφυή προσέγγιση του Μαρωνίτη). Ο Μίκης δρα στο μουσικό πεδίο όπως ο Παλαμάς κι ο Σεφέρης – είναι συγχρόνως δημιουργός και θεωρητικός, όχι αφηρημένα αλλά βιωματικά, με το δέρμα και το αίμα, με το δράμα που βιώνει ο μεγάλος καλλιτέχνης όταν ψηλαφεί το έργο με το Νού και την Καρδιά σε αγαστή ενότητα.

Οι μελωδίες κι οι ρυθμοί του Μίκη συνομιλούν αγαπητικά με τις αντίστοιχες του Λαϊκού μας Τραγουδιού. Κατά το ένα μέρος – ένα άλλο κυριαρχείται από την Κρητική μουσική παράδοση. Η γλώσσα των μουσικών του δημιουργιών περιέχει τις μελισματικές εκδοχές των μαντινάδων και του Ριζίτικου, ο αγαπημένος του ρυθμός (τα δύο τέταρτα) αποτελεί εμφανή αναφορά στους κρητικούς χορούς που μετριούνται στα δύο. Υπάρχει και τρίτο μέρος – με ηχώ ηπειρώτικη («Την Ρωμιοσύνη μη την κλαις»), ευρύτερα της δημοτικής παράδοσης (παραλογές και μοιρολόγια – «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού») – και τέταρτο, εκείνο των εκτός ελληνικού τοπίου επιρροών (κλασσική μουσική, ποπ, ροκ και «έθνικ» ιδιώματα).

Ο Θεοδωράκης κατάγεται από την πατριωτική εκδοχή της Αριστεράς. Απεχθάνεται τον «εθνομηδενισμό». Δυσπιστεί απέναντι σε προκατασκευασμένους ιδεολογικούς θύλακες (τους οποίους αρκετές φορές συνδημιούργησε για να τους υπονομεύσει στην συνέχεια – ουδείς αναμάρτητος). Υπήρξε ο αρχηγός των Λαμπράκηδων. Βίωσε τα τραγικά Δεκεμβριανά ως νεαρός μαχητής. Πέρασε από την Μακρόνησο. Επιβίωσε από σοβαρές ασθένειες, βιαιότητες, βασανιστήρια, κακουχίες, προσβολές και ηθική υπονόμευση. Κέρδισε ευρωπαϊκές υποτροφίες για μουσικές σπουδές, τιμήθηκε με διεθνή βραβεία, είδε τα ακαδημαϊκά έργα του να ερμηνεύονται από σημαντικές ορχήστρες παντού στον κόσμο. Συνάντησε δια ζώσης αρκετούς μεγάλους (όπως ο ίδιος), περιέφερε τον κόσμο των τραγουδιών του στην οικουμένη. Συνέθεσε μουσικές για ταινίες του παγκόσμιου χωριού. Αγαπήθηκε από εκατομμύρια ακροατές, αναρίθμητοι δίσκοι των έργων του εκδόθηκαν κι έγιναν ανάρπαστοι σε πάμπολες χώρες. Ο καημός του υπήρξε πάντοτε ο Ελληνισμός. Αυτός ο γίγαντας, το «τάνκερ στην λίμνη των Ιωαννίνων» (όπως κάποτε αυτοχαρακτηρίστηκε, εκνευρισμένος με την μικρότητα του νεοελληνικού κρατιδίου), ο οικουμενικός αριστερός που δεν δίστασε να προειδοποιήσει στην αυγή της Μεταπολίτευσης «Ή Καραμανλής ή τανκς», ο αιρετικός υπουργός κυβερνήσεων με αντίθετο με το δικό του πολιτικό πρόσημο, ο αναθεωρητής που επιθύμησε να πεθάνει (κατά την γραπτή του επιθυμία) ως κομμουνιστής – ο Μίκης Θεοδωράκης με τον βίο, την πολιτεία και το έργο του, υπήρξε ένας από τους ελάχιστους αυθεντικούς ηγέτες του νεώτερου Ελληνισμού. Έφυγε το 2021, στην επέτειο των διακοσίων χρόνων από την Εθνική Παλιγγενεσία. Δεν υπάρχει αμφιβολία καμμία – πολέμησε κοντά στον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη, τον Μακρυγιάννη, τον Πλαπούτα, τον Διάκο, τον Ανδρούτσο, τον Νικηταρά. Καταδικάστηκε κι εκείνος από τους Βαυαρούς σε θάνατο. Επιβίωσε για να μας τραγουδήσει:

Στα περβόλια, μες στους ανθισμένους κήπους
σαν άλλοτε θα στήσουμε χορό
και τον Χάρο θα καλέσουμε
να πιούμε αντάμα και να τραγουδήσουμε μαζί

Κράτα το κλαρίνο και το ζουρνά
κι εγώ θα ’ρθώ με τον μικρό μου τον μπαγλαμά
Αχ, κι εγώ θα ’ρθώ…
μες στης μάχης τη φωτιά με πήρες, Χάρε
πάμε στα περβόλια για χορό

Στα περβόλια, μες στους ανθισμένους κήπους
αν σε πάρω, Χάρε, στο κρασί
αν σε πάρω στον χορό και στο τραγούδι
τότες χάρισέ μου μιας νυχτιάς ζωή

Κράτα την καρδιά σου, μάνα γλυκιά
κι εγώ είμ’ ο γιος που γύρισε για μια σου ματιά
Αχ, για μια ματιά..

Για το μέτωπο σαν έφυγα, μανούλα
εσύ δεν ήρθες να με δεις
Ξενοδούλευες και πήρα μόνος μου το τρένο
που με πήγε πέρ’ απ’ τη ζωή…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
4 Σεπτεμβρίου 2021

ανδρε

Καντάτα για τον Μίκη Θεοδωράκη

 

Η Καντάτα για τον Μίκη Θεοδωράκη του Γιώργου Μπλάνα διαβάστηκε από τους ηθοποιούς Γιάννη Στάνκογλου και Βίκυ Παπαδοπούλου σε μια σειρά από ιστορικές παραστάσεις αφιερωμένες στο χορωδιακό έργο του συνθέτη με τον τίτλο «Όλη η Ελλάδα για τον Μίκη» (Μέγαρο Μουσικής, 6-7 Φεβρουαρίου 2017 – Καλλιμάρμαρο, 19 Ιουνίου 2017).

Στις παράστασεις αυτές, που τελούσαν υπό την αιγίδα του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, συνέπραξαν 1000 χορωδοί από όλη τη χώρα ερμηνεύοντας έργα από τους κυριότερους ποιητικούς κύκλους που έχει μελοποιήσει ο Μίκης Θεοδωράκης. Η χορωδιακή διασκευή και ενορχήστρωση για συμφωνική μαντολινάτα έγινε από τον μαέστρο Παναγή Μπαρμπάτη, ο οποίος και διηύθυνε. Τα κείμενα της παράστασης ήταν του Γιώργου Μπλάνα και τη σκηνοθετική επιμέλεια είχε η Σοφία Σπυράτου. Συμμετείχαν οι τραγουδιστές Δημήτρης Μπάσης και Μίλτος Πασχαλίδης και οι λυρικοί καλλιτέχνες Τζίνα Φωτεινοπούλου, Ελένη Βουδουράκη, Μπάμπης Βελισσάριος και Παντελής Κοντός. 

Η Καντάτα για τον Μίκη Θεοδωράκη τυπώθηκε την Πρωτοχρονιά του 2018 ως ειδική αναμνηστική πλακέτα από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων.

Η ποιητική αυτή σύνθεση του Γιώργου Μπλάνα είναι το πρώτο μέρος ενός πολύπτυχου αφιερώματος – αποχαιρετισμού του Νέου Πλανόδιου στον κορυφαίο Έλληνα δημιουργό. Τις επόμενες ημέρες και έως την κηδεία του θα ακολουθήσουν κείμενα γραμμένα ειδικά για την περίσταση από σημαντικές προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών της χώρας.

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

 

ΚΑΝΤΑΤΑ
σε πέντε μέρη
ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

 

ΟΙ ΦΩΝΕΣ
Μίκης Θεοδωράκης (Μ.Θ.)
Ελλάδα (ΕΛΛ.)

 

Ι
Ο ΜΑΓΙΚΟΣ ΣΠΑΓΚΟΣ

Μ.Θ. – Είχα ένα σπάγκο· μαγικό.
Κι έβγαινα με το φως κι έλεγαν όλοι:
πού πάει πάλι ο Μίκης, ο μικρός του Θεοδωράκη;
Τι θέλει από τη θάλασσα, αυτό το παιδί!

ΕΛΛ.- Τι ήθελες από τη θάλασσα;

Μ.Θ. – Τ’ όνομά σου.

ΕΛΛ. – Μπορούσες να ρωτήσεις.

Μ.Θ. – Παιδί ήμουν· ντρεπόμουν.
Πώς να πω πως ό,τι έχει το χρώμα της θάλασσας
μοιάζει στην αγάπη μου – πείτε μου τ’ όνομά της;
Έριχνα τον σπάγκο στο νερό, έκλεινα τα μάτια
και σκεφτόμουν δέντρα βουβά στις ποδιές των βουνών
και πέρα, μακριά πόλεις ξαπλωμένες σαν γιγάντια γατιά στις απλωσιές:
δρόμοι, πλατείες, σπίτια, δωμάτια, κρεβάτια, εσύ
να κοιμάσαι μέσα σε θύελλες σεντονιών
κι ο ύπνος σου: διάφανο βότσαλο στο δέρμα των νερών.

ΕΛΛ. – Θυμάμαι. Κοιμόμουν σε ποτάμι και πηγή
και γη ανθισμένη. Κι έβλεπα πως με κρατούσες
και κολυμπούσες σε μεγάλη τρικυμία. Και το ακρογιάλι
ήταν μακριά. Κι έλεγες: μόνο αυτό το τρυφερό κλωνάρι
έχω στον κόσμο, αστέρια μου κι εσύ ανθισμένο
σκοτάδι τ’ ουρανού. Δώστε μας στέγη.
Έχω τραγούδια να της πω.

Μ.Θ. – Ώσπου μια μέρα τράβηξες τον σπάγκο· τον μαγικό·
κι άκουσα την καρδιά μου
-σαν τραγούδι μακρινό την άκουσα-
και μια στιγμή πριν αφεθώ στην αγκαλιά σου,
είδα στο βάθος του ορίζοντα
να μαζεύονται οι βυθοί,
χτενίζοντας τα πράσινα κεφάλια τους
και τα βουνά να σπρώχνονται για να χωρέσουν
κάτω απ’ το νόημα του φωτός.
Και ήξερα πως σε λένε Ελλάδα.

ΕΛΛ. – Και ξύπνησα και ήμουν στην αγκαλιά σου·
δεμένοι και οι δυο με κείνη την κλωστή,
τη μαγική και γύρω είχαν ανάψει
φωτιές τα παιδιά και μας έφερναν
κορόμηλα και πορτοκάλια
και τραγουδούσαν, χόρευαν, κι ο κόσμος
ήταν κήπος, απ’ αυτούς του φτωχικούς
που κάνουν μια πατρίδα ευτυχισμένη,
σαν πουλί στο πιο ψηλό κλαδί. (περισσότερα…)

Επτά αποσπάσματα για τον Νίκο Φωκά

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ι.

Την μακρόσυρτη πορεία της σύγχρονης ελληνικής ποίησης ο Νίκος Φωκάς την ακολούθησε πάντα απ’ τον παράδρομο, ποτέ από την κεντρική δημοσιά. Η δική του ατραπός είναι εκείνη που πρωτάνοιξε ένας Τάκης Παπατσώνης και που, αργότερα, ήρθε να τη διαβεί ένας Άθως Δημουλάς. Σ’ αυτούς τους τρεις βλέπει κανείς καλύτερα ό,τι θα ονόμαζα πεζοφανή στοχαστικό λυρισμό: έναν λυρισμό που μέσο του κύριο έχει όχι το θυμικό επιφώνημα ή τα στιλπνά κοσμήματα της γλώσσας, αλλά τον συμπερασμό. Ο λυρισμός του Φωκά δεν μας τραβάει, δεν μας θέλγει απ’ την αρχή. Αναδύεται μέσα από το ξετύλιγμα της σκέψης, αναπτύσσεται βραδέως μέσα από έναν βηματισμό μάλιστα γὰρ λεκτικόν, πολύ κοντά δηλαδή στον βηματισμό του κοινού πεζού λόγου όπως θα ’λεγε ο Αριστοτέλης, και μας βρίσκει, εκεί στην κατακλείδα του ποιήματος, με μια παράξενη ένταση – αιφνιδιάζοντάς μας σχεδόν.

Συχνά αυτοί οι ακροτελεύτιοι στίχοι του Φωκά κλείνουν με θαυμαστικό ή ερωτηματικό, σαν για να υπογραμμίσουν ακόμη πιο χτυπητά το αναπάντεχο, ίσαμε τότε, πάθος που τους διέπει:

Μάτια που εκστασιάζονται πριν κλείσουν!

(«Μεγέθυνση», Ποιητικές συλλογές 1954-2000, σ. 270)

Γιατί πιο αλλέγκρο, ποιο βιβάτσε, ποιο σκερτσάντο
Δεν πνίγεται στο τέλος σ’ ένα γαύγισμα;

(«Μαγνητοφωνημένο κουαρτέτο», σ. 280)

Ή τα μεσάνυχτα κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό!

(«Συντονισμός», σ. 377) (περισσότερα…)

Θανάσης Παπαθανασόπουλος (1937-2021)

Γεννημένος στὴν Περίστα Ναυπακτίας στὶς 20 Ὀκτωβρίου 1937, ὁ Θανάσης Παπαθανασόπουλος σπούδασε στὴ Νομικὴ Ἀθηνῶν καὶ θήτευσε στὸν δικαστικὸ κλάδο ὡς ἐφέτης ἀπὸ τὸ 1969. Ἤδη ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια ἔδειξε τὴν κλίση του στὰ γράμματα διατηρῶντας στενὴ σχέση μὲ τοὺς Γεώργιο Ἀθάνα καὶ Γ. Θ. Βαφόπουλο. Παράλληλα, τίμησε τὸν τόπο του ὑπογράφοντας ποικίλες συλλογὲς καὶ ἀπανθίσματα δημοτικῶν τραγουδιῶν, λαογραφικῶν καταγραφῶν καὶ μελετῶν, διατηρῶντας προσωπικὸ ἀρχεῖο κειμηλίων τῆς γενέτειράς του.

Ὁ λογοτέχνης Παπαθανασόπουλος ἄφησε πίσω του ἕνα ὀγκώδες καὶ πολυποίκιλο ἔργο. Τὸ ἔργο του ἀποτελεῖται ἀπὸ περισσότερους ἀπὸ δέκα τόμους ποιημάτων, πεζογραφήματα, δράματα, μελέτες, νομικοῦ, λαογραφικοῦ, λογοτεχνικοῦ καὶ εὐρύτερα πολιτιστικοῦ περιεχομένου δοκίμια, μεταφράσεις καὶ ὑβριδικὰ κείμενα ‒ ἀκόμα κι’ ἕνα ἔπος (Διγενῆς Ἀκρίτης, 25.000 δεκαπεντασύλλαβοι) γιὰ τὸ ὁποῖο τιμήθηκε ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν. Στὰ μελετήματά του ἀσχολήθηκε μὲ τὸν Καζαντζάκη, τὸν Ἀθάνα, τὸν Βαφόπουλο, τὸν Πάουντ, καθὼς ἐπίσης ἀνέδειξε ζητήματα σχετικὰ μὲ τὴ γλώσσα, τὸν δημοτικισμό, τὴ λαϊκὴ παράδοση καὶ τὴν ἱστορία. Ἡ ποίηση τοῦ Παπαθανασόπουλου ὑπῆρξε κατὰ κύριο λόγο ἐπηρεασμένη ἀπὸ τὰ δημοτικὰ τραγούδια καὶ τὸν Μεσοπόλεμο, ὡστόσο ἕνα σημαντικὸ τμῆμα τοῦ ἔργου του ὑπακούει τόσο τεχνοτροπικὰ ὅσο καὶ περιεχομενολογικὰ στὰ νεωτερικὰ προτάγματα τῆς ποίησης τοῦ καιροῦ του.

Παρὰ τὴν εὐρεία ἀναγνώριση τοῦ ἔργου του, ὁ Παπαθανασόπουλος οὐδέποτε ἐπεδίωξε τὴν προβολή του, ἐπιλέγοντας νὰ δημοσιεύει τὰ ἔργα του κατὰ μόνας κυρίως μέσῳ τῶν ἐκδόσεων Μελέαγρος. Ἂν καὶ ἡ στάση του αὐτὴ ὁδήγησε τὸ ἔργο του μοιραῖα καὶ σταδιακὰ στὴ σκιά, τὸ φαινόμενο-Παπαθανασόπουλος δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ τραβᾶ τὰ βλέμματα, ὄχι μόνο γιὰ τὸν ὄγκο του ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ πολύχρωμο περιεχόμενό του ποὺ συνιστᾶ —ἂν τὸ ἐξερευνήσει κανεὶς ἐνδελεχῶς— ἕναν διαρκῆ πειραματισμὸ πάνω σὲ ὅλες τὶς πιθανὲς δυνατότητες τοῦ λόγου. Δολιχοδρομῶντας ἀπὸ τὴν παράδοση, τὰ θέματα καὶ τὶς μορφές της, στὸ μοντέρνο καὶ τὶς ἔκκεντρες ἐξακτινώσεις του, ὁ Παπαθανασόπουλος ἄφησε πίσω του ἕνα ἔργο ποὺ —ὅπως ἀκριβῶς ἕνα ὀρυχεῖο— ἀναμένει ἐκείνους ποὺ θὰ σκάψουν ἐπίμοχθα γιὰ νὰ φέρουν στὸ φῶς τὰ πολύτιμα πετρώματα ποὺ κρύβει στὸν πυρήνα του.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

Friederike Mayröcker (1924-2021)

 

Η Φρειδερίκη Μαϋραίκερ, Grande Dame της αυστριακής λογοτεχνίας του καιρού μας, γεννήθηκε τον Δεκέμβρη του 1924 στη Βιέννη όπου και έζησε. Εργάστηκε ως εκπαιδευτικός. Δημοσίευσε πάνω από εκατό βιβλία με ποίηση, πρόζα, κείμενα για παιδιά και τη θεατρική σκηνή. Στάθηκε η ισόβια σύντροφος του διάσημου ποιητή Ερνστ Γιαντλ. Τιμήθηκε επανειλημμένα, το 2001 και με το Βραβείο Μπύχνερ, το κορυφαίο λογοτεχνικό έπαθλο του γερμανόφωνου κόσμου. Πέθανε στη γενέθλια πόλη της τούτο το καλοκαίρι, στις 4 Ιουνίου. (ΚΚ)

 

τι ’ν’ αυτό που χρειάζεσαι

τι ’ν’ αυτό που χρειάζεσαι; ένα δέντρο ένα σπίτι
να μετρήσεις επάνω του τι μεγάλη τι μικρή του ανθρώπου η ζωή
τι μεγάλη τι μικρή όταν στρέφεις το βλέμμα ψηλά
όταν χάνεσαι μες στον πλούτο της χλωρής ομορφιάς
τι μεγάλη τι μικρή συλλογίζεσαι και τι σύντομη που ’ναι
η ζωή σου αν σ’ εκείνη των δέντρων δίπλα δίπλα τη βάλεις
ένα δέντρο χρειάζεσαι ένα σπίτι χρειάζεσαι
τίποτ’ άλλο μονάχα μια γωνιά και μια στέγη
για να ζεις να ονειρεύεσαι να κοιμάσαι να σκέφτεσαι
να σωπαίνεις να γράφεις να βλέπεις τους φίλους
τα λουλούδια τη χλόη το στερέωμα τ’ αστέρια

 

 

 

 

 

 

 

Στη μνήμη του Γιώργη Σιδερή

Ώρες ώρες φάνταζε θεόρατος. Έφταιγαν τα αφημένα μαλλιά -κάτασπρα-, έφταιγε το αργό βάδισμα, το πανωφόρι, εν είδει αμπέχωνου ή πελώριου μπουφάν, που όλο και πιο φουσκωτό τον έκανε.

Αλήθεια, πως συναντιέσαι με τον άλλον; Είναι κάτι που πέφτει απρόσμενα, ή ενεργούν υπόγεια ρεύματα, νεύματα αόρατα από μακριά κι από κοντά, ανταλλαγές βλεμμάτων, μια λέξη, μια σιωπή;

Πόσες φορές μιλήσαμε τρώγοντας και πίνοντας, σε ταβερνεία, σε μαγαζιά, πιο πέρα κάθονταν άλλοι, μιλούσαν, φωνασκούσαν, γέλαγαν, εμείς οι δυο συνεχίζαμε το ζόρικο δρομολόγιό μας, άλλοτε συμφωνώντας, άλλοτε η διαφωνία μας κρυβόταν στη σιωπή, σ’ ένα μυστήριο χαμόγελο, σε μια αόριστη χειρονομία.

Μου κάναν εντύπωση οι παλάμες του, κομμάτια γέρικου δέντρου, απ’ τον κορμό κομμένα, ή από χοντρό κλαδί, ποιος ξέρει πόσα σώματα είχαν ψηλαφίσει, ιατρικά, γυρεύοντας σημεία πάθησης ή θεραπείας.

Γεμάτα μικρές ζαρωματιές, κατέγραφαν οδύνες, οιμωγές, κλάματα και θρήνους, που δεν λείπουν από κανενός τη ζωή, ακόμη κι αν το κρύβει.

Ποια μοναξιά χωμένη μέσαθέ του, όριζε τα αργά του βήματα, κι αυτούς τους άπειρους μονολόγους, με επαναλήψεις συχνές, με εμμονές, με θραύσματα μνήμης, με εικόνες που ξεσπούσαν ξαφνικά, θολές ή πάμφωτες, με αναδρομές σε χρόνους άλλους.

Κι αυτή η μανία για κρασί, αυτή η κίνηση να γεμίζει τα ποτήρια, κάποιες φορές απανωτά, άλλες με κάποιο σκόντο, πιο πολύ τρώγοντας για να πιούμε, κι όχι να φάμε πίνοντας.

Πού πήγαινε όλο κείνο το κρασί, τί διαδρομές ακολουθούσε στο φαρδύ το σώμα, στη ρωμαλέα πλάτη; Τί να γινόταν πίσω από τα στρώματα του δέρματος, στις διάφορες γωνιές και στα θαλάμια, μα προπαντός τί να ’λεε εκείνη η καρδιά, τί λαχανιάσματα ν’αντέξει και τί φάρμακα;

Τσούγκρισμα ποτηριών.

Είναι αλλόκοτο και ταυτόχρονα θαυμαστό ότι τον άκουγες εκεί που τα πράγματα ζόριζαν στο πολιτικό πεδίο να ανοίγει μια βρύση, να κόβει κομμάτια από το Ευαγγέλιο και την ‘καταλλαγή’, να τα φέρνει ολομπροστά μας, όπως δροσιά που έρχεται απρόσμενα και παίρνει τον πυρετό από το μέτωπο.

Οι ολονυχτίες. Με προσευχή και χωρίς προσευχή. Με ταινίες αμερικάνικες, με μπιστολίδι, ‘ο καλός, ο κακός και ο άσχημος’. Αλλά και για τον Κισλόφσκι να μιλά συχνά τονίζοντας την πίστη του.

Στιχουργική. Τον παλιό καιρό της μουσικής και της στιχουργικής δημιουργίας τον είχε διαδεχθεί σήμερα μια άλλη στιχουργική πιο μυστική και πιο καρδιακή με λίγη γεύση από Βυζάντιο. Έγραφε τα τραγούδια και χαιρόταν. Ο Ορφέας Περίδης έγραφε τη μουσική. Συναντιούνταν κατά διαστήματα και δούλευαν τους ήχους, τα λόγια, το ρυθμό. «Είναι δύσκολος ο στίχος του τραγουδιού» έλεγε, «είναι δύσκολος».

Και ξαφνικά ένιωθες ολόκληρο το βάρος του ανθρώπου να γέρνει μέσα του ωσάν πνιγμός, στρόφιγγα που γυρίζει αργά-αργά και αλέθει συναισθήματα και γόους κι ελπίδες και ζωές, καταρράχτης από αγωνίες και δονήσεις ψυχικές, ένα καρδιακό αγκομαχητό που στεκόταν εκεί στη μέση της ύπαρξης

Μικρή πυριφλεγής βόμβα.

Σαν φως που αναβόσβηνε κρυφά, διάπυρη ικεσία, καθώς ο ίδιος μετείχε παρακλήσεων και προσευχών, μα και καθώς αυτός ο ίδιος μετεωριζόταν και χανόταν ανάμεσα σε σκέψεις, διανοήματα, συζητήσεις, απέραντους μονολόγους, όπου αναζητούσε μια γενναία σύμπνοια με τον ίδιο του τον εαυτό και με εκείνο το άλλο Φως, ανάβοντας στη σκοτεινιά της ψυχής το καντήλι της αγάπης, κερί αναμμένο σε τόσες μνήμες και τόσες πληγές που τον κατακλύζαν και πολεμούσε να τις σπρώξει γλυκά στο εσώτερο μέρος της καρδιάς βαριανασαίνοντας.

Στο καλό, φίλε Γιώργη, φεύγεις αναστάσιμα.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

*Μάιος του 2021: η εκδημία του γιατρού, μουσικού (δεξιοτέχνη του μπουζουκιού), στιχουργού και καρδιακού φίλου Γιώργου Σιδερή.

Ενθύμησις Δημήτρη Αρμάου

Συμπληρώνοντας ἕξι χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκδημία του καὶ προεξαγγέλοντας τὸ ἀφιερωματικὸ ἕκτο τεῦχος τοῦ ἔντυπου ΝΠ σὲ συνεργασία μὲ τὴν Ζωὴ Μπέλλα (ἐνῷ ἀναμένεται ἡ κυκλοφορία τοῦ #5 γιὰ τὸν Παναγιώτη Κονδύλη ἐντὸς τῶν προσεχῶν ἡμερῶν), ἀποδίδουμε ποιητικὸ ὁλοκαύτωμα στὴ μνήμη τοῦ ποιητῆ, φιλολόγου, βιβλιο-εργάτη καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα δασκάλου καὶ φίλου Δημήτρη Ἀρμάου. Μείνετε συντονισμένοι.   ΝΠ

~.~

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ, 31 ΜΑΪΟΥ 2015

Ἀποχωρῶν ἀρματολίκια ἐπῆρες
μὲ λέξεις ὑλικὲς γι᾽ ἀποσκευές σου
καὶ γούρι σου στὸ πέρασμα ἀναπτῆρες
γιὰ τὰ πουράκια του Κενταύρου Νέσσου.

Φονιάδες μοναχῶν ἀπ᾽ τὸ ἀντιμόνιο
περνοῦν ἀπ᾽ ὥρα βάδην σ᾽ ἕνα canto
τοῦ Paradiso μὲ δισσὸ μνημόνιο.

Τοὺς ὀρφισμοὺς συντρέχει τὸ ὕφος — κὰν τὸ
δεῖς ὡς σκυτάλη λυρικῶν δηώσεων·

ἢ καὶ ὡς ὀντὰ βιαίων ἐντυπώσεων.

Κέρκυρα, 10 Αὐγούστου 2018

~.~

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ…
Για τον Δημήτρη

Τι θέλετε, λοιπόν, ασύστατοι·  να πω:
άδικα ήρθα κι έφυγα; Άδικα είδα
στα 1977 τον Πτολεμαίο
να κατεβαίνει από τα μέρη
της Άμφισσας κύμα
κωνοφόρο μ’ ένα έλατο σελίδες, στην πύλη
μιας κόλασης στεκούμενης τριγύρω.
(περισσότερα…)

Μάρκος Μέσκος, 1935-2019

meskos

~.~

Κακό όνειρο! πιο πέρα απ’ τα πουλιά κι από τα μάτια
εικόνα της Αχερουσίας μαύρο της αβύσσου.
Μήτε στα δόντια νόμισμα τυφλά τα μονοπάτια
— ίσως το δέντρο εκείνο το ξερό να ’ναι η φωνή σου.

Από τα δάκρυα των νεκρών οι θάλασσες γεμίζουν.
Αίμα σφαγμένο στην αυλή κρυφά παραχωμένο.
Σκιές της λίμνης χέρια στο νερό μάταια ελπίζουν
— φίλοι! κάνει ένα κρύο σήμερα διαβολεμένο.

Κακό όνειρο κακό! Και μην ξεχνάς κακό μεθύσι…
Ό,τι απομένει το πρωί στάχτη να πάει στο διάβολο!
Το άνθος της βερικοκιάς τη μέρα να στολίσει
— κάποια ψηλή κορφή κάποιο χαρούμενο σινιάλο.

(Ιδιωτικό νεκροταφείο, 1975)

Από τους πιο αρχοντικούς ανθρώπους που γνώρισα. Ιούνιος του 2006 (Καλαμαριά; Μηχανιώνα;). Πλάι του στο τραπέζι ο Τάσος Χατζητάτσης, πιο κει, μ’ άλλη παρέα, ο Νίκος Παπάζογλου φευγάτοι πια κι οι τρεις. «Η Σαντορίνη ριμάρει με τους πιγκουίνους, τα Βοδενά με το πουθενά».

Τη νέα μας ποίηση λίγοι την επηρέασαν τόσο. Γενάρχη τον αποκαλεί κάπου ο Μιχάλης Γκανάς. Κι έχει δίκιο. Χωρίς τη δική του φωνή, το δικό του παράδειγμα, το ρεύμα εκείνο που ζήτησε να ξαναχύσει το δημοτικό τραγούδι στο κράμα της τωρινής μας γραφής, και που μας έδωσε ποιητές ρωμαλέους σαν τον Χρήστο Μπράβο, τον ίδιο τον Γκανά κι άλλους νεώτερους, ποιος ξέρει πώς και πότε θα ’βρισκε την κοίτη του. «Μακεδονίτικα πουλιά λαλούν μακεδονίτικα».

Τους στίχους του τους αρδεύουν δυο πηγές, ο τόπος και η ιστορία του Μεταπολέμου. Ο Εμφύλιος, η Αριστερά, η τελευταία ή κομμένη γλώσσα, το Μαύρο δάσος , τα παιδιά που χάθηκαν, τα Φαντάσματα της Ελευθερίας, το Ψιλόβροχο της μνήμης. Όμως υπάρχει και ένα ρυάκι σιγαλό που έρχεται απευθείας από τον Μεσοπόλεμο και, ως νόστος ίσως στις μορφές της αστικής, της λόγιας ποίησης, εκβάλλει στα «(σαν) σονέτα» λ.χ. των Χαιρετισμών. «Βάρκα που μπάζει από παντού και τα ποντίκια έχουν λακίσει».

Πρωτομηνιά, πρωτοχρονιά, πήρε τον δρόμο χθες για τα Ορεινά ο Μάρκος Μέσκος.

Αμ δεν χρειάζεται να ξεύρω πράγματα πολλά·
προτιμώ να αισθάνομαι τον αέρα το νερό
το χώμα τα χρόνια τις Εποχές — ψυχή μου!
(Ψυχή μου πίσω σε πήρα από τον θάνατο.)

Έστω
καρτάλι κουρασμένο με την οσμή στο ράμφος
το στασίδι του αναζητώντας
λίγο πριν σκοτεινιάσει.

(«Καθ’ οδόν», Ελεγείες, 2004)

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Άρης Μπερλής (1944-2018)

berlis

~.~

Σε μια άλλη χώρα, που ξέρει να ζυγίζει το έχει της, ο θάνατος του Άρη Μπερλή θα ήταν γεγονός βαρύ. Εδώ θα παρέλθει φοβάμαι με μια λεζάντα, από κείνες τις έτοιμες και βολικές της στιγμής: «σημαίνουσα απώλεια», «από τις πιο αξιόλογες μορφές», «καλό του ταξίδι»…

Κι όμως, δεν ήταν άνθρωπος βολικός ο Άρης. Τον πότιζε εδώ και χρόνια μια μελαγχολία βαθιά, εκείνο το ρίγος εμπρός στο ανέκκλητο που ραψώδησε τόσο καθηλωτικά ένας Φίλιπ Λάρκιν.

Όλη τη μέρα στη δουλειά, τα βράδια πίνω.
Ξυπνώ στις τέσσερις μες στ’ άηχο σκοτάδι.
Κοιτώ τα στόρια αντίκρυ μου προσμένοντας το φως.
Ώς τότε αυτόν που είναι πάντα εκεί διακρίνω :
μια μέρα ακόμη πιο κοντά, κι άοκνο, τον Άδη
κάθε μου σκέψη ν’ ακυρώνει έξω απ’ το πώς
το πού, το πότε θα πεθάνω και εγώ.

Η κουβέντα μαζί του ήταν δύσκολη, γεμάτη κενά, σαν για να δώσει στον συνομιλητή του την ευκαιρία να αναλογιστεί κι εκείνος την μεγάλη αυτή αλήθεια. Κι όμως, ο αγαπημένος του ποιητής, αυτός στον οποίο αφιέρωσε τα λαμπρότερά του δοκίμια, υπήρξε όχι κανένας πεισιθάνατος και φωτοφοβικός, αλλά ο ηλιοπότης Οδυσσέας Ελύτης. Και ουδείς απέδωσε με περισσότερη εκρηκτικότητα τον Γκίνσμπεργκ και το Ουρλιαχτό του στα ελληνικά, απ’ αυτόν τον επιφυλακτικό Πατρινό και Παγκρατιώτη. Τα αντίθετα έλκονται…

Αλλά και τις έτοιμες λύσεις ο Μπερλής τις αποστρεφόταν. Ώς και στους τίτλους των μεταφράσεών του, θα έλεγες. Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία, όχι σε «νεαρή», επέμενε – αυτά τα τέσσερα ι στη σειρά είναι κακόηχα. Ο καθρέφτης και το φως, όχι «και η λάμπα» – και εξηγούσε με πάθος γιατί. Αγαπούσε τη διδασκαλία, η δουλειά του με τα νέα παιδιά στο ΕΚΕΜΕΛ, όπου χρημάτισε ανάμεσα στ’ άλλα και διευθυντής, του έδινε χαρά. Αναγκάστηκε να παραιτηθεί και από κει και από την προεδρία της επιτροπής των Κρατικών Βραβείων Μετάφρασης υπό συνθήκες τυπικά νεοελληνικές – για να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του.

Τα κατάφερε όσο λίγοι. Στάθηκε κύριος σε όλα του. Με ό,τι καταπιάστηκε, απ’ όπου κι αν πέρασε, άφησε έργο. Μας έμεινε τουλάχιστον αυτό.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Μάρη Θεοδοσοπούλου, In Memoriam

Καταγραφή

 

Προσωπικά με είχε περιλάβει δυο τουλάχιστον φορές, μ’ εκείνη την οξεία και λοξή ειρωνεία της. Όταν πρωτοβγήκε το δοκίμιό μου για τον Καβάφη (το κύριο μέρος του, στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας το 2003), είχε επικρίνει το θράσος του 35χρονου τότε που νόμιζε ότι τα ξέρει όλα. Δέκα χρόνια αργότερα, όταν κυκλοφόρησε πια το βιβλίο, για μια στιγμή, μου «εφάν’ εις τούτο ευμενής». Αναγνώριζε πλέον ότι το γραφτό μου «θέτει ουσιώδη θέ­ματα προς συζήτηση επί του καβαφικού με­γέθους, τα οποία δεν αντιμετωπί­ζονται πρόχει­ρα ή αποφθεγ­μα­τι­κά.»

Παραθέτω τη φράση, όχι γιατί με αφορά, αλλά γιατί είναι το ύφος της par excellence. Ο ανυποψίαστος ας προσέξει τη δίκοπη φράση «δεν αντιμετωπίζονται πρόχειρα». Στο βιβλίο μου επιτυγχάνεται αυτό; Ή μήπως o λόγος εδώ είναι γενικός, ευχετικός: «δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται έτσι»;… Πολλές φορές αναρωτήθηκα, σε συμπέρασμα δεν κατέληξα ωστόσο.

Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ είχε πει γι’ αυτήν ότι τα κριτικά της κείμενα υπονοούν περισσότερα απ’ όσα δηλώνουν. Και είναι αλήθεια: ο ασκημένος μόνο αναγνώστης της έπιανε πίσω από την πυκνή διατύπωση τους υπαινιγμούς. Μέσο εκφραστικό δικό της ήταν πάντα η συγκρατημένη απόφανση, το understatement, οι επιφυλάξεις. Οπαδός από ταμπεραμέντο της ευθυγλωσσίας, ενίοτε και της κραυγαλέας, άργησα να καταλάβω ότι το συγκράτημα αυτό, στα κατάλληλα χέρια, μπορεί να κρύβει μέσα του το ίδιο πάθος, τον ίδιο έρωτα για τη λογοτεχνία όσο και οι αμεσότερες φωνές, που εγώ προτιμούσα. Τα δικά της χέρια ήταν τέτοια.

Στην περιώνυμη εφημερίδα, όπου είχε για ένα διάστημα μόνιμη στήλη, δεν ρίζωσε. Οι φήμες επιμένουν ότι μεγαλοεκδότης, που είχε δει συγγραφέα του να κακοπαθαίνει από την πέννα της, απείλησε τον υπεύθυνο του ενθέτου εκεί, ότι θα του κόψει μαχαίρι τις διαφημίσεις. Και προκειμένου να περισωθούν οι διαφημίσεις, κόπηκε εκείνη… Από μια πλευρά, ευτυχώς. Στην μικρή και απόκεντρη «Εποχή», όπου κρατούσε για χρόνια τη σελίδα του βιβλίου, είχε τουλάχιστον το ελεύθερο να ασχοληθεί με έργα και θέματα που την ενδιέφεραν περισσότερο, που την αφορούσαν προσωπικά.

Μου είχαν πει ότι υπήρξε φυσικός ή μαθηματικός πολυτάλαντη. Ότι στα νιάτα της ήταν συνεργάτις του μεγάλου Πριγκόζιν στο Βέλγιο και ότι είχε εμπρός της καριέρα λαμπρή, που την εγκατέλειψε για να επιστρέψει στα πάτρια και τη γλώσσα. Μεταδίδω την πληροφορία με κάθε επιφύλαξη. Η μνήμη παίζει συχνά περίεργα παιχνίδια. Άλλωστε ουδέποτε τη συνάντησα για να ‘χω την ευκαιρία να την επαληθεύσω. Παρ’ όλα αυτά, για κάποιο λόγο, η ιστορία αυτή μου μοιάζει να ανταποκρίνεται στον χαρακτήρα του ανθρώπου που υπήρξε.

Βιβλία δικά της βγήκαν ελάχιστα. Τα «Εποχικά», για την νεώτερη πεζογραφία μας, κι ένα μικρό, για τον αγαπημένο της Παπαδιαμάντη. Τα καλύτερά της, αυτά της τελευταίας 15ετίας, παραμένουν εκδοτικώς αφανή, θησαυρισμένα μόνο στο ιστολόγιό της. Τώρα μαθαίνουμε ότι δεν πρόκειται να ακολουθήσουν άλλα. Και ότι η Μάρη Θεοδοσοπούλου, ήδη από τις 9 του Αυγούστου, είναι νεκρή.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ορέστης Αλεξάκης, 1931-2015

OrestisAlexakis

Τον είχα δει στις 21 Μαρτίου, στη Στοά του Βιβλίου στην εκδήλωση του Κύκλου Ποιητών. Αυτός κατέβαινε από το βήμα, εγώ ανέβαινα. Τον χαιρέτισα και τον ασπάστηκα. Λίγο πριν είχε απαγγείλει με τον μοναδικό τρόπο του, πάντα από στήθους και με φωνή σημαδεμένη από την αρρώστια, τα πρώτα πρώτα του ποιήματα, γραμμένα στα μέσα της δεκαετίας του 1940. Αναρωτιέμαι αν φρόντισε κανείς να τον ηχογραφήσει.

Η πρώτη φορά που είχαμε βρεθεί ήταν στο παλιό Ντόλτσε, το 2000. Μου μίλησε γι’ αυτά που καταλάβαινε ότι έχουμε κοινά: τα χρόνια στη Γερμανία (όπου έκανε αυτοεξόριστος επί δικτατορίας· τις θαυμάσιες μεταφράσεις του από εκείνη τη γλώσσα ελάχιστοι τις γνωρίζουν), τον διχασμό μεταξύ δικηγορίας και ποίησης («για χρόνια πολλά είχα παρατήσει εντελώς το γράψιμο· κάθε φορά που ξεστράτιζα σ’ ένα ποίημα, έκανα τρεις μέρες να κατεβάσω δικογραφία»).

Μου δόθηκε να συμμετάσχω στο τελευταίο αφιέρωμα από περιοδικό που του έγινε. Μας ευχαρίστησε όλους με την μοναδική του αρχοντιά, που ένωνε μέσα της αξεδιάλυτα τους άψογους τρόπους και την συγκινημένη τρυφερότητα. Τα ίδια πράγματα δηλαδή που συναντά κανείς και στα ποιήματά του. Θα μας μείνουν αυτά. Αύριο το απομεσήμερο στο κοιμητήρι της Καλλιθέας αποχαιρετάμε τον Ορέστη Αλεξάκη.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Εμμανουήλ Κριαράς

Με τον Μανόλη Κριαρά, ένα από τα ζωτικότερα ρεύματα της πνευματικής ζωής του νέου ελληνισμού χάνει τον τελευταίο εν ζωή εκπρόσωπό του: ο πολεμικός δημοτικισμός.

Τέκνο σπουδαίο των ιδεών του Ψυχάρη, σπόρος επιστημονικός του Τριανταφυλλίδη και των πρωτοβούλων του Εκπαιδευτικού Ομίλου, ο Κριαράς υπήρξε ώς το τέλος συγγραφέας στρατευμένος και προγραμματικός: τον ενοχλούσαν τα «περιττά υπολείμματα» της λόγιας γλώσσας (και στο Νέο Ελληνικό Λεξικό του, περισσότερο από παντού, το δείχνει στην πράξη…), η διδασκαλία της αρχαίας ήταν στα μάτια του ο εχθρός, στην επιβολή του μονοτονικού έβλεπε έναν τίτλο τιμής. Κονταρομάχος σε μια μάχη δισχιλιετή, την πιο παλιά ρωγμή της ιστορίας μας, την έριδα που γέννησε ο αττικισμός, στάθηκε πάντοτε, τι ειρωνεία, προ παντός αυτό: καθαρολόγος. Έτσι όμως γίνεται μ’ αυτά τα πράγματα: στο τέλος μοιάζεις με αυτόν που πολεμάς.

Στον εκδότη, στον λεξικογράφο, στον αγωνιστή οφείλουμε πολλά. Στον δάσκαλο επίσης, κι ας μη συμμεριζόμαστε πάντα τις διδαχές του: το πάθος του είναι που δείχνει τον δρόμο. Κρης την καταγωγή, σπούδασε τα εγκύκλια γράμματα στα Χανιά, η βιοπορεία του ωστόσο τον χρίζει αυτοδικαίως Θεσσαλονικέα. Συνηλικιώτης του Αριστοτέλη Ωνάση, ήτανε πέντε χρόνια νεώτερος του Συκουτρή και άλλα τόσα πρεσβύτερος του Ελύτη. Σ’ αντίθεση με τον μέντορά του στην επιστήμη της γλώσσας, εκείνος υπέγραφε πάντα: Εμμανουήλ.