Μια Grande Dame της ελληνικής δημοσιογραφίας

*

Ζέζα Ζήκου, In Memoriam

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Την Ζέζα Ζήκου την γνώρισα απρόσμενα σε ένα δεκαπενθήμερο ταξίδι στην Ιαπωνία (μαζί με την αδελφή της Μαρίτα), τον Δεκαπενταύγουστο του 2000. Μέχρι τότε την ήξερα εξ ονόματος μόνον ως αρθρογράφο οικονομικών θεμάτων της Διεθνούς Αγοράς, στο πρωτοσέλιδο μάλιστα της πορτοκαλόχρωμης Οικονομικής Καθημερινής, κι ομολογώ πως ελάχιστα κείμενά της είχα διαβάσει. Ξεκίνησα στην αρχή του ταξιδιού να μιλώ για τη χώρα, την ιστορία της, την κουλτούρα και τις παραδόσεις της, κι είχα και το –ανεπίγνωστο ομολογουμένως– θράσος να ξεστομίσω δυο κοινότοπες,  ήδη ξεπερασμένες από την πρόσφατη ιστορία, κουβέντες για τη θαυμαστή οικονομική κατάσταση της Ιαπωνίας. Με άκουσε με προσοχή και μόνον αφού τελείωσα και μ’ ευχαρίστησε, άρχισε αυτή με τρόπο απλό, εύληπτο, προσηνή, ευγενή μα και με το αταλάντευτο ύφος της πραγματικής αυθεντίας και της εμβριθούς γνώσεως, να μου περιγράφει την εξόχως τραγική εικόνα της ιαπωνικής οικονομίας όπως είχε εξελιχθεί μέχρι τότε. Καθόμουν ως μαθητούδι κι άκουγα, συνειδητοποιώντας σιγά-σιγά ποια ήταν η συνομιλήτρια συνταξιδιώτισσά μου. Έκτοτε κι επί δεκαπέντε σχεδόν μέρες έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου προκειμένου να της γνωρίσω ό,τι ήξερα από την Ιαπωνία, τους τόπους που επισκεπτόμασταν, την τέχνη, τη θρησκεία, τη λογοτεχνία, το πνεύμα της. Είχε μία ασίγαστη περιέργεια να δει και να γνωρίσει όσα περισσότερα μπορούσε για τη χώρα και τους ανθρώπους. Δοκιμάζαμε καθημερινά τα πιο διαφορετικά ντόπια φαγητά, ψάχνοντας να διακρίνουμε γεύσεις, ποιότητες κι ιδιαιτερότητες του ιαπωνικού τρόπου, πήγαμε σε ναούς και πατσίνκο, σε μπαρ, σε μουσεία, σε καραόκε μπαρ κλπ.

Μιλήσαμε πολύ, για πολλά και για πολλούς, μίλησα για τη γιαπωνέζικη ποίηση, τους σαμουράι, τον κόσμο τους και τον ηθικό τους κώδικα (μόλις πρόσφατα είχα ανακαλύψει κι εγώ το Χαγκάκουρε του Γιαμαμότο Τσουνοτόμε), μου μίλησε για την πολιτική και την οικονομία, την κατάσταση της Ελλάδας, τη διεθνή πραγματικότητα, όπως την έβλεπε η ίδια· μιλήσαμε για τα γραπτά και τη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη που εκτιμούσε βαθύτατα (με την επιστροφή μας στην Αθήνα έσπευσα να της δώσω το τεύχος του περιοδικού της «Ινδίκτου» που περιείχε το περίφημο –και μέχρι σήμερα τραγικά αγνοημένο– άρθρο του Κονδύλη για τις σχέσεις της Ευρώπης με τη Ρωσία, για τα Ηνωμένα Έθνη, μαζί με τους  Στοχασμούς ενός απολιτικού του Τόμας Μαν, που μόλις είχε εκδοθεί από την Ίνδικτο, όπου εργαζόμουν τότε). Σε αυτές τις συζητήσεις πρωτοένιωσα την ασίγαστη κι αγωνιώσα έγνοια της για τη χώρα και το μέλλον της, μα και τη σταθερή της πεποίθηση για την Τουρκία ως ένα επεκτατικό, αναθεωρητικό κράτος, εχθρικό προς τους γείτονές του και ιδίως προς την Ελλάδα. Κι αυτό, με στέρεη, πραγματική, εκτίμηση των γεγονότων και των εξελίξεων, παρά το τραυματικό βίωμα, που η οικογένειά της ως Κωνσταντινουπολίτες κουβαλούσαν, αποφασίζοντας να εγκατασταθούν μόνιμα στην Ελλάδα. Αυτή η έγνοια μάλιστα και η αγωνία αποτυπώθηκε εντονότατα και καθαρά ιδίως στην αρθογραφία της των τελευταίων ετών.

Μου εξήγησε ότι «διάβαζε» κι αποκρυπτογραφούσε καθημερινά τα μηνύματα και τις διακυμάνσεις των διεθνών νομισμάτων, των αγορών, των ομολόγων, των πρώτων υλών κλπ. και σε συνάρτηση  με τις γεωπολιτικές εξελίξεις τα «μετέφραζε» σε βάσιμες εκτιμήσεις, προβλέψεις, γεγονότα με καθοριστική επίδραση στο άμεσο παρόν και μέλλον. Εκείνη την περίοδο μάλιστα ενημέρωνε καθημερινά τον Αριστείδη Αλαφούζο, τον ιδιοκτήτη της Καθημερινής, για την κίνηση στην αγορά των διεθνών νομισμάτων. Καταλάβαινες αμέσως, από τον τρόπο της ολονύχτιας μέχρι πρωΐας εργασίας και διαρκούς παρακολούθησής της όλων αυτών των παγκόσμιων οικονομικών δεικτών και μεγεθών των σημαντικότερων διεθνών χρηματιστηρίων, πως η εξαγωγή ασφαλών και βάσιμων συμπερασμάτων φανέρωνε μία οξυδερκέστατη ματιά, έναν νου αστραφτερό, σπουδές στέρεες, κρίση συμπαγή, ισορροπημένη και συγκροτημένη, ικανότητες σπάνιες, πολύτιμες και δυσεύρετες. Πράγματα που εξάλλου διακρίνονταν στη γραφή της.

Αφού επιστρέψαμε από το ταξίδι, με συγκίνηση είδα να μνημονεύει στη στήλη της, την τελευταία μόλις Κυριακή του Αυγούστου, τη συμβολή μου γράφοντας για την Ιαπωνία. Ξανακοιτώντας τώρα το κείμενό της δεν αναγνωρίζω –με ευγνωμοσύνη– μόνον την ψυχική γενναιοδωρία της, μα και την –πέραν της εικοσαετίας πλέον!– ακριβέστατη κρίση και διαυγή πρόγνωσή της για τα μελλούμενα· εξ όνυχος:

Βεβαίως θα πρέπει να επισημανθεί ότι η κυριαρχία της Ιαπωνίας έσβησε, επειδή ακριβώς βασίσθηκε μόνο στην οικονομική δύναμη χωρίς την παράλληλη πολιτική/διπλωματική και στρατιωτική ισχύ […] Βεβαίως η Αμερική επιθυμεί να ανακόψει –προτού να είναι αργά– την ανάδειξη της Κίνας σε μελλοντική υπερδύναμη. Ωστόσο, η Αμερική είναι αυτή που οδηγείται αναπόφευκτα –ήδη από την εποχή του μισητού Κίσινγκερ (παρά την υποτιθέμενη «ευφυή» πολιτική του)– σε παγίδα από την Κίνα. Όσο θα πλησιάζει η φθορά της παντοδυναμίας των Ηνωμένων Πολιτειών, οι αμερικανικές κυβερνήσεις θα μάχονται για να αποτρέψουν τη συρρίκνωση της ισχύος τους, θα προσπαθούν απεγνωσμένα να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους, να κρατήσουν το έδαφος που χάνεται κάτω από τα πόδια τους, τόσο θα επωφελείται η Κίνα. Πάντως, η Κίνα που γνωρίζω δεν φαίνεται πως θα πέσει στις ίδιες παγίδες με την Ιαπωνία […] (Οικονομική Καθημερινή, 27 Αυγούστου 2000).

Από τότε την ξανασυνάντησα μετά από δυο χρόνια, για ελάχιστες στιγμές όταν διασταυρώθηκαν οι δρόμοι των διαφορετικών ταξιδιών μας, στη ζούγκλα του Παλένκε στο Μεξικό. Μα πλέον τη διάβαζα· τακτικά, προσεκτικά, υποψιασμένα. Δεν δίσταζε ποτέ να εκφράσει με κριτική ευθύτητα και θάρρος την άποψή της, ακόμη κι αν δεν ήταν αρεστή ούτε στην ιθύνουσα –πολιτική ή οικονομική τάξη– ούτε και στη διεύθυνση της εφημερίδας, ιδίως την εποχή της κρίσης. Επέκρινε δημόσια πρόσωπα, στάσεις, κυβερνήσεις και πολιτικές, με γνώμονα όχι την προσωπική συμπάθεια ή την πολιτική εμπάθεια, μα σταθερά και αμετακίνητα το δημόσιο και εθνικό συμφέρον. Σε κρίσιμα ζητήματα δεν απεμπόλησε την επίμονα κριτική βάσανο και θέαση των πραγμάτων προσχωρώντας σε μία βολική μανιχαϊστική προσέγγιση (λ.χ. σε θέματα εθνικής διπλωματίας, εξωτερικής πολιτικής, Οικ. Πατριαρχείου), χωρίς όμως να εγκαταλείπει θέσεις και στάσεις ζωής. Η διεισδυτική της κατανόηση της οικονομίας δεν αυτονομήθηκε ούτε απομακρύνθηκε από την πολιτική σκέψη και στάση, έχοντας προ οφθαλμών πάντα τους ανθρώπους και τις ζωές τους κι όχι τις ‘αγορές’. Μαχητική κι αξιοπρεπής, πολλές φορές στάθηκε κριτικά και επικριτικά αυστηρή στις οικονομικές επιλογές της ΕΕ, στην αμερικάνικη διεθνή πολιτική, στις πολιτικές των ελληνικών κυβερνήσεων και σε διεθνείς ή εγχώριες πολιτικο-οικονομικές ελίτ, στη διακυβέρνηση Σημίτη και στην ευφορία της κυκλοφορίας του ευρώ. Διείδε την επερχόμενη κρίση από το 2008 και εκδήλωσε την ανησυχία της στα κείμενά της, αν και ελάχιστοι δώσαμε σημασία φοβάμαι. Μίλησε ξανά και ξανά για την «αποικία χρέους» που έγινε η Ελλάδα με τη συνέργεια ΕΕ, ελληνικών κυβερνήσεων και… δημοσιογράφων. Τα γραπτά της, ιδίως κατά την εποχή της κρίσης είναι από τα πλέον εύστοχα, ευθύβολα και με κριτική οξύνοια γραμμένα· ένα από τα πιο δυνατά είναι αυτό της 28-7-2012 («Η ζωή μετά τον πολιτικό θάνατο»):

Οι μικροί ηγέτες-λογιστές που πάντα μισούν τις ανατροπές των σχεδίων τους και τις αναστατώσεις ευνοήθηκαν, εκμεταλλευόμενοι τους φόβους που έχουν ενσταλάξει οι πρωτοφανείς συνθήκες κρίσης στην Ευρώπη, παρόμοιες μόνο με αυτές του Μεσοπολέμου.

Τι θα συνέβαινε, όμως, αν αυτοί οι ανυπότακτοι απόγονοι των Βίκινγκς, οι Ισλανδοί, βρουν μιμητές, αν οι πολίτες και άλλων χωρών αρνηθούν να πληρώσουν τα σπασμένα των τραπεζών ή τα χρέη που στοιβάζουν εν ονόματί τους οι κυβερνήσεις τους; Μήπως έχουμε όλοι μέσα μας έναν… Βίκινγκ και δεν το ξέρουμε; Οι Ισλανδοί έγιναν οι πρώτοι στον κόσμο αντάρτες ενάντια στην ιδέα ότι οι πολίτες πρέπει να πληρώσουν τον λογαριασμό μιας ανεξέλεγκτης ιδιωτικής τράπεζας» έγραψαν σπουδαίες πένες. Αυτή η λαϊκή εξέγερση παρακολουθείται με άγχος από πολλές υπερχρεωμένες κυβερνήσεις στην Ευρώπη, οι οποίες φοβούνται μήπως αυτή η άρνηση γίνει «μεταδοτική».

Παραθέτω από ένα άλλο ανάλογο κείμενό της (25-9-2011):

Η Μέρκελ με μια συντεταγμένη και πλήρως ελεγχόμενη αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, υπέγραψε τη συμφωνία της 21ης Ιουλίου για τη βοήθεια προς την Ελλάδα […] Την ιδέα της χρεοκοπίας, υπό μια «ελεγχόμενη» ή μια «επιλεκτική» ή μια «συντεταγμένη» εκδοχή της, την επιδίωκε με επιμονή η κ. Μέρκελ» έγραψε η στήλη και δικαιώθηκε όταν οι εγχώριες πένες χαρακτήριζαν «ιστορική» αυτήν την ύπουλη συμφωνία […]

Προφανώς, γι’ αυτό η χώρα διαλύεται, το χρηματιστήριο γκρεμίζεται και η κοινωνία συνταράσσεται συθέμελα. Ο κλεπτοκρατικός, κρατικοδίαιτος τρόπος ανάπτυξης που μας χρεοκόπησε, τώρα εκδικείται τους πάτρωνες του, αλλά παρασύρει ολόκληρο το έθνος. Τώρα, πια, δεν υπάρχει καμία πιθανότητα σωτηρίας για τη χώρα και την οικονομία – ούτε καν για τον ίδιο τον πρωθυπουργό της κυβέρνησης του Μνημονίου. Η Ουάσιγκτον και οι δανειστές μας το έχουν μετανιώσει πικρά…

Το 2011, αν δεν με απατά η μνήμη μου, η στήλη της «Η διεθνής αγορά» εξορίστηκε από την πρώτη στην τελευταία σελίδα. Ματαίως όμως, διότι ήταν παγκοίνως γνωστό ότι τη στήλη της αναζητούσαν οι υποψιασμένοι αναγνώστες μα και οι ενδιαφερόμενοι περί την οικονομία, σε αυτήν προσέτρεχαν και τις αναλύσεις της· εκεί έσκυβαν το κεφάλι προσεκτικά (όχι κατ’ ανάγκην πάντα συμφωνώντας), την άποψη και τις εκτιμήσεις της αναζητούσαν. Όπως ήταν αναμενόμενο ‘αναχώρησε’ από την έγκριτη και αρθογραφούσε στα Παραπολιτικά, το Newsbreak και την Εστία.

Αλήθεια είναι πως τα τελευταία χρόνια παρακολουθούσα αραιότερα την αρθογραφία της, η οποία είχε στραφεί ως επί το πλείστον σε θέματα εθνικής πολιτικής και στρατηγικής. Έχω την εντύπωση πως συχνά μία οξύτητα διαπερνά αρκετά από τα γραπτά αυτής της περιόδου, αντικατοπτρίζοντας μία ενδεχόμενη γεύση απογοήτευσης και πικρίας για την πορεία της χώρας. Πικρία όμως, που όπως δείχνουν οι γοργές κι επίφοβες εξελίξεις μάλλον δικαιώνει τις αυστηρές και ενίοτε αιχμηρές κρίσεις και επικρίσεις της, αν δει κανείς λόγου χάριν την πλήρη διπλωματική αναβάθμιση της Τουρκίας και τη σχεδόν εξάλειψη των ‘αμαρτιών’ της δια του πολέμου στην Ουκρανία ως εξαγνιστικής κολυμβήθρας του Σιλωάμ. (Εδώ σήμερα πια μέχρι και η διεύθυνση της έγκριτης Καθημερινής στηρίζει τον αμυντικό εξοπλισμό της χώρας και έχει αρχίσει να αμφιβάλλει –επιτέλους!– για τις φιλικές διαθέσεις της Τουρκίας). Δεν έπαψε μέχρι τέλους να καταγγέλλει την κυβερνητική προπαγάνδα με γλώσσα τολμηρή και καυστική, σε μία σειρά θεμάτων, όπως για το χρέος που φόρτωσε η κυβέρνηση στη χώρα κατά τη διαχείριση της πανδημίας, ή, σχετικά με την ευφορική αμυντική θωράκιση της χώρας δια των Rafale λ.χ., να διερωτάται πώς θα αντιμετωπιστούν τα τουρκικά drones (Όμορφα τα Rafale…Όμως τι γίνεται με τα ομορφότερα drones;).

Ενδεικτικό είναι ένα απόσπασμα από πιο πρόσφατο κείμενό της:

Προφανώς και δεν προκαλεί έκπληξη η στάση του ΣΚΑΪ να «χυθεί αίμα στην πολιτική αρένα». Πάντως, ένα πράγμα στο οποίο είναι καλοί αυτοί οι δημοσιογράφοι και το τερατώδες μιντιακό σύστημα που τους στηρίζει, είναι η έλλειψη ντροπής και αξιοπρέπειας να υπηρετηθεί ο όποιος στόχος στην… Αποικία. Όμως είναι τέτοια η φύση των ιστορικών αλλαγών, ώστε αδρές αναλογίες μπορείς να βρεις μόνο με αναδρομές στον μακρύ ιστορικό χρόνο: Στον εμφύλιο και στον επαχθή δανεισμό μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821, στη χρεοκοπία του 1893, στο διχασμό που εξέθρεψε η «εφημερίδα του Οίκαδε» και στην Μικρασιατική τραγωδία του 1922, στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής και του εμφυλίου, στην κατοχή της μισής Κύπρου και στη σύγχρονη μνημονιακή καταστροφή της χώρας. Εντούτοις, η μελέτη της Ιστορίας δεν περιέχει συνταγές θριαμβολογίας που μας λέει το προπαγανδιστικό ντοκιμαντέρ του macho φίλου του Κυριάκου, Στάθη Καλύβα, παρά μόνο τη συρρίκνωση του Ελληνισμού. Το κίβδηλο κατεστημένο υπερασπίζεται δήθεν τις απαιτήσεις ενός λαού που έχει τη «δυστυχία να είναι Έλληνας», ενός λαού που αρνείται να σιχαθεί τον εαυτό του και να γίνει σλόγκαν, διαφημιστικό σποτ και εκδηλώνει τον πόνο του, την οργή του, το θόλωμά του, την αγωνία του, χωρίς κανένα στυλ, χωρίς να ’χει ένα image “αρίστων”, βρε αδερφέ. Όταν η Ελλάδα βρίσκεται σε υπαρξιακή δοκιμασία ιστορικών διαστάσεων με την Τουρκία, είναι καταστροφικό να παίζονται παιχνίδια με οποιονδήποτε πολιτικό που δηλώνει βαρύγδουπα ότι “είναι στην ίδια πλευρά μαζί μας”…

Θα ήθελα να επαναλάβω το κείμενο που θύμισε κι η Μαριάννα Τζιαντζή στο πρόσφατο σημείωμά της (ο τίτλος βέβαια Tora! Tora! Tora!, που μνημονεύει προέρχεται από άλλο κείμενό της, δυο χρόνια νωρίτερα), γιατί αφενός μου θύμισε την αρχή της σύντομης γνωριμίας μας, μα και γιατί μελαγχολικά και τραγικά καταδεικνύει προς τα πού ήταν στραμμένη η έγνοια της:

Πιστή η στήλη στον κώδικα των Σαμουράι: Οι σαμουράι έτρωγαν ρύζι. Ομως, οι σαμουράι δεν καλλιεργούσαν ρύζι. Οι σαμουράι έτρωγαν κρέας. Ομως, οι σαμουράι δεν έβοσκαν πρόβατα. Οι σαμουράι ήταν φτωχοί. Ομως, οι σαμουράι υπηρετούσαν τους πλουσίους. Οι σαμουράι έγραφαν ποιήματα. Οι σαμουράι δεν υπάρχουν πια. Οι πλούσιοι υπάρχουν. Οι σαμουράι νόμισαν ότι είχε νόημα ο έντιμος θάνατός τους, ενώ μάλλον δεν είχε νόημα η έντιμη ζωή τους.

Ευχής έργο θα ήταν μια μελλοντική ανθολόγηση των σημαντικότερων κειμένων της ώστε ένα ευρύτερο –τωρινό και μελλοντικό– αναγνωστικό κοινό να γνωρίσει τη γραφή και τη σκέψη της. Ευχόμενος κάτι τέτοιο να συμβεί σύντομα, είμαι βέβαιος πως βαθιά θα την συγκινούσε μια τέτοια σκέψη, όπως παραδόξως τη βλέπω να αντανακλάται στην ακόλουθη αφήγηση από το Χαγκάκουρε, ένα από τα βιβλία αποτύπωσης του μπουσίντο, της «ηθικής των σαμουράι»:

Κάποτε, όταν ο άρχοντας Μιτσούσιγκε ήταν μικρό παιδί κι έπρεπε να διαβάσει από ένα τετράδιο για τον ιερέα Καϊόν, κάλεσε τα υπόλοιπα παιδιά και τους ακολούθους και είπε «παρακαλώ ελάτε εδώ κι ακούστε. Είναι δύσκολο να διαβάζει κανείς όταν μόλις και μετά βίας υπάρχουν άνθρωποι να ακούσουν». Ο ιερέας εντυπωσιασμένος, είπε στους ακολούθους «μ’ ένα τέτοιο πνεύμα πρέπει να γίνονται τα πάντα».

Με τους οξυδερκείς ανθρώπους ούτε πάντοτε ούτε στα πάντα συμφωνείς. Συνήθως όμως η απουσία ή η απώλειά τους είναι αυτή που αναδεικνύει παραδόξως επιτακτικότερη την ανάγκη της κριτικής φωνής τους.

Γαίαν έχοι ελαφράν!

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

ΥΓ. Στην έγκριτη Καθημερινή –μέχρι σήμερα– δεν βρήκα ούτε επιμνημόσυνη αράδα, πλην ενός σύντομου σημειώματος του Μπάμπη Παπαδημητρίου, που μας πληροφορεί πως «διαφωνήσαμε συχνά, στα επόμενα χρόνια, πάντοτε με ζωηρά επιχειρήματα, για τόσο πολλά, με τον τρόπο που το συνηθίζουμε όσοι αγαπάμε την Ελλάδα, με τον παθιασμένο τρόπο που την υπηρέτησε η Κυρία Ζήκου»…

*

*