T. E. Hulme, Διάλεξη για τη μοντέρνα ποίηση

*

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας.

~ . ~

ΔΙΑΛΕΞΗ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΠΟΙΗΣΗ

Θέλω ν’ αρχίσω με μια δήλωση για τη στάση μου απέναντι στην ποίηση. Το κάνω για να προλάβω την κριτική. Θα μιλήσω για την ποίηση από ορισμένη, μάλλον χαμηλή αλλά αρκούντως πρόσφορη σκοπιά, και θεωρώ πως οι κριτικοί οφείλουν να περιορίζονται σ’ αυτήν. Η άποψή μου είναι πως η ποίηση είναι αποκλειστικά και μόνον μέσο έκφρασης. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα της αντίθετης θέσης από αυτήν που υιοθετώ. Ένας κριτικός αρθρογραφώντας στη Saturday Review την προηγούμενη εβδομάδα, μίλησε για την ποίηση ως το μέσο με το οποίο η ψυχή αίρεται σε υψηλότερες σφαίρες, ως το μέσο έκφρασης μέσω του οποίου ανέρχεται σε μια ανώτερη πραγματικότητα. Ε λοιπόν, αυτό είναι το είδος των αποφάνσεων που απεχθάνομαι ολότελα. Θέλω να σας μιλήσω περί ποιήσεως απλά και ξεκάθαρα, σαν να μιλούσα περί χοίρων: είναι ο μόνος έντιμος τρόπος. Ο κύριος πρόεδρος μάς είπε την προηγούμενη εβδομάδα ότι η ποίηση συγγενεύει με τη θρησκεία. Η ποίηση όμως δεν είναι τίποτα τέτοιο. Είναι ένα μέσο έκφρασης ακριβώς όπως και η πρόζα, και αν δεν μπορεί κανείς να την εξηγήσει ως τέτοιο, δεν αξίζει τον κόπο να επιμένει.

Πάντα είμαι επιφυλακτικός απέναντι στη λέξη ψυχή όταν ανακύπτει σε μια συζήτηση. Μου θυμίζει τον τρόπο που οι επιστήμονες του Μεσαίωνα μιλούσαν για το Θεό. Όταν αγνοούσαν τελείως το αίτιο για κάτι λέγανε πως ήταν θέλημα Θεού. Αν αναφέρω τη λέξη ψυχή ή μιλήσω για ανώτερες πραγματικότητες, εν τη ρύμη του λόγου μου, θα γνωρίζετε πως σε αυτό ακριβώς το σημείο δεν είχα κάποιο πραγματικό επιχείρημα και προσπάθησα να σας παραπλανήσω. Υπάρχει ένας τεράστιος όγκος σολωμονικής στις περισσότερες συζητήσεις για την ποίηση. Οι κριτικοί στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν την τεχνική, προβαίνουν σε μυστηριώδη άλματα και ψελλίσματα περί απείρου και ανθρώπινης καρδιάς, σάμπως να πούλαγαν συνταγές φαρμάκων στην αγορά.

Υπάρχουν δύο τρόποι να στοχαστούμε την ποίηση. Ο πρώτος ως δυσκολία που πρέπει να ξεπεραστεί, ο δεύτερος ως εργαλείο προς χρήση. Στην πρώτη περίπτωση, αντιμετωπίζουμε τους ποιητές όπως τους πιανίστες, και αναφερόμαστε σε αυτούς ως τεχνίτες του στίχου. Ο άλλος τρόπος είναι να την εκλάβουμε ως εργαλείο που σκοπεύουμε να μεταχειριστούμε οι ίδιοι για συγκεκριμένες επιδιώξεις. Μία ημερήσια εφημερίδα μάς παραλλήλισε με το Mermaid Club, κάνει όμως λάθος. Είμαστε άνθρωποι της εποχής μας, και η ποίηση πρέπει να ερμηνευτεί για μας ως μέσο έκφρασης. Οι προτιμήσεις μου δεν είναι καθολικές, αλλά σφόδρα προσωπικές και προκατειλημμένες. Δεν τρέφω σεβασμό για την παράδοση. Έφτασα στο θέμα της ποίησης μάλλον εκ των έσω παρά εκ των έξω. Υπήρχαν συγκεκριμένες εντυπώσεις τις οποίες ήθελα να συγκρατήσω. Στράφηκα στην ποίηση για να βρω πρότυπα, αλλά δεν μπόρεσα να βρω κάτι που να φαντάζει κατάλληλο για την έκφραση αυτού του είδους ακριβώς των εντυπώσεων, εκτός ίσως από μερικούς σπασμωδικούς ρυθμούς του Χένλεϋ, ωσότου ανακάλυψα τον γαλλικό vers libre ο οποίος φάνηκε να αρμόζει απόλυτα στις ανάγκες μου.

Σε βαθμό μάλιστα που δεν ενδιαφέρομαι διόλου για το τι έχει να πει η κριτική, αυτή θα έθετε το θέμα σε άλλο επίπεδο. Δεν θέλω να με δολοφονήσουν διά ροπάλου και με τσιτάτα του Δάντη, του Μίλτωνα και όλων αυτών.

Η αρχή στην οποία στηρίζομαι σε αυτό εδώ το δοκίμιο είναι ότι υφίσταται στενός δεσμός μεταξύ της μορφής του στίχου και της γενικότερης κατάστασης της ποίησης σε κάθε εποχή. Οι ακαδημαϊκοί κριτικοί μας έχουν προτείνει κάθε λογής εξηγήσεις για την άνθηση της ποίησης σε όποια εποχή. Μα ο αληθινός λόγος αναφέρεται σπάνια. Πρόκειται για την επινόηση ή την εισαγωγή μιας νέας στιχουργικής μορφής. Για τον καλλιτέχνη, η εισαγωγή μιας νέας τεχνοτροπίας είναι, κατά πως λέει ο Μουρ, όπως για το κορίτσι το καινούργιο του φουστάνι· θέλει αμέσως να το προβάρει. Είναι γι’ αυτόν ένα καινούργιο παιχνίδι. Θα δείτε ότι η έκρηξη της ποιητικής δραστηριότητας κατά την ελισαβετιανή εποχή αποδίδεται στην ανακάλυψη της Αμερικής. Η ανακάλυψη της Αμερικής άσκησε στους αυλικούς ποιητές της εποχής τόση επίδραση όση θα ασκούσε η ενδεχόμενη ανακάλυψη ενός νέου αστεροειδούς στον Σουίνμπερν. Ο πραγματικός λόγος, όπως το βλέπω εγώ, ήταν ότι το έναυσμα για την ανάπτυξη της ποιητικής σύνθεσης δόθηκε με την εισαγωγή νέων θεμάτων και μορφών από την Ιταλία και τη Γαλλία.

Πρέπει να παραδεχτούμε πως οι ποιητικές μορφές, όπως τα ήθη και όπως τα άτομα, αναπτύσσονται και πεθαίνουν. Εξελίσσονται από την αρχική τους ελευθερία ώς τον μαρασμό κι εντέλει ώς τη στείρα δεξιοτεχνία. Εξαφανίζονται εμπρός στους νέους, τους προικισμένους με σκέψη πιο περίπλοκη και πιο δύσκολο να εκφραστεί με τις παλιές λέξεις. Έπειτα απ’ την τόση χρήση, ο πρωταρχικός τους αντίκτυπος χάνεται. Όλοι οι δυνατοί σκοποί έχουν πια παιχτεί στο όργανο. Τί μπορεί πια να προσφέρει στους νέους, πώς να τους θέλξει; Θα ήταν αλλιώς εάν η ποίηση, όπως η υποκριτική και ο χορός, ήταν από τις τέχνες που δεν γίνεται να καταγραφούν, και κάθε γενιά πρέπει να τις επαναλαμβάνει. Ο ηθοποιός δεν είναι αναγκασμένος να ανταγωνίζεται τους νεκρούς όπως ο ποιητής. Προσωπικά, είμαι ασφαλώς θιασώτης της πλήρους εξάλειψης κάθε στίχου παλαιότερου των είκοσι ετών. Αλλά αυτό το ευτυχές γεγονός φοβούμαι πως δεν θα γίνει πράξη προτού επαληθευτεί ο πόθος του Πλάτωνα και ένας ελάσσων ποιητής γίνει δικτάτορας. Εν τω μεταξύ, είναι απαραίτητο να συνειδητοποιήσουμε ότι επειδή η ποίηση είναι αθάνατη, διαφέρει από τις τέχνες που επαναλαμβάνονται. Θέλω να επιστήσω την προσοχή σε αυτό το σημείο – μόνον οι τέχνες που η εκτέλεσή τους επαναλαμβάνεται από την κάθε νέα γενιά, δεν επιδέχονται μετατροπές στην τεχνική τους. Τέχνες όπως η ποίηση, των οποίων η διάρκεια είναι αθάνατη, οφείλουν κατ’ ανάγκην να εφευρίσκουν νέες τεχνικές. Κάθε εποχή οφείλει να έχει τη δική της ξεχωριστή μορφή έκφρασης, και όποια περίοδος σκοπίμως την αποφεύγει είναι εποχή ανειλικρινής.

Τα ύστερα στάδια της παρακμής μιας τέχνης είναι πολύ ενδιαφέροντα και αξίζει να μελετηθούν καθώς ταιριάζουν παραδόξως με την κατάσταση της ποίησης στις μέρες μας. Προσομοιάζουν στα ύστερα στάδια της παρακμής μιας θρησκείας όταν το πνεύμα της έχει πλέον εκλείψει και επικρατεί η άσκοπη ευλάβεια προς τους τύπους και το τελετουργικό. Το πτώμα κείτεται νεκρό, και όλες οι μύγες το εποφθαλμιούν. Η μιμητική ποίηση ξεφυτρώνει σαν ζιζάνιο, κλαίν και θρηνούν οι κοπελιές για σένα και για μένα, ρόδα, ω ρόδα, πέρα ώς πέρα κ.ο.κ. Η ποίηση γίνεται περισσότερο έκφραση συναισθηματισμού παρά της ρωμαλέας σκέψης.

Οι συγγραφείς που θα ήταν ικανοί να χρησιμοποιήσουν το παλιό όργανο κατά τις παλιές επιταγές αρνούνται να το κάνουν, καθώς το βρίσκουν ανεπαρκές. Γνωρίζουν την ολωσδιόλου εμπειρική φύση των παλιών κανόνων και δεν αγκιστρώνονται σ’ αυτούς.

Σε τέτοιες περιόδους ακριβώς γεννιούνται οι νέες καλλιτεχνικές μορφές· μετά το ελισαβετιανό ποιητικό δράμα ακολούθησε το ηρωικό δίστιχο, μετά την παρακμή του διστίχου η νέα λυρική ποίηση, που άντεξε μέχρι σήμερα. Έχει ενδιαφέρον ν’ αντιληφθούμε ότι αυτές οι αλλαγές δεν προέρχονται από ένα είδος φυσικής εξέλιξης, της οποίας ο καλλιτέχνης δεν έχει επίγνωση. Οι νέες μορφές υιοθετούνται σκόπιμα από αυτούς που απεχθάνονται τις παλιές. Η σύγχρονη λυρική ποίηση πρωτοεισήχθη από τον Ουώρτζουωθ χωρίς το πρόσχημα της φυσικής εξέλιξης· την προανήγγειλε με μελετημένες διατυπώσεις ως μία νέα μέθοδο.

Συγκεκριμένο παράδειγμα, το πιο ταιριαστό με όσα θέλω να πώ, αποτελεί το κίνημα της σχολής των παρνασσιστών περί τα 1885: ξεκινώντας ως αντίδραση στον ρομαντισμό, παρήκμασε τάχιστα· η βασική του αρχή περί απόλυτης αρτιότητας ρίμας και μορφής ήταν εναρμονισμένη με τη νατουραλιστική σχολή της εποχής. Ήταν μια μορφή λογικής ποίησης, εντελώς διάφορη από τον συμβολισμό. Στους κόλπους της συγκαταλέγονταν διαπρεπή ονόματα, ο Μεντές, ο Πρυντώμ κ.ά, αλλά δεν ήταν ιδιαίτερα γόνιμοι· δεν παρήγαγαν τίποτα ιδιαίτερα σημαντικό· αυτοπεριορίστηκαν στη διαρκή επανάληψη του ίδιου σονέτου, οι μαθητές τους βρέθηκαν χαμένοι σε μια κατάσταση στείρας ανημπόριας.

Θα ήθελα να σημειώσετε ότι δεν επρόκειτο για κάποιο είδος ατυχούς σύμπτωσης που ανέκυψε τυχαία σε έναν αριθμό ποιητών. Αυτό το στοιχείο της ανάσχεσης στον παρνασσισμό σηματοδότησε τον θάνατο μιας ορισμένης μορφής ποίησης και συνέπεσε με τη θαυμαστή ανθοφορία μιας νέας. Με την οριστική έλευση αυτής της νέας μορφής, το 1880, έχουμε και την παρουσίαση μιας καινούργιας ομάδας ποιητών, ενδεχομένως απαράμιλλης στην ιστορία της γαλλικής ποίησης.

Η νέα τεχνική ορίστηκε με τρόπο σαφή πρώτα από τον Καν. Συνίστατο στην απόρριψη του σταθερού αριθμού των συλλαβών ως βάσης της στιχουργίας. Το μήκος του στίχου είναι μακρύ και βραχύ, αυξομειούμενο με βάση τις εικόνες που χρησιμοποιεί ο ποιητής· ακολουθεί τις τροπές της σκέψης του και είναι ελεύθερο, όχι δέσμιο ενός σταθερού προτύπου· για να χρησιμοποιήσω μία πρόχειρη αναλογία, είναι ένα ρούχο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του πελάτη, όχι έτοιμο από τα πριν. Αυτή είναι μία πολύ αδρή περιγραφή του πράγματος, αλλά το θέμα μου δεν είναι εδώ τόσο πολύ η γαλλική ποίηση, όσο η αγγλική. Το είδος ποίησης το οποίο υπερασπίζομαι, δεν ταυτίζεται με τον vers-libre, απλώς φέρνω τους Γάλλους ως παράδειγμα του εντυπωσιακού αντίκτυπου που μπορεί να έχει η χειραφέτηση του στίχου στην ποιητική πράξη.

Οι Αρχαίοι είχαν πλήρη επίγνωση της ρευστότητας του κόσμου και της παροδικότητάς του· υπήρχε λ.χ. η ελληνική θεώρηση του κόσμου ως ροής. Αλλά ενώ το παραδέχονταν, την ίδια στιγμή το φοβούνταν και πάσχιζαν να του ξεφύγουν φτιάχνοντας μνημεία διαρκή ικανά να αντισταθούν με αξιώσεις σ’ αυτή τη συμπαντική ροή που τους τρόμαζε. Είχαν το μικρόβιο, το πάθος, της αθανασίας. Ήθελαν να οικοδομήσουν έργα που θα μαρτυρούσαν υπερήφανα ότι ήταν αθάνατοι. Αυτό το συναντάμε σε χίλιες δυο περιπτώσεις. Υλικά, στις πυραμίδες· πνευματικά, στα θρησκευτικά δόγματα και τις ιδέες περί υποστάσεως του Πλάτωνα. Ζώντας σε ένα κόσμο δυναμικό, ποθούσαν τη στατική μονιμότητα, όπου οι ψυχές τους θα μπορούσαν να αναπαυθούν.

Το γεγονός αυτό εξηγεί νομίζω πολλές από τις παλιές ιδέες σχετικά με την ποίηση. Οι τελευταίες επιθυμούν να εγκιβωτίσουν σε λίγους στίχους μια τέλεια σκέψη. Από τους χίλιους και έναν τρόπους με τους οποίους μία σκέψη ήταν δυνατόν να φτάσει σε έναν ακροατή, υπήρχε ένας που ήταν ο τέλειος, ο προορισμένος να εκφράσει αυτή τη σκέψη εις τους αιώνας των αιώνων, εξού και η εμμονή στη φόρμα του ποιήματος και οι εξεζητημένοι κανόνες της αυστηρής προσωδίας. Επιδίωξη ήταν η δημιουργία ενός αθάνατου έργου και ο ατελεύτητος μόχθος που απαιτεί η προσαρμογή μιας σκέψης σε μία πάγια και τεχνητή μορφή γίνεται έτσι εύλογος και αναγκαίος. Ακόμα και η ελληνική λέξη ποίημα φαίνεται να υπονοεί ένα άπαξ και διά παντός δημιούργημα, οι Έλληνες πίστευαν στο απόλυτο καθήκον όπως πίστευαν στην απόλυτη αλήθεια. Γι’ αυτό και έγραφαν σε στίχο για πράγματα που εμείς σήμερα δεν θα γράφαμε, όπως η ιστορία και η φιλοσοφία. Όπως το θέτει ο Γάλλος φιλόσοφος Γκιγιώ, τα μεγάλα ποιήματα των αρχαίων καιρών μοιάζουν πυραμίδες χτισμένες με σκοπό την αιωνιότητα και οι άνθρωποι αρέσκονταν να χαράσσουν πάνω σ’ αυτές την ιστορία τους σε σύμβολα. Πίστευαν πως μπορούσαν να πετύχουν μία τέτοια συναρμογή ιδέας και λέξης, που τίποτα δεν θα μπορούσε να την αφανίσει.

Σήμερα, όλες οι τάσεις της μοντέρνας ποίησης έχουν απομακρυνθεί από το ιδεώδες αυτό· οι φιλόσοφοι δεν πιστεύουν πια στην απόλυτη αλήθεια. Δεν πιστεύουμε πια στην τελειότητα είτε του στίχου είτε της σκέψης, αναγνωρίζουμε ευθαρσώς τη σχετικότητα των πραγμάτων. Δεν πασχίζουμε πλέον να επιτύχουμε το απόλυτα τέλειο στην ποίηση. Αντί για αυτές τις μικροτελειότητες στη φρασεολογία και το λεξιλόγιο, η τάση είναι μάλλον προς την παραγωγή μιας γενικής εντύπωσης· αυτό φυσικά αίρει την επικυριαρχία του μέτρου και του πάγιου αριθμού των συλλαβών ως στοιχείου τελειότητας στον λόγο. Δεν μας ενδιαφέρει πια αν οι στροφές είναι διαπλασμένες και στιλπνές σαν κτερίσματα, αλλά περισσότερο να μεταδώσουμε μια κάποια ακαθόριστη διάθεση. Σε όλες τις τέχνες, αναζητούμε τη μέγιστη δυνατή ατομική και προσωπική έκφραση, όχι την επίτευξη του απόλυτου κάλλους.

Ότι θα μας ασκηθεί κριτική είναι βέβαιο, τί είναι τέλος πάντων αυτό το καινούργιο πνεύμα, θα μας ρωτήσουν, που αδυνατεί να εκφραστεί μέσα από τα παλιά μέτρα; Είναι άραγε τόσο διαφορετικά αυτά που ένας σημερινός ποιητής θέλει να εκφράσει, από εκείνα που έλεγαν οι παλαιότεροι ποιητές; Πιστεύω πως ναι. Η «παλιά» ποίηση καταπιανόταν κατά βάση με τα μεγάλα θέματα, η επική αφήγηση οδηγεί ως εκ του φυσικού στην σαφή, ανατομική διάρθρωση και στην κανονική προσωδία. Η δράση μπορεί να εκφραστεί καλύτερα με τις πάγιες μορφές του έμμετρου λόγου π.χ. με την μπαλάντα.

Αλλά η μοντέρνα ποίηση είναι κάτι διαμετρικά αντίθετο, δεν ασχολείται πια με την ηρωική πράξη, έχει γίνει οριστικά και από σκοπού εσωστρεφής και ασχολείται με την έκφραση και εξωτερίκευση των εφήμερων φάσεων του ψυχισμού του ποιητή. Επ’ αυτού γράφτηκε εύστοχα από τον κύριο Γκ. Κ. Τσέστερτον ότι εκεί που η παλιά ποίηση ασχολούνταν με την πολιορκία της Τροίας, η καινούργια επιχειρεί να εκφράσει τα συναισθήματα ενός αγοριού που ψαρεύει. Η άποψη που ακούγεται συχνά, ότι ίσως κάποια στιγμή εμφανιστεί ένας νέος ποιητής ικανός να συνθέσει όλο το μοντέρνο κίνημα σ’ ένα μεγαλοπρεπές έπος, μαρτυρεί μια ολοκληρωτική παρανόηση του προσανατολισμού της μοντέρνας ποίησης. Ανάλογη στροφή παρατηρείται και στη ζωγραφική, εκεί όπου η παλιά τέχνη προσπαθούσε να διηγηθεί μια ιστορία, η μοντέρνα επιχειρεί ν’ αναδείξει μια εντύπωση. Εξακολουθούμε να αντιλαμβανόμαστε το μυστήριο των πραγμάτων, αλλά το αντιλαμβανόμαστε μ’ έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο – όχι πια άμεσα με τη μορφή της δράσης, αλλά ως εντύπωση, όπως για παράδειγμα οι πίνακες του Ουίστλερ. Δεν μπορούμε να δραπετεύσουμε από το πνεύμα των καιρών μας. Ό,τι βρήκε έκφραση στη ζωγραφική με τον ιμπρεσιονισμό σύντομα θα βρει έκφραση στην ποίηση με τον ελεύθερο στίχο. Η εικόνα ενός δρόμου του Λονδίνου τα μεσάνυχτα, με τις μακριές σειρές των φώτων, έχει παρακινήσει πολλούς να την αποτυπώσουν σε στίχους, κι ωστόσο ο πόλεμος δεν παρήγαγε κάτι άξιο λόγου, αφού ο κ. Ουώτσον είναι περισσότερο πολιτικός ρήτορας παρά ποιητής. Προσωπικά, η πρώτη φορά που ένιωσα το αναγκαίο, το αναπόφευκτο μάλιστα της ποίησης ήταν όταν ένιωσα την επιθυμία ν’ αποτυπώσω την παράξενη ποιότητα της αίσθησης που γεννούν οι πεδιάδες και οι πλατιοί ορίζοντες των παρθένων λειμώνων του δυτικού Καναδά.

Βλέπετε ότι αυτό είναι κάτι ουσιωδώς διαφορετικό από τη λυρική παρόρμηση που έφτασε στην τελείωσή της, νομίζω άπαξ και διά παντός, με τον Τέννυσον, τον Σέλλευ και τον Κητς. Το να βάλεις αυτή τη μοντέρνα σύλληψη του ποιητικού πνεύματος, αυτόν τον διστακτικό και μισοντροπαλό τρόπο του να βλέπεις τα πράγματα, σε κανονικό μέτρο είναι σαν ν’ αρματώνεις με πανοπλία ένα παιδί.

Ας πούμε ότι ο ποιητής συγκινείται από ένα συγκεκριμένο τοπίο, επιλέγει από αυτό συγκεκριμένες εικόνες οι οποίες, παρατειθέμενες σε μεμονωμένους στίχους, βοηθούν στο να περιγράψουν και να ζωντανέψουν τα όσα αισθάνεται. Σ’ αυτή τη σώρευση και την παράθεση διακριτών εικόνων σε διαφορετικούς στίχους, μπορεί κανείς να βρει μια ευφάνταστη αναλογία με τη μουσική. Η μεγάλη επανάσταση στη μουσική συνέβη όταν η μελωδία, που είναι μονοδιάστατη μουσική, υποκαταστάθηκε από την αρμονία που κινείται σε δύο διαστάσεις. Δύο οπτικές εικόνες σχηματίζουν ό,τι μπορεί ν’ αποκαλέσουμε οπτική συγχορδία. Ενώνονται για να υποδηλώσουν μια εικόνα που διαφέρει και από τις δύο.

*

*

Ξεκινώντας λοιπόν από αυτή τη σκοπιά του ακραίου μοντερνισμού, ποια είναι το κύριο χαρακτηριστικό του στίχου σήμερα; Είναι το εξής: ότι διαβάζεται και δεν τραγουδιέται. Όλες εκείνες τις θεωρίες ότι διαβάζουμε το στίχο εσωτερικά μπορούμε εδώ να τις παραβλέψουμε ως απλές λεκτικές στρεψοδικίες. Έχουμε συνεπώς δύο διακριτές τέχνες. Τη μια που προορίζεται να τραγουδηθεί και την άλλη που προορίζεται να αναγνωστεί κατά τη μελέτη. Θα ήθελα αυτό να το θυμούνται όσοι γράφουν κριτικές για μένα. Δεν αναφέρομαι σε όλη την ποίηση, αλλά σ’ αυτή τη διακριτή νέα τέχνη που σταδιακά αποκολλάται από την παλαιότερη και αυτονομείται.

Ώς ένα σημείο παραδέχομαι ότι η ποίηση που προορίζεται για απαγγελία πρέπει να είναι γραμμένη σε κανονικό μέτρο, ισχυρίζομαι ωστόσο ότι αυτή η μέθοδος καταγραφής εντυπώσεων από οπτικές εικόνες σε διακριτούς στίχους δεν προϋποθέτει τη χρήση του παλιού μετρικού συστήματος.

Η παλαιότερη τέχνη ήταν στο ξεκίνημά της θρησκευτικός ψαλμός: δημιουργήθηκε για να εκφράζει χρησμούς και διδαχές κατά τρόπο εντυπωτικό και ρίμα και μέτρο είχαν τον ρόλο του αρωγού της μνήμης. Όμως γιατί, σε ότι αφορά την καινούργια ποίηση, πρέπει να διατηρήσουμε έναν μηχανισμό που αρμόζει μόνο στην παλιά;

Η επίδραση του ρυθμού, όπως και της μουσικής, είναι να παράγει ένα είδος υπνωτικής κατάστασης, κατά την οποία γίνεται ευχερής και δραστική η υποβολή του αισθήματος της θλίψης ή της έκστασης, όπως όταν είμαστε μεθυσμένοι όλα τα ανέκδοτα μας φαίνονται αστεία. Αυτό έχει να κάνει με την τέχνη του τραγουδιού, όμως η νέα οπτική τέχνη ακολουθεί την ακριβώς αντίθετη διαδρομή. Εξαρτάται για το αποτέλεσμά της όχι από ένα είδος ημινάρκωσης, αλλά από την αιχμαλώτιση της προσοχής, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που η διαδοχή των οπτικών εικόνων εξαντλεί τον αναγνώστη.

Γι’ αυτή την ιμπρεσιονιστική ποίηση, η κανονική προσωδία είναι εμπόδιο, άσκοπη φλυαρία, ανούσια και εκτός τόπου. Στα λεπτοκαμωμένα μοτίβα των εικόνων και των χρωμάτων, εισάγει το στιβαρό, χοντροκομμένο ύφος της ρητορικής ποίησης. Καταστρέφει το αποτέλεσμα όπως ρομβία που εισβάλλει στη λεπτοϋφασμένη αρμονία της μοντέρνας συμφωνίας. Είναι λεπτεπίλεπτη και δύσκολη τέχνη να ζωντανεύεις μια εικόνα, να προσαρμόζεις τον ρυθμό στην ιδέα, και εύκολα μπαίνει κανείς στον πειρασμό να επιστρέψει στην παρήγορη και βολική αγκάλη του παλαιού κανονικού μέτρου, που μας απαλλάσσει απ’ όλο αυτόν τον κόπο.

Κριτική θ’ ασκηθεί ασφαλώς στο ότι καταργώντας τον κανονικό συλλαβικό στίχο από μονάδα της ποίησης, στρέφεσαι στην πρόζα. Φυσικά αυτό ισχύει απολύτως για πολύ μεγάλο μέρος της μοντέρνας ποίησης. Στην πραγματικότητα, ένα από τα μεγάλα προτερήματα της κατάργησης του κανονικού μέτρου είναι ότι ξεσκεπάζει μεμιάς όλη αυτή την δήθεν ποίηση.

Η ποίηση ως αφαίρεση είναι κάτι πολύ διαφορετικό, ζει τη δική του ζωή, σε κάμποση απόσταση από τις συμβάσεις του μέτρου.

Για να εξετάσουμε το ζήτημα αν είναι δυνατό να έχουμε ποίηση γραμμένη έξω από το κανονικό μέτρο, προτείνω να στρέψουμε την προσοχή μας σε μια μεγάλη διαφορά μεταξύ τους. Δεν ισχυρίζομαι ότι παρέχω εδώ έναν αλάνθαστο τρόπο ελέγχου, με τον οποίο ο οιοσδήποτε θα μπορούσε ν’ αποφανθεί αμέσως ότι «αυτή είναι ή δεν είναι αληθινή ποίηση»· όμως, επαρκεί για τους σκοπούς αυτής της εισήγησης. Είναι ο εξής: μιλώντας χονδρικά, υπάρχουν δύο μέθοδοι επικοινωνίας, η άμεση και η συμβατική γλώσσα. Η άμεση γλώσσα είναι η ποίηση, είναι άμεση επειδή καταγίνεται με εικόνες. Η έμμεση γλώσσα είναι η πρόζα, επειδή χρησιμοποιεί εικόνες που έχουν απονεκρωθεί και έχουν γίνει σχήματα λόγου.

Η διαφορά αυτών των δύο είναι, χονδρικά, η εξής: ενώ η μια καταλαμβάνει τον νου σου όλη την ώρα με μια εικόνα, η άλλη του επιτρέπει να φτάσει με την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια σ’ ένα συμπέρασμα.

Η πρόζα, λόγω των δεξιοτήτων του νου, είναι κάτι που μοιάζει με τα ανακλαστικά του σώματος. Εάν κάθε φορά που δένω τα κορδόνια στις μπότες μου έπρεπε να ενεργοποιώ μια πολύπλοκη πνευματική διεργασία, θα σπαταλούσα πνευματική ενέργεια. Αντ’ αυτού, ο μηχανισμός του σώματος είναι έτσι ρυθμισμένος που ο καθένας το κάνει περίπου αυτόματα. Εξοικονομεί με τον τρόπο αυτό ενέργεια. Η ίδια διαδικασία συντελείται με τις εικόνες που συναντάμε στην πρόζα. Για παράδειγμα, όταν λέω ότι ο λόφος είναι δασοσκέπαστος, αυτή η έκφραση μού κοινοποιεί μόνο το γεγονός ότι ο λόφος είναι καλυμμένος από δέντρα. Όμως η πρώτη φορά που χρησιμοποιήθηκε αυτή η λέξη ήταν από έναν ποιητή, και για εκείνον επρόκειτο για μια εικόνα που ανακαλούσε μια συγκεκριμένη οπτική αναλογία με έναν άνθρωπο που είναι σκεπασμένος με τα ρούχα που φοράει. Τώρα πλέον η εικόνα έχει πεθάνει. Κάποιος μπορεί να πει ότι οι εικόνες γεννιούνται στην ποίηση. Χρησιμοποιούνται στην πρόζα, και τελικά βιώνουν ένα μακρύ και αργό θάνατο στα αγγλικά των δημοσιογράφων. Σήμερα, η εξέλιξη αυτή είναι πολύ γρήγορη, έτσι που ο ποιητής είναι αναγκασμένος να δημιουργεί συνεχώς νέες εικόνες και η ειλικρίνειά του μετριέται από τον αριθμό των εικόνων του.

Μερικές φορές, διαβάζοντας ένα ποίημα, έχει κανείς επίγνωση των κενών, των σημείων όπου η έμπνευση εγκατέλειψε τον ποιητή και του άφησε μόνο το μέτρο της ρητορικής. Αυτό που συνέβη είναι το εξής: η εικόνα τον εγκατέλειψε, κι έτσι αυτός επέστρεψε σε μια νεκρή εικόνα, που είναι πρόζα, διατηρώντας όμως στο κείμενό του ένα ποιητικοφανές αποτέλεσμα μέσω της χρήσης του μέτρου. Αυτή είναι η ένστασή μου για το μέτρο, ότι δηλαδή δίνει τη δυνατότητα σε πολλούς να γράφουν ποίηση χωρίς καθόλου ποιητική έμπνευση, χωρίς να εμφορούνται από καινούργιες εικόνες.

Ως παράδειγμα γι’ αυτό, θα πάρω το ποίημα που έχει σήμερα τη μεγαλύτερη κυκλοφορία. Μολονότι αποτελείται μόνο από τέσσερις στίχους είναι έξι πόδες μακρύ. Είναι αναρτημένο έξω απ’ το περίπτερο του Μιούζικ Χωλ. Ενστικτωδώς ανατριχιάζουμε εμπρός σ’ αυτά τα κλισέ ή τον τυποποιημένο λόγο. Η βαθύτερη εξήγηση είναι η εξής: δεν είναι ότι είναι παλαιά, αλλά ότι όντας παλαιά έχουν απονεκρωθεί κι έτσι δεν ζωντανεύουν κάποια εικόνα. Ο άνθρωπος που τα έγραψε, μη όντας ποιητής, δεν είδε τίποτα προφανώς από μόνος του, αλλά μιμήθηκε τις εικόνες άλλων ποιητών.

Αυτή η νέα ποίηση μοιάζει περισσότερο με τη γλυπτική παρά με τη μουσική· ελκύει το μάτι παρά το αυτί. Έχει να πλάσει εικόνες, ένα είδος πνευματικού πηλού, σε συγκεκριμένα σχήματα. Αυτό το υλικό, η ύλη του Αριστοτέλη είναι εικόνα και όχι ήχος. Χτίζει μια εύπλαστη εικόνα την οποία παραδίδει στον αναγνώστη, ενώ η παλαιά τέχνη επιχειρούσε να τον επηρεάσει σωματικά μέσω της υπνωτικής επίδρασης του ρυθμού.

Κάποιος θα μπορούσε να συνοψίσει το πράγμα ως εξής: το τσόφλι είναι κάλυμμα άκρως κατάλληλο για το αυγό σε μια ορισμένη περίοδο, αλλά πολύ ακατάλληλο μετά από αυτήν. Μου φαίνεται ότι η εικόνα αυτή αναπαριστά αρκετά καλά την κατάσταση της ποίησης σήμερα. Ενώ το τσόφλι παραμένει το ίδιο, ο εσωτερικός χαρακτήρας έχει αλλάξει εντελώς. Δεν είναι κλούβιος όπως θα ’λεγε κανείς απαισιόδοξος, αλλά έχει αποκτήσει νέα ζωή, έχει μεταλλαχθεί περνώντας από την αρχαία τέχνη του τραγουδιού στον μοντέρνο ιμπρεσσιονισμό, τη στιγμή που ο μηχανισμός του έμμετρου λόγου έχει παραμείνει ο ίδιος. Κι αυτό βέβαια δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ αόριστον. Καταλήγοντας, κυρίες και κύριοι, έχω να σας πω ένα μόνο: το τσόφλι πρέπει να σπάσει.

Τ. Ε. ΧΙΟΥΛΜ

Lecture on Modern Poetry, 1908
Μετάφραση:
Ράνια Καραχάλιου – Ελένη Μπούρου
Επιμέλεια:
Κώστας Κουτσουρέλης
Πρώτη δημοσίευση:
Τα τετράδια του Ελπήνορα, τχ. 1, 2010

*

THOMAS ERNEST HULME
1883-1917

*