Ελένη Χαϊμάνη, Η Λενιώ

*

Σηκώθηκε με κόπο απ’ το ντιβάνι, ακούγοντας τα κόκκαλα της να τρίβονται κάτω απ’ το γερασμένο της πετσί. Το σήκωσε πιέζοντας το, ανάμεσα στa δυο δάχτυλα, αντίχειρα και δείχτη, και όταν το άφησε, αυτό άργησε πολύ να επιστρέψει στην αρχική του θέση. Τα γεμάτα φολίδες απ’ την ξηροδερμία καλάμια της, πονούσαν μες στο κρύο, παρότι κοιμόταν αποβραδίς με τις μάλλινές της κάλτσες.

Η καλύβα ήταν κρύα, χειμώνας καιρός και δίπλα στη θάλασσα ήταν πολύ βαρύ να το αντέξει. Κι όμως, έμαθε να ζει σ’ εκείνες τις συνθήκες, και η αποδοχή της πραγματικότητας, της έκανε καλό. Νίφτηκε με κρύο νερό στο πρόσωπο και έσφιξε τα δόντια. Περνώντας απ’ το μικρό χολ απέναντι από την κεντρική πόρτα, κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Κωμικό πρόσωπο πάντοτε, ο Πειρασμός κι ο Διάβολος. Τα γαλανά της μάτια ήταν το μόνο νεανικό σημάδι που έφερνε απάνω της. Μεγάλα, με μια στραβή γωνία πως τα κάτω είχαν την δύναμη να τρομάξουν τον κάθε ατρόμητο που την έβλεπε. Κάνοντας να φύγει, να φτιάξει τον καφέ της, είδε στο πλάι την σηκωμένη της καμπούρα, σα κόκκαλο που έβγαινε με βία από τη βάση του κορμού και προσπαθούσε χαζά να το καλύψει με τα βαμβακερά μαλλιά της. Τα χώριζε πάντοτε στη μέση, αυστηρά, και τα χτένιζε με μανία μέχρι κάτω και αυτά κατέληγαν σαν μια ουρά στην βάση της καμπούρας. Είχε περισσότερο το φως μιας μούσας, παρά μιας χάριτος. Ήταν, ομολογώ, μάλλον άσχημη παρά ωραία στο πρόσωπο.

Την έλεγαν Λενιώ. Αλλά να πούμε την αλήθεια, δεν ωφελεί πάντοτε να έχει κανείς ένδοξο όνομα. Πολύ συχνά, τούτη η κληρονομιά λυγίζει τα γόνατα εκείνων που το έχουν και υπερβαίνει τις δυνάμεις τους, κάνοντάς τους φαίνονται μικροί, στραβοί και κακομούτσουνοι- κι ας είναι όλοι οι άνθρωποι, ακόμη κι ο ευτελέστερος χαμάλης κατά νόμο φυσιολογικό, απόγονος πανάρχαιων οικογενειών. Έτσι την Λενιώ κανένας Μενέλαος δεν την πήρε, κι ούτε κανένας Πάρις ποτέ την αποπλάνησε. Η Λενιώ ανήκε σε μια παλιά κάστα κουραντέρων, έτσι την γνώριζαν και στο χωριό. Η μάνα της ήξερε όλα τα βοτάνια κι όλες τις καλές και τις κακές ευχές, μαθαίνοντάς τες και σε κείνη. Ήξερε να μασκαρεύεται, να την παρεξηγούν και να παραληρεί κάθε λαϊκό χωρατατζή.

Πηγαίνοντας προς την κουζίνα με ευλυγισία γάτας απέφευγε στον δρόμο της τις λεκάνες με νερό. Γιομάτο το σπίτι λεκάνες με νερό. Προφύλαγε απ’ το κακό κι εκείνη και το σπίτι.

Λέγανε στο χωριό, πως κάθε βράδυ, σαν τύχαινε να περάσει κάποιος κι έσκυβε για να δει απ’ το παράθυρό της τρόμαζε, λες κι έβλεπε το Σατανά. Σειρές ξύλινα άρματα μπαινόβγαιναν στο σπίτι, με το ένα ν’ ακολουθεί το άλλο, που πάνω τους ήταν στημένη κι από μια τάξη μυστηρίου. Γιατί αν υπάρχουν δυο δημόσια θεάματα που ασκούνε μια μαγική επιρροή στους ανθρώπους, αυτά είναι οι θρησκευτικές παραστάσεις και οι εκτελέσεις, οι θανατικές, από ανθρώπους που φαίνονταν μόνο την ώρα καθώς βγαίνουν ή χάνονται ανάμεσα απ’ τις πόρτες στον έξω κόσμο, με τις έγνοιες τους και την ιστορία τους, την επαναλαμβανόμενη.

Η Λενιώ είχε βοηθήσει πολλούς απ’ το χωριό. Κι αυτό το βεβαιώνω κι εγώ, που άκουσα όλες τις ιστορίες.

Κάθισε στο τραπέζι περιμένοντας. Στα κοκκαλιάρικα της δάχτυλα κρατούσε το μαυροζούμι που έλεγε καφέ. Περίμενε. Να φύγει; Να πάει που; Φεύγει κανένας όσο ελπίζει πως θα κάνει κείνο το συναπάντημα που θα κρίνει την ζωή του. Μα ύστερα, σαν έχεις αλήθεια ζήσει,  φοβάσαι τα συναπαντήματα της μοίρας;

*

Την τελευταία φορά που βοήθησε έναν άνθρωπο, ήταν πριν δυο μέρες. Είχε έρθει ως την πόρτα της καλύβας της μια γυναίκα του χωριού σέρνοντας μαζί της, κάτι που έμοιαζε με μπόγο από ρούχα με μικροσκοπικά πόδια. Της είχε πει πως ήταν το παιδί της. Εκείνο κρύφτηκε πίσω απ’ τα φουστάνια της μάνας του, σαν γύρισε να το κοιτάξει σταθερά, από φόβο – αληθινό φόβο. Ζαβλακωμένο παραπατούσε, χωρίς τα πόδια του να υπακούν το θέλημά του. Η απλοϊκή γυναίκα της είπε πως είχε μάτι το παιδί. Θα έσκαγε! Πως έπρεπε να βοηθήσει! Η Λενιώ τους έμπασε στο σπίτι και άρχιζε να κατεβάζει ευχές για το παιδί, μαζί με ένα ζουμί από βότανα του κήπου της, που μόλις χθες είχε μαζέψει. Εκείνο, γιατί παιδί ήτανε στο κάτω-κάτω, περιφέροντας το κορμάκι του μέσα στο σπίτι κλώτσησε με δύναμη μια από τις λεκάνες με νερό. Αφιονίστηκε τότε η Λενιώ. Καταριόνταν κακήν κακώς τη μάνα και το παιδί διώχνοντας τους απ’ την καλύβα. Πριν την στείλει όμως στο δρόμο της, μαζί με κάμποσους διαόλους να της κάνουνε παρέα, φώναξε να πάει το βλαστάρι της στον κυρ-Αντρέα, το γιατρό.

Αν μη τι άλλο η Λενιώ πίστευε πολύ στην επιστήμη, θεωρούσε άλλωστε πως κατά μια μορφή επιστήμη ήταν κι αυτό που παρείχε στους χωριάτες. Αλλά γνώριζε, ευτυχώς, μέχρι που έφτανε κάθε φορά η δύναμή της. Δεν είχε μάτι το παιδί, κάτι άλλο είχε, στο οποίο αυτή δεν μπορούσε να βοηθήσει και ο κυρ- Αντρέας ο γιατρός κάτι θα πρόσφερε πάρα πάνω.

*

Την προηγούμενη μέρα, το πρωί, ήρθαν κάποιοι χωρικοί, την βρίζανε, τις πέταξαν ντομάτες στα παράθυρα, στις πόρτες. Την φώναζαν καταραμένη! Αναθεματισμένοι όλοι τους! Το χωριό αλλόκοτα επιθετικό εμφανίζονταν στα σκαλοπάτια της απαιτώντας τον καιρό του λιονταριού που είχε πλησιάσει. Το παιδί δεν ξύπναγε, της είπαν, κι ήταν υπεύθυνη αυτή…

*

Είναι αλήθεια, πως κάθε σύστημα φέρνει μέσα του το σπέρμα της αυτοκαταστροφής του.

Η Λενιώ όταν κατάλαβε, πως έφτασε ο καιρός και την κρατά, σηκώθηκε το πρωί, πέρασε με τρόπο επιδέξιο τις λεκάνες που είχε στο σπίτι της ολούθε σκορπισμένες, χτένισε τα λευκά, σαν την ουρά μαλλιά της, και περίμενε. Οι σταυρωτήδες δεν άργησαν να φανούν στο δρόμο που οδηγούσε στο σπίτι της. Κρατούσαν στο χέρι τους τις φλογισμένες δάδες και φώναζαν υστερικά κάνοντας την προσευχή τους. Στο αριστερό τους χέρι το δαδί και στο δεξί τρία δάχτυλα ενωμένα, έτοιμα. Μόλις είχε αρχίζει να χαράζει.

Οι πρώτες που ρίξανε τη φωτιά προς την σκεπή, ήταν οι γειτόνισσες της μάνας, ύστερα η τοπική αρχή και τελευταίο όλο το χωριό, πυρ κατά βούληση να κάψουνε το σπίτι. Η Λενιώ, δεν σηκώθηκε απ’ το τραπέζι, άκουγε τις φωνές, έβλεπε τα φώτα, μα  ήταν έτοιμη από πολύ καιρό∙ και πλέον ήρεμη.

Στύλωσε τα μάτια στις λεκάνες. Το νερό αρυτίδωτο στην επιφάνεια του. Η Λενιώ άρχισε να γελά, να γελά δυνατά, χωρίς ανάσα, τραγικά συνειδητοποιώντας, πως το νερό, αυτό το δώρο της ζωής, ένα από τα στοιχεία της φύσης, που μπορούσε να βαφτίσει, να εξαγνίσει, να θρέψει, να την ζήσει από τους σατανάδες του μεταφυσικού, εδώ, δεν είχε καμία αξία τελικά. Ποια ειρωνεία, αληθινά, μπορεί να την αλλάξει, να ευχηθεί να της στερέψει το νερό, να ξεραθεί, να ευχηθεί το τέλος της, εκεί, μες στο κελί της;

Καμιά! Απ’ το υστερικό της γέλιο την έπιασε ένας βήχας, δυνατός, ασταμάτητος, τόσο πολύ που νόμισε πως θα της έβγαζε τα μέσα της απ’ έξω, αφήνοντας τα επάνω στο τραπέζι. Σηκώθηκε. Ήταν πια στ’ αλήθεια κουρασμένη, οι φωνές έξω από το σπίτι της οργίαζαν δυνατότερα. Άρχισε να παίρνει μια- μια τις λεκάνες με το νερό και με ήρεμο βήμα τις άδειαζε στο νεροχύτη – όλες. Έβλεπε το νερό καθώς κατρακυλούσε με ύψος από τα δοχεία και εξαφανιζόταν μέσα στο σιφόνι από μικρές τρύπες, παρατεταγμένες και τελεσίδικες. Ύστερα κάθισε ήρεμη μπροστά από το τραπέζι και έκλεισε τα μάτια, μόλις που ξεκινούσε να τσιτσιρίζει με φλόγες η σκεπή.

*

Την επόμενη μέρα κάπνιζε ακόμη το μαυρισμένο σπίτι. Ξεγυμνωμένο σα κουφάρι, αδειανό. Τον επόμενο μήνα κανείς δεν πέρναγε από κει. Τον επόμενο χρόνο δεν ξεφύτρωσε τίποτα πράσινο τριγύρω απ’ το σπίτι. Δυο-τρία δέντρα έστεκαν εκεί καψαλισμένα και μαυριδερά. Δεν ξαναέδωσαν χυμούς, ούτε καρπό. Μόνο φαίνονταν από μακριά σαν μαυροφορεμένες γερόντισσες που χαιρετούσαν με τα ψηλωμένα κλώνια τους.  Σε δέκα χρόνια, δεν υπήρχε τίποτα που να φανέρωνε πως κάποτε, εκεί, έζησε η Λενιώ. Μόνο η λιμνοθάλασσα, που έμοιαζε σα τεράστια λεκάνη με νερό…

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

 

*