σύγχρονο ελληνικό διήγημα

Η απογραφή

*

Η βοηθός του γιατρού ήταν κατηγορηματική: πρέπει να εκτελέσετε τη συνταγή στο φαρμακείο του ΕΟΠΥΥ εντός του έτους. Άρα, σκέφτηκε επιστρέφοντας σπίτι, η μόνη μέρα που έχω είναι αύριο – ας ελπίσω ότι θα έχουν το φάρμακο. Πρωί πρωί έβαλε τα αθλητικά της, πήρε την τσάντα-ψυγείο για το φάρμακο και ξεκίνησε ευδιάθετη χάρη στην ανοιξιάτικη μέρα – τέλειωνε ο Δεκέμβρης και το θερμόμετρο δεν έδειχνε κάτω από 16ο. Ευτυχώς η Καλλιθέα ήταν κοντά, απόσταση που έκανε άνετα πεζή – κανονικά δεν θα ’βρισκε μεγάλη ουρά. Το φαρμακείο ήταν στη Δαβάκη, σε ένα άθλιο κτίριο, το οποίο είχε απέξω δύο παγκάκια για να κάθονται έξι από τους συνήθως είκοσι έως και σαράντα ανθρώπους που περίμεναν τη σειρά τους.

Πλησιάζοντας την παραξένεψε το γεγονός ότι δεν περίμενε κανείς ούτε όρθιος ούτε καθιστός, σημάδι ότι το φαρμακείο ήταν κλειστό. Όταν έφτασε απέξω διάβασε: Μεταφερθήκαμε Κολοκοτρώνη 146, Τζιτζιφιές. Θα ’χει πολύ κόσμο αλλά δεν γίνεται κι αλλιώς, το φάρμακο είναι απαραίτητο αν θέλει να διατηρήσει το φως της, αρκεί να το έχουν. Προσπαθώντας να είναι αισιόδοξη, αποφάσισε να περπατήσει ώς τις Τζιτζιφιές, για να νιώθει ότι δεν πάει αναγκαστικά αλλά για άσκηση.

Η διαδρομή αποδείχτηκε μεγαλύτερη από όσο περίμενε. Περπατούσε μία ώρα και πάλι είδε κι έπαθε να βρει το κτίριο. Αντίθετα από την τεράστια ουρά που περίμενε ότι θα βρει, κανείς δεν περίμενε και η πόρτα ήταν κλειστή με σιδεριά περίφρακτη. Έπρεπε να πλησιάσει πολύ κοντά και να βάλει τα γιαλιά της για να διαβάσει. Κλειστόν λόγω απογραφής, Απευθυνθείτε στο φαρμακείο του Ρέντη. Απίστευτο! Τι τους κόστιζε να βγάλουν ανακοίνωση ώστε να μην ταλαιπωρείται ο κόσμος… (περισσότερα…)

Το φως που (δεν) καίει

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

«Ο πατριάρχης ανάβει την λαμπάδα του από την ακοίμητη κανδήλα, που βρίσκεται πάνω στον Πανάγιο Τάφο.»
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΕΤΣΗΣ,
Μέγας πρωτοπρεσβύτερος Οικουμενικού Πατριαρχείου,
ΤΟ ΒΗΜΑ, 21.4.2006
Το Πατριαρχείο Iεροσολύμων είναι ο μεγαλύτερος ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας στο Iσραήλ, μετά το ίδιο το κράτος του Iσραήλ. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το 20% έως 30% των ακινήτων στην Παλαιά Πόλη της Iερουσαλήμ ανήκει στο Πατριαρχείο. Aνάμεσά τους τα τρία πιο σημαντικά μνημεία των Aγίων Tόπων αλλά και τα πιο σημαντικά κτήρια του Iσραήλ: η ίδια η Bουλή (Kνεσέτ), η Mεγάλη Συναγωγή και η κατοικία του πρωθυπουργού. Σύνολο αξίας, δεκάδες δισεκατομμύρια δολαρίων.
EΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 27.2.2005

Στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών «Παναγία η Βοήθεια» κατέληξα κατόπιν μικροατυχήματος με την μηχανή μου. Έγιναν οι απαραίτητες εξετάσεις και για λόγους προληπτικούς νοσηλεύτηκα για μια μέρα.

Νωρίς το απόγευμα εισήλθαν στον θάλαμο δύο καλόγριες και μοίραζαν φυλλάδια. Η μία γριά και κακάσχημη και η άλλη νεαρή και πανέμορφη. Για χάρη της νεαρής πήρα τα φυλλάδια και προσφέρθηκα ν’ αγοράσω κι ένα βιβλίο προς ενίσχυσιν του φιλανθρωπικού τους έργου.

Την μεγάλη την έλεγαν Μεθοδία και την μικρή Θεονύμφη.

«Θεονύμφη!» θαύμασα. «Ωραίο όνομα και… αρχαιοελληνικό!»

Η γριά καλόγρια ζάρωσε με δυσθυμία το μούτρο της μόλις άκουσε την λέξη «αρχαιοελληνικό» και με κοίταξε σχεδόν με αποστροφή, λες κι έβλεπε μπροστά της κανέναν σάτυρο με κέρατα στο κεφάλι, που αυτή θα προτιμούσε να τον ονομάσει δαίμονα ή εξαποδώ.

«Και πότε υψώνεται τ’ όνομά σου;» ρώτησα την νεαρή, επιστρατεύοντας ό,τι θυμόμουν από την εκκλησιαστική φρασεολογία κι αποφεύγοντας το «πότε γιορτάζει», σε μια προσπάθεια να εξευμενίσω τον κέρβερο που λέγονταν Μεθοδία.

«Την πρώτη του μηνός Σεπτεμβρίου», ακούστηκε η αργυρόεσσα καμπανούλα της φωνής της.

«Μα πρώτη Σεπτεμβρίου έχει αύριο!» έκανα θριαμβευτικά.

«Ναι, αύριο…» απάντησε χαμηλόφωνα.

Η Μεθοδία την επιτίμησε για την… φλυαρία της μ’ ένα βλέμμα.

Εγώ ανασηκώθηκα και της έτεινα το χέρι.

«Χρόνια Πολλά, λοιπόν, για αύριο!» (περισσότερα…)

Ανάμεσά μας

*

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

Κηλιδωμένος με σπόρια ο Αυνάν, καραφλός,
σταλάζοντας σπέρμα, κινήθηκε ανάμεσά μας…
ROBERT DUNCAN, «Περσεφόνη»

Έκοψε ταχύτητα, το χέρι της έσπρωξε τον λεβιέ στη νεκρά· το αυτοκίνητο άρχισε να επιβραδύνει κι η γυναίκα τρόμαξε από ένα βραχνό βουητό που παράταιρο δυνάμωνε και χαμήλωνε μες στ’ αυτιά της, ενώ ταυτόχρονα το αμάξι απειλούσε να σταματήσει και ν’ αρχίσει να κυλά προς τα πίσω – η οδηγός δεν το έλεγχε πια. Έστριψε απότομα το τιμόνι, σταμάτησε στη δεξιά μεριά του δρόμου, τράβηξε χειρόφρενο κι άναψε αμέσως τα αλάρμ. Κοίταξε μπερδεμένη μπροστά της το καντράν, τον νυχτωμένο δρόμο, έπειτα κάτι την έσπρωξε να κοιτάξει κάτω, προς τα πόδια της, να εστιάσει την προσοχή της στο δεξί που ακινητούσε ένοχα στο δάπεδο ακριβώς μπροστά στο πεντάλ του γκαζιού, και συνειδητοποίησε πως οι μηχανικές της κινήσεις είχαν χάσει μία φάση τους: δεν είχε χαμηλώσει ποτέ ταχύτητα πάνω στη στροφή, δεν είχε βάλει δευτέρα, και μόνο μάρσαρε ξανά και ξανά – με τον λεβιέ στη νεκρά. Τράβηξε ακόμα πιο πίσω το πόδι της συγχυσμένη, κι έμεινε ν’ αφουγκράζεται τη μηχανή να δουλεύει ήσυχα στο ρελαντί.

Λάμψη-σκοτάδι, λάμψη-σκοτάδι τα αλάρμ, ο δρόμος έρημος. Η καρδιά της χτυπούσε ακόμη δυνατά όταν πάτησε το αμπραγιάζ κι έβαλε πρώτη, μετά άφησε απαλά το πεντάλ ενώ ταυτόχρονα πατούσε το γκάζι, έτσι, σιγά σιγά, προσεκτικά σαν για να μη σπάσει κάτι, το αυτοκίνητο, τον δρόμο, ή κάτι άλλο, κάτι γύρω απ’ το κεφάλι της που ένιωθε να της πιέζει τα μηνίγγια. Στο μυαλό της μία μία οι κινήσεις όπως τις μάθαινε όχι από τον δάσκαλο της σχολής οδηγών αλλά ακόμα πιο παλιά, στα δεκατέσσερα, απ’ τον πατέρα της, όταν της εξηγούσε υπομονετικά τη λογική της οδήγησης στην πλατιά λεωφόρο Αχαιών.

Τώρα οδηγούσε πάλι ήρεμα στον δρόμο του βουνού. Αλλά μαγκωμένη. Τι της είχε συμβεί; Τι ήταν αυτό; Προειδοποίηση; Που ίσως σχετιζόταν με τα σχεδόν πενήντα της χρόνια; Αποφάσισε να μην το ψάξει άλλο. Άσ’ το να φύγει, είπε στον εαυτό της. (περισσότερα…)

Το τελευταίο χάραμα

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Ο άνθρωπος μεθάει «επειδή» πεθαίνει.
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ, ΠΕΡΙ ΜΕΘΗΣ

Στο χωριό σπάνια επιστρέφω. Μόνο σε δύσκολους καιρούς τα βήματά μου με γυρίζουν πίσω. Ξαναγυρνάμε κάποτε εκεί όπου πονέσαμε περισσότερο. Ίσως για να βρούμε απαντήσεις σε παλιά ερωτήματα ή για να αναμετρηθούμε με φόβους που ποτέ δεν ξεπεράσαμε ή για να κλείσουμε λογαριασμούς με ένα παρελθόν που μας ακολουθεί όπως η σκιά το σώμα.

Οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές ήταν μια καλή αφορμή για να ανέβω στο χωριό και να επισκεφτώ τον τάφο της μάνας μου και του πατέρα μου όπου είχα χρόνια να πάω.

Ήταν φθινόπωρο. Πήρα το λεωφορείο λίγο μετά τις δώδεκα το μεσημέρι. Μετά από ώρες βροχής ο ουρανός έμοιαζε χλωμός, κουρασμένος. Τα σύννεφα είχαν αρχίσει να ξεφτίζουν. Κατά διαστήματα ψιλόβρεχε τρυφερά, διακριτικά, μια βροχούλα σαν ψίθυρος που μιλούσε για λύτρωση και συμπόνια.

Μέσα το λεωφορείο άδειο – εγώ, ο οδηγός και άλλοι δυο άνθρωποι. Κάτι έλεγαν μεταξύ τους χαμηλόφωνα, συνωμοτικά, σχόλια που είχα την απατηλή εντύπωση ότι με αφορούσαν. Μου φαινόταν πως τίποτα δεν είχε αλλάξει στη ζωή μου από την παιδική μου ηλικία. Όλα έμοιαζαν στάσιμα και στα πενήντα μου ένοιωθα σαν προέκταση ενός παιδιού που κοίταζε τον κόσμο απορημένο, αμήχανο, ανήμπορο να καταλάβει οτιδήποτε.

Το εκλογικό κέντρο ήταν στο δημοτικό σχολείο. Έξι χρόνια είχα περάσει στις αίθουσες, στους διαδρόμους και στην αυλή του αλλά οι αναμνήσεις μου ήταν ελάχιστες. Ποιοι ήταν οι συμμαθητές μου σε κάθε τάξη; Ποιοι ήταν οι δάσκαλοί μου; Τι είχε απομείνει από τόσα μαθήματα και τόσα διαβάσματα; Τι έκανα στα διαλείμματα; Μόνο το γενικό περίγραμμα κάποιων εικόνων θυμόμουν. Μέσα στο γκρίζο τοπίο της μνήμης μου ξεπρόβαλλαν θαμπές παραστάσεις, σαν ξεθωριασμένες φωτογραφίες που κάποτε πρέπει να ήταν γεγονότα, ζωή, κίνηση, σώματα, χρώματα, δάκρυα, χαμόγελα, ζωντανή ύπαρξη μέσα στη θαλπωρή της σάρκας και του αίματος. (περισσότερα…)

Για την απρόσμενη κυριαρχία της αρχαίας βιολογίας 

*

του ΤΖΙ ΜΑΝΚ ΤΙ

Το τέλος του αιώνα μας και η αρχή της νέας Καλωδίωσης[1] απέδειξαν για μια ακόμη οδυνηρή φορά πως όσα επιτεύγματα και αν έχουμε πετύχει σε επίπεδο τεχνολογικό, ο βαθύτερος φόβος για το ανεφάρμοστο τους στην σφαίρα των υπαρξιακών απαιτήσεων παραμένει ενεργός και αδηφάγος: ήταν αλώστε πρώτος ο Nεξ Μεξ[2] που έδειξε με σαφήνεια πως η απεριόριστη αύξηση του προσδόκιμου ζωής καθώς και η ψηφιοποίηση του Χρυσού Πτηνού[3] δε θα μπορούσε να σταματήσει με τίποτα τον μέγα υπονομευτή των προσπαθειών μας: εκείνο, το Άθλιο.

Θυμάμαι πρόσφατα πως περπατώντας προς την συνοικία μου αντίκρισα μια γυναικά που μου φώναζε για τις επικείμενες μετατροπές· με ρώτησε: «είμαστε στ’ αλήθεια αβοήθητοι;» και άρχισε να κλαίει. Δεν ήξερα τι να της απαντήσω (ένας διανοούμενος δυστυχώς δε ξέρει ποτέ τι να απαντήσει) και το μόνο που παρατήρησα ήταν πως τα μάτια της συσπώνταν. Με αγωνία, ανίκανα να παράξουν εκείνο το υγρό που οι Αρχαίοι μας αναφέρουν ως «δάκρυα» και οι Μεσαίοι ως «καθαρτικό υγρό», τα ματιά της έμοιαζαν έτοιμα να εκραγούν απ’ την υπερπροσπάθεια. Ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον ήταν το γεγονός πως η κυρία αυτή, την ώρα που φώναζε με απελπισία πως καταφτάνει το τέλος, έτριβε με τις παλάμες της τα ζυγωματικά της. Ήταν ξεκάθαρο πως αυτή η κίνηση γινόταν αντανακλαστικά: μέσα μου γεννήθηκε το αίσθημα μιας αρχέγονης συμπεριφοράς, ξεχασμένης από καιρό, η οποία τώρα αναβίωνε χωρίς προφανή αιτία πάνω στο πρόσωπο της· η απελπισμένη αυτή κυρία σκούπιζε το ανύπαρκτο υγρό από πάνω της, με τον ίδιο τρόπο που μια μητέρα της αρχαιότητας έκανε το ίδιο στο μωρό παιδί της. Ετούτη η εμπειρία, μου έφερε στο κεφάλι –με τον τρόπο ενός πυρακτωμένου σίδερου ή μιας ατσάλινης rsd– πως πάρα τις αλλαγές που έχει υποστεί το ανθρώπινο σώμα, προς χάριν της μηχανικής του βελτίωσης, οι βαθύτερες ανάγκες μας, όπως εκείνη των «καθαρτικών υγρών», εξακολουθούν να κυριαρχούν, με τρόπο υπόγειο, κρυμμένο, και εν τελεί ολοκληρωτικό. Είναι γεγονός πως η παραφροσύνη που μας κατέκλυσε τα τελευταία χρονιά, δεν είναι παρά φυσικό επακόλουθο της αδυναμίας να δούμε καταπρόσωπο εκείνο που αδιάκοπα θάβουμε κάτω απ’ τα νέα μοντέλα αιώρησης και ζιγκλισμού[4]. Πάρα ταύτα θα ήταν αδύνατον να μην παρατηρήσουμε πως πίσω απ’ τις παρανοϊκές εξαγγελίες περί Γενικού Τερματισμού[5] που συνόδευσαν την αρχή της νέας Καλωδίωσης, υπήρχε πάντοτε μια ανάγκη για επιστροφή σε ορισμένες βασικές βιολογικές δομές –τις οποίες όλοι μας νιώθουμε απαραίτητες για να συνεχίσουμε ν’ αντέχουμε τον σύγχρονο τρόπο ζωής. (περισσότερα…)

Νημερτής (διήγημα, μέρος β΄)

*

του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΤΖΑΝΟΥ

Συνέχεια από το α΄ μέρος  ]

XI

Αχ, ο Μαρκιανός του πρώτου ορόφου, άναψε το φως της κουζίνας του. Τώρα τραβάει τα κουρτινάκια από το παράθυρο. Θα το ανοίξει; Δυστυχώς, θα το ανοίξει.

«Νημερτή, εσείς είστε;»

«Ναι, Μαρκιανέ, εγώ. Καλησπέρα.»

«Καλησπέρα. Έχουμε καιρό να συναντηθούμε. Μου φαίνεται από τότε που άλλαξε ο χρόνος δεν ειδωθήκαμε καθόλου. Καλή χρονιά!»

«Καλή χρονιά!»

«Είχα αρπάξει ένα γερό κρύωμα, που μου βούλωσε τ’ αφτιά για είκοσι μέρες. Τις περισσότερες ώρες ήμουν κρεβατωμένος. Ούτε κι εγώ ξέρω πώς κατάφερνα και περιποιούμουν τη Ριρή. Νιαούριζε συνέχεια τσαντισμένη. Η Ράνια, ξέρετε η κοπέλα που έρχεται πότε πότε και με βοηθάει, είχε πάει στο χωριό της να περάσει τις γιορτές. Είπε πως το νοστάλγησε.»

«Ανθρώπινο είναι.»

«Τον Άση τον είδα το πρωί. Ήταν βιαστικός. Πήγαινε να παραδώσει μια παραγγελία. Τις περάσατε καλά τις γιορτές;»

«Ναι, καλά!»

«Ήταν κι ο μικρός;»

«Όχι. Έλειπε με τη Δήμητρα στα χιόνια.»

«Ασχολείται ακόμη με τα πλήκτρα;»

«Ναι, πάντα.»

«Έχει έφεση. Σε ποιον έμοιασε;»

«Μάλλον σ’ εμένα. Μην ξεχνάτε πως κι εγώ δουλεύω με πλήκτρα!»

«Άνοιξα το παράθυρο γιατί μια διαβολεμένη μύγα μπήκε στο σπίτι τριγυρίζοντας όλα τα δωμάτια. Μπορείς να μου πεις πού βρέθηκε μύγα μες στο Γενάρη; Σα να το έκανε επίτηδες για να εκνευρίσει τη Ριρή. Δε νιαούρισε, αλλά την κατάλαβα. Κουνούσε την ουρά της κι όλο άλλαζε θέση. Με τα πολλά, κατάφερα ν’ απομονώσω τη μύγα στην κουζίνα. Έκλεισα αμέσως την πόρτα και τώρα έχει κολλήσει ψηλά, στο ταβάνι. Σκέφτηκα ν’ ανοίξω το παράθυρο, να σβήσω το φως κι έτσι να πάρει δρόμο.»

«Πολύ καλά σκεφτήκατε.»

«Το έχω ξαναδοκιμάσει. Ζω μόνος σ’ ένα τεράστιο σπίτι που όλα πρέπει να τα σκέφτομαι χωρίς να περιμένω βοήθεια από πουθενά. Η Ράνια ό,τι προλαβαίνει κάνει, και πάντως αφού της το έχω υποδείξει. Καμιά φορά θυμάμαι με πόσους ανθρώπους ζούσα άλλοτε και με πιάνει φρίκη. Θέλω να πω, ότι μάλλον είναι καλύτερα να μη ζει κανείς μόνος.»

«Τα καταφέρνετε όμως μια χαρά, Μαρκιανέ.»

«Λέτε; Είμαι όμως δυσαρεστημένος μ’ αυτά που βλέπω να γίνονται γύρω μας, Νημερτή. Η οικονομική κρίση μάς έχει αποκάμει. Συμφωνείτε;»

«Συμφωνώ. Εξανεμίστηκε κάθε βεβαιότητα για το οτιδήποτε.»

«Κυρίως απορρυθμίστηκε η βεβαιότητά μας για το χρόνο. Ο καθένας για τον εαυτό του ήταν βέβαιος για το τι θα του συνέβαινε το καλοκαίρι ή για το τι θα του συνέβαινε το χειμώνα. Ήταν βέβαιος για το τι θα γινόταν στην οικογένειά του σε πέντε ή σε δέκα χρόνια. Εσείς, λόγου χάρη, Νημερτή, δεν είχατε ποτέ κάποια βεβαιότητα για το τι θα γίνει στο σπίτι σας μελλοντικά;»

«Μάλλον είχα.»

«Βλέπετε; Αυτό λοιπόν πώς θα το βγάλετε τώρα από το μυαλό σας;»

«Έχετε δίκιο, Μαρκιανέ. Όλες οι βεβαιότητές μου κλονίστηκαν. Εσάς;»

«Προτιμώ να μη σκεφτώ τι θα μου συμβεί σε πέντε ή σε δέκα χρόνια. Βγαίνω στο μπαλκόνι και κοιτάζω στο απέναντι μαγαζί τη φωτεινή επιγραφή που πότε δείχνει τη θερμοκρασία, πότε γράφει “Ευχαριστούμε που μας προτιμάτε”, και πότε δείχνει μια χρονολογία.»

«Α, κατάλαβα. Λέτε για τη φωτεινή επιγραφή που υπάρχει στο κρεοπωλείο και που πότε δείχνει τη θερμοκρασία, πότε γράφει “Ευχαριστούμε που μας προτιμάτε” και πότε δείχνει την ώρα, Μαρκιανέ, όχι τη χρονολογία.»

«Μα όχι, Νημερτή, στην πραγματικότητα δε δείχνει την ώρα.»

«Όχι;»

«Όχι! Δείχνει κάποιες χρονιές που πέρασαν και κάποιες χρονιές που θα έρθουν. Να, για παράδειγμα, προηγουμένως που βγήκα έδειχνε δεκατέσσερα πενήντα. Ξέρετε να έγινε κανένα σπουδαίο γεγονός το 1450, Νημερτή;» (περισσότερα…)

Το  Ποιητόμετρο

*

Από δω και πέρα, τίποτα δεν θα είναι ίδιο…

Εκείνο το απόγευμα που τηλεφώνησε ο ποιητής, δοκιμιογράφος, ιδρυτής και τέως εκδότης του έντυπου λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον, Γιάννης Πατίλης, στον ποιητή, δοκιμιογράφο και νυν εκδότη του περιοδικού σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή, υπό τον τίτλο Νέο Πλανόδιον, Κώστα Κουτσουρέλη, ήταν σαν όλα τ’ άλλα απογεύματα που τηλεφωνιόντουσαν οι δυο τους για θέματα του περιοδικού.

Ο αίθριος καιρός δεν προμήνυε την απρόσμενη καταιγίδα που θα ξεσπούσε και θα πλημμύριζε – όπως κάθε ξαφνική νεροποντή στην Αθήνα – λεωφόρους, κεντρικές οδούς, παράκεντρα και αδιέξοδα – λογοτεχνικά – σοκάκια.

Ήταν μια παράξενη εποχή για την λογοτεχνία. Χωρίς τα μεγάλα ρεύματα του παρελθόντος, δίχως τρανταχτά ονόματα και διακριτές φωνές, βούλιαζαν σχεδόν τα πάντα σ’ έναν στείρο μιμητισμό και σ’ έναν εξαμβλωματικό πειραματισμό.

Ειδικώς στην ποίηση, γινόντανε το «έλα να δεις». Έβγαιναν 1.000 συλλογές τον χρόνο. Σε 10 χρόνια 10.000. Σε 100 χρόνια 100.000 ποιητικές συλλογές! Ποιος θα έφτανε στον επόμενο αιώνα; Ποιος θα επέπλεε σαν καρυδότσουφλο στον ωκεανό του Χρόνου;

Ποιητές και ποιητίσκοι, αστέρες κι αστερίσκοι, διαγωνίζονταν για το εκλαμπρότερο πυροτέχνημα στον χάρτινο ουρανό τους. Αυτό που θα τους εκτόξευε στην αιωνιότητα. Κι επειδή το μεγάλο έργο ήταν δύσκολο να γραφτεί, στράφηκαν προς την μεγάλη προβολή του μικρού τους έργου: αλλεπάλληλες εκδόσεις – μία συλλογή στην αρχή της χρονιάς και μία στο τέλος της άλλης, ώστε να παίζουν συνεχώς στα Κρατικά Βραβεία· εντυπωσιακές παρουσιάσεις – με απαγγελίες ηθοποιών και μελοποιήσεις· επιστρατεύσεις μεγάρων, θεάτρων, στοών· κριτικές και συνεντεύξεις – όσο πιο άφθονες κριτικές και συνεντεύξεις. Τα περιοδικά – έντυπα και ηλεκτρονικά – ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια και τα ποιήματα δημοσιεύονταν σαν αγγούρια.

Το 2% του αναγνωστικού κοινού απηύδησε – δηλαδή ολόκληρο το κοινό που διάβαζε ποίηση. Κάτι φιλόλογοι επί το πλείστον, κάτι φοιτητές, κάτι «βαρεμένοι» και οι μετρημένοι στα δάχτυλα της προκοπής αναγνώστες. Κοινό στην θέση του κοινού – του κενού καλύτερα – έγιναν οι ίδιοι οι ποιητές. Βάραγαν παλαμάκια ο ένας του άλλου, χορεύοντας σαν αρκούδια. Η πίστα γέμισε λουλούδια – επαίνους κι επευφημίες – και σπασμένα πιάτα – έριδες και κακολογήματα.

Έτσι, τσουβαλιασμένοι όλοι μαζί, πήγαιναν «ντουγρού» για τον κάδο της γειτονιάς – μια γειτονιά κι η λογοτεχνία μας – μέχρι να περάσει το σκουπιδιάρικο της Ιστορίας και να μαζέψει τους πάντες. Η αιωνιότητα που ονειρεύονταν όλοι τους, δεν θα μπορούσε παρά να είναι η ανακύκλωση.

Ντρίιιν! Ντρίιιν…

Το τηλέφωνο χτυπούσε ανυπόμονα κι ο Κουτσουρέλης το σήκωσε καθυστερημένα, γιατί εκείνη την στιγμή έγραφε ένα άρθρο για τον πόλεμο στην Ουκρανία κι αμφιταλαντεύονταν μεταξύ τελείας και άνω τελείας σε μια παράγραφο. Τελικά έβαλε μια βιαστική τελεία, λες και τερμάτιζε οριστικά και βεβιασμένα, κατόπιν άνωθεν εντολής, ένα πολεμικό επεισόδιο και απάντησε:

«Καλώς τον Γιάννη!» (περισσότερα…)

Νημερτής (διήγημα, μέρος α΄)

*

του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΤΖΑΝΟΥ

Συνέχεια στο β’  μέρος  ]

I

Ξέχασα να σας πω το πιο ουσιώδες: το να βρεθώ εδώ μέσα, κλεισμένη στο φωταγωγό, ήταν η μόνη επιλογή που είχα, αφού τη λύση του λουτρού την απέρριψα προτού καν τη σκεφτώ. Στην αρχή μου φάνηκε ακατόρθωτο, μα στο τέλος λογάριασα πως δε θα δυσκολευτώ να το κάνω. Ένα κατάλληλο σκοινί από τα «Είδη Ναυτιλίας» ήταν αρκετό. Χωρίς πολύ ψάξιμο, σήμερα το πρωί βρήκα ακριβώς αυτό που γύρευα. Έτσι, πριν από λίγο, έδεσα τη μια άκρη του σκοινιού στο ψυγείο, και πολύ πολύ προσεκτικά άρχισα να κατεβαίνω. Κατάλληλα ρούχα, κατάλληλα παπούτσια. Και να ’μαι! Ο ιδανικός τόπος για δουλειά! Καλά που τον σκέφτηκα!

Πρώτα πρώτα, ν’ ακουμπήσω κάπου το φακό και να βγάλω από την πλάτη μου το σακίδιο με το laptop. Ωραία!

Για ν’ αποφύγω τις περιττές κουβέντες με κάποιους γείτονες, έδωσα στην υπάλληλο του καταστήματος με τα «Είδη Ναυτιλίας» λεπτομερείς οδηγίες για τη συσκευασία. Ωστόσο η διαχειρίστρια από το δεύτερο όροφο παραφύλαγε στην είσοδο. «Βλέπω, Νημερτή, πως αγοράσατε καινούργιο πλυντήριο» μου είπε. «Είχατε προβλήματα με το παλιό σας;» Τη διαβεβαίωσα ότι δεν αγόρασα κανένα πλυντήριο, και τότε η διαχειρίστρια με κοίταξε στα μάτια. Γέλασε πονηρά, με κάποια ντροπή, όπως κάνουν οι άνθρωποι που αμφιβάλλουν για το φέρσιμό τους. Με το κεφάλι της μου έδειξε συνωμοτικά την κούτα μισοκλείνοντας το ένα της μάτι, σα να μου έλεγε: «Κι εδώ μέσα; Τι άλλο μπορεί να υπάρχει;» Κούνησα κι εγώ το κεφάλι μου, όπως εκείνη, δείχνοντας την κούτα. «Εδώ;» ρώτησα. «Έχει είκοσι τέσσερα μέτρα χοντρό σκοινί.» Η διαχειρίστρια ξεκαρδίστηκε. «Πάντα με το χιούμορ σας, Νημερτή» μου είπε. Αντί να της απαντήσω, γύρισα προς το μεταφορέα. «Στον πέμπτο, παρακαλώ» είπα και κάλεσα τον ανελκυστήρα.

Δεν ξέρω για τον δικό σας, αλλά αυτός εδώ ο φωταγωγός ξεκινάει από τον πρώτο όροφο. Είναι αρκετά καθαρός, τουλάχιστον όσο πρόκειται για έναν τέτοιο χώρο. Σε κάθε όροφο, στις δύο από τις τέσσερις πλευρές του, έχει από ένα μικρό παράθυρο. Τα βλέπετε άλλωστε. Έν’ από δω, στο αριστερό μου χέρι, κι έν’ από κει, στο δεξί. Το ένα είναι της κουζίνας, το άλλο, του μπάνιου. Ο τρίτος τοίχος πίσω μου είναι σοβαντισμένα τούβλα. Μέχρι πρότινος η πλευρά μπροστά μου ήταν ανοιχτή. Όμως, τελευταία, χτίστηκε δίπλα μας μια πολυκατοικία δίχως φωταγωγό. Στην αρχή ο μουλωχτός μηχανικός θέλησε ν’ αφήσει παραθυράκια στην οικοδομή του, εκμεταλλευόμενος το φωταγωγό μας, αλλά του κόψαμε το βήχα αμέσως. Είμαστε όλοι ιδιοκτήτες. Κάθε όροφος και διαμέρισμα.

Συνήθως, οι φωταγωγοί είναι τα πιο σκοτεινά μέρη μιας οικοδομής, έτσι λέει ο Άσης. Ο Άσης είναι ο άντρας μου. Όμως αυτός ο φωταγωγός νομίζω ότι διαφέρει. Μας αρέσει να λέμε ότι τα δικά μας πράγματα είναι τα καλύτερα. Έτσι δεν είναι; Ο φωταγωγός μας είναι από εκείνους που διαθέτουν αρκετό φως που, βέβαια, προς τα κάτω λιγοστεύει. Όταν ο ήλιος φτάσει ψηλά, μια ηλιαχτίδα καταφέρνει να τρυπήσει τη διαφανή οροφή του και διοχετεύεται μέχρι κάτω. Περίπου. Γιατί ο πρώτος όροφος, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Άση, βρίσκεται στο έρεβος. (περισσότερα…)

Οι αετοί

 *

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

Διήγημα εμπνευσμένο από αληθινό περιστατικό που περιγράφει ο Πάτρικ Λη Φέρμορ στο βιβλίο του Ρούμελη (1966).

~.~

Ο Όλεγκ είχε έρθει απ’ την Αγγλία με ένα σακίδιο στον ώμο κι ένα σημειωματάριο στην εσωτερική τσέπη του σακακιού, έτοιμος ανά πάσα στιγμή να σκιτσάρει βλαστούς, φύλλα και άνθη πολύτιμων και σπάνιων φυτών. Βότανα της Πίνδου που γιάτρευαν τον πόνο του δέρματος και της καρδιάς, τη βάσανο της τρέλας και της θλίψης. Τώρα στεκόταν στην αρχή του στενού μονοπατιού, που πήγαινε σύρριζα στο φαράγγι, και κοιτούσε τον γαλανό ουρανό μπροστά του. Το αγόρι ήταν ο μόνος άνθρωπος στον οικισμό που είχε δεχτεί να τον συνοδεύσει ως το επόμενο χωριό, λίγο από περιέργεια για τον ξένο «βοτανολόγο» και πολύ για τη γενναία αμοιβή που είχε προσφέρει ο Όλεγκ.

«Έλα, μίστερ, έλα, έλα» είπε το αγόρι και κίνησε μπροστά.

Ο Όλεγκ, ευχαριστημένος, ακολούθησε. Δεν είχε μαζί του όπλο, όμως μια καραμπίνα κρεμόταν από τον ώμο του αγοριού, που με το δεξί του χέρι κράταγε την κάννη να μην το χτυπά στα πόδια καθώς περπατούσε. Δεν ήταν απίθανο να συναντούσαν στον δρόμο τους αρκούδα ή λύκο.

Πήγαιναν έτσι, αμίλητοι, για κάμποση ώρα, όταν ο Όλεγκ, κοιτώντας για πολλοστή φορά προς τον Βοϊδομάτη στα βάθη του φαραγγιού, διέκρινε έναν βλαστό να υψώνεται καμιά δεκαριά μέτρα κάτω απ’ το μονοπάτι, ανοίγοντας προς το μέρος του μια μικρή συστάδα από μωβ οδοντωτά άνθη. Στάθηκε. Ήταν βέβαιος πως επρόκειτο για τον δίανθο, τον dianthus cruentus, κι αυτά τα άνθη έπρεπε οπωσδήποτε να φτάσουν ως την πλούσια συλλογή του πίσω στην Αγγλία.

«Στάσου!» φώναξε, και το αγόρι στάθηκε. Έκανε μεταβολή και πλησίασε τον Άγγλο.

«Κοίτα, λουκ!» είπε ο Όλεγκ κι έδειξε το λουλούδι. «Βλέπεις; Εκεί; Αυτό πολύ γκουντ φλάουερ. Το θέλω!»

Το αγόρι τον κοίταζε σαν να αντίκριζε τρελό. Έσκυψε και έψαξε τριγύρω απ’ το γαρυφαλλάκι, μήπως αυτό που ’χε τραβήξει την προσοχή του ξένου ήταν κάτι άλλο. Όχι, μονάχα το μωβ γαρύφαλλο φύτρωνε εκεί, μέσα σ’ έναν μεγάλο αγκαθωτό θάμνο˙ μετά, από κάτω, ο γκρεμός. (περισσότερα…)

Ένα άλλο ενύπνιο

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΛΑΦΡΟΥ

Προσφάτως, και καθώς κανόνιζα τα του επικείμενου ταξιδιού μου από την πρωτεύουσα στον γενέθλιο τόπο, βίωσα μια έντονη ανάγκη ν’ αποφύγω μία ακόμη πτήση. Δεν ήταν όμως μονάχα η αποστροφή που αισθάνομαι για τα ταξίδια με το αεροπλάνο που μ’ οδήγησε σ’ αυτό· ένας εξοντωτικός συνδυασμός φόβου για την ασφυκτικά στενή άτρακτο του αεροσκάφους, τρόμου για το ύψος στο οποίο πετά, και απέχθειας για τις υψηλές επιταχύνσεις που αναπτύσσει κατά τις διαδικασίες απογείωσης και προσγείωσης. Όλα τούτα σημαίνουν πως, όταν η κακή μου τύχη μ’ αναγκάζει να ταξιδέψω δι’ αέρος, αφενός έχω ένα ατσάλινο χέρι να μου σφίγγει το στήθος καθώς ξεκινάμε και σαν φτάνουμε και, αφετέρου, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, αν έχω την ατυχία να κάθομαι σε θέση διαδρόμου νιώθω να πνίγομαι από έλλειψη οξυγόνου, ενώ αν μου λάχει να κάθομαι σε παράθυρο υποφέρω από μια ζάλη απερίγραπτη. Όμως δεν θέλω εδώ να σας εκθέσω το δράμα ενός ταξιδιώτη. Επιθυμώ απλώς να τονίσω ότι η μεγάλη μου αποστροφή για τις πτήσεις μπορεί μονάχα να συγκριθεί σε μέγεθος με τον, παιδικό σχεδόν, ενθουσιασμό μου σαν πρόκειται να ταξιδέψω με πλοίο. Το ταξίδι στη θάλασσα με γοήτευε από μικρό παιδί. Και εξακολουθεί. Τότε, φυσικά, ήταν η αίσθηση της ελευθερίας που σου προσφέρει ένας χώρος ξένος και ταυτοχρόνως αρκετά μεγάλος ώστε να ερεθίσει την παιδική διάθεση για εξερεύνηση του αγνώστου. Τώρα, παρότι οι βασικές αρχές παραμένουν αμετάβλητες, συγκεκριμενοποιώ τα πράγματα: Δεν συγκινεί πια η λαμαρίνα, αλλά η δυνατότητα που σου χαρίζεται να γνωρίσεις καλύτερα το πλέον εντυπωσιακό μέρος αυτού του συστήματος· τον επιβάτη, ήτοι τον άνθρωπο. Και τα εφόδια που δίνονται για τούτο τον σκοπό είναι μετρημένα και υπολογισμένα καλά: Ο χρόνος – έχεις ώρες μπροστά σου να περιδιαβείς το πλοίο. Ο χώρος – μπορείς να γυρίσεις σε σαλόνια, εστιατόρια, μπαρ, καταστρώματα. Και το πιο σημαντικό – τ’ ονειρικό στοιχείο. Αυτό που στη γνωριμία δύο ανθρώπων λειτουργεί σαν καταλύτης, που δίχως αυτό να έχει υπάρξει στη σχέση τους μπορεί εκείνη αβασάνιστα να θεωρηθεί ως μη γενομένη. Τον ρόλο αυτόν, ασφαλώς, τον επιτελούν η ίδια η θάλασσα και ο ορίζοντας που συνεχώς ξεμακραίνει αμυνόμενος της γραμμικότητας. Μα όλα αυτά είναι γνωστά και για τούτο θ’ αποφύγω να τους δώσω περαιτέρω έκταση. (περισσότερα…)

Εργοστάσιο τενεκέδων

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Η ζωή είναι ο εφιάλτης των ονείρων μας.

Το να χάνεις την δουλειά σου, είναι σαν να χάνεις την ζωή σου. Και στις δύο περιπτώσεις, δεν ξέρεις αν υπάρχει άλλη. Κι αν υπάρχει, δεν ξέρεις αν είναι καλύτερη απ’ την προηγούμενη.

Το να ξεμένεις από δουλειά στην Αθήνα, είναι σαν να κολυμπάς με αλιγάτορα σε πισίνα. Και το να ψάχνεις για δουλειά, είναι «σαν να ρίχνεις ένα ροδοπέταλο στο Γκραντ Κάνυον και να περιμένεις ν’ ακουστεί ο αντίκτυπός του».

Όταν έχασα την δουλειά μου, φράκαρε η πόρτα απ’ τους λογαριασμούς, άδειασε το ψυγείο, δυο-τρία τσιγάρα στο πακέτο, η μηχανή στην ρεζέρβα και πήρα τους δρόμους ποδαράτο…

Έλειωσα σόλες. Χτύπησα πόρτες, «έφαγα πόρτα». Πείνασα, δίψασα, νύσταξα. Κοιμήθηκα σε λεωφορεία, σε τρόλεϊ, σε παγκάκια.

Κατέληξα σ’ ένα εργοστάσιο τενεκέδων στην Ιερά Οδό. Ούτε Ιερά μου φάνηκε ούτε Οδός όπως την περιγράφει ο Σικελιανός. Ένας κωλόδρομος πηγμένος στ’ αμάξια ήτανε, πυρακτωμένη άσφαλτος, και τα πόδια μου γεμάτα φουσκάλες και ξεπετσαλιασμένα δάχτυλα. (περισσότερα…)

Νυχτερινό λεωφορείο    

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Το λεωφορείο στρίβει απότομα, μπαίνει στον επαρχιακό που κόβει το βουνό στη μέση. Όσοι κοιμούνταν ξυπνούν, λίγοι προλαβαίνουν να δουν τις σκιές που διασχίζουν τον αυτοκινητόδρομο βιαστικά, φωτισμένες από τις λάμπες της εθνικής. Κυνηγοί,  ξυλοκόποι ή ίσως κάποιοι που βγήκαν στον κόσμο μέσα από την κοιλιά ενός φορτηγού, μισοπεθαμένοι από τη δίψα. Αυτοί που τους είδαν τους ξεχνούν σχεδόν αμέσως.

Μετά την έξοδο από τον αυτοκινητόδρομο ο δρόμος στενεύει και γίνεται ανηφορικός, αλλά ο οδηγός δεν κατεβάζει ταχύτητα. Μερικοί άντρες στη γαλαρία γελάνε, σχεδόν υστερικά. Αυτοί δεν αποκοιμήθηκαν ποτέ, και εκείνη ξυπνά τελευταία, έτσι της φαίνεται, από τα γέλια τους. Γύρω της σκοτάδι· κάποιος στη γαλαρία λέει μια ιστορία. Έχει φτιάξει ακροατήριο, μια ομάδα από άντρες έχουν συγκεντρωθεί γύρω του, μερικοί μάλιστα που κάθονταν μπροστά του έχουν σκαρφαλώσει στις θέσεις τους σαν μαθητές δημοτικού και τον ακούνε. Τον ανέβασαν στο λεωφορείο, στη μέση του πουθενά, είδαν το κασκόλ, για αυτό… Η συνέχεια της ιστορίας διακόπτεται από γέλια, σκουντήματα, αγγίγματα. Κορυφώνεται με τον φαρσέρ που την διηγείται να σπρώχνει βίαια το κεφάλι ενός από τους συνταξιδιώτες του πάνω στον καβάλο του. Εκείνος γελάει με αυτό που παθαίνει αλλά οι μυς του προσώπου του συσπώνται έντονα. Η ιστορία της είναι γνώριμη, είναι ένα γηπεδικό παραλήρημα. Ταυτόχρονα νιώθει ότι την ακούει για πρώτη φορά, ίσως επειδή εκείνος που αφηγείται την ξύπνησε και, ενώ τραβάει τα μαλλιά του φίλου του, κοιτάζει τις γάμπες της.

Τα λόγια του σβήνει ένας λαρυγγικός ήχος πίσω της, εκεί συγκεντρώνει την προσοχή της τώρα. Από τη χαραμάδα ανάμεσα στα καθίσματα βλέπει έναν παχύσαρκο άντρα να παλεύει με την φωνή του. Η μάχη του με τον ήχο που βγαίνει από τον λαιμό του φαίνεται χαμένη. Δεν μπορεί να ελέγξει το τικ του·  παρόλα αυτά προσπαθεί. Το πουκάμισό του έχει μικρές λίμνες από ιδρώτα στο στήθος, στην κοιλιά, στις μασχάλες. Έχει ανοίξει το τραπεζάκι για το φαγητό και, για να δημιουργήσει έναν αντιπερισπασμό απέναντι στη φωνή του, χτυπάει με τα χοντρά του δάχτυλα μια την επίπεδη πλαστική επιφάνεια και μια το βαθούλωμα για το ποτήρι. (περισσότερα…)