Ο ψυχαναλυτής Όττο Ρανκ και το “τραύμα” της γέννησης ως αφετηρία του ανθρώπινου πολιτισμού

 

1

 

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Το κίνημα της ψυχανάλυσης είναι γνωστό και δεν χρειάζεται ειδικές συστάσεις: οι ρηξικέλευθες παρατηρήσεις του Φρόυντ για την παιδική σεξουαλικότητα, τα στάδιά της και τη γενικότερη επίδραση της λίμπιντο (σεξουαλική ενέργεια), συγκλόνισαν την πουριτανική βιεννέζικη κοινωνία των αρχών του 20ού αιώνα, καθώς και την υπόλοιπη Ευρώπη. Ωστόσο, ο ριζοσπαστισμός της ψυχανάλυσης δεν περιοριζόταν μονάχα στην κατάδειξη της σημασίας του σεξουαλικού ενστίκτου, που τότε εθεωρείτο “ταμπού”, αλλά σηματοδότησε και κάτι ακόμη: το ιδανικό του ορθολογικού, συγκροτημένου και πειθαρχημένου ατόμου, που υποτάσσει την άλογη φύση “εξαναγκάζοντάς” τη να του αποκαλύψει τα μυστικά της, υπέρ της βελτίωσης της ζωής του, δηλαδή το κύριο ιδεώδες του αστικού πολιτισμού των Νεώτερων Χρόνων, υπέστη ένα καίριο πλήγμα. Η διάκριση του ψυχισμού σε συνειδητό και ασυνείδητο, θεμελιώδης προϋπόθεση για την ψυχανάλυση, ήταν αρχικά μια εξευτελιστική επίγνωση που οι άνθρωποι δυσκολεύονταν ν’ αποδεχτούν. Σύμφωνα με τον Φρόυντ, μέσα στον ανθρώπινο ψυχισμό υπάρχει ένα μεγάλο άλογο τμήμα, το οποίο μας επηρεάζει σημαντικά εν αγνοία μας και εκδηλώνεται μέσα από τις γλωσσικές παραδρομές και τα όνειρα. Το μη συνειδητό διαιρείται με τη σειρά του σε δύο τμήματα: αυτό του ασυνειδήτου, που αδυνατεί από μόνο του να γίνει συνειδητό διότι υπέστη “απώθηση” από τον μηχανισμό της αντίστασης, και εκείνο του προσυνειδητού, που είναι απλώς ένα λανθάνον συνειδητό. Κάνοντας μία ακόμη διάκριση, ο Φρόυντ ονόμασε «Εγώ» το συνεκτικό πυρήνα που αντιπροσωπεύει τη λογική και προκαλεί τις απωθήσεις, ενώ αποκαλεί «Αυτό» (η έννοια αντλήθηκε από τον παθολόγο Γκέοργκ Γκρόντεκ, που την είχε δανειστεί με τη σειρά του από τον Νίτσε), το σκοτεινό τμήμα του ψυχισμού που αντιπροσωπεύει τα πάθη. Πάντως, το Αυτό, αντιπροσωπεύοντας τα πάθη, λειτουργεί με βάση την αρχή της ηδονής, σε αντίθεση με το Εγώ που λειτουργεί με την αρχή της πραγματικότητας. Βέβαια, τα όρια ανάμεσα στο Εγώ και το Αυτό είναι αρκετά ασαφή, αφού αυτά επικοινωνούν.

Μέσα στο Αυτό υπάρχουν δύο ισχυρές αλλά και αντίθετες ορμές: η ορμή του έρωτα (λίμπιντο) και η ορμή του θανάτου. Η πρώτη δημιουργεί και συνθέτει τη ζωή, ενώ δεύτερη τείνει να την καταστρέφει. Στην πραγματικότητα, οι δύο ορμές συναντώνται συχνά μαζί, αλλά και αλληλεξαρτώνται, καθώς η μια προξενεί την άλλη, ενώ ο ίδιος ο βίος μας είναι αγώνας για συμβιβασμό ανάμεσά τους. Παράλληλα, ο ανθρωπινος ψυχισμός αποτελείται και από ένα ακόμη τμήμα, το «Υπερεγώ», ένα τμήμα του Εγώ που έχει αυτονομηθεί και στο οποίο οφείλει τη γέννησή του η οργανωμένη κοινωνία και ο πολιτισμός. Το Υπερεγώ προέκυψε από το «οιδιπόδειο σύμπλεγμα», την ερωτική διάθεση του παιδιού για τον γονέα του αντίθετου φύλου και ακολούθως, τη σταδιακή ταύτιση με τον γονέα του ίδιου φύλου, από τον οποίο αισθάνεται ότι απειλείται.

Ας σημειωθεί ότι ο ίδιος ο Φρόυντ δεν επεδίωκε κάποια πολιτισμική ρήξη: αντίθετα, ο ίδιος ήταν αρκούντως αστός και η φροϋδική ψυχανάλυση όριζε το “φυσιολογικό” και το “παθολογικό” (π.χ. η ομοφυλοφιλία και ο αυνανισμός δύσκολα θα θεωρούνταν παθολογικά σήμερα) με βάση το τότε δεδομένο πλαίσιο της αστικής κοινωνίας, ενώ κύριος στόχος της ήταν να φέρει στο φως το ανορθολογικό στοιχείο της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, στο πλαίσιο της θεραπείας νευρώσεων, τελικός στόχος της οποίας ήταν η διοχέτευση της λίμπιντο σε λογικές και κοινωνικά επωφελείς δραστηριότητες. Η ψυχανάλυση προέκυψε φυσικά όχι από άλλη πηγή παρά από το υλικό που προσέφεραν οι ίδιοι οι ασθενείς. Σύμφωνα με τον Φρόυντ, η ψυχαναλυτική διαδικασία προέκυψε από την πρώτη ασθενή που φρόντιζε ο Μπρόιερ το 1881, την περίφημη “Άννα Ο.”. Για τον Φρόυντ, ο ασθενής έχει πάντα δίκιο, κατά κάποιον τρόπο, αν και πολύ συχνά το αγνοεί και ο ίδιος. Η φροϋδική ψυχανάλυση αποπειράθηκε να εξηγήσει την έννοια της σεξουαλικότητας, μιας καθοριστικής για εκείνη έννοιας, μέσα από τις περιπτώσεις απόκλισής της, περιγράφοντας τους μηχανισμούς που συγκροτούν τον ανθρώπινο ψυχισμό, μέσα από βιωμένα γεγονότα με βιολογικό υπόστρωμα («ψυχοβιολογία»). Όντας “αιτιοκρατική”, ενδιαφέρθηκε πρωτίστως για τα παρελθοντικά μας βιώματα, με τα οποία συνδέει τις νευρώσεις και επικεντρώνεται στη σεξουαλική επιθυμία. Κάθε νεύρωση αποτελεί, για τον Φρόυντ, την “αρνητική” έκφραση της διαστροφής, ενώ και οι δύο είναι ενδείξεις αδυναμίας κάποιων ανθρώπων να εξισορροπήσουν τις απαιτήσεις της λίμπιντο με τις απαιτήσεις της πολιτισμένης κοινωνίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, το παθολογικό μάς διδάσκει πάντα το πώς συγκροτείται το φυσιολογικό. Αυτή η «αρχή του κρυστάλλου», όπως ο ίδιος την ονόμασε, είναι η κύρια επιστημολογική αρχή της ψυχανάλυσης, η οποία είναι σήμερα διασπασμένη σε πλήθος “σχολών”, που αποκλίνουν περισσότερο ή λιγότερο από τις αρχικές φροϋδικές παρατηρήσεις.

 

Το περίφημο ανατολίτικο ντιβάνι (σήμερα βρίσκεται στο «Μουσείο Φρόυντ» στο Λονδίνο), όπου ο Φρόυντ συνήθιζε να ψυχαναλύει τους ασθενείς του, το οποίο ήταν έτσι διακοσμημένο ώστε να θυμίζει όχι το γραφείο ενός γιατρού αλλά τον χώρο ενός αρχαιολόγου.

 

Ωστόσο, δυστυχώς κάποια από τα αριστουργήματα της ψυχαναλυτικής βιβλιογραφίας παραμένουν ακόμη αμετάφραστα. Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν, μέχρι πρότινος, το βιβλίο Το τραύμα της γέννησης και η σημασία του για την ψυχανάλυση (Das Trauma der Geburt und seine Bedeutung für die Psychoanalyse, 1924), του Όττο Ρανκ, που έφεραν με εξαιρετική επιμέλεια στη γλώσσα μας οι αξιόλογες εκδόσεις Τροπή και το οποίο θα σχολιάσουμε στη συνέχεια. Αντίθετα με άλλους ψυχαναλυτές, ο Ρανκ δεν υπήρξε γιατρός αλλά κλασικιστής φιλόλογος και έγινε γνωστός για την πρωτότυπη ψυχαναλυτική του “ανάγνωση” της αρχαιοελληνικής μυθολογίας. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι, αν και ο Φρόυντ διάβασε το χειρόγραφο και αρχικά το εγκωμίασε, αργότερα η στάση του άλλαξε και του άσκησε κριτική, δύο χρόνια αργότερα, στο δικό του δοκίμιο με τίτλο Αναστολή, σύμπτωμα και άγχος.

Ας προχωρήσουμε όμως στο βιβλίο του Ρανκ. Η κεντρική ιδέα του είναι απλή, όπως φανερώνει και ο τίτλος: το τραύμα της γέννησης αποτελεί το έσχατο βιολογικό υπόστρωμα του ανθρώπινου ψυχισμού. Ο Ρανκ στηρίζεται στον Φρόυντ, για τον οποίο το αίσθημα του «άγχους» (> ἄγχω: νιώθω πως πνίγομαι) ανάγεται στο φυσιολογικό πνίξιμο που λαμβάνει χώρα κατά τη γέννησή μας, η οποία τερματίζει απότομα την ευχάριστη και ανέμελη ζωή που ζούσαμε μέσα στη μήτρα, ωθώντας μας στη διάβαση από τη στενή περιοχή του μητρικού κόλπου. Ωστόσο, ο Ρανκ γενικεύει σημαντικά αυτή την ιδέα, υποστηρίζοντας πως κάθε άγχος και φοβία μας αναβιώνει στην πραγματικότητα το αρχικό άγχος της γέννησής μας, ενώ κάθε ηδονή αποκαθιστά εκείνη την πρωταρχική ηδονή που βιώναμε μέσα στη μήτρα. Το πλέον τυπικό αντικείμενο παιδικού φόβου, να είμαστε δηλαδή κλεισμένοι σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, “υπενθυμίζει” στο ασυνείδητο του παιδιού το βίωμα της διαμονής μέσα στο σκοτεινό μητρικό σώμα, η οποία, αν και ευχάριστη και επομένως επιθυμητή κατ’ αρχάς, τερματίστηκε βίαια με τη διαδικασία της γέννησης, πράγμα που εξηγεί το γιατί είναι τόσο οδυνηρή για τα παιδιά. Όσο για τα παιδικά παιχνίδια (π.χ. κρυφτό), αποτελούν όλα τους απολαυστικές διακωμωδήσεις του πρωταρχικού τους αποχωρισμού από τη μήτρα.

Παρά τις μομφές προς τους “αποσχισθέντες” πρώην ψυχαναλυτές και τα αλλεπάλληλα εγκώμια θαυμασμού στον Φρόυντ (στον οποίο αφιερώνει και το παρόν βιβλίο), ο Ρανκ δεν διστάζει να λάβει τις αποστάσεις του από μια θεμελιώδη φροϋδική ιδέα: πρόκειται για το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, το οποίο ο Ρανκ θεωρεί δευτερεύουσας σημασίας μπροστά στο (χρονικά προγενέστερο) τραύμα της γέννησης, καθώς και άμεση απόρροιά του. Ή ακριβέστερα, απόρροια μιας (ακόμη προγενέστερης) διατάραξης της ενδομήτριας μακαριότητας από τον πατέρα, όταν αυτός ο τελευταίος διεισδύει στον κόλπο, μέσω της σεξουαλικής επαφής. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα είναι αποτέλεσμα της επεξεργασίας της ενδομήτριας οιδιπόδειας κατάστασης, στην οποία ο πατέρας «τραυματίζει το έμβρυο», ένας πρώιμος τραυματισμός που θα αυξηθεί τις στιγμές πριν τη γέννα και θα μεγιστοποιηθεί κατά την έξοδο του παιδιού από τη μήτρα. Γι’ αυτόν τον λόγο, για τον Ρανκ έχει μεγάλη σημασία το μέχρι ποιο μήνα της εγκυμοσύνης συνεχίζεται η συνουσία του ζευγαριού.

Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα ζώα, που έχουν τη δυνατότητα να ταυτίζουν τον εξωτερικό κόσμο με το λιμπιντικό τους αντικείμενο, ο άνθρωπος τείνει ασύνειδα να επιθυμεί την αναβίωση της «παραδείσιας» κατάστασης της ζωής του στη μήτρα. Από αυτή την επιθυμία εκπηγάζουν όλες οι μυθολογίες-θρησκείες και οι τέχνες των λαών, ισχυρίζεται ο Ρανκ. Αντίθετα, η αποτυχία υπέρβασης του τραύματος της γέννησης, έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση νευρώσεων. Από την άλλη, οι διαστροφές αποτελούν πολιτισμικά απορριπτέες απόπειρες αναβίωσης της πρωταρχικής ηδονής στη μήτρα. Ο Ρανκ θεωρεί τόσο πρωταρχική αυτή την κατάσταση που αναγάγει εκεί την επιδειξιομανία, την ουρολαγνία, την κοπρολαγνία, τον σαδισμό, τον μαζοχισμό, τον φετιχισμό, ακόμη και την ομοφυλοφιλία. Για παράδειγμα, ο μαζοχιστής δεν κάνει τίποτε άλλο από το να προσπαθεί να αντλήσει ευχαρίστηση από την επίπονη επανάληψη της διαδικασίας της γέννησης, ο επιδειξιομανής επιχειρεί να επιστρέψει στην πρωταρχική κατάσταση γύμνιας μέσα στη μήτρα κ.λπ. Το πραγματικό ασυνείδητο συνίσταται μονάχα στον λιμπιντικό δεσμό του εμβρύου με τη μήτρα. Οι θεμελιώδεις ψυχικοί μηχανισμοί του ασυνειδήτου είναι αφενός η προβολή, που αντικαθιστά με τον εξωτερικό κόσμο τη χαμένη ενδομήτρια κατάσταση ευδαιμονίας, και αφετέρου η ταύτιση, η οποία αποβλέπει στην αποκατάσταση της ενότητας με τη μητέρα (επιστροφή στη μήτρα). Οι ανθρώπινες κατασκευές που παρέχουν “προστασία” και ασφάλεια, από την κούνια ώς τον ναό και το φέρετρο, καθώς οι κάθε λογής τεχνολογικές καινοτομίες και τα εθνικά και κρατικά όρια-σύνορα, δεν έχουν άλλο σκοπό παρά να λειτουργήσουν ως υποκατάστατα της μήτρας. Μια τέτοια, ανθρώπινη “κατασκευή”, είναι και ο πολιτισμός στο σύνολό του, με κύριες πτυχές του τη θρησκεία, τη φιλοσοφία και την τέχνη (όπως και ο Φρόυντ, στο τότε πρόσφατο έργο του Το Εγώ και το Αυτό, ο Ρανκ δεν αποδίδει την επιστήμη στα ίδια αίτια).

Κάθε θρησκεία στηρίζεται στην πίστη σε κάποιο προστατευτικό αρχέγονο ον που μας εξασφαλίζει προστασία και μακαριότητα, η οποία ήταν δεδομένη κάποτε αλλά τελικά χάθηκε. Η αστρολογία, συστατικό στοιχείο πολλών αρχαίων θρησκειών, θεωρείται από τον Ρανκ ως η πρώτη “θεωρία” για το τραύμα της γέννησης, αφού εκφράζει την πεποίθηση πως όλη η ζωή του ανθρώπου καθορίζεται τη στιγμή της γέννησής του. Η λίγο-πολύ οικουμενική πίστη των λαών στη μεταθανάτια ζωή στηρίζεται στις αναμνήσεις του ασύνειδου βιώματος της ζωής στη μήτρα πριν τη γέννηση: σε αυτό το πλαίσιο, ο “παράδεισος” απηχεί τα ασύνειδα βιώματα ενδομήτριας μακαριότητας, ενώ η “κόλαση” (και κάθε μεταθανάτια τιμωρία) εκφράζει το πρωταρχικό τραύμα της γέννησης. Ακόμη και η γνωστή εικόνα του “απολεσθέντος παραδείσου” (π.χ. με το προπατορικό αμάρτημα στις μονοθεϊστικές θρησκείες) απεικονίζει γλαφυρά την απώλεια εκείνης της πρωταρχικής κατάστασης. Την ίδια πηγή με τις προσδοκίες περί ενός επουράνιου παραδείσου έχουν και τα πολιτικά οράματα εγκόσμιων ουτοπιών.

Παρόμοια απόπειρα υπέρβασης του τραύματος της γέννησης, αποτελεί και η τέχνη. Ο καλλιτέχνης πετυχαίνει στον μέγιστο δυνατό βαθμό τη μετουσίωση του πρωταρχικού τραύματος. Κάθε τέχνη στηρίζεται στη μορφή, πρώιμη έκφραση της οποίας υπήρξε το πρωταρχικό “μητρικό” αγγείο. Φυσικά, το τελευταίο αποτελεί μια εξιδανίκευση του τραύματος γέννησης.

Τέλος, παρόμοιο πολιτισμικό ρόλο παίζει και η φιλοσοφία. Συγκεκριμένα, αφού αρχικά οι προσωκρατικοί διανοητές αναζήτησαν την αρχή των πάντων (μήτρα), αυτό που εκείνοι προσέγγισαν και εξέφρασαν μόνο τμηματικά, βρήκε την πιο μεγαλειώδη έκφρασή του στην πλατωνική φιλοσοφία, η οποία υπήρξε η πρώτη που εξέφρασε με κάποιον τρόπο την ενδομήτρια μακαριότητα, μέσω της θεωρίας της περί έρωτος, ανάμνησης και της αλληγορίας του σπηλαίου (μήτρα). Χρειάστηκαν αιώνες απώθησης αυτής της επώδυνης συνειδητοποίησης μέσω της αριστοτελικής φιλοσοφίας και του σχολαστικισμού (αν και αυτές δεν είναι εντελώς απαλλαγμένες από όμοιες διορατικές συλλήψεις) για να φτάσουμε ξανά στην επαναφορά της πλατωνικής ανακάλυψης. Αυτό έλαβε χώρα μόλις τον 19ο αιώνα, μέσω της φιλοσοφίας του Άρθουρ Σοπενχάουερ. Επηρεασμένος από τα αρχαία ινδικά κείμενα, ο Σοπενχάουερ εξέφρασε γλαφυρά τη σκέψη ότι η ζωή προέρχεται από μια αδάμαστη βούληση (δηλ. τη μήτρα) είναι πόνος και το πιο επιθυμητό πράγμα θα ήταν το να μην έχει γεννηθεί κανείς (δηλ. επιστροφή στην ενδομήτρια κατάσταση). Ο Ρανκ ακολουθεί τις προκλητικές και αμφιλεγόμενες νιτσεϊκές σκέψεις πάνω στον Σωκράτη και τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό γενικότερα. Η σωκρατική μαιευτική, το δεύτερο “στάδιο” της σωκρατικής διαλεκτικής (μετά τη σωκρατική ειρωνεία), αποτελεί μια εξαιρετικά πρώιμη εφαρμογή της ψυχαναλυτικής θεραπείας. Παρά τις νευρώσεις του, λέει ο Ρανκ (ο οποίος ακολουθεί εδώ τη νιτσεϊκή σκέψη), ο Σωκράτης ήταν ο πρώτος άνθρωπος που πέτυχε να ξεπεράσει διανοητικά το τραύμα της γέννησης. Τα πολιτισμικά σύμβολα έχουν τον ρόλο να “ανακουφίζουν” υπαινικτικά τις συνέπειες από το τραύμα της γέννησης, χωρίς όμως να μας το θυμίζουν ξεκάθαρα. Κάτι τέτοιο θα ήταν φυσικά υπερβολικά οδυνηρό.

Δεν είναι όμως τυχαίο που σχεδόν το σύνολο των πολιτισμών ώς τώρα φτιάχτηκε βασικά από άνδρες. Το ανδρικό φύλο έχει μεγαλύτερη ανάγκη ν’ αναβιώσει με διάφορους τρόπους την ενδομήτρια μακαριότητα και την ικανοποίηση που προκύπτει από αυτή, ενώ αντίθετα οι γυναίκες έχουν τη δυνατότητα να βιώνουν πιο άμεσα (σωματικά), μέσω της εγκυμοσύνης τους, την πραγματική επανάληψη της πρωταρχικής ικανοποίησης. Για τον άνδρα, τη μοναδική πιθανότητα μιας (κατά προσέγγιση μονάχα) αποκατάστασης της πρωταρχικής μακαριότητας προσφέρει μονάχα η σεξουαλική δραστηριότητα, που βιώνεται ως επιστροφή στο μητρικό σώμα. Ο περιορισμός του γυναικείου φύλου, στις πατριαρχικές κοινωνίες ανά τον κόσμο, διαδέχτηκε μια πρώιμη εποχή μητριαρχίας (ο Ρανκ αποδέχεται τη θεωρία του Γιάκομπ Μπαχόφεν περί μιας γενικής μητριαρχικής προέλευσης των ανθρώπινων κοινωνιών), η οποία μετεξελίχθηκε ύστερα σε πατριαρχία και πήγασε ακριβώς από την επιθυμία λησμονιάς των εξαιρετικά δυσάρεστων συνεπειών του τραύματος της γέννησης από τη μάνα. Τελικά, ολόκληρη η πολιτισμική δημιουργία της ανθρωπότητας, δηλαδή κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, είναι η έκφραση της σφοδρής επιθυμίας για επιστροφή στην παραδεισένια κατάσταση πριν τη γέννηση και τους πόνους της, δηλαδή την επιστροφή μέσα στη μήτρα. Όσο πιο σκληρή και επίπονη ήταν η κατάσταση που βίωνε κάθε φορά η ανθρωπότητα, τόσο οι τάσεις παλινδρόμησης εντείνονταν. Μια ακόμη απολαυστική κατάσταση μερικής επιστροφής στη μήτρα, αποτελεί ο ύπνος, απόδειξη ότι οι άνθρωποι δεν ξεπερνάμε ποτέ οριστικά το τραύμα της γέννησής μας.

Αυτή είναι, σε γενικές γραμμές, η ψυχαναλυτική θεωρία του Ρανκ: ριζοσπαστική, ολιστική και φιλόδοξη, όχι λιγότερο από όσο η δαρβινική θεωρία της εξελίξεως. Σύμφωνα με τον Ρανκ:

«Η ψυχανάλυση μας ανάγκασε βαθμηδόν να αποβάλουμε τη διανοητική μας υπεροψία και να μάθουμε να προσδίδουμε όλο και λιγότερη αξία στη δύναμη του συνειδητού μας σε σχέση με τη βιολογική και στοιχειώδη δύναμη του ασυνειδήτου» (σελ. 216)

Σε αυτή την τόλμη της ψυχανάλυσης αποδίδει ο Ρανκ (όπως και ο Φρόυντ) την απροθυμία πολλών να την υποστηρίξουν, καθώς και την αποχώρηση ορισμένων από τον συγκεκριμένο τομέα έρευνας. Βέβαια, σε αντίθεση με τη δαρβινική εξέλιξη, η ψυχαναλυτική θεωρία παραμένει εμπειρικά δυσαπόδεικτη. Τα “μειονεκτήματά” της δεν είναι άλλα από τα μειονεκτήματα της φροϋδικής ψυχανάλυσης: αρκετή θεωρία με ελάχιστη πειραματική τεκμηρίωση (κυρίως μέσω μεμονωμένων ασθενών, διαδικασίες που εκ των πραγμάτων είναι δύσκολο να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει κανείς), παντελής απουσία στατιστικής και εστίαση της έρευνας σε συμβολισμούς μύθων, λογοτεχνικών ή ιερών θρησκευτικών κειμένων, προπαντός με τη χρήση της αναλογίας. Επιπρόσθετα, όπως ήδη επισημάνθηκε, οι παραπάνω τολμηροί ισχυρισμοί απορρίφθηκαν και από τον Φρόυντ. Συγκεκριμένα, όπως παραδέχτηκε ο ίδιος, η θεωρία του Ρανκ περί τραύματος, αν και παραμένει βέβαια μεθοδολογικά εντός της ψυχανάλυσης, παραμένει μη εξακριβωμένη: δεν υπάρχουν ευρήματα για το ότι μια δύσκολη και επίπονη γέννα συνδέεται με την ανάπτυξη νευρώσεων στο γεννηθέν άτομο, ούτε καν σε εκείνες τις ακραίες περιπτώσεις όπου σχεδόν προκαλείται ασφυξία. Επιπλέον, συνεχίζει, αυτή η θεωρία παραβλέπει εντελώς τους κληρονομικούς παράγοντες και την ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία του καθενός από εμάς.

 

 

Πάντως, για τον Ρανκ, ολόκληρη η ζωή μας συνίσταται στον μάταιο αγώνα επαναφοράς της πρωταρχικής ενδομήτριας μακαριότητας, ωστόσο οτιδήποτε και αν κάνουμε, ποτέ δε θα κατορθώσουμε τελικά ν‘ αναβιώσουμε την πρωταρχική κατάσταση ηδονής που βιώναμε πριν γεννηθούμε. Τότε όμως τι απομένει; Σύμφωνα με τον Ρανκ, η ψυχανάλυση προσφέρει στον άνθρωπο αυτό που ο εκείνος επιδιώκει αιώνες τώρα να πετύχει με τη βοήθεια του πολιτισμού, δηλαδή την αποκατάσταση του πόνου από εκείνο το πρωταρχικό τραύμα της γέννησης. Κατά τη διάρκεια της ψυχανάλυσης (παρεμπιπτόντως, οι συνεδρίες του Ρανκ ήταν από τις πιο βραχυχρόνιες, αφού διαρκούσαν τέσσερεις ως οκτώ μήνες), ο ασθενής “επαναλαμβάνοντας” ψυχικά την περίοδο που κυοφορούνταν, μαθαίνει σταδιακά να αίρει την πρωταρχική απώθηση (του τραύματος της γέννησης) και να μεταβιβάζει την πρωταρχική επιθυμία (επιστροφής στη μήτρα και ένωση με τη μητέρα) σε κάποιο υποκατάστατο αντικείμενο, χωρίς όμως να παίρνει μαζί του την πρωταρχική απώθηση. Ωστόσο, προειδοποιεί, το Αυτό (ασυνείδητο), με το δυσθεώρητο βάθος που το διακρίνει, δεν μπορεί να μεταβληθεί κατά το δοκούν και το μόνο που μπορεί να πετύχει η θεραπευτική διαδικασία είναι η μεταβολή της στάσης του Εγώ μας (συνείδηση) απέναντί του, εξασφαλίζοντας την ψυχική υγεία και αποδοτικότητα. Αν και η συνείδηση, αυτή η κατ’ εξοχήν ιδιότητα του ανθρώπινου γένους, είναι ένα αδύναμο όπλο, είναι όμως το μοναδικό που διαθέτουμε στον αγώνα μας ενάντια στις πάσης φύσεως νευρώσεις. Αν το μεταχειριστούμε σωστά, ίσως καταφέρουμε να οδηγήσουμε τους νευρωτικούς ανθρώπους στα επίπεδα συνείδησης που βρίσκεται ήδη το υπόλοιπο τμήμα της ανθρωπότητας, δηλαδή στα σπάργανα. Με αυτή την αδύναμη αχτίδα ελπίδας πίσω από τον γενικότερο πεσιμισμό του, κλείνει ο Ρανκ το βιβλίο του.

ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ