Πώς γεμίζει ένα μυθιστόρημα

*

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Στην αρχή του μυθιστορήματος του Σεφέρη Έξι Νύχτες στην Ακρόπολη (εκδ. Ερμής), ο Στράτης, alter ego του ποιητή και χαρακτήρας μέσα από το πρίσμα του οποίου παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα, διατυπώνει ένα αφηγηματολογικής φύσεως αξίωμα. Λέει χαρακτηριστικά (φωτίζοντας ίσως και μια όψη του συγγραφικού αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει) ότι ο ίδιος δεν μπορεί να γράψει μυθιστόρημα επειδή δεν τα καταφέρνει στις περιγραφές. Και, σύμφωνα με τη άποψή του, ένα μυθιστόρημα «γεμίζει με περιγραφές». Σήμερα μπορεί να φαντάζει έως και απλοϊκή με τέτοια εντύπωση. Ένα μυθιστόρημα γεμίζει με χίλια δυο πράγματα, σκεφτόμαστε. Και κυρίως με την πλοκή, με τις δράσεις, με όσα γίνονται μέσα του.

Ωστόσο το ζήτημα που θέτει ο Στράτης πάει λίγο βαθύτερα. Η περιγραφή σε ένα λογοτεχνικό κείμενο μπορεί να ιδωθεί και ως μια συνεκδοχή του ύφους. Πρόκειται για πεδίο όπου το συγγραφικό ύφος αποκαλύπτεται σε όλο του το μεγαλείο. Όχι ότι το ύφος δεν αποτυπώνεται και στους υπόλοιπους αφηγηματικούς τρόπους, αλλά με την περιγραφή δίνεται χώρος στη γλώσσα, συχνά παρατηρούμε ότι εδώ τα σχήματα λόγου πλεονάζουν, η δράση παγώνει, η αφήγηση δίνει την αίσθηση ότι ακινητοποιείται. Δεν υπάρχει το άγχος να προχωρήσει η ιστορία μπροστά. Βρισκόμαστε σε μια στιγμή αφηγηματικής παύσης (αλήθεια μπορεί να γεμίσει ένα μυθιστόρημα μόνο με παύσεις; Δεν θα έμοιαζε τότε με ένα εκτεταμένο, λεκτικό 4΄33΄;΄).

Άρα μήπως εδώ μπορούμε να ανιχνεύσουμε ένα συγκεκαλυμμένο ερώτημα πάνω στη δυναμική του ύφους ως κατασκευαστική δύναμη για το μυθιστόρημα; Ο Στράτης είναι σαν να παραδέχεται ότι δεν ξέρει πώς να γράψει ένα μυθιστόρημα, όχι απλώς πώς να το γεμίσει. Δεν έχει ξεκλειδώσει, δεν έχει βρει, δεν έχει κατακτήσει τους υφολογικούς κώδικες του έργου που θέλει να γράψει. Δεν έχει ορίσει τι σχήμα θα πάρουν οι συναισθηματικές και ιδεολογικές δυνάμεις που λυσσομανούν μέσα του. Βρίσκεται ουσιαστικά σε στάδιο τοκετού.

Επίσης η δήλωση που κάνει μπορεί να αντιμετωπιστεί και ως μια διερώτηση πάνω στα όρια και τη δύναμη της αναπαραστατικότητας. Είναι λογικό να στέκεται επιφυλακτικός απέναντι στο μυθιστόρημα και τις αναπαραστατικές του δυνατότητες, καθώς ο ίδιος προέρχεται από τον χώρο της ποίησης, τέχνη με πολύ λιγότερες μιμητικές τάσεις και λειτουργίες. Σχεδόν αμέσως άλλωστε συμπληρώνει: «Όταν ονοματίσεις κάτι, του φτάνει για να υπάρξει». Άρα γιατί να το περιγράψεις; Το όνομα και μόνο κάνει όλη τη δουλειά.

Πάντως, ακόμα και αν πάρουμε κυριολεκτικά την ανησυχία του Στράτη, στις μέρες μας έχουμε πεζογραφία που βασίζεται εξ ολοκλήρου στην περιγραφή με την παραδοσιακή έννοια. Για παράδειγμα ο Κατάλογος Απολεσθέντων της Γιούντιντ Σαλάνσκυ (μτφρ. Γιάννης Καλιφατίδης, εκδ. Αντίποδες) ένα έργο που είναι φτιαγμένο σχεδόν αποκλειστικά με περιγραφές (γεγονός που εκ των πραγμάτων στριμώχνει, εξουδετερώνει ή αφανίζει άλλους αφηγηματικούς τρόπους όπως η σκηνή, η δράση, ο διάλογος κτλ). Παρόμοιες επιλογές βλέπουμε και αλλού. Παράδειγμα στα Χρόνια της Αννί Ερνώ (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Μεταίχμιο) παρατηρούμε τη συντριπτική χρήση μιας άλλης αφηγηματικής τεχνικής, της περίληψης. Εδώ υπολείπονται οι περιγραφές, σπανίζουν οι σκηνές και οι διάλογοι. Η αφηγηματική φωνή υιοθετεί μια μακρινή και γενική εστίαση που εξυπηρετείται άψογα από τη θαμιστική αφήγηση. Ο χρόνος του αφηγήματος εδώ είναι ο παρατατικός· γραμματικό πρόσωπο της αφήγησης το πρώτο πληθυντικό. Η αποστασιοποίηση που δημιουργείται αποδραματοποιεί το κείμενο αλλά αφήνει γερό αποτύπωμα τόσο σε επίπεδο ρυθμού, όσο και εννοιολογικά και θεματικά.

Σε ένα μυθιστόρημα μπορεί να υπερτερεί ο ένας ή ο άλλος αφηγηματικός τρόπος. Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το περιβόητο Φθινόπωρο του Νίκου Χατζόπουλου. Εκεί, όπως παρατηρεί ο Γ. Βελουδής, το κείμενο συντίθεται κατά 85% από διάλογο. Έχει μάλιστα τόσο πολύ διάλογο που προσιδιάζει, θα λέγαμε, σε θεατρικό έργο. Ωστόσο ο διάλογος με την ποικιλοχρωμία της ακουστικής του διάστασης είναι ένας πολύ πρόσφορος αφηγηματικός τρόπος για τον συμβολισμό, λογοτεχνικό ρεύμα στο οποίο εντάσσεται το Φθινόπωρο.

Τείνουμε να βλέπουμε την περιγραφή ως στοιχείο του ύφους και όχι της δομής. Και όμως παίζει (και) σημαντικό δομικό ρόλο. Όχι μόνο γιατί επηρεάζει τον ρυθμό του κειμένου, δημιουργώντας παύσεις και ανάσες όπου χρειάζεται, αλλά γιατί μπορεί να συνδράμει επικουρικά και σε ένα σωρό λειτουργίες δομικής φύσεως όπως η αποκάλυψη του χαρακτήρα, η θεμελίωση ατμόσφαιρας, η θεματική ολοκλήρωση κ.α.

Η παραδοχή ότι ένα μυθιστόρημα βασίζεται στις περιγραφές μπορεί να ταυτιστεί με την κάπως απαρχαιωμένη αντίληψη ότι το μυθοπλαστικό κείμενο φτιάχνεται από το ύφος του. Το ύφος όμως αποτελεί αξεδιάλυτο στοιχείο με το περιεχόμενο και την ιδεολογία του κειμένου. Δεν στέκεται μόνο του, δεν είναι αυτοδύναμο, αλλά βρίσκεται σε δυναμική διάδραση με τα άλλα δύο. Η διαπάλη των τριών στοιχείων, η σύγκρουση και η σύνθεσή τους φτιάχνει εν τέλει το μυθιστόρημα.

Μπορούμε να πούμε ότι είναι το εκάστοτε λογοτεχνικό ρεύμα που προκρίνει συγκεκριμένους αφηγηματικούς και εκφραστικούς τρόπους; Αν σκεφτούμε τον νατουραλισμό με την ανάγκη του για εκτενείς και λεπτομερειακές περιγραφές ή τον μοντερνισμό και την ταύτισή του με τον εσωτερικό μονόλογο, τότε ναι, το ρεύμα επηρεάζει, δίνει κατευθύνσεις, χρησιμοποιεί συγκεκριμένα εκφραστικά μέσα ως σφραγίδα του, ως σήμα κατατεθέν. Από εκεί και πέρα έρχεται το προσωπικό ύφος του κάθε λογοτέχνη να κάνει την τελική διαλογή. Ακόμα περισσότερο, το ίδιο το έργο διαλέγει τους τρόπους μέσα από τους οποίους έχει ανάγκη να εκφραστεί, τους τρόπους μέσα από τους οποίους εξυπηρετείται καλύτερα από εκφραστική και αφηγηματική άποψη.

Συνηθισμένο τέχνασμα για να «γεμίσει» ένα μυθιστόρημα είναι, διαχρονικά, η πλοκή. Το χτίσιμο δηλαδή μια αιτιοκρατικής αλυσίδας αφηγηματικών γεγονότων που το ένα προκύπτει μέσα από το άλλο. Ωστόσο η πλοκή, κατασυκοφαντημένη συχνά από φιλόλογους και κριτικούς, δεν μπορεί από μόνη της να γεμίσει το μυθιστόρημα. Η μονόχορδη χρήση της την καθιστά κούφια, άδεια από περιεχόμενο και επιρρεπή σε κλυδωνισμούς ή ακόμα και σε κατάρρευση. Αν κάτι κρατάει την πλοκή όρθια και στέρεη είναι οι ιδεολογικές σημάνσεις που τη διατρέχουν και ο υφολογικός κώδικας που την συγκολλά.

Αυτό που γεμίζει, εν τέλει, ένα μυθιστόρημα είναι η ιδεολογία του, η πολυφωνία του, οι νοηματικές συγκρούσεις που συνδιαμορφώνουν το περιεχόμενο, οι αντιθέσεις που το διέπουν. Ένα μυθιστόρημα μπορεί να έχει ελάχιστες περιγραφές ή και καμία· ελάχιστους διαλόγους ή και καθόλου· μηδαμινή δράση· ανυπαρξία μονολόγων. Αλλά είναι αδύνατον να υπάρξει, να συσταθεί, να αναπτυχθεί χωρίς το ιδεολογικό του υπόβαθρο. Σε μια τέτοια περίπτωση θα είναι ένα κενό λεκτικό κατασκεύασμα, ένα άδειο καλούπι.

Όπως λέει ο φίλος συγγραφέας Στέργιος Χατζηκυριακίδης «το μυθιστόρημα δεν φτιάχνεται από λέξεις, αλλά από ιδέες».

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

*