Συντάκτης: il Notaro

Λίγες σκέψεις περί την Ενημέρωση

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΟΥΑΤΖΗ

Αν δεχτούμε τη ρήση ότι «η δημοσιογραφία είναι το πρωτογενές υλικό της ιστορίας» όπου τα σημαντικότερα γεγονότα καταγράφονται, ερευνώνται, σχολιάζονται, χρονο-γραφούνται, τότε θα έπρεπε να υψωθεί μια θυελλώδης κατακραυγή κατά των «δημοσιογράφων» και των εργοδοτών τους που προσπαθούν να παραποιήσουν την ιστορία, προβάλλοντας ως ήρωες γεγονότων ανύπαρκτα επί της ουσίας ανθρωπάκια, που καθόλου δεν επηρεάζουν τον ρου της ιστορίας, όπως τηλεπερσόνες, κοσμικομαϊντανούς και άλλους ανάξιους λόγου που περιφέρονται από κανάλι σε κανάλι.

~.~

Παρακιτρίνισε ο Τύπος έντυπος και ηλεκτρονικός. Κιτρινισμός δεν είναι μόνον η παραποίηση των γεγονότων, η προβολή των μη ουσιωδών στοιχείων ενός γεγονότος, αλλά και η απόκρυψη γεγονότων ή διαστάσεών τους, καθώς και η προβολή και αναπαραγωγή «ειδώλων», τα οποία είτε είναι ανάξια λόγου, είτε ψηφοθηρούν, υποτιμώντας τη νοημοσύνη των αναγνωστών-τηλεθεατών.

~.~

Το ρεπορτάζ έχει πεθάνει. Η πολύπλευρη έρευνα των γεγονότων, με συστηματική παρακολούθηση, με άξονα: αιτία – γεγονός – επίπτωση, εξέλιπε πλέον. Όπως έχει εκλείψει ο αντίλογος του καταγγελλόμενου, η λεγόμενη «άλλη πλευρά» των γεγονότων. Ας μην αναφερθώ στις ρατσιστικές αναφορές, λοιδορίες, σχόλια σε βάρος ανθρώπων «μη ορθών πολιτικά». (περισσότερα…)

Θεώνη Κοτίνη, Ποιήματα

*

Γύρω πανούκλα του θεού
και μπουμπουκιάζει ο φόβος.
Να ’ρθε ο καιρός;
Οι προφητείες να αληθεύουνε;

Παλιό σκαρί ο κόσμος
θα μπατάρουμε.

Πάνω
κρότος της μάστιγας ηχεί
Κάτω τυφλό το αμπάρι.
Δεν είδαμε
δεν ξέραμε
δεν φταίξαμε
ήταν γλυκό σκοτάδι.

Κάνε τουλάχιστον εμείς
να παραμείνουμε
άθικτοι
και αμόλυντοι
και ανίδωτοι
απ’ το μεγάλο μάτι. (περισσότερα…)

Από το δολλάριο στο γουάν; Για το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Εισαγωγή

Το ερώτημα που θα με απασχολήσει στην παρούσα εργασία, αφορά το κατά πόσον είναι δυνατό να σχηματισθεί μια συγκεκριμένη τυπολογία, με βάση την οποία θα μπορούσαμε να προβούμε στη σημερινή φάση ανάπτυξης του διεθνούς οικονομικού συστήματος, σε αποτίμηση ή σε εκτίμηση της ΑΞΙΑΣ ενός νομίσματος το οποίο καλείται να αποτελέσει ή προτίθεται να αποτελέσει ένα από τα βασικά μέσα διεθνών πληρωμών και πρωτίστως ένα από τα κύρια αποθεματικά νομίσματα.

Θα επιχειρήσω να κατασκευάσω μια τέτοια τυπολογία ανατρέχοντας καταρχήν στην ιστορική εμπειρία των τελευταίων διακοσίων ετών, μέσα από την οποία θα προσπαθήσω να αντλήσω τα δεδομένα εκείνα, τα οποία ενσωματώνοντας τα στην πολιτική και οικονομική θεωρία των διεθνών οικονομικών σχέσεων θα μου επιτρέψουν να καταλήξω, σε θεωρητικό επίπεδο πλέον, στην καταγραφή και την ιεράρχηση των ζητουμένων κριτηρίων. Για το λόγο αυτό θα χρησιμοποιήσω δύο παραδείγματα που αφορούν τα νομίσματα που έχουν ενδυθεί το ρόλο του παγκόσμιου νομίσματος τους δύο τελευταίους αιώνες κατά τους οποίους κυριαρχεί το καπιταλιστικό σύστημα.

Συγκεκριμένα θα αναφερθώ στην αγγλική στερλίνα και το αμερικανικό δολλάριο. (περισσότερα…)

Ελένη Χαϊμάνη, Η Λενιώ

*

Σηκώθηκε με κόπο απ’ το ντιβάνι, ακούγοντας τα κόκκαλα της να τρίβονται κάτω απ’ το γερασμένο της πετσί. Το σήκωσε πιέζοντας το, ανάμεσα στa δυο δάχτυλα, αντίχειρα και δείχτη, και όταν το άφησε, αυτό άργησε πολύ να επιστρέψει στην αρχική του θέση. Τα γεμάτα φολίδες απ’ την ξηροδερμία καλάμια της, πονούσαν μες στο κρύο, παρότι κοιμόταν αποβραδίς με τις μάλλινές της κάλτσες.

Η καλύβα ήταν κρύα, χειμώνας καιρός και δίπλα στη θάλασσα ήταν πολύ βαρύ να το αντέξει. Κι όμως, έμαθε να ζει σ’ εκείνες τις συνθήκες, και η αποδοχή της πραγματικότητας, της έκανε καλό. Νίφτηκε με κρύο νερό στο πρόσωπο και έσφιξε τα δόντια. Περνώντας απ’ το μικρό χολ απέναντι από την κεντρική πόρτα, κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Κωμικό πρόσωπο πάντοτε, ο Πειρασμός κι ο Διάβολος. Τα γαλανά της μάτια ήταν το μόνο νεανικό σημάδι που έφερνε απάνω της. Μεγάλα, με μια στραβή γωνία πως τα κάτω είχαν την δύναμη να τρομάξουν τον κάθε ατρόμητο που την έβλεπε. Κάνοντας να φύγει, να φτιάξει τον καφέ της, είδε στο πλάι την σηκωμένη της καμπούρα, σα κόκκαλο που έβγαινε με βία από τη βάση του κορμού και προσπαθούσε χαζά να το καλύψει με τα βαμβακερά μαλλιά της. Τα χώριζε πάντοτε στη μέση, αυστηρά, και τα χτένιζε με μανία μέχρι κάτω και αυτά κατέληγαν σαν μια ουρά στην βάση της καμπούρας. Είχε περισσότερο το φως μιας μούσας, παρά μιας χάριτος. Ήταν, ομολογώ, μάλλον άσχημη παρά ωραία στο πρόσωπο. (περισσότερα…)

Σεργκέι Καραγκάνωφ, Για τη Ρωσία αυτός ο πόλεμος είναι υπαρξιακός

*

Ο πρώην σύμβουλος του προέδρου Πούτιν μιλάει για το πώς η Ρωσία βλέπει τον πόλεμο στην Ουκρανία, τους ρωσικούς φόβους για το ΝΑΤΟ και την Κίνα, και το μέλλον του δυτικού φιλελευθερισμού

Συνέντευξη στον Μπρούνο Μασάες
(μετάφραση Γιώργος Πινακούλας)

Πρώην προεδρικός σύμβουλος τόσο του Μπορίς Γέλτσιν όσο και του Βλαντίμιρ Πούτιν, ο Σεργκέι Καραγκάνωφ είναι επίτιμος πρόεδρος της μοσχοβίτικης δεξαμενής σκέψης Συμβούλιο για την Εξωτερική και Αμυντική Πολιτική. Του αποδίδονται πολλές κομβικές ιδέες της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, από το λεγόμενο Δόγμα Καραγκάνωφ για τα δικαιώματα των Ρώσων που ζουν στο εξωτερικό μέχρι την αρχή της «δημιουργικής καταστροφής», γνωστής επίσης ως «Δόγμα Πούτιν». Ο Καραγκάνωφ συνδέεται τόσο με τον Πούτιν όσο και με τον Υπουργό Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρώφ και έχει συνδιαμορφώσει πολλές από τις ιδέες που οδήγησαν στον πόλεμο στην Ουκρανία – παρόλο που έχει επίσης εκφράσει τη διαφωνία του με την ιδέα μιας μακροχρόνιας κατοχής της χώρας.

Ο Καραγκάνωφ προωθεί την ιδέα της «Μεγάλης Ευρασίας» και υποστηρίζει τη στενότερη συνεργασία με την Κίνα. Είναι γνωστός ως γεράκι της εξωτερικής πολιτικής και ισχυρίζεται ότι η μακρά κυριαρχία της Δύσης στη διεθνή πολιτική φτάνει τώρα στο τέλος της. Στις 28 Μαρτίου ο αρθρογράφος του New Statesman Μπρούνο Μασάες πήρε συνέντευξη από τον Καραγκάνωφ σχετικά με τις απόψεις του για τον πόλεμο –μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται αμφιλεγόμενες δηλώσεις σχετικά με την ουκρανική κρατική υπόσταση και την αποναζιστικοποίηση, με τις οποίες θα διαφωνούσαν όσοι ζουν εκτός Ρωσίας– και για το μέλλον της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης.

Η συνέντευξη του Σεργκέι Καραγκάνωφ στον Μπρούνο Μασάες δημοσιεύτηκε με τον τίτλο «“Russia cannot afford to lose, so we need a kind of a victory”: Sergey Karaganov on what Putin wants» ( New Statesman, 2.4.2021.).

~.~

Μπρούνο Μασάες: Γιατί η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία;

Σεργκέι Καραγκάνωφ: Εδώ και 25 χρόνια, άνθρωποι όπως εγώ λέγαμε ότι αν το ΝΑΤΟ και οι Δυτικοί σύμμαχοι επεκταθούν πέρα από κάποιες κόκκινες γραμμές, ειδικά στην Ουκρανία, θα γίνει πόλεμος. Προέβλεψα αυτό το σενάριο ήδη απ’ το 1997. Το 2008 ο Πρόεδρος Πούτιν είπε ότι αν η συμμετοχή της Ουκρανίας στη συμμαχία γίνει πιθανότητα, τότε θα πάψει να υπάρχει Ουκρανία. Δεν εισακούστηκε. Συνεπώς, ο πρώτος αντικειμενικός στόχος είναι το τέλος της επέκτασης του ΝΑΤΟ. Ακόμα δύο αντικειμενικοί στόχοι προστέθηκαν: ο πρώτος είναι η αποστρατιωτικοποίηση της Ουκρανίας· ο άλλος είναι η αποναζιστικοποίηση, επειδή υπάρχουν άνθρωποι στη ρωσική κυβέρνηση που ανησυχούν για την άνοδο του υπερεθνικισμού στην Ουκρανία σε βαθμό που πιστεύουν ότι αρχίζει να μοιάζει με τη Γερμανία της δεκαετίας του 1930. Υπάρχει επίσης ο στόχος ν’ απελευθερωθούν οι δημοκρατίες του Ντονμπάς από οκτώ χρόνια διαρκών βομβαρδισμών.

Υπήρχε επίσης η ισχυρή άποψη ότι ο πόλεμος με την Ουκρανία ήταν αναπόφευκτος –ίσως σε τρία ή τέσσερα χρόνια από τώρα– και θα ήταν πολύ πιθανό να λάβει χώρα μέσα στο ίδιο το ρωσικό έδαφος. Έτσι, ίσως το Κρεμλίνο αποφάσισε πως αν πρέπει να πολεμήσεις, καλύτερα να πολεμήσεις στο έδαφος κάποιου άλλου, στο έδαφος μιας γειτονικής και αδελφικής χώρας, μέρους κάποτε της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Ο πραγματικός πόλεμος όμως είναι ενάντια στη δυτική επέκταση. (περισσότερα…)

Γκέοργκ Τρακλ, Ποιήματα

*

GRODEK

Το βράδυ αντηχούν στου φθινοπώρου τα δάση κλαγγές
από όπλα θανάτου, στις γαλάζιες τις λίμνες,
στις χρυσές πεδιάδες, ο ήλιος επάνω τους
κυλάει σκοτεινός· σφίγγει η νύχτα στον κόλπο της
μαχητές που πεθαίνουν, τον άγριο θρήνο
των σπασμένων χειλιών τους.
Νέφος κόκκινο αμίλητο βρέχει το χώμα
το χυμένο το αίμα, φεγγάρι ψυχρό ―
μέσα του οικεί ένας οργίλος Θεός·
όλοι οι δρόμοι εκβάλλουν στο μελάνι της σήψης.
Κάτω απ’ της νύχτας τα χρυσά κλαδιά και τ’ αστέρια
της νοσοκόμας ο ίσκιος σαλεύει σ’ ένα άλσος βουβό
χαιρετώντας πνεύματα ηρώων, κεφαλές ματωμένες·
στην καλαμιά ηχούν σιγανά του φθινοπώρου οι μαύροι αυλοί.
Ω υπερήφανο πένθος! εσείς σιδερένιοι βωμοί,
την καυτή φλόγα του πνεύματος τρέφει απόψε ένας
πόνος βαθύς,
τ’ αγέννητα εγγόνια.

* * * (περισσότερα…)

Ένας κόσμος πλήρης και ευφρόσυνος

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Ηλίας Κεφάλας,
γραφέας του φυσικού έπους,
Θράκα 2021

Στην τελευταία του δουλειά, ο Ηλίας Κεφάλας αποτυπώνει στιγμές, διαθέσεις και ρυθμούς του γενέθλιου τόπου, λειτουργώντας ως καταγραφέας του «φυσικού έπους», όπως λέει. Έπος, όπως η μακρά δοξαστική αφήγηση μιας ατελεύτητης εποποιίας που είναι η ζωή και η αναπνοή του κόσμου γύρω μας και μέσα μας. Γι’ αυτό και τα ποιήματα δεν είναι απλώς εικόνες της φύσης, αλλά και οι μυστικές συζεύξεις και ανταποκρίσεις ανάμεσα στον άνθρωπο που πρέπει να ξαναβρίσκει συνεχώς τον ορισμό και τον προορισμό του και την αυτοφυή ύπαρξη της φύσης που τον περιέχει, τον εξηγεί και τον υπερβαίνει. Τον παρηγορεί, γιατί υπάρχει ως η πλησιέστερη φανέρωση του θαύματος, αλλά και τον απελπίζει, γιατί κρατά ανέγγιχτο το μυστικό της, που είναι πώς να ζει ανερώτητα ως κατακλυσμιαία βούληση και ως αγαθοποιός πράξη. Σε αυτόν τον κόσμο της φύσης της Θεσσαλίας έχει επιλέξει να ζει και να θέτει εν πολλοίς το ποιητικό του στοίχημα ο Ηλίας Κεφάλας τα τελευταία χρόνια, με την αγάπη του πιστού, του γηγενούς, του «εκβλαστήματος της ανθρώπινης θλίψης» αλλά και του συμπαίκτη, του συναυτουργού μιας ιερουργίας. (περισσότερα…)

Μια Grande Dame της ελληνικής δημοσιογραφίας

*

Ζέζα Ζήκου, In Memoriam

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Την Ζέζα Ζήκου την γνώρισα απρόσμενα σε ένα δεκαπενθήμερο ταξίδι στην Ιαπωνία (μαζί με την αδελφή της Μαρίτα), τον Δεκαπενταύγουστο του 2000. Μέχρι τότε την ήξερα εξ ονόματος μόνον ως αρθρογράφο οικονομικών θεμάτων της Διεθνούς Αγοράς, στο πρωτοσέλιδο μάλιστα της πορτοκαλόχρωμης Οικονομικής Καθημερινής, κι ομολογώ πως ελάχιστα κείμενά της είχα διαβάσει. Ξεκίνησα στην αρχή του ταξιδιού να μιλώ για τη χώρα, την ιστορία της, την κουλτούρα και τις παραδόσεις της, κι είχα και το –ανεπίγνωστο ομολογουμένως– θράσος να ξεστομίσω δυο κοινότοπες,  ήδη ξεπερασμένες από την πρόσφατη ιστορία, κουβέντες για τη θαυμαστή οικονομική κατάσταση της Ιαπωνίας. Με άκουσε με προσοχή και μόνον αφού τελείωσα και μ’ ευχαρίστησε, άρχισε αυτή με τρόπο απλό, εύληπτο, προσηνή, ευγενή μα και με το αταλάντευτο ύφος της πραγματικής αυθεντίας και της εμβριθούς γνώσεως, να μου περιγράφει την εξόχως τραγική εικόνα της ιαπωνικής οικονομίας όπως είχε εξελιχθεί μέχρι τότε. Καθόμουν ως μαθητούδι κι άκουγα, συνειδητοποιώντας σιγά-σιγά ποια ήταν η συνομιλήτρια συνταξιδιώτισσά μου. Έκτοτε κι επί δεκαπέντε σχεδόν μέρες έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου προκειμένου να της γνωρίσω ό,τι ήξερα από την Ιαπωνία, τους τόπους που επισκεπτόμασταν, την τέχνη, τη θρησκεία, τη λογοτεχνία, το πνεύμα της. Είχε μία ασίγαστη περιέργεια να δει και να γνωρίσει όσα περισσότερα μπορούσε για τη χώρα και τους ανθρώπους. Δοκιμάζαμε καθημερινά τα πιο διαφορετικά ντόπια φαγητά, ψάχνοντας να διακρίνουμε γεύσεις, ποιότητες κι ιδιαιτερότητες του ιαπωνικού τρόπου, πήγαμε σε ναούς και πατσίνκο, σε μπαρ, σε μουσεία, σε καραόκε μπαρ κλπ.

Μιλήσαμε πολύ, για πολλά και για πολλούς, μίλησα για τη γιαπωνέζικη ποίηση, τους σαμουράι, τον κόσμο τους και τον ηθικό τους κώδικα (μόλις πρόσφατα είχα ανακαλύψει κι εγώ το Χαγκάκουρε του Γιαμαμότο Τσουνοτόμε), μου μίλησε για την πολιτική και την οικονομία, την κατάσταση της Ελλάδας, τη διεθνή πραγματικότητα, όπως την έβλεπε η ίδια· μιλήσαμε για τα γραπτά και τη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη που εκτιμούσε βαθύτατα (με την επιστροφή μας στην Αθήνα έσπευσα να της δώσω το τεύχος του περιοδικού της «Ινδίκτου» που περιείχε το περίφημο –και μέχρι σήμερα τραγικά αγνοημένο– άρθρο του Κονδύλη για τις σχέσεις της Ευρώπης με τη Ρωσία, για τα Ηνωμένα Έθνη, μαζί με τους  Στοχασμούς ενός απολιτικού του Τόμας Μαν, που μόλις είχε εκδοθεί από την Ίνδικτο, όπου εργαζόμουν τότε). Σε αυτές τις συζητήσεις πρωτοένιωσα την ασίγαστη κι αγωνιώσα έγνοια της για τη χώρα και το μέλλον της, μα και τη σταθερή της πεποίθηση για την Τουρκία ως ένα επεκτατικό, αναθεωρητικό κράτος, εχθρικό προς τους γείτονές του και ιδίως προς την Ελλάδα. Κι αυτό, με στέρεη, πραγματική, εκτίμηση των γεγονότων και των εξελίξεων, παρά το τραυματικό βίωμα, που η οικογένειά της ως Κωνσταντινουπολίτες κουβαλούσαν, αποφασίζοντας να εγκατασταθούν μόνιμα στην Ελλάδα. Αυτή η έγνοια μάλιστα και η αγωνία αποτυπώθηκε εντονότατα και καθαρά ιδίως στην αρθογραφία της των τελευταίων ετών. (περισσότερα…)

Με απλά λόγια δεν γίνεται!

*

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

Απόπειρα απάντησης στο κείμενο ενός φίλου με τον οποίο διαφωνώ απόλυτα σχετικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Το κείμενό του έχει τίτλο «Με απλά λόγια» και αναρτήθηκε στις 23.3.2022 στη σελίδα του στο Facebook. Όσο απόλυτη όμως και αν είναι η διαφωνία μου με το μήνυμα του εν λόγω κειμένου, έγραψα την απάντησή μου με την ελπίδα ότι ακόμη υπάρχει στη χώρα μας, και ευρύτερα στη Δύση, κάποιο περιθώριο να εκφράζουμε τη διαφωνία μας πολιτισμένα – όσο φορτισμένες και αν είναι οι στιγμές.

Α. ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

«Τη στιγμή που ο βιαστής ορμάει στην γυναίκα, αν είμαστε εκεί γύρω … προσπαθούμε να προστατέψουμε την γυναίκα και να σταματήσουμε τον βιαστή … Την στιγμή του βιασμού, είμαστε με το θύμα του βιασμού. Την στιγμή που ο διαρρήκτης σπάει την πόρτα του σπιτιού … προσπαθούμε να τον σταματήσουμε … και να προστατεύσουμε τα άτομα που μένουν στο σπίτι … Την στιγμή της διάρρηξης, είμαστε με τα θύματα της διάρρηξης. Έτσι και την στιγμή της εισβολής … είμαστε με το θύμα της εισβολής …».

Όμως ένας πόλεμος δεν είναι «στιγμή» – είναι μια «οργανωμένη ένοπλη σύγκρουση, συνήθως μεγάλης χρονικής διάρκειας και έκτασης, μεταξύ κρατών». Η διάρκειά του δίνει την ευκαιρία και τις αφορμές στο άτομο να επεξεργαστεί την πρώτη του αντίδραση και να ενημερωθεί. Όταν δε το άτομο τείνει στην υιοθέτηση μιας απόλυτης, μανιχαϊστικής στάσης που εκφράζεται με τη χρήση απόλυτων ηθικών δίπολων ως κριτηρίων, ίσως αυτή η ευκαιρία για ενημέρωση και έρευνα να γίνεται πιο εμφατικά και ηθική υποχρέωση. (περισσότερα…)

Εξομολογήσεις της Κολλέτ

*

Η Colette υπήρξε πόρνη της Μασσαλίας στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Τα γραπτά της συλλέχθηκαν από τους αστυνομικούς που τη βρήκαν στραγγαλισμένη στο κρεβάτι της, την Άνοιξη του 1922. Ο δολοφόνος της δεν αποκαλύφθηκε ποτέ.

*

…Δεν ξεχνώ το βλέμμα των ανδρών που κοιτώντας με εισχωρούνε μέσα μου.

Έμαθα να το εκτιμώ πάντα περισσότερο από τα κλειστά βλέφαρα άλλων που ούτε για λίγο δεν μου αποκαλύπτουν γυμνή και την ψυχή τους.

Εκθέτω όσο μπορώ το αιδοίο και τον πρωκτό μου στην απόλυτή τους διάκριση. Βαστάω τα πόδια μου ανοιχτά για νά ’ρθουν κοντά μου, βαθιά μες στο κορμί μου, όσο πιο πολύ γίνεται, να δω το πρόσωπο με τους σπασμούς των μυών γύρω απ’ το στόμα, το μέτωπο και τα φρύδια, τα μάτια τους.

Μάτια άλλοτε λαμπερά, υγρά απ’ τη συγκίνηση, άλλοτε θολά από μέθη ή λαγνεία, κάποιες φορές κόκκινα, φλογερά, τρομακτικά που κρύβαν βία. Ματιές γεμάτες πόθο, χαρά, έπαρση κατακτητή ή θηρευτή που μόλις κατέβαλε το θήραμα του και το απολαμβάνει. Ματιές απροσπέλαστες ανθρώπου που βλέπει όραμα σε έκσταση βακχική και το βλέμμα του δεν εστιάζει πουθενά αλλού από τον δικό του κόσμο. Μάτια τρυφερά, χαρούμενα, μάτια σκληρά, μάτια τρελά, μάτια γεμάτα υποτίμηση ίσως κι αηδία, αδιάφορα μάτια.

Τους παρατηρώ καθώς η ανάσα τους βαραίνει, τα ρουθούνια τους διευρύνονται, μια κοκκινίλα απλώνεται στο πρόσωπο και το λαιμό τους, κουβέντες ακαταλαβίστικες βγαίνουν από τα χείλη τους που ξέρω πως συνήθως δεν με αφορούν. Ο ρυθμός της διείσδυσής τους επιταχύνεται όσο πλησιάζουν στην κορύφωση. Απολαμβάνω τότε να έρχομαι ακόμα πιο κοντά αυξάνοντας τον ερεθισμό τους. Θέλω να νοιώσω και τα σκληρά τους χέρια στο λαιμό και τα μάγουλά μου, θέλω να γευτώ τον ιδρώτα, το σάλιο και το χνώτο τους και τότε τους κοιτώ ίσια στα μάτια προσπαθώντας να μπω μέσα τους πιο βαθιά απ’ ό,τι εκείνοι σε μένα.

Σπάνια κρατούν τα μάτια ανοιχτά ως το τέλος. Οι περισσότεροι σαν πλησιάζουν στην κορυφαία στιγμή κλείνουν τα βλέφαρα σφιχτά και με έναν σπασμό στο πρόσωπο τελειώνουν. Όταν πάλι ανοίξουν τα βλέφαρά τους είναι ξανά άλλοι άνθρωποι. Σε άλλη διάσταση εκστασιάζονται, βακχεύουν και σε άλλη ζούνε την καθημερινή τους τη ζωή. Αυτό για μένα είναι γνώση και εμπειρία ανεκτίμητη.

Σε εκείνους ωστόσο που με κοιτούν αδιάκοπα ως το τέλος, τους θαρραλέους που δε φοβούνται –όποια προαίρεση φωτεινή ή σκοτεινή κι αν έχουν– να αφήσουν τη ψυχή τους να φανεί και να ενωθεί μαζί μου, σε εκείνους χαρίζω εγώ τον οργασμό μου. Σ’ αυτούς που ξέρουν τα ένστικτά τους και δε τα κρύβουν. Σ’ αυτούς που δεν λογοδοτούν για τον πόθο, τη λαγνεία, την όποια τους επιθυμία. Με αυτούς αφήνομαι, με αυτούς ταξιδεύω, χάνομαι και πια δεν τους παρατηρώ. Ακολουθώ το ρυθμό τους, εγκαταλείπω κάθε μου άμυνα, κλείνω τα μάτια και μαζί τους τελειώνω.

Α.Χ.

*

*

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη (4/4)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Περὶ τῶν τοῦ βίου ὁδῶν

Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη  (4/4)

 

Τίς εἶμαι; Πόθεν δὲ ἐγὼ ς᾽ τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον;
Ἀφοῦ δὲ λάβῃ με ἡ γῆ κι᾽ ἀναστηθῶ κατόπιν
ἀπὸ τὴν κόνιν, τίς ἐγὼ θὰ εἶμαι τότε πάλιν;
Ποῦ θὰ μὲ θέση ὁ Θεός; Ἆρά γε θὰ μὲ σώσῃ;
ἀφοῦ μὲ λάβῃ ἀπ᾽ ἐδῶ, εἰς εὔδιον λιμένα;

Πολλαὶ βεβαίως αἱ ὁδοὶ τοῦ πολυτλήτου βίου.
Ἄλλος μὲ ἄλλας θλίψεις του συμφύρεται καὶ πάθη,
κι᾽ οὐδὲν καλὸν ς᾽ τὸν ἄνθρωπον χωρὶς κακὸν ὑπάρχει.
Εἴθε δὲ μὴ τὰ λυπηρὰ πλεῖον μέρος κατεῖχον!

Ὁ πλοῦτος εἶνε ἄπιστος. Ἓν ὄνειρον ὁ θρόνος.
Πόνος ἐστὶ τὸ ἄρχεσθαι. Εἱρκτὴ δὲ ἡ πενία.
Τὸ κάλλος δὲ ταχύπτερον, μιᾶς ἀστραπῆς ἡ λάμψις.
Βράσμα τοῦ χρόνου, μαρασμός, ὑπάρχει ἡ νεότης.
Τὸ γῆρας πλῆρες θλίψεων, τοῦ βίου μας ἡ δύσις.
Οἱ λόγοι δέ, πτερόεντες. Τὸ κλέος καὶ τὸ αἷμα
τὸ παλαιόν, οἱ εὐγενεῖς γονεῖς μας, ὅλα ταῦτα,
ἕνας ἀέρας. Ἡ ἰσχὺς τοῦ σώματός μας πάλιν,
συὸς ἀγρίου δύναμις. Καὶ ὑβριστής, ὁ κόρος.
Δεσμός, ὁ γάμος βέβαια. Ἡ εὐτεκνία πάλιν
εἶν᾽ ἀναγκαία τις φροντίς. Ἡ δυστεκνία νόσος.
Αἱ ἀγοραί, τὰ βήματα, μέριμναι τῆς κακίας.
Ἡ ἠρεμία πάλιν δέ, ἀδράνεια ὑπάρχει.
Αἱ τέχναι, ἀποβλέπουσιν εἰς θεραπείαν πάντων
τῶν χαμαιζήλων καὶ φθαρτῶν. Στενὸς ὁ ξένος ἄρτος.
Τὸ νὰ ὀργόνης δὲ τὴν γῆν, μόχθος. Τῶν ποντοπόρων
μέρος τὸ περισσότερον, εὑρίσκεται εἰς ᾍδην.
Ἡ δὲ πατρίς, ἓν βάραθρον, οἰκεῖον. Ὄνειδός δε,
ἡ ξενιτεία. Ἅπαντα τὰ τῶν θνητῶν ἐνταῦθα
μόχθος καὶ πόνος. Ἅπαντα τὰ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ
γέλως ὑπάρχουν, χνοῦς, σκιά, φάσμα, πνοὴ καὶ δρόσος,
πτερόν, ἀτμὶς καὶ ὄνειρον, ροῦς ποταμοῦ καὶ κῦμα,
ἴχνη νεὼς καὶ αὖρα δὲ καὶ κόνις. Ἕνας κύκλος
τῳόντι ἀεικίνητος ὁποὺ ὁμοίως πάντα
κατακυλίει καὶ ἐστὼς καὶ τρέχων ἢ καὶ μένων
πάγιος, ἢ λυόμενος, εἴς τε τὰς περιόδους
τοῦ χρόνου, εἰς ἡμέρας τε καὶ νύκτας, εἰς τοὺς πόνους,
εἰς τοὺς θανάτους, ἔτι δὲ εἰς τὰς ἀνίας πάσας,
εἰς τὰς χαράς, τὰς νόσους μας, εἰς τε τὰς δυσπραγίας
καὶ εὐδρομίας, ὄλβους τε ἅμα καὶ δυστυχίας.

Καὶ ὅμως τοῦτο εἶνε δὰ τῆς Σῆς Σοφίας, Λόγε
Γενέτωρ, ὅλα τὰ ἐδῶ ἄστατα νὰ ὑπάρχουν,
ἵνα μὲ ἔρωτα βαθὺν τὰ στάσιμα ποθῶμεν.
Τὰ πάντα μὲ τὰς πτέρυγας διέρχονται τοῦ νοῦ μας
τροχάδην, ὅσα παλαιὰ καὶ ὅσα αὖθις νέα.
Κανὲν οὐτιδανώτερον ἄλλο δὲν εἶνε μᾶλλον
ἀπὸ αὐτὰ τὰ μάταια καὶ τὰ φθαρτὰ τοῦ κόσμου.

Εἰς τοὺς ἀνθρώπους μόνον ἓν καλὸν ὄντως ὑπάρχει
καὶ στερεὸν καὶ μόνιμον· τῆς γῆς νὰ ἀποσπῶνται,
τὸν τοῦ Κυρίου αἴροντες Σταυρὸν ἀγαλλιῶντες.
Καὶ δάκρυα καὶ στεναγμοί, νοῦς μελετῶν τὰ θεῖα.
Ἐλπὶς καὶ λάμψις ἔκλαμπρος Τριάδος οὐρανίας,
τοῖς καθαροῖς τε καὶ ἁγνοῖς μόνοις συμμιγνυμένης.
Τοῦ ἀστοχάστου τοῦ χοὸς λύσις. Ἡ ἀφθαρσία
Εἰκόνος ἣν ἐλάβομεν παρὰ Θεοῦ οἱ πάντες.
Νὰ ζῶμεν ἕνα βίον δὲ ἀλλότριον καὶ ξένον
τῆς ζωῆς ταύτης. Καὶ ἀντὶ τοῦ κόσμου τοῦ παρόντος
κόσμον ἄλλον νὰ λάβωμεν. Τὰ ἄχθη καὶ τὰς θλίψεις
ὅλας νὰ ὑπομένωμεν μὲ γενναιοψυχίαν.

~•~

Πρὸς ἑαυτόν

(Κατ’ Ἐρώτησιν καὶ Ἀπόκρισιν)

Ποῦ δὲ οἱ λόγ’ οἱ πτερωτοί, πετῶντες εἰς ἀέρα;
Ποῦ τῆς ἐμῆς νεότητος τὸ ἄνθος τὸ ὡραῖον;
―Ἐχάθη φεῦ! ὁλοτελῶς. ―Ἡ δόξα δὲ ἡ τόση;
―Ἄφαντος ἔγεινε κι᾽ αὐτή. ―Ἀλλὰ καὶ ποῦ τὸ σθένος
τῶν εὐπαγέων μου μελῶν; ―Τὸ ἔκαμψεν ἡ νόσος.
―Ὁ πλοῦτος καὶ τὰ κτήματα ποῦ εἶνε τώρα πλέον;
―Τὰ ἔχει ὁ Θεὸς αὐτά. Ἄλλα δὲ εἰς παλάμας
ἁρπακτικὰς τῶν ἀσεβῶν παρέδωκεν ὁ φθόνος.
―Οἱ δὲ γονεῖς μου οἱ καλοὶ καὶ ἡ τῶν αὐταδέλφων
σεπτὴ δυὰς καὶ ἱερά; ―Κατῆλθον εἰς τὸν τάφον…
Καὶ μόνη μοῦ ἀπέμεινεν ἡ γλυκερὰ πατρίς μου.
Ἀλλὰ ἐπῆλθε κ’ ἐπ’ αὐτὴν ὁ βάσκανος ὁ δαίμων
σηκώσας κῦμα κελαινόν. Καὶ τώρα ξένος εἶμαι
καὶ ἔρημος, πλανώμενος εἰς χώραν ἀλλοτρίαν,
σύρων ζωήν τε λυπηρὰν κι’ ἀσθενικὸν τὸ γῆρας.
Ἄθρονός τε καὶ ἄπολις καὶ ἄπαις γε, μὴ ἔχων
τέκνα ποὺ νὰ φροντίζωσι νὰ μὲ γηροκομῶσι,
ζὼν ὅλας τὰς ἡμέρας μου μ’ ἀειπλανεῖς τοὺς πόδας.
Ποῦ νὰ τὸ ρίψω τοῦτό μου τὸ σῶμα; Ποῖον τέλος
θέλει μὲ εὕρει ἄρά γε καὶ ποία γῆ; Τίς τάφος
θὰ μὲ δεχθῇ φιλόξενος καὶ θὰ μὲ συγκαλύψῃ;
Τὰ ὄμματά μου ποῖος δέ, ὅταν θὰ βασιλεύουν,
ἠρέμα μὲ τὰ δάκτυλα ποῖος θὰ μοῦ τὰ κλείσῃ;
Ἄρά γε φίλος τοῦ Χριστοῦ καὶ εὐσεβὴς θὰ ἦνε
αὐτὸς βεβαίως, ἢ κανεὶς ἐκ τῶν κακίστων ἴσως;
Αὐτὰς τὰς σκέψεις καὶ αὐτοὺς τοὺς λογισμοὺς μοῦ φέρει
ἡ αὔρα, καὶ ἡ μέριμνα αὐτὴ μόνον ὑπάρχει
τῆς νηπιώδους μου φρενός. Εἴτε εἰς τάφον δώσῃ
κανεὶς τὸ σῶμα τὸ ἐμόν, ἕν ἄπνουν ἄχθος πλέον,
εἴτε καὶ ἄταφον αὐτὸ διόλου τῶν θηρίων
γείνη βορά, ἢ σπάραγμα θηρῶν τε καὶ κυνῶν τε
καὶ σαρκοφάγων πετεινῶν. Ἀνίσως δὲ καὶ θέλῃς,
πυρίκαυστον συσκόρπισον αὐτὸ εἰς τὸν ἀέρα,
ἢ ἄταφον ἀπόρριψον αὐτὸ κατὰ σκοπέλων,
ἢ μέσα εἰς τοὺς ποταμοὺς ἂς σήπεται, ἢ μέσα
ς᾽ τῶν ὑετῶν τὰ ρεύματα· διότι δὲν θὰ ἦμαι
μόνος ἐγὼ ὁ ἄγνωστος κ᾽ ἐξωκκλησιασμένος.
Εἴθε καλλίτερον αὐτὸ πολλοῖς θνητοῖς νὰ ἦτο!
Ἀλλ᾽ ὅμως ἅπαντας ὁμοῦ τὰ νεύματα τὰ θεῖα
ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς εἰς ἓν ὁμοῦ συνάγουν
ἐκείνην τὴν ὑστάτην δὰ ἡμέραν τὴν μεγάλην,
ἔστω κι᾽ ἂν ἔγεινε κανεὶς σποδὸς ἴσως καὶ κόνις,
ἢ κι᾽ ἂν ἐξηφανίσθησαν τὰ μέλη του ἐκ νόσου.
Ἕνα δὲ μόνον τοῦτο δὰ μυρολογῶ στενάζων,
καὶ τοῦ Θεοῦ τρέμω πολὺ τὸ Βῆμα, τοὺς πυρίνους
τοὺς ποταμοὺς καὶ τ᾽ ἀφεγγῆ τὰ βάραθρα ἐκεῖνα.
Ἀλλ᾽, ὦ Χριστέ μου βασιλεῦ, σὺ εἶσαι ἡ πατρίς μου,
τὸ σθένος μου, ὁ ὄλβος μου, τὸ πᾶν. Καὶ εἰς ἐσένα
εἴθε ἀνάπαυσιν καλὴν κι᾽ ἀναψυχὴν νὰ εὕρω,
ὅταν ἀφήσω τὴν ζωήν, τὰς θλίψεις καὶ τοὺς πόνους.

~•~

Θρηνητικὸν ὑπὲρ τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς

Ἀρτίγαμός τις νεαρὰ τὸν περιπόθητόν της
νυμφίον ἀπολέσασα, νεκρὸν αὐτὸν προθεῖσα
μέσα εἰς τοὺς παρθενικοὺς θαλάμους της ἀκόμη,
ἀρχίζει μυρολόγιον σπαρακτικόν, στιλπνή τε
καὶ ὡραιόμορφος· αἱ δὲ δμωαὶ αὐτῆς καὶ ἄλλαι
γυναῖκες συνομήλικες, ἔνθεν αὐτῆς καὶ ἔνθεν
ἱστάμεναι, ἀμοιβαδὸν μὲ γόους καταπίκρους
κραυγάζουν, μίαν ἀρωγήν, μίαν παρηγορίαν
νὰ δώσουν εἰς τὴν κλαίουσαν γυναῖκα προσπαθοῦσαι.

Καὶ πάλιν μήτηρ δυστυχὴς υἱόν της τὸν νεόχνουν
θανόντα κλαίει καὶ θρηνεῖ, ς᾽ τὰς παλαιὰς ὠδῖνας
νέας ὠδῖνας ἔχουσα. Καὶ ἄλλος τὴν πατρίδα
τὴν γλυκεράν του ἔκλαυσε μ᾽ ὀλοφυρμοὺς μεγάλους,
ἣν Ἄρης ἐξεπόρθησεν ὁ φοβερός· καὶ ἄλλος
κλαίει φεῦ! τὴν οἰκίαν του, ἣν φλὸξ ἡ οὐρανία
πανοίκτιστα κατέκαυσε καὶ ἐκεραύνωσέ την.

Ἀλλ᾽ εἰς ἐσένα, ὦ ψυχή, εἰπέ μου, ποῖος γόος
ἐπάξιος ὑπάρχει σοι, ἥνπερ αὐτὸς ὁ ὄφις
ὁ σκολιὸς ἐφόνευσε, ς᾽ τὴν θείαν δὲ Εἰκόνα
θάνατον ἐνετύπωσε πικρότατον τῳόντι;

Δάκρυε, δάκρυε λοιπόν, ἁμαρτωλέ, διότι
αὐτὸ μόνον ἀπέμεινεν εἰς σὲ φάρμακον πλέον.
Ἀφήσωμεν συμπόσια καὶ δεῖπνα καὶ θαλίας,
τοὺς ποθεινοὺς τοὺς φίλους μας καὶ συνομίληκάς μας.
Θ᾽ ἀφήσω δ᾽ οὕτῳ καὶ ἐγὼ τὸ ἐκ τῶν λόγων κλέος
καὶ δόξαν τὴν ὑπέρλαμπρον ἐπὶ τῇ ρητορείᾳ.
Θ᾽ ἀφήσω τὴν εὐγένειαν τὴν τῆς καταγωγῆς μου,
τοὺς οἴκους τοὺς ὑψηρεφεῖς καὶ ὅλον μου τὸν ὄλβον.
Θ᾽ ἀφήσω τὸ γλυκύτατον φῶς τοῦ ἡλίου· ἔτι
τὸν οὐρανὸν μὲ τ᾽ ἄστρα του τὰ ἀκτινοβολοῦντα,
ὁποῦ ὡς ἕνας στέφανος λαμπρὸς τὸν στεφανόνουν.
[…]

Καὶ ὅμως ἡ καρδία μου καὶ οὕτω δὲν φροντίζει
περὶ αὐτῶν, οὐδὲ καλά-καλὰ τὰ λογαριάζει.
Μόνον δὲ τρέμω τοῦ Θεοῦ τὴν πλάστιγγα ἐκείνην,
τὴν καθαρὰν καὶ ἄδολον. Ἀλλοίμονον ς᾽ ἐμένα!
Τί ἔχω τότε δὰ ἐγὼ νὰ πάθω! Πῶς νὰ φύγω
τὴν ἁμαρτίαν; Εἰς τῆς γῆς τὰ βάθη νὰ κατέλθω,
ἢ εἰς τὰ νέφη ν᾽ ἀναβῶ διαλαθὼν τὸν βίον;
Εἴθε καὶ τόπος τις ἐδῶ τῳόντι νὰ ὑπῆρχεν
ἐλεύθερος ἁμαρτιῶν, ὡς λέγουν πὼς ὑπάρχει
χωρὶς θηρία τόπος τις, καὶ χώρα χωρὶς νόσους,
ἵνα ἐξόριστος ἐκεῖ ἀπὸ ἐδῶ ἀπέλθω.
[…]

~•~

Εἰς τὴν ἔξοδον

Παρῆλθον τἄνθη, ὁ καιρὸς προσήγγισε τοῦ θέρους.
Κατελευκάνθη μου ἡ θρίξ, καλεῖ τὸν στάχυν ἅλως.
Ὁ ὄμφαξ πέρασε κι᾽ αὐτός, ἡ δὲ τομὴ πλησίον.
Τῶν δὲ κακῶν μου ὁ ληνὸς ἰδοὺ πατεῖται πλέον.
Ἀλλοίμονον εἰς τὴν κακὴν ἡμέραν μου ἐκείνην!
Καὶ ποῦ νὰ φύγω ἀπ᾽ αὐτήν; Καὶ τί θὰ ἀπογείνω;
Πόσος δὲ φόβος ἐπ᾽ ἐμὲ ἐκ τῶν ἁμαρτιῶν μου!
Φόβος δὲ μὴ ἀναφανῶ ἐξ ἀκανθῶν γεμᾶτος
καὶ τῆς Γομόρρας σταφυλῶν, ὅταν ὁ Χριστὸς ἔλθῃ
κριτής, Θεὸς πρὸς τοὺς θεοὺς τὰ κατ᾽ ἀξίαν νέμων,
Χώραν φωτὸς εἰς ἕκαστον ὅσον ἀντέχ᾽ ἡ ὄψις.
Μία δὲ μόνη μου ἐλπὶς ὑπάρχει, τὰς ἡμέρας
αὐτάς μου τὰς ὀλιγοστάς, τὴ ποδηγίᾳ, Μάκαρ,
τῇ σῇ καθοδηγούμενος, νὰ ἐπιστρέψω πάλιν.

(περισσότερα…)

Ευριπίδης, Ηλέκτρα (Μετάφραση-Επίμετρο Στρατής Πασχάλης)

 

*
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Δύο Στάσιμα και ένα απόσπασμα από το Επίμετρο της Ηλέκτρας του Ευριπίδη που θα κυκλοφορήσει σε λίγο καιρό από την Κάπα Εκδοτική, εν όψει της καλοκαιρινής παράστασης σε σκηνοθεσία Γιώργου Λύρα με την Μαρία Κίτσου και τον Δημήτρη Γκοτσόπουλο στους κεντρικούς ρόλους.

~.~

ΠΡΩΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ

Λαμπρά καράβια για την Τροία,
τ’ αμέτρητα κουπιά σάς οδηγούσαν,
κι εσείς δοσμένα στο χορό των Νηρηίδων,
ενώ πηδούσε το δελφίνι απ’ τη φλογέρα
γητεμένο πλάι στην πλώρη,
κι εκείνη σαν γαλάζιο αλέτρι
όργωνε τα νερά,
κατευοδώνατε της Θέτιδας τον γιο
που ’χε φτερά σε πόδια αλαφροπάτητα,
μα και τον Αγαμέμνονα,
καθώς ξεκίναγαν να παν στην τρωική
του ποταμού Σιμόεντα την όχθη.

Οι Κόρες του Νηρέα είχανε φύγει
απ’ τ’ ακρωτήρια της Εύβοιας
τ’ άρματα φέρνοντας και την ασπίδα –
έργα του ΄Ηφαιστου, που μόχθησε
για να τα πελεκήσει
σ’ αμόνι από χρυσό – (περισσότερα…)