ΝΠ | Δοκίμια

T. E. Hulme, Διάλεξη για τη μοντέρνα ποίηση

*

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας.

~ . ~

ΔΙΑΛΕΞΗ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΠΟΙΗΣΗ

Θέλω ν’ αρχίσω με μια δήλωση για τη στάση μου απέναντι στην ποίηση. Το κάνω για να προλάβω την κριτική. Θα μιλήσω για την ποίηση από ορισμένη, μάλλον χαμηλή αλλά αρκούντως πρόσφορη σκοπιά, και θεωρώ πως οι κριτικοί οφείλουν να περιορίζονται σ’ αυτήν. Η άποψή μου είναι πως η ποίηση είναι αποκλειστικά και μόνον μέσο έκφρασης. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα της αντίθετης θέσης από αυτήν που υιοθετώ. Ένας κριτικός αρθρογραφώντας στη Saturday Review την προηγούμενη εβδομάδα, μίλησε για την ποίηση ως το μέσο με το οποίο η ψυχή αίρεται σε υψηλότερες σφαίρες, ως το μέσο έκφρασης μέσω του οποίου ανέρχεται σε μια ανώτερη πραγματικότητα. Ε λοιπόν, αυτό είναι το είδος των αποφάνσεων που απεχθάνομαι ολότελα. Θέλω να σας μιλήσω περί ποιήσεως απλά και ξεκάθαρα, σαν να μιλούσα περί χοίρων: είναι ο μόνος έντιμος τρόπος. Ο κύριος πρόεδρος μάς είπε την προηγούμενη εβδομάδα ότι η ποίηση συγγενεύει με τη θρησκεία. Η ποίηση όμως δεν είναι τίποτα τέτοιο. Είναι ένα μέσο έκφρασης ακριβώς όπως και η πρόζα, και αν δεν μπορεί κανείς να την εξηγήσει ως τέτοιο, δεν αξίζει τον κόπο να επιμένει.

Πάντα είμαι επιφυλακτικός απέναντι στη λέξη ψυχή όταν ανακύπτει σε μια συζήτηση. Μου θυμίζει τον τρόπο που οι επιστήμονες του Μεσαίωνα μιλούσαν για το Θεό. Όταν αγνοούσαν τελείως το αίτιο για κάτι λέγανε πως ήταν θέλημα Θεού. Αν αναφέρω τη λέξη ψυχή ή μιλήσω για ανώτερες πραγματικότητες, εν τη ρύμη του λόγου μου, θα γνωρίζετε πως σε αυτό ακριβώς το σημείο δεν είχα κάποιο πραγματικό επιχείρημα και προσπάθησα να σας παραπλανήσω. Υπάρχει ένας τεράστιος όγκος σολωμονικής στις περισσότερες συζητήσεις για την ποίηση. Οι κριτικοί στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν την τεχνική, προβαίνουν σε μυστηριώδη άλματα και ψελλίσματα περί απείρου και ανθρώπινης καρδιάς, σάμπως να πούλαγαν συνταγές φαρμάκων στην αγορά.

(περισσότερα…)

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Κούκλες

* 

Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε γνώρισε την κουκλοποιό και εικονογράφο Λόττε Πρίτσελ (1887-1952) και το έργο της κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1910. Το λαμπρό κείμενο που του ενέπνευσαν έχει όλα τα χαρακτηριστικά της καλύτερης δοκιμιακής του πρόζας: απαραγνώριστο ύφος και εκφραστική ένταση, λεπταίσθητη παρατήρηση και βαθύ λυρισμό.

~ .  . ~

Rainer Maria Rilke

Κ Ο Υ Κ Λ Ε Σ

Για να ορίσουμε τη σφαίρα μέσα στην οποία υπάρχουν οι κούκλες αυτές, θα πρέπει πρώτα ν’ αναλογιστούμε πως στη ζωή τους δεν υπάρχουν παιδιά, πως κατά κάποιο τρόπο η γένεσή τους προϋποθέτει έναν κόσμο παιδικό παρωχημένο. Σ’ αυτές, η κούκλα έχει επιτέλους απογαλακτιστεί απ’ τα βιώματα και τις παραστάσεις, απ’ τη χαρά και τον πόνο του παιδιού, έχει γίνει ανεξάρτητη, μεγάλη, πρόωρα ενήλικη, έχει εισέλθει πλήρως σ’ όλες τις μη πραγματικότητες της δικής της ζωής.

Όπως συχνά για κάποιους σπουδαστές, δεν αναρωτηθήκαμε χίλιες φορές για τις παχουλές κι αμετάλλακτες κούκλες των παιδιών τι θ’ απογίνουν αργότερα; Κι εμπρός σ’ αυτές, τις κούκλες των παιδικών μας χρόνων, τις παραχαϊδεμένες με αισθήματα γνήσια κι άλλα προσποιητά, δεν είναι τάχα εκείνοι οι πρώτοι η ενήλικη εκδοχή τους; Δεν είναι εκείνοι οι καρποί τους που φευγαλέα ανακλώνται στην κορεσμένη απ’ τους ανθρώπους ατμόσφαιρα; Οι καρποί μιας φενάκης που οι σπόροι της δεν ησυχάζουν ποτέ, που τη μια τους ξεπλένουν τα δάκρυα σχεδόν, και την άλλη απομένουν έκθετοι στην πυρωμένη ξηρασία της οργής ή την ερημία της λήθης· οι φυτεμένοι στα σπλάχνα μιας αβρότητας που φόρεσε αμέτρητα πρόσωπα και ξεριζωμένοι πάλι απ’ αυτήν χιλιάδες φορές, οι παραπεταμένοι σε μια γωνιά ανάμεσα σε κοφτερά σπασμένα αντικείμενα, οι απαρνημένοι, οι περιφρονημένοι, οι απόβλητοι. (περισσότερα…)

Gottfried Benn, Λόγος για τον Χάινριχ Μαν

*

Επιμέλεια στήλης – Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Από παλιά και ιδιαίτερα στις μέρες αυτές έχουν δημοσιευθεί τόσες ενδιαφέρουσες και σημαντικές μελέτες για τον Xάϊνριχ Μαν, ώστε να μη δικαιούμαι να διεκδικώ να τους προσθέσω εδώ μιαν ακόμη ανάλυση του τύπου της ιστορίας της λογοτεχνίας ή της βιογραφίας. Για τούτο στρέφομαι αμέσως προς το κύριο ζήτημα που μου φαίνεται ότι θέτουν στην εποχή μας ο Χάινριχ Μαν, η μορφή και το έργο του, και θα προσπαθήσω να συζητήσω το ζήτημα τούτο. Το ερώτημα αυτό το βρίσκετε να έχει εκτεθεί σαφέστερα και να έχει αναπτυχθεί ερεθιστικότερα στη διάσημη μελέτη του για τον Φλωμπέρ και τη Γεωργία Σάνδη, η οποία, δημοσιευμένη πριν από μερικά χρόνια σε ένα περιοδικό, προκάλεσε αμέσως τον θαυμασμό όλων των αναγνωστών και κυκλοφορώντας τώρα σ’ έναν τόμο δοκιμίων με τίτλο Πνεύμα και Πράξη, που μας χάρισε ο Xάινριχ Μαν για τα γενέθλιά του, παραμένει πάντοτε κάτι ασύγκριτο. Αν σβήσετε από την κορυφή της μελέτης αυτής τα ονόματα, και αν βάλετε στη θέση τους ως τίτλο Η Τέχνη, έχετε το θέμα της μελέτης, που δεν είναι παρά ένας μεγάλος δραματικός μονόλογος του Xάινριχ Μαν για τον εαυτό του και τις εσωτερικές του δυνάμεις· το όνομα του Φλωμπέρ κρέμεται πάνω από τις σελίδες αυτές σαν τον παπαγάλο εκείνο με τα ίσως παραγεμισμένα ήδη, αλλά σμαραγδένια και πορφυρένια φτερά, όμως οι ίδιες οι σελίδες μιλούν για εκείνον που παρέλαβε το δόρυ εκεί που το άφησε ο Φλωμπέρ και ο οποίος έφερε το φαινόμενο της τέχνης σε έναν άλλο λαό και σε μιαν αλλαγμένη εποχή.

Η τέχνη στη Γερμανία, η τέχνη στην εποχή μας. Η τέχνη, στη Γερμανία πάντοτε κάτι ανεπίκαιρο, σήμερα όμως, όπως είπε πρόσφατα στον λόγο του ο Τόμας Μαν, για πολλούς κύκλους κοντά στην κατηγορία του εγκληματικού. Η τέχνη για τον Γερμανό τον περασμένο αιώνα, όπως είναι γνωστό, μόνο στη μουσική, γι’ αυτόν τον ανόητο της Γης, όπως έγραψε ο Χέμπελ[1], αυτόν τον Αδάμ, αλλά σε αλυσίδες, στον κύκλο των ζώων. Η τέχνη στη Γερμανία, πάντοτε μόνο 18ος αιώνας: προστάδιο της επιστήμης, δυνατότητα γνώσης δεύτερης ποιότητας, κατώτερη αισθητηριακή εποπτεία της καθαρής έννοιας. Εδώ δεν υποστηρίζει βέβαια κανείς τις μορφές, τα περιγράμματα, την πλαστικότητα, εδώ πρέπει βέβαια όλα να κυλούν: πάντα ρει[2], η φιλοσοφία των ποτάμιων αλόγων, Ηράκλειτος ο πρώτος Γερμανός, Πλάτων ο δεύτερος Γερμανός, όλοι εγελιανοί, ακόμη και αν δεν είχε υπάρξει ποτέ ο Έγελος. Γνωρίζετε βέβαια τον εκτεταμένο αυτόν παραλληλισμό του ελληνικού και του γερμανικού πνεύματος, όλοι μας βέβαια δεν έχομε ύπαρξη παρά μόνο μέσω αυτού του συμφυρμού: μόνο που δεν επιτύχαμε τη νίκη του Έλληνα, τη μαρμάρινη νίκη του που κέρδισε από το Αιγαίο πέλαγος μέχρι την Ανατολή. (περισσότερα…)

Πώς γεμίζει ένα μυθιστόρημα

*

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Στην αρχή του μυθιστορήματος του Σεφέρη Έξι Νύχτες στην Ακρόπολη (εκδ. Ερμής), ο Στράτης, alter ego του ποιητή και χαρακτήρας μέσα από το πρίσμα του οποίου παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα, διατυπώνει ένα αφηγηματολογικής φύσεως αξίωμα. Λέει χαρακτηριστικά (φωτίζοντας ίσως και μια όψη του συγγραφικού αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει) ότι ο ίδιος δεν μπορεί να γράψει μυθιστόρημα επειδή δεν τα καταφέρνει στις περιγραφές. Και, σύμφωνα με τη άποψή του, ένα μυθιστόρημα «γεμίζει με περιγραφές». Σήμερα μπορεί να φαντάζει έως και απλοϊκή με τέτοια εντύπωση. Ένα μυθιστόρημα γεμίζει με χίλια δυο πράγματα, σκεφτόμαστε. Και κυρίως με την πλοκή, με τις δράσεις, με όσα γίνονται μέσα του.

Ωστόσο το ζήτημα που θέτει ο Στράτης πάει λίγο βαθύτερα. Η περιγραφή σε ένα λογοτεχνικό κείμενο μπορεί να ιδωθεί και ως μια συνεκδοχή του ύφους. Πρόκειται για πεδίο όπου το συγγραφικό ύφος αποκαλύπτεται σε όλο του το μεγαλείο. Όχι ότι το ύφος δεν αποτυπώνεται και στους υπόλοιπους αφηγηματικούς τρόπους, αλλά με την περιγραφή δίνεται χώρος στη γλώσσα, συχνά παρατηρούμε ότι εδώ τα σχήματα λόγου πλεονάζουν, η δράση παγώνει, η αφήγηση δίνει την αίσθηση ότι ακινητοποιείται. Δεν υπάρχει το άγχος να προχωρήσει η ιστορία μπροστά. Βρισκόμαστε σε μια στιγμή αφηγηματικής παύσης (αλήθεια μπορεί να γεμίσει ένα μυθιστόρημα μόνο με παύσεις; Δεν θα έμοιαζε τότε με ένα εκτεταμένο, λεκτικό 4΄33΄;΄).

Άρα μήπως εδώ μπορούμε να ανιχνεύσουμε ένα συγκεκαλυμμένο ερώτημα πάνω στη δυναμική του ύφους ως κατασκευαστική δύναμη για το μυθιστόρημα; Ο Στράτης είναι σαν να παραδέχεται ότι δεν ξέρει πώς να γράψει ένα μυθιστόρημα, όχι απλώς πώς να το γεμίσει. Δεν έχει ξεκλειδώσει, δεν έχει βρει, δεν έχει κατακτήσει τους υφολογικούς κώδικες του έργου που θέλει να γράψει. Δεν έχει ορίσει τι σχήμα θα πάρουν οι συναισθηματικές και ιδεολογικές δυνάμεις που λυσσομανούν μέσα του. Βρίσκεται ουσιαστικά σε στάδιο τοκετού. (περισσότερα…)

Gottfried Benn, Γάλλοι

*

Επιμέλεια στήλης – Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Βεβαιότητα! Βεβαιότητα! Φώναξε ο Πασκάλ, αγγίζοντας με το χέρι το πανωφόρι του, πάνω στο ραμμένο φυλαχτό με το σημείωμα: «Θεός του Αβραάμ, Θεός του Ισαάκ, Θεός του Ιακώβ – όχι των φιλοσόφων και των λογίων» – έτσι άρχισε ο 17ος αιώνας, ο αγώνας του για μια νέα βεβαιότητα, όταν άρχισε η παλαιά, η θρησκευτική να κλονίζεται, και η ταξική της αυλής είχε ήδη αμφισβητηθεί. Αλλά η βεβαιότητα τούτη δεν προήλθε από τον κόλπο του Αβραάμ και δεν οδήγησε στο Μυστήριο που τόσο λαχταρούσε ο Πασκάλ· εκείνο που ήλθε ήταν η ασφάλεια μέσω του νου, με τη σαφή σκέψη που διαπερνά τον εαυτό της και η οποία έγινε από την εποχή του Καρτέσιου το κριτήριο της πραγματικότητας όλων των όντων.

Ο Μπλαιζ Πασκάλ που γεννήθηκε το 1623, αισθάνθηκε καταστάσεις και σκέψεις που είναι σε μας τους σύγχρονους πολύ οικείες. «Nous ne vivons jamais, mais nous espérons de vivre». Θα έπρεπε να το μεταφράσομε: «Δεν ζούμε καθόλου, απλώς ελπίζομε πάντα, και πείθομε τους εαυτούς μας πως θα ζήσομε αύριο ή μεθαύριο». Βρίσκομε σ’ αυτόν προτάσεις πραγματικής γνώσης, προτάσεις οι οποίες με την οριστικότητά τους μοιάζουν να σταματούν τη ροή των πραγμάτων: «Γνωρίζω κάτι για την τάξη και μάλιστα όσο λίγοι άνθρωποι. Τα Μαθηματικά την τηρούν αλλά τα Μαθηματικά είναι στο εσώτατο βάθος τους άχρηστα». Ή: «Μόλις παραιτηθεί ο άνθρωπος από τη διασκέδαση, από το κυνήγι της επιτυχίας, του κύρους, της εξουσίας, του χρήματος, γεννιέται στην ψυχή του η ανία, μια μαύρη θλίψη, η έγνοια, η απελπισία». Είναι η μελαγχολία, μια υπαρξιακή, πνευματικά καθορισμένη μελαγχολία, που δεν μπορεί πια να αποφασίσει να κατέλθει σε μιαν αυτοπραγμάτωση στη ζωή και στη δράση αλλά και δεν έχει πραγματοποιήσει ακόμη τη μεταγενέστερη σκέψη του Κόσμου της μορφής και της έκφρασης. «Moi haïssable» – Το Εγώ είναι μισητό – και: «Ο άνθρωπος έχει προφανώς παραπλανηθεί και έχει εκπέσει από τον αληθινό του τόπο, χωρίς να μπορεί να τον ξαναβρεί, τον αναζητεί παντού ανήσυχος και χωρίς επιτυχία, στα αδιαπέραστα σκοτάδια», δηλαδή μια βαθειά, διχασμένη  μελαγχολία, και είναι ενδιαφέρον να δούμε, πώς η στροφή προς τη θρησκευτικότητα, στην οποία προχώρησε ο Πασκάλ – όπως 200 χρόνια αργότερα ο Κίρκεγκωρ – δεν κατάφερε να τη θεραπεύσει, ενώ η στροφή προς το αισθητικό πεδίο, την οποία υπέδειξε ο Νίτσε, μας φαίνεται ότι ανταποκρίνεται στην εποχή μας και την εκπληρώνει. (περισσότερα…)

Τρεις Εβραίοι της Ουκρανίας

*

Του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Την παραμικρή ιδέα δεν είχα κατά πούθε πέφτει το Ρόβνο, όταν το πρωτοαντίκρισα στο Κόκκινο ιππικό του Ισαάκ Μπάμπελ. Εκείνος έγινε η αφορμή να το αναζητήσω στον χάρτη της τότε Ουκρανικής Σοβιετικής Δημοκρατίας, μα και ταυτόχρονα να το τοποθετήσω και σ’ έναν άλλο χάρτη, νοητό, της πολωνο-ουκρανικής εβραίϊκης ανθρωπομυρμηγκιάς, που αιώνες ζούσε κατά κείνα τα μέρη με την ιδιαίτερη γλώσσα της, τα γίντις, τις παραδόσεις και τις Γραφές της, τις συναγωγές και τους ραβίνους της, την ευσέβεια και τις αμαρτίες της. Ένας μικρός κρίκος ανάμεσα σε αρίφνητους άλλους, γνωστούς ή άσημους, της μεγάλης και μακριάς πολυάνθρωπης αρμαθιάς των ζωντανών και κεκοιμημένων Εβραίων της ανατολικής Ευρώπης, σαν το Γκόραϋ του άλλου ξακουστού Ισαάκ (Μπάσεβις Σίνγκερ), το Τερνοπόλ, και το γενέθλιο Οκόπυ του Μπάαλ Σεμ Τοβ –του γεννήτορα του χασιδισμού ραβίνου Ισραέλ μπεν Ελιέζερ–, το Μπουσάτς του Σμουέλ Αγκνόν· το Ρόβνο της μάνας του Αμός Οζ (Ιστορία αγάπης και σκότους) που δεν ήθελε να ξαναγυρίσει πίσω εκεί, μα ούτε και να νοσταλγήσει ή να πενθήσει («όχι, όχι, δεν πενθώ γι’ αυτό που υπήρχε και χάθηκε αλλά γι’ αυτό που ποτέ δεν υπήρχε»)· κι ακόμα τις πολύβουες μεγαλουπόλεις, σαν το Λβίου (Λβουόφ), το Κίεβο και το Χάρκοβο, την Οντέσσα, την κοσμοπολίτικη και πολύεθνη.

Και, παρ’ όλο που η γραφή ξεκόρμισε και θέλει επίμονα να ξεστρατίσει προς τα κει, δεν θα λοξοδρομήσω απ’ όσα η μνήμη τραγικά ανακάλεσε με αφορμή την βίαιη επικαιρότητα της ρώσικης εισβολής στην Ουκρανία και μ’ έσπρωξε να γράψω. Για τρεις Εβραίους από της Ουκρανίας τα μέρη, που από πολύ νωρίς, άμεσα και παθιασμένα, αδιάρρηκτα μα και καταλυτικά συνέδεσαν την ζωή και τις τύχες τους με την γέννηση και το θεμέλιωμα της νέας σοβιετικής τους πατρίδας· καθείς όμως με τον δικό του τρόπο και την δική του στάση, μα και καθείς λαβαίνοντας διάφορα τα επίχειρα ή τις αμοιβές από την ίδια σοβιετική πατρίδα.

Στην –λανθασμένα αρχαιοελληνοπρεπώς αποκληθείσα– Οδησσό λοιπόν (μιας κι η ομώνυμη ελληνική αποικία βρισκόταν χαμηλότερα, στην Βάρνα, ενώ ετούτος ο συνοικισμός γειτόνευε με την Όλβια στον Βορυσθένη/Δνείπερο) γεννήθηκε ο Ισαάκ Μπάμπελ, ο νεώτερος μα κι ο πρώτος από τους Εβραίους Ουκρανούς που ανέσυρε η θύμηση. Κι ίσως ο βαθύτερος λόγος για την πρωτιά αυτή να σχετίζεται με την συχνή –κι ολόσυχνα ολοτρύφερη– μνημόνευση της εβραϊκής ταυτότητας, δικής του και του τόπου όπου ξετυλίγεται κι η δράση του πιο γνωστού στην Δύση βιβλίου του (Το κόκκινο ιππικό)[1].

«Νεκροταφείο σ’ ένα μικρό εβραιότοπο! Η Ασσυρία και το γεμάτο μυστήριο αργοσάπισμα της Ανατολής, στους σκεπασμένους με αγριάδες κάμπους της Βολίν!… (περισσότερα…)

Η Ιλιάδα του διαστήματος

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Η επιστροφή των πότλατς

Αν υπάρχει μία πλευρά (αν και όχι η μόνη) της ανθρώπινης συμπεριφοράς που βρέθηκε (και συνεχίζει να βρίσκεται) στο επίκεντρο όλων των μέχρι τώρα τεχνολογικών αναδιαρθρώσεων, ήδη από την 1η βιομηχανική επανάσταση, αυτή σίγουρα είναι η μετακίνηση. Είναι σχεδόν αδύνατο πλέον να μετακινείται κανείς –και άρα να υπάρχει κοινωνικά– χρησιμοποιώντας τα πόδια του και μόνο. Η τεχνολογική διαμεσολάβηση της μετακίνησης έχει προχωρήσει σε τέτοιο βάθος ώστε πλέον χρειαζόμαστε υπενθυμίσεις ότι πρέπει να περπατάμε πού και πού. Όχι για χάρη της περιπλάνησης βέβαια, για την απόλαυση του βαδίσματος καθεαυτό. Η flânerie έχει μάλλον περισσότερες πιθανότητες να σε στιγματίσει ως ύποπτο. Το βάδισμα οφείλει να εξασκείται με στόχο τη διατήρηση της «καλής υγείας». Ακόμα και για τη μετακίνηση, την κάλυψη μεγάλων αποστάσεων (και ποια δεν θεωρείται μεγάλη απόσταση πια;) φαίνεται παράλογο να βασίζεσαι στα πόδια σου. Παράλογο, ήτοι μη αποδοτικό. Σου «επιτρέπεται», έστω με μία ελαφρά συγκατάβαση, να χρησιμοποιείς ποδήλατο. Ή, ακόμα καλύτερα, αν θες πραγματικά να λογίζεσαι ως μέλος της τάξης των ιδιοκτητών, οφείλεις να κατέχεις ένα αυτοκίνητο, έστω μια μηχανή. Και για τα ταξίδια μεγάλων αποστάσεων, το αεροπλάνο εκμηδενίζει τον κόπο και τον χρόνο (ίσως και το ίδιο το ταξίδι βέβαια).

Ένα αρραγές νήμα τεχνολογικής προόδου και ορθολογικότητας ξεδιπλώνεται μπροστά μας. Το άκρον άωτον αυτής της ορθολογικότητας εκφράζεται εν τέλει στο τεχνούργημα του πυραύλου που σε στέλνει στη σελήνη. Ένα τέτοιο σημείο ολοκλήρωσης όμως αποδεικνύεται κι ως ένα σημείο αναστροφής. Η ίδια τεχνολογία, ο ίδιος πύραυλος που τη μία στιγμή έχει ως στόχο τη σελήνη, την επόμενη βάζει στο στόχαστρο του έναν οποιοδήποτε τόπο επί γης, για να τον αφανίσει, κουβαλώντας στο ρύγχος του μια πυρηνική ή συμβατική κεφαλή. Και σε τελευταία ανάλυση, το διαστημικό ταξίδι είναι τόσο απομακρυσμένο από οποιαδήποτε έννοια γήινης μετακίνησης ώστε πλέον οι λειτουργίες και τα νοήματα που συναρθρώνονται γύρω του αδυνατούν να εξηγηθούν καταφεύγοντας σε οποιαδήποτε έννοια ορθολογικότητας. Η κούρσα των εξοπλισμών και αυτή των διαστημικών τεχνολογιών εξελίχθηκαν ως μία ακολουθία σπασμών: των σπασμών ενός σύγχρονου, ανάστροφου πότλατς. Αλλά χωρίς την ασφαλιστική δικλείδα της παιγνιώδους συναίσθησης. Η εκμηδένιση του χώρου και του χρόνου ολοκληρώνεται με τη δυνατότητα εκμηδένισης του ίδιου του ανθρώπου. (περισσότερα…)

Φράνσις Μπέηκον και Γουίλιαμ Μπάροουζ: το σώμα δραπετεύει από το σώμα

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Υπάρχουν κάποια βιβλία που δεν φηµίζονται για τις λογοτεχνικές τους αξιώσεις, που δύσκολα θα µπορούσαν να συγκαταλεχτούν, όσο υποκειµενικά και αν αντιλαµβανόµαστε το γούστο, σε ό,τι θα λέγαµε «αριστουργήµατα» ‒ συµβαίνει, παρ’ όλα αυτά, κάτι τέτοια βιβλία να ανακινούν προβληµατισµούς υψηλής έντασης αντίστοιχους µε εκείνους που προκαλούν τα αριστουργήµατα. Τέτοιου είδους βιβλία διακρίνονται περισσότερο για την ορµή και το εσωτερικό τους σθένος, την υπόγεια αυτή µυστηριακή δύναµη που διατρέχει την αφήγηση, παρά για την ίδια την αφήγηση, η οποία ούτε σφιχτή δοµή έχει, ούτε µαρτυρά ένα σύνθετο ή πρωτότυπο αρχικό σχέδιο. Φαίνεται σαν όλα να ’ναι γραµµένα στο πόδι. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι η Αδερφή του Γουίλλιαµ Μπάροουζ (Queer στο πρωτότυπο· πρώτη δηµοσίευση το 1985).[1] Κακό βιβλίο στον βαθµό που απουσιάζει ό,τι θα µπορούσαµε να χαρακτηρίσουµε ως προτέρηµα µιας καλής, ποιοτικής λογοτεχνίας: καµία φροντίδα στο χτίσιµο των χαρακτήρων, οι ήρωες πιο πολύ µοιάζουν µε σκιάχτρα παρά µε αυθύπαρκτες οντότητες· η πλοκή είναι απλοϊκή, προσχηµατική, σχεδόν δεν υπάρχει· η αφήγηση δεν προδίδει κανένα αρχικό πλάνο, κανένα πρότερο σχεδίασµα, απόδειξη ότι τα επιµέρους σηµεία είναι τόσο χαλαρά δεµένα µεταξύ τους, ώστε αν κάποιος αφαιρέσει ένα από τα κοµµάτια του δεν τρέχει και τίποτα· τα εκφραστικά µέσα, τέλος, και τα ρητορικά σχήµατα, διακριτικά γνωρίσµατα µιας υψηλής λογοτεχνικής κατάρτισης, έχουν ισχνότατη παρουσία, αλλά ακόµα και όταν εµφανίζονται δεν είναι παρά τεκµήρια µιας άτσαλης, αδέξιας αξιοποίησης. (περισσότερα…)

Gottfried Benn, Ρεύματα

*

Επιμέλεια στήλης – Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Ο Δέκατος Όγδοος αιώνας είχε αμφισβητήσει τα πάντα, ο Δέκατος Ένατος αισθάνθηκε την αναγκαιότητα να βγάλει συμπεράσματα, ο Εικοστός είδε ότι τα συμπεράσματα ήταν βιαστικά και οπισθοδρόμησε τόσο σε σχέση με εκείνον που έθετε ερωτήματα όσο και με εκείνα που είχαν προκύψει από τα συμπεράσματα, και έγινε για μιαν ακόμη φορά μεσαιωνικός, άρχισε με υπαρξιακή φιλοσοφία, ψυχανάλυση, ψυχολογία των ορμών. Ως αφετηρία πολύ καινοτόμα, κατά το αίσθημα δημιουργική και βαθιά, ένα είδος ανθρωπολογίας, μπορεί κανείς να την αποκαλέσει σπερματική ανάλυση. Από όλες τις πλευρές την λείαινε ο αιώνας· εκείνο στο οποίο απέβλεπε, ήταν τα προστάδια, το πρωτόγονο. Η παλαιοντολογία έφερε το υλικό από χώρους τόσο  μακρινούς που δεν μπορούσε να τους μαντέψει κανείς. Η ερμηνεία των μύθων αποκάλυψε τις ρίζες της συνείδησης, τα γεννητικά στρώματα της διαμόρφωσης των συμβόλων. Η θεωρία της εντελέχειας και η τυπολογική έρευνα στράφηκαν μακριά από τα τελικά αποτελέσματα, τα άτομα, και παρακολούθησαν την αφετηρία τους από την προδιάθεση, το σχετικό με το είδος, τον πυρήνα. Υποτίθεται ότι ήταν το ενδογενές, το πριν την αποδόμηση, το πριν τον εκφυλισμό. Παρουσιάστηκε η κλινική Ιατρική και είπε: Οι ασθένειες είναι κρίσεις της ύπαρξης, ας παρατηρήσομε την ουσία μάλλον παρά τα συμπτώματα. (περισσότερα…)

Gottfried Benn, Μετά τον Μηδενισμό

~ . ~

Επιμέλεια στήλης – Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Στις μελέτες και τις ομιλίες που παρουσιάζονται εδώ και οι οποίες διόλου δεν πραγματεύονται συστηματικά ένα κοινό θέμα, αλλά προήλθαν από τις πιο διαφορετικές αφορμές και ψυχικές διαθέσεις, βρίσκονται στο προσκήνιο, ως συνέπεια της στοχαστικής προτίμησης του συγγραφέα η οποία εξακολουθεί να προωθείται ολοένα προς μιαν εντελώς συγκεκριμένη κατεύθυνση, δύο έννοιες: η έννοια της προοδευτικής εγκεφαλοποίησης και εκείνη του μηδενισμού. Σ’ αυτές αντιπαρατίθεται έπειτα, σε ορισμένα σημεία, η έννοια του εποικοδομητικού πνεύματος ως η έκφραση των δυνάμεων και αποπειρών να αντιταχθεί στις ληθαργοποιητικές τάσεις των εννοιών εκείνων. Έχομε ακόμη τη δύναμη, αναρωτιέται ο συγγραφέας, απέναντι στο επιστημονικά καθοριστικό κοσμοείδωλο, να επιβάλομε ένα Εγώ δημιουργικής ελευθερίας, έχομε ακόμη τη δύναμη, όχι με βάση οικονομικούς χιλιασμούς και πολιτικά μυθολογήματα, αλλά μέσα από την ισχύ της παλιάς δυτικής σκέψης, να διασπάσομε τον υλιστικό-μηχανιστικό μορφολογικό κόσμο, και με βάση μιαν ιδανικότητα που θέτει η ίδια τον εαυτό της και με ένα μέτρο που χαλιναγωγεί το ίδιο τον εαυτό του, να σχεδιάσομε τις εικόνες βαθύτερων κόσμων; Συνεπώς, εποικοδομητικό πνεύμα ως τονισμένη και συνειδητή αρχή εκτεταμένης απελευθέρωσης από κάθε υλισμό, ψυχολογικού, εξελικτικού, φυσικοεπιστημονικού, για να μην αναφέρομε διόλου κοινωνιολογικού είδους –, εποικοδομητικό πνεύμα ως το αληθινά ανθρωπολογικό ύφος, ως η αληθινή ουσία των ανθρωποειδών, η οποία αναπτυσσόμενη μυθοπλαστικά, αιώνια λαμπρυνόμενη μεταφορικά, ολοκλήρωσε την πορεία της ανθρωπότητας προς την μη πραγματικότητα του φωτός, τον φαντασιακό χαρακτήρα όλων των πραγμάτων, σε ένα είδος παιχνιδιού που εκτελείται  από μακριά ανάμεσα στα άστρα που ξεχύνουν τον χώρο και την απεραντοσύνη τους και στις ιδιοφυΐες του δικού τους στήθους και αναμειγνύοντας με τους ουρανούς και τις κολάσεις μεγάλων δημιουργικών ομάδων. (περισσότερα…)

Μή­πως ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα εἶναι ὑπερτιμημένος;

*

του ΤΖΟΖΕΦ ΕΠΣΤΑΪΝ

Ὁ Ἔν­τμουντ Οὐ­ίλ­σον ὑ­πο­στή­ρι­ζε πὼς τὸ μό­νο ποὺ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­βά­ζει παίρ­νον­τας τὸ πρω­ι­νό του θὰ ἦ­ταν ἕ­να βι­βλί­ο τοῦ μαρ­κη­σί­ου ντὲ Σάντ. Ἐ­γώ, γιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς λό­γους, δυ­σκο­λεύ­ο­μαι νὰ δια­βά­σω Φρὰν­τς Κάφ­κα μὲ τὸ πρω­ι­νό μου. Τὰ τό­σα βά­σα­να, ἡ πε­ρι­γρα­φὴ τραυ­μά­των, ὁ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμός, ὁ σα­δο­μα­ζο­χι­σμός, ἡ ἀ­νε­ξή­γη­τη σκλη­ρό­τη­τα, ἡ ἐμ­φά­νι­ση τρω­κτι­κῶν, σκα­θα­ριῶν, ὄρ­νε­ων καὶ ἄλ­λων γκρο­τέ­σκων πλα­σμά­των – καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ μὲ φόν­το τὴν ἔ­σχα­τη ἀ­πελ­πι­σί­α. Αὐ­τὸς δὲν εἶ­ναι προ­φα­νῶς ὁ κα­λύ­τε­ρος τρό­πος ν’ ἀρ­χί­σεις τὴ μέ­ρα σου. Ὁ Κάφ­κα δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἀ­να­κου­φι­στι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα οὔ­τε τὴν ὥ­ρα ποὺ πέ­φτεις γιὰ ὕ­πνο.

Ὑ­πο­χόν­δρι­ος, πά­σχων ἀ­πὸ ἀ­υ­πνί­ες, παράξενος μὲ τὸ φα­γη­τό, ἀ­να­πη­ρι­κὰ ἀ­να­πο­φά­σι­στος, τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος ἀπὸ τὴ ζω­ή, ἐμ­μο­νι­κὸς μὲ τὸν θά­να­το, ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα με­τέ­τρε­ψε, ὅ­σο κα­λύ­τε­ρα μπο­ροῦ­σε, τὶς νευ­ρώ­σεις του σὲ τέ­χνη. Ὅ­πως λέ­ει ἕ­νας χα­ρα­κτή­ρας στὸ δι­ή­γη­μα τοῦ Ἰ­σά­ακ Μπά­σε­βιτς Σίν­γκερ “Ένας φίλος τοῦ Κάφκα’’, ἦ­ταν «homo sapiens στὸν ὕ­ψι­στο βαθ­μὸ τοῦ αὐ­το­βα­σα­νι­σμοῦ». Ἐν­τού­τοις, ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ἐ­πι­κρα­τεῖ εὐ­ρεί­α συ­ναί­νε­ση ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­νας μον­τερνιστής δά­σκα­λος: συγ­κε­κρι­μέ­να, ἕ­νας δά­σκα­λος κα­τὰ τὴ μον­τερ­νι­στι­κὴ πα­ρά­δο­ση, στε­γα­σμέ­νος στὸ ἴ­διο πάν­θε­ον μὲ τὸν Τζό­υς, τὸν Πι­κάσ­σο, τὸν Στρα­βίν­σκυ, τὸν Μαλ­λαρ­μὲ καὶ ἄλ­λους καλ­λι­τέ­χνες ποὺ ἔ­χουν με­τα­βά­λει ρι­ζι­κὰ τὴ σύγ­χρο­νη κα­τα­νό­η­ση τοῦ κό­σμου.

Ὁ Κάφ­κα δη­μι­ούρ­γη­σε μιὰ «συ­σκο­τι­σμέ­νη δι­αύ­γει­α», ἔ­γρα­ψε ὁ Ἔ­ριχ Χέλ­λερ στὸ βι­βλί­ο του γι’ αὐτόν. «Ἡ τέ­χνη του εἶ­ναι ἡ πι­ὸ ὀ­δυ­νη­ρὰ καὶ ἐ­νο­χλη­τι­κὰ συ­σκο­τι­σμέ­νη τέ­χνη», πρό­σθε­σε, «στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας». Νο­μί­ζει κα­νεὶς ὅ­τι συλ­λαμ­βά­νει τὸ νό­η­μα τοῦ Κάφ­κα, ὅ­μως τὸ συλ­λαμ­βά­νει ὄν­τως; Ὅ­λα μοιά­ζουν πεν­τα­κά­θα­ρα, μὰ εἶ­ναι; Σύμ­φω­να μ’ ἕ­ναν δι­ά­ση­μο ἀ­φο­ρι­σμό του: «Οἱ κρυ­ψῶ­νες εἶ­ναι ἀ­μέ­τρη­τες, ἡ δι­α­φυ­γὴ μό­νο μί­α, ὅ­μως οἱ δυ­να­τό­τη­τες δι­α­φυ­γῆς εἶ­ναι ἐ­πί­σης τό­σες ὅ­σες καὶ οἱ κρυ­ψῶ­νες». Σύμ­φω­να μ’ ἕ­ναν ἄλ­λο ἀ­φο­ρι­σμό: «Ἕ­να κελ­λὶ πῆ­γε νὰ βρεῖ ἕ­να που­λί».

Ὅ,­τι ἰ­σχύ­ει γιὰ τοὺς ἀ­φο­ρι­σμοὺς τοῦ Κάφ­κα, ἰ­σχύ­ει καὶ γιὰ τὶς σύν­το­μες πα­ρα­βο­λές του. Οἱ πα­ρα­βο­λές, ὅ­πως ἔ­γρα­ψε ὁ Βάλ­τερ Μπέν­γι­α­μιν, «δὲν ἐ­ξαν­τλοῦν­ται πο­τὲ ὡς πρὸς τὶς δυ­να­τὲς ἐ­ξη­γή­σεις τους. Ἀ­πε­ναν­τί­ας, ὁ Κάφ­κα ἔ­λα­βε ὅ­λες τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες προ­φυ­λά­ξεις ἐ­νάν­τι­α στὴν ἑρ­μη­νεί­α τῶν γρα­πτῶν του». Ὅ­ποιες κι ἂν ἦ­ταν αὐ­τὲς οἱ προ­φυ­λά­ξεις, ἀποδείχτηκαν ἀ­νε­παρ­κεῖς, ἀ­φοῦ τὰ ἔρ­γα τοῦ Φρὰν­τς Κάφ­κα –πέρα ἴ­σως ἀ­πὸ τὴ Βί­βλο καὶ τὰ ἔρ­γα τοῦ Σαίξ­πη­ρ– ἐν­δέ­χε­ται νὰ εἶ­ναι τὰ πι­ὸ ἑρ­μη­νευ­μέ­να, ἂν ὄ­χι ὑ­πε­ρερ­μη­νευ­μέ­να, ἔρ­γα στὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα.

Στὸ τεῦ­χος τῆς 7ης Σε­πτεμ­βρί­ου 2012 τοῦ Times Literary Supplement δημοσιεύεται μιὰ κρι­τι­κὴ τοῦ Γκάμ­πρι­ελ Τζο­σι­πο­βί­τσι γιὰ τὰ πρό­σφα­τα ἔργα περὶ Κάφ­κα. Μὲ τὸ βι­βλί­ο Franz Kafka: The Poet of Shame and Guilt τοῦ Σά­ουλ Φρην­τλαῖν­τερ στὸν ἀμφίρροπο ἀγῶνα εἰσέρχεται ἄλλος ἕνας γερὸς ἀθλητής. Ὁ Φρην­τλαῖν­τερ δὲν ἐ­παγ­γέλ­λε­ται τον κρι­τι­κὸ λο­γο­τε­χνί­ας, εἶναι ἱ­στο­ρι­κός. Ἡ σχέ­ση του μὲ τὸν Κάφ­κα εἶ­ναι ἱ­στο­ρι­κὴ καὶ προ­σω­πι­κή. Ἡ οἰ­κο­γέ­νει­ά του, γερ­μα­νό­φω­νη καὶ ἑ­βρα­ϊ­κὴ ὅ­πως καὶ τοῦ Κάφ­κα, κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὴν Πρά­γα. Ὁ πα­τέ­ρας του πῆ­γε στὸ ἴ­διο πα­νε­πι­στή­μι­ο μ’ αὐτὸν, ἂν καὶ κά­που δεκαπέντε χρό­νι­α ἀρ­γό­τε­ρα. Κι ὅ­πως ὁ Κάφ­κα ἔ­χα­σε τὶς τρεῖς ἀ­δερ­φές του, ὁ Φρην­τλαῖν­τερ ἔ­χα­σε τοὺς γο­νεῖς του στὰ να­ζι­στι­κὰ στρα­τό­πε­δα.

Ὁ Φρην­τλαῖν­τερ γνω­ρί­ζει κα­λὰ τὶς ἀν­τι­τι­θέ­με­νες θε­ω­ρί­ες γιὰ τὸ περιορισμένο σὲ ὄγκο ἔρ­γο τοῦ Κάφ­κα, τὸ ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­λαμ­βά­νει τρί­α ἀ­νο­λο­κλή­ρω­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, κάτι παραπά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι ση­μαν­τι­κὰ δι­η­γή­μα­τα, μιὰ συλ­λο­γὴ ἀ­πὸ πα­ρα­βο­λὲς καὶ σύντομα ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κὰ ἔρ­γα, ἡ­με­ρο­λό­γι­α, συλ­λο­γὲς ἐ­πι­στο­λῶν (πολ­λὲς σὲ ἐ­ρω­μέ­νες του ποὺ δὲν παν­τρεύ­τη­κε), κα­θὼς καὶ τὴν πε­ρί­φη­μη Ἐ­πι­στο­λὴ στὸν πα­τέ­ρα, τὴν ὁ­ποί­α δὲν ἔ­στει­λε πο­τέ. Στὸ μι­κρό του βι­βλί­ο ὁ Φρην­τλαῖν­τερ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται με­τα­ξὺ ζω­ῆς καὶ ἔρ­γου τοῦ συγγραφέα σὲ μιὰ προ­σπά­θει­α νὰ ἐ­ξηγήσει τὴ σπουδαιότητά του. Δὲν ἀμ­φι­σβη­τεῖ τὸ με­γα­λεῖ­ο του, ἂν καὶ ἀν­τι­στέ­κε­ται στὸν πειρασμὸ νὰ ὁρίσει σὲ τί ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ συ­νί­στα­ται. (περισσότερα…)

Μουσική και ποίηση

*

του ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΤΣΑΛΑΧΟΥΡΗ

Οι παρακάτω σκέψεις με απασχολούν συχνά. Αφορμή για την προσπάθεια καταγραφής τους στάθηκε ένα μέχρι πρόσφατα άγνωστο σε μένα άρθρο του Μανώλη Καλομοίρη με τίτλο «Η μουσική μορφή στην ελληνική μουσική». Αν και σύντομο, σε αυτό ο Καλομοίρης θίγει καίρια ζητήματα ως προς τη χρήση των κλασσικών μουσικών δομών από Έλληνες συνθέτες. Δεν διστάζει να χαρακτηρίσει «αχίλλειο πτέρνα» της νεοελληνικής μουσικής το «μορφολογικό ζήτημα», το οποίο κατ’ αυτόν απειλεί να καταστήσει κάθε μουσικό έργο «απλή απομίμηση των παραδεδομένων μορφών της παγκόσμιας μουσικής τέχνης».

Ο Καλομοίρης καταλήγει: «Γι’ αυτό νομίζω πως η ελληνική μουσική, κρατώντας αυτήν τη μουσική λογική, θα έπρεπε να αναζητήσει την ανανέωση της μορφής της, και συγκεκριμένα τη διεύρυνση του μορφολογικού της πεδίου, στη μεγάλη της αδελφή, την ποίηση». Δεν αναφέρεται ο Καλομοίρης μόνον στο τραγούδι, μόνον στο λιντ για φωνή και πιάνο ή στα τραγούδια για φωνή και ορχήστρα. Αναφέρεται στη γενικότερη σχέση του συνθέτη με την ποίηση –ή και την πεζογραφία–, καθώς και στα έργα που θα μπορούσαν να γεννηθούν από την σύζευξή τους. Διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, σκέφτεται κανείς τις δημιουργίες εκείνων των ποιητών που άφησαν τους στίχους τους να «λιποθυμήσουν» στα πεντάγραμμα, για να θυμηθώ μια χατζιδακική ρήση.

Επέλεξα τον Καλομοίρη ως αφετηρία των σκέψεων αυτών, για δύο λόγους: Αφενός επειδή έχω μελετήσει και γνωρίζω το έργο του, αφετέρου επειδή ο συγκεκριμένος συνθέτης αποτελεί κορυφαίο παράδειγμα για τη σχέση μουσικής και λογοτεχνίας στην Ελλάδα του 20ου αιώνα. Καθ’ όλη την συνθετική του διαδρομή, από τα μαθητικά του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη μέχρι το θάνατό του το 1962, ο Καλομοίρης είχε επάνω στο πιάνο του βιβλία, από τους Ιάμβους και Αναπαίστους του Παλαμά μέχρι τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο του Καζαντζάκη. Το πρώτο μεγάλο έργο του, τα Μαγιοβότανα, σε ποίηση Παλαμά, αποτελεί μοναδικό επίτευγμα του είδους: πλήρης ο δεύτερος κύκλος των Ιάμβων και Αναπαίστων με τη συνοδεία μεγάλης συμφωνικής ορχήστρας και μ’ ένα έξοχο πρελούδιο που εισάγει τον ακροατή στην ατμόσφαιρα του κύκλου. Από τις ελάχιστες περιπτώσεις μελοποίησης ενός πλήρους ποιητικού κύκλου.

(περισσότερα…)