*
του ΒΑΣΙΛΗ ΖΗΛΑΚΟΥ
~.~
Θεόδωρος Ε. Παντούλας,
«Έλληνες του πικρού καιρού» –
Σπαράγματα για μια πατρίδα που λιγοστεύει,
Εκδόσεις Manifesto, 2026
«Γιατί αγκιστρώθηκε τόσο νωρίς μέσα μου το συναίσθημα πως, εάν το ταξίδι και μόνο –το ταξίδι χωρίς την ιδέα του γυρισμού– ανοίγει για μας τις πόρτες και μπορεί ν’ αλλάξει αληθινά τη ζωή μας, μια μαγεία πιο κρυφή, που συγγενεύει με το χειρισμό της διχάλας του ραβδοσκόπου, είναι δεμένη με τον περίπατο που προτιμάμε περισσότερο, ή την εκδρομή που δεν έχει περιπέτεια και απρόοπτο και που μας επαναφέρει σε λίγες ώρες στη βάση μας, στην ξερολιθιά του αγαπημένου σπιτιού; […] Περισσότερο απ’ τον αγαπητό στον Γκαίτε “πλανητικό ασπασμό” μπορεί κανείς να πιστέψει ότι η γραμμή της ζωής μας φωτίζεται συγκεχυμένα. Πού και πού, θα ’λεγε κανείς ότι ένα κιγκλίδωμα μέσα μας, αρχαιότερο από μας, αλλά με ρήγματα και ελλείψεις, διασαφηνίζει, στην τύχη των εμπνευσμένων, τις δυναμικές γραμμές που θα δεθούν με τα επεισόδια της ζωής που μας μένει να ζήσουμε. Όπως ένα λεύκωμα με οικογενειακές φωτογραφίες που ξεφυλλίζουμε στην τύχη μάς μιλάει για το παρελθόν μας, για ένα παρελθόν μισοσβησμένο απ’ τα μικρά του γεγονότα, αλλά παρ’ όλα αυτά ανέκφραστα προσωπικό, μεταδίδοντάς μας συγχρόνως το ζωτικό αίσθημα της επαφής με το μητρικό κλαδί και την υπέροχη μουσικότητα της φθοράς που ακόμα χαμογελάει αμυδρά, τέτοιοι τόποι σηκώνουν αινιγματικά ένα πέπλο απ’ το μέλλον: φέρνουν εκ των προτέρων τα χρώματα της ζωής μας μόλις αγγίξουμε αυτή τη γη που κατά κάποιον τρόπο μας ήταν ταγμένη, όλες οι αναδιπλώσεις μας ξετυλίγονται όπως ανοίγει στο νερό ένα γιαπωνέζικο λουλούδι: αισθανόμαστε, ανεξήγητα, σε γνώριμο χώρο, και κατά κάποιον τρόπο ανάμεσα στα πρόσωπα μιας οικογένειας που μέλλεται να ’ρθει.»
Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από το ποιητικό δοκίμιο του Ζυλιέν Γκρακ, Τα Στενά Νερά (μτφρ. Δημήτρη Τ. Άναλι, Εκδόσεις Υψιλον 1985). Το θυμήθηκα ξανά διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο του Θεόδωρου Ε. Παντούλα, «Έλληνες του πικρού καιρού» – Σπαράγματα για μια πατρίδα που λιγοστεύει. Μας λέει περίπου ό,τι και κείνο, ότι το μέλλον φτιάχνεται μέσα απ’ τις παρόδους των αλλοτινών καιρών. Αλλοίμονο, τα χρόνια που περνάνε σαλεύουν άπιαστα στο βυθό. Όταν πιστεύεις πως τα ’χεις του χεριού σου, αυτά τρέχουν πίσω πάλι στα σκοτάδια. Πάντοτε ωστόσο καταφέρνουν να δώσουν στη γαλάζια άβυσσο της μέρας που απομένει τη μικρούλα τους πνοή μαζί με τον πρώτο αφρό, να δώσουν πλατιά ανοιγμένα τα φτερά (Σικελιανός).
Δεν είναι τα μακρινά ταξίδια που ονειρεύεται η ώριμη καρδιά αλλά τα πιο οικεία, που σ’ ανεβάζουν με τα γνωστά φυσήματά τους στην παρειά της πλώρης. Όταν ο άνθρωπος επιστρέφει σπίτι του μετά από πολλές δοκιμασίες, ο ήλιος τον αγαπά περισσότερο. Ν΄ αναβλύζει μονίμως απ’ τον ώμο σου το άγνωστο, το γενικό και το αφηρημένο, δεν είναι τρόπος. Είναι η ανοησία μιας μεγάλης γνώσης που δεν κατέχεις. Η γενιά μου έμαθε ν’ αγαπά το γενικό και το αφηρημένο, μα βρέθηκε από νωρίς χωρίς δαδί να μετρά του σφυγμούς του ύπνου της. Ναι, υπάρχει χλομάδα μεγαλύτερη απ’ το μαργαριτάρι. Είναι η χλομάδα του ανθρώπου που δεν ξέρει τα σπλάχνα του. Γερμένος εδώ κι εκεί παλεύει μονάχος να συγκρατήσει τα δάκρυα μες στον νιπτήρα. Σαν πέφτει η νύχτα και πρέπει να σπάσει η υπερηφάνεια ξεντύνεται τις ίδιες του τις πληγές.
Τα βιβλία του Παντούλα είναι γεμάτα ακριβά μεταλλεύματα που μας προσπερνούν μες στο πούσι μιας εποχής φθαρμένης απ’ τα ποικίλα στόματα, μιας εποχής που γαυγίζει σκοτεινή ψύχρα πάνω απ’ τα όνειρα. Πότε εδώ και πότε εκεί βρίσκεις τον συγγραφέα να χτυπά με το ματσακόνι της γραφής του τις μπάντες. Να φύγουν τα μίνια. Να γεμίσουν τα μπουγέλα σκουριά. Να υγιάνουν οι πληγές. Να φωτιστεί η περαντζάδα. Το τελευταίο του βιβλίο δεν είναι εξαίρεση. Στον σύντομο πρόλογο διαβάζουμε πως ο συγγραφέας κλείνει λογαριασμούς:
«Μαζεύει ο καιρός. Μαζεύω κι εγώ τα σκόρπια γραφτά μου, έχοντας από χρόνια φιλιώσει, θέλοντας και μη, με το γεγονός πως οι σπουδαίες συγγραφές που προσδοκούσα, θα μείνουν στην αχλή (και στην τρυφερότητα) του νεανικού ενθουσιασμού, για να μην πω της νεανικής επιπολαιότητας.»
«Από τη νέα πληγή που μ΄ άνοιξεν η μοίρα / έμπαιν’ ο ήλιος», γράφει ο ποιητής της «Ιεράς Οδού». Διαβάζω έτσι τα λόγια του πιο σίγουρος για την ουσία τους. Τα διαβάζω όχι με γνώμονα το έλλειμα της στάχτης αλλά με τη βεβαιότητα της απογυμνωμένης αλήθειας τους.
Το θέμα του βιβλίου είναι η νεοελληνική δυστοπία. Ο τίτλος είναι στίχος από το ποίημα του Μιχάλη Πασιαρδή «Είμαστε Έλληνες». Το ύφος των κειμένων που συγκεντρώνονται εδώ, από παρεμβάσεις του συγγραφέα μας στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, δεν προσπαθούν να εξέχουν πάνω απ’ την έρημο του νεοελληνικού θανάτου. Αντιθέτως, μοιάζουν να είναι γραμμένα βαθιά μέσα από την επίγνωση του τέλους, αγγιγμένα απ’ τον χειμώνα μιας χαμένης μάχης. Αλλά ενώ είναι πρόδηλη η επίδραση του γιανναρικού Finis Graeciae και του πνεύματος της συγκεκριμένης κοινωνιολογικής θέασης, κάτι άλλο ταλαντεύεται επίσης ανάμεσα στις λέξεις των κειμένων που πάνω του ζυγιάζονται φωτιά και νερό. Ο συγγραφέας εφαρμόζει στα μάτια του τον σπόρο της καρδιάς του, της αγάπης του για τον λαό του, κι έτσι δεν διαλέγει να φορέσει τις σκληρές καμμιά φορά παρωπίδες των διανοούμενων. Μήπως ο Δάσκαλος είδε στο πρόσωπο του Παντούλα έναν άλλο εαυτό του, έναν εαυτό λιγότερο καταπονημένο από το αλύγιστο στεφάνι της θεωρίας, ώστε λίγους μήνες πριν την εκδημία του να του προτείνει να συνεχίσει τη στήλη της επιφυλλίδας του στην κυριακάτικη Καθημερινή; Κανείς δεν μπορεί να ξέρει. Στον χειμώνα της νεοελληνικής νύχτας έρχεται ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου να μετρήσει με μεγαλύτερη θέρμη τους σφυγμούς του χρόνου που λιγοστεύει, να πλευρίσει αλλιώτικα, πιο στοργικά, πιο οικεία, τη λαλέουσα αλαλία που μας κατατρύχει. Με τη σκέψη του αρμέγει ζωή απ’ τον έξω κόσμο, τον παλαιό και νέο, και ο λόγος του διατηρεί τις τρείς κύριες αρετές της γλώσσας μας, την απλότητα, το πάθος και την προφορικότητα.
Το βιβλίο χωρίζεται σε άνισα μέρη. Το πρώτο μέρος με τίτλο «Καθημερινά και Κυριακάτικα» περιλαμβάνει τα πιο πρόσφατα κείμενά του ξεκινώντας με αυτά της Καθημερινής. Στο δεύτερο μέρος με τίτλο «Ανεόρταστος επέτειος» περιλαμβάνονται κείμενα και ομιλίες που έχουν να κάνουν με την επέτειο, «οχληρή» την ονομάζει ο συγγραφέας, των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821 και την αποτίμησή της. Στην ενότητα με τίτλο «Νεοελληνικά τινά» στεγάζονται κείμενα και ομιλίες που αφορούν την νεοελληνική κόπωση αλλά και τη διαδεδομένη παρεξήγηση που συγχέει τον πατριωτισμό με τη φιλοπατρία. Τέλος, η ενότητα «Μετ’ ευτελείας πολιτευόμενοι» φιλοξενεί τα σημάδια μιας «εκλογικής προσπάθειας», όπως διαβάζουμε, καταγράφοντας το σύντομο πέρασμα του συγγραφέα μας από το χώρο των κομμάτων, στις εκλογές του 2012 αλλά και πιο πριν.
Δεν νομίζω ότι έχει κάποιο ιδιαίτερο νόημα να μιλήσω ειδικότερα για τις ενότητες του βιβλίου. Όλη σχεδόν η νεοελληνική κακοδαιμονία, απ’ τα χρόνια του Κώστα Καραμανλή και το σημαιοστόλιστο βάραθρο των Ολυμπιακών αγώνων ίσαμε τα Τέμπη, ξετυλίγεται από κείμενο σε κείμενο σαν καραβίσιο σκοινί. Οι φωτιές της Ολυμπίας ανεμίζουν σ’ όλη την Ελλάδα και οι σαύρες για να σωθούν σκαρφαλώνουν στα πήλινα πόδια μας. Μίλησα πιο πάνω για τη γλώσσα των βιβλίου του Παντούλα και τις αρετές της. Αυτή η γλώσσα δονείται απ’ τον φευγάτο αιθέρα των γεγονότων που κυλάνε, και ο εκφραστής της από τη μία ισορροπεί πάνω στα ξυλοπόδαρα της νεοελληνικής τρομάρας κι απ’ την άλλη ακούει τα άσπρα πουλιά που παρασέρνονται στις εσχατιές της λήθης. Όταν δεν πρόκειται για πουλιά–ιδανικά, που σαν λεπτεπίλεπτα άνθη έσπασαν από τον σκαιό άνεμο της σύγχρονης ιστορίας, τα πουλιά αποκτάνε όνομα κι έχουνε πρόσωπο: Σολωμός, Κάλβος, Μακρυγιάννης, Μελλάς, Δραγούμης, Παπαδιαμάντης, Κόντογλου, Βακαλόπουλος, Γιανναράς, Χαραλαμπίδης, κ.ά.
Έχει σημασία αυτός ο κατάλογος, κατά τη γνώμη μου πολύ μεγαλύτερη από οποιαδήποτε αναφορά στους ιστορικούς σταθμούς της κόπωσής μας: Μικρασία, Εμφύλιος, Επταετία και Κύπρος, Μεταπολίτευση, σταθμοί που ορίζουν το λίγο πιο μακρινό φόντο των διαπιστώσεων του συγγραφέα μας. Ο συγγραφέας μας στρέφεται επίσης γύρω σε τρεις ακόμα άξονες για να μεταδώσει τις σκέψεις του στον αναγνώστη. Μιλάω για τον άξονα της νοσταλγίας, για τον άξονα της χαράς και για τον άξονα του πένθους. Ευθύς αμέσως συζητώ τον πρώτο άξονα, που τον επισήμανα εμμέσως κάνοντας λόγο για τα ονόματα–πρόσωπα στα οποία ο Παντούλας αποτίνει τιμές.
Η βασική θέση του βιβλίου είναι ότι η σύγχρονη Δημοκρατία μας, το Κράτος δηλαδή, έχει σκίσει τους δεσμούς της με την Πατρίδα και με το μόνο αληθινό περιεχόμενό της που είναι ο ελληνικός λαός, τον οποίο το βλέπει ως μία άχρωμη συλλογικότητα, ως μία αποσπασμένη από τον κόσμο δεσμίδα διαφοροποιημένων και διακριτών ατόμων, που καλούνται να κάνουν ό,τι πρέπει για να συναντήσουν τον διεθνοποιημένο πολίτη στο πεδίο των αγορών. Το primum movens της πραγματικότητας δεν είναι πια ούτε η Φύση ούτε ο Λόγος αλλά ο κόσμος των τοκογλυφικών ολιγαρχιών που ορίζουν τις τύχες του πλανήτη, ο κόσμος των προγραμματισμένων χρεοκοπιών, ο κόσμος της αποιέρωσης του ίδιου του χρέους (ζούμε εδώ και διακόσια χρόνια την πρώτη περίοδο της ιστορίας όπου τα χρέη των ανθρώπων και των κρατών έχουν πάψει να διαγράφονται και η ζωή της οικονομίας θεωρείται συνεπώς πιο ιερή από τη ζωή του ανθρώπου).
Με δαυλιά κρατάμε μακριά τον λύκο. Κι εδώ ο λύκος δεν είναι άλλος από τον άνθρωπο ως πρόσωπο. Γιατί πρόσωπο σημαίνει τόσο την ψυχοσωματική παρουσία όσο και το εξωανθρώπινο νόημα που ετούτη η ενότητα–παρουσία περιλαμβάνει και το οποίο εκτείνεται προς μία κοινότητα, δηλαδή προς τον κόσμο ως σχέση. Αλλά αν η Χάννα Αρέντ δεν αναγνωρίζει καμία Πατρίδα και πιστεύει ότι η μόνη Πατρίδα της είναι οι φίλοι, ο Σωκράτης πεθαίνει για να μην παρακούσει του νόμους της Αθήνας, όχι τον νόμο γενικά και αόριστα αλλά τον νόμο της πόλης των ημίθεων προγόνων του. Η διαφορά είναι τεράστια όσο και η διαδρομή από τη σαρκωμένη αλήθεια της ζωής στις αφαιρέσεις που τόσο αγαπά η εποχή μας. Και είναι λάθος να κάνουμε εδώ λόγο για τον μη περσοναλισμό των Αρχαίων γιατί οι αρχαίοι αγνοούσαν στο μεγαλύτερο μέρος τους τόσο την έννοια του προσώπου όσο κι εκείνη του ατόμου. Εξαιτίας των ίδιων αφαιρέσεων υποφέρουν ο αναρχικός και ο φασίστας, αλλά και ο ψευδοκοσμοπολίτης και ο εθνικιστής πατριδοκάπηλος. Ο Παντούλας διαβλέπει σωστά το χαμένο κέντρο στο συγκεκριμένο βιβλίο και μπροστά στον σκοτεινιασμένο ήλιο αυτού του κέντρου τοποθετεί τον καθρέπτη της σκέψης του. Βλέπει έτσι τον τρόπο με τον οποίο φωτίζονται ακριβώς οι διάφορες επικαιρότητες, π.χ. τα Τέμπη, το προσφυγικό και η σύγχρονη μετανάστευση.
Σαν ένας άλλος Παπαγιώργης, μιλάει για τη χαρά που απουσιάζει και το πένθος που δεν ξέρει πια τον τρόπο να δαμάζει τα μαύρα κύματα της νύχτας του θανάτου. Κρυφακουστής, θα έλεγα, του βαθύ μας ύπνου, πιάνει τα δυο αντιστύλια της ανθρώπινης, της καθολικής ψυχής. Και γι’ αυτόν τον λόγο επαναφέρει συχνά στα κείμενά του ανά χείρας τόμου τη λέξη νοσταλγία, που τόσο καλά την ξέρανε οι Έλληνες του παλιού καιρού. Λέει χαρακτηριστικά:
«Η νοσταλγία που υπάρχει όσο κι αν την ξορκίζουμε αφελώς, δεν είναι κάτι που αφορά το παρελθόν. Είναι κάτι που, πρωτίστως, αφορά το μέλλον μας».
Η νοσταλγία μάς δένει με το βαθύτερο πρόσωπό μας, και είναι μία αναγκαία προϋπόθεση για να ζήσουμε ελεύθεροι από τα δεσμά της εγωκεντρικής δυσχέρειας των ατομικών δικαιωμάτων, για να υπάρξουμε ξανά σαν μία ενότητα καθήκοντος απέναντι στον χρόνο και κυρίως απέναντι στον άνθρωπο. Το εσωτερικό τοπίο της νοσταλγίας είναι σήμερα έρημο, διαπιστώνει ο συγγραφέας. Ετούτο είναι μία παγκόσμια συνθήκη κι όχι μία νεοελληνική εξαίρεση. Η δική μας εξαίρεση είναι ότι οι Έλληνες αφομοίωσαν αυτό το αβέβαιο, αυτό το γοητευτικό φάντασμα που ονομάζεται πλανητική εποχή χωρίς να διαθέτουν κανέναν μηχανισμό άμυνας. Μάλιστα προετοιμάζονταν άθελά τους να υποκαταστήσουν τις μορφές της πνευματικής τους ανάπτυξης καιρό πριν ανατείλει αυτή η εποχή. Σχεδόν αυτόματα κατέρρευσε ο κόσμος τους στον 20ό αιώνα. Πρώτον και κύρια διότι ο ενιαίος τρόπος τους, η βασική τονικότητα της ιδιοσυγκρασίας τους δεν ήταν δεμένη με καμία ενσυνείδητη συμμετοχή στον κόσμο της καθαρής σκέψης αλλά με υπερλογικά και μυθολογικά πρότυπα δημιουργίας. Δεύτερον γιατί το Ελλαδικό κράτος κατέστησε από την αρχή δύσκολη την επικοινωνία με τον λαϊκό πολιτισμό επινοώντας εντελώς αυθαίρετα έναν ντετερμινισμό δράσης που μας ήθελε οργανικά δεμένους με την αρχαία Ελλάδα αλλά όχι με το μεταβυζαντινό κόσμο. Τρίτον διότι η ελληνική επανάσταση περιορίστηκε στον εθνικό της χαρακτήρα και δεν κατάφερε να αποκτήσει μία αληθινά κοινωνική διάσταση. Τις συνέπειες τις ξέρουμε όλοι. Μπορούμε να επεκταθούμε σε αμέτρητα παραδείγματα, από το μακρινό χθες ως σήμερα. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να το κάνουμε. Άλλωστε το συγκεκριμένο βιβλίο τον σκοπό αυτόν επιτελεί, να εισάγει μέσα από παλαιά και νέα παραδείγματα τη μοιραία έννοια της νεοελληνικής κακομοιριάς, αλλά και να υπενθυμίσει στους αναγνώστες ότι ο υπερλογικός, σχεδόν μυθολογικός τρόπος των Ελλήνων δεν έχει καμία σπερματική σχέση με τις συστατικές αρχές του δυτικού λόγου, χωρίς φυσικά αυτό να συμβαίνει πως δεν μπορεί να συνδιαλλαγεί μαζί του δημιουργικά.
«Αν πάρετε μπροστά σας ένα χάρτη της Ελλάδας και τραβήξετε μια κάθετη από το πιο ακραίο ανατολικό σημείο της Θράκης, την Ορεστιάδα, θα δείτε να κατεβαίνει και να καταλήγει στο ανατολικότερο σημείο της Κρήτης, στην Κάτω Ζάκρο. Αν πάλι, βάλετε τη μύτη ενός διαβήτη στη Χίο και διαγράψετε κύκλο αρχίζοντας από την Κάτω Ζάκρο, θα δείτε ότι η περιφέρεια τυλίγει όλη την Ελλάδα μέχρι τη Θράκη, σ’ ένα τέλειο αγκάλιασμα, την δε υποτείνουσα Καστοριάς – Καρπάθου, να περνά μέσα από τον άξονα της Νάξου, που είναι το κέντρο των Κυκλάδων. Άλλον κύκλο πέραν αυτών των περίεργων παιχνιδιών, που τελειωμό δεν έχουν».
Πόσο παράταιρα αντηχούν στ’ αυτιά μας τα λόγια του ζωγράφου Πάρη Πρέκα από το μακρινό 1964. Φωσφορίζουν σαν τις σελίδες μιας μυθολογίας. Που σαν κάνεις να τις διαβάσεις τυλίγονται ξάφνου με την πάχνη του καιρού. Χάνονται μακριά μαζί με όλα τα αιώνια πράγματα αφήνοντας πίσω τη φήμη τους να ζητιανεύει το ρομαντικό βλέμμα μας που ζει από την περιφρόνηση του κόσμου.
*
**
