σύγχρονο ελληνικό διήγημα

Στιβαρή αναγνωστική πρόταση

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Ηλίας Αλεβίζος,
Μεταχειρισμένο φως,
Εύμαρος, 2023

Το πρώτο βιβλίο του Ηλία Αλεβίζου φέρει την ισχυρή ταυτότητα μιας πένας που δε μετρά τις δυνάμεις της στη γλώσσα, γιατί αυτή την έχει ήδη κατακτήσει, αλλά στη ζωή της συνείδησης που παρακολουθεί άγρυπνα την αναπνοή της στον άξενο τόπο της αστικής μεγαλούπολης. Μάλλον θα ήταν καλύτερα να πω, στον άξενο τόπο που είναι η ύπαρξη βαλλόμενη από την ακατόρθωτη συνύπαρξη με τον άλλον. Ο κανιβαλισμός του κοινωνικώς υπάρχειν και η ακατανοησία του συνειδητώς υπάρχειν αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, τις δυο αλληλοσυμπληρούμενες συνιστώσες του βιβλίου. Και το στοίχημά του, να διαρρήξει για λίγο την μεμβράνη αυτής της συσκοτισμένης περιοχής που τα διαλαθόντα ζητούν την επίγνωσή τους.

Το βιβλίο αποτελείται από δώδεκα κείμενα που, όπως διαβάζουμε στο διαφωτιστικό οπισθόφυλλο, «μορφολογικά κινούνται στον χώρο μεταξύ της σύντομης νουβέλας, του διηγήματος-μπονζάι και του πεζοποιήματος». Οργανώνονται σε τέσσερις ενότητες. Στην πρώτη παιδικές και εφηβικές εμπειρίες, στη δεύτερη όψεις της πόλης και των ανθρώπων που, σύμφωνα πάλι με το ίδιο σημείωμα, κινούνται στο περιθώριο των επίσημων αφηγήσεων του βίου. Η τρίτη οδεύει εσωτερικότερα σε ψυχεδελικά ονειρικά τοπία- εφιάλτες και η τέταρτη ελλειπτικότερη και στοχαστικότερη, επιχειρεί να περιθάλψει το άλγος της προηγούμενης περιδιάβασης στην ποιητική αναζήτηση της ψυχής, του σώματος, της αγάπης. Όλες οι ενότητες αποτελούν αρθρώσεις ενός κοινού άξονα που είναι η μοναχική τροχιά ανθρώπινων πεπρωμένων καθώς αυτοί κινούνται σαν διάττοντες στην περιφορά ενός άγρια και θαυμαστά ακατανόητου ανθρώπινου και κοσμικού γαλαξία. (περισσότερα…)

O τρόμος του κενού

*

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

Διήγημα για παιδιά, και όχι μόνο, εμπνευσμένο από τον πίνακα «Experiment on a Bird in an Air Pump» του Τζόζεφ Ράιτ του Ντέρμπυ, και τοποθετημένο στο Μπαθ της Αγγλίας κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα.

~.~

Είχαν ξεφυτρώσει μάτια στην πίσω μεριά του κεφαλιού, πάνω στα μαλλιά της, στους ώμους και στην πλάτη της. Αυτά τα μάτια, σε αντίθεση με τα κανονικά στο πρόσωπό της, που τώρα τα έκλεινε σφιχτά και τα πίεζε να βυθιστούν στα σεντόνια, παράβαιναν την εντολή της να μην κοιτάζουν όσα τρομερά συνέβαιναν πάνω στο κορμί της, και έμεναν διάπλατα ανοιχτά και κατατρομαγμένα. Κι έτσι δυστυχώς έβλεπε, με εκείνα τα άλλα, ανεξέλεγκτα μάτια, τα πάντα:

Τα πολλά ρούχα του δόκτορα Όλιβερ σύρθηκαν πάνω στα παπλώματα του κρεβατιού  καθώς απομακρύνθηκε λίγο από την πλάτη της και γύρισε προς το τραπεζάκι πίσω του. Πήρε ένα από τα χάλκινα ποτήρια που ήταν ανάποδα γυρισμένα πάνω στον δίσκο και, με το άλλο χέρι, κράτησε κάτω από το χείλος του το λυχνάρι, αυτό που έμοιαζε με μεγάλη σφυρίχτρα. Η Αννέτ έσφιξε τα χείλη. Τώρα, τώρα, τώρα… Πλοφ! Το κορίτσι μούγκρισε – αλλά δε φώναξε. Ο γιατρός είχε βεντουζώσει το ποτήρι κάτω ακριβώς από τον ώμο της. Η Αννέτ ένιωσε το δέρμα της να καίει, να φουσκώνει, να την τραβάει. Τα σεντόνια κάτω από το πρόσωπό της μούσκεψαν, ρούφηξε τη μύτη. Καιγόταν και πονούσε, αλλά τα μάτια που είχε πίσω στο κεφάλι της, πάνω στα μαλλιά της, της έδειξαν τον δόκτορα Όλιβερ να ισιώνει τη ράχη του και να κοιτάζει το έργο του πάνω στη γυμνή κοριτσίστικη πλάτη ευχαριστημένος.

«Αγαπητέ» γύρισε και είπε στον κύριο Τζόνσον «η νεαρή σας άρρωστη είναι οπωσδήποτε πολύ γενναία». (περισσότερα…)

Χριστούγεννα με τον Ωνάση

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ E. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Πλησίαζαν Χριστούγεννα. Δύσκολα τα έφερνα βόλτα τις μέρες εκείνες. Βουνό οι λογαριασμοί. Τα μετρητά εξανεμίστηκαν. Έσπασα και τον κουμπαρά, βούλωσα κάτι τρύπες. Έμεινα ρέστος. Πήρα την κάρτα και κατέβηκα στο Νυδρί για να την στραγγίξω.

Πέρασα απ’ το λιμάνι. Παγωνιά. Οι λιγοστές ψαρόβαρκες αραγμένες πλάι-πλάι, λες κι ήθελαν να ζεσταθούν. Η χερσόνησος της Αγίας Κυριακής σαν στοργικός βραχίονας που προφύλασσε το φωτισμένο εκκλησάκι απ’ τα κύματα. Η Μαδουρή του Βαλαωρίτη χαλκοπράσινη, με τα παράθυρα του παλαιού αρχοντικού κατασκότεινα, σαν μάτια προϊστορικού κρανίου. Το ορειχάλκινο  άγαλμα του Ωνάση, φρεσκοπλυμένο απ’ την βροχή, γυάλιζε σαν να ’ταν από χρυσάφι. Κάτω απ’ τα χοντρά γυαλιά του, ατένιζε με άδειο βλέμμα το πέλαγος της ματαιότητας.

Τ’ αμέτρητα χρήματά του δεν μπόρεσαν να κρατήσουν στην ζωή τον αγαπημένο του γιο, Αλέξανδρο. Οι δημοσιογράφοι χύμηξαν σαν κοράκια. Αυτός απαντά: «Δεν είμαι τίποτα παραπάνω από έναν πατέρα που έχασε το παιδί του». Κατόπιν, η υγεία του κλονίστηκε. Η μυασθένεια άρχισε να προσβάλλει το νευρικό του σύστημα. Μια αρρώστια σπάνια, που δεν έδινε καμιά ελπίδα σωτηρίας. Τα τσίνορά του μάδησαν. Κυκλοφορούσε με τσιρότα κολλημένα στα βλέφαρα για να μπορεί να κρατάει τα μάτια του ανοιχτά. Δυο χρόνια μετά, πήγε να συναντήσει τον Αλέξανδρο. Η κόρη του, Χριστίνα, ύστερα από τέσσερις αποτυχημένους γάμους, έγινε η πιο δυστυχισμένη πλούσια γυναίκα του κόσμου. Δίπλα στην μπανιέρα της, όπου βρέθηκε νεκρή, υπήρχαν φιαλίδια με βαρβιτουρικά. Ήταν τριάντα επτά μόνον χρονών. Οι τάφοι τους κείτονται στο μικρό παρεκκλήσι του Σκορπιού. Τους σκεπάζει και τους τρεις, όπως και τον φτωχότερο του κόσμου, χώμα – όχι χρυσόσκονη! (περισσότερα…)

Άγριο σώμα

*

Την τρίτη νύχτα επιτέλους στάθηκε ένα σύννεφο μπροστά στο φεγγάρι και κινήσαμε να φύγουμε – ο Θεός ξέρει για πού. Ο αδελφός Δομήνικος ξεπετάχτηκε μπροστά και βάλθηκε να προχωρά στα τυφλά, λες και στην άλλη άκρη του απόλυτου σκοταδιού θα έβρισκε τη σωτηρία μας. Του ψιθύρισα μια και δυο, αλλά στο τέλος έκλεισα το στόμα μου κι απλά τον ακολούθησα, παρότι ήξερα πως δεν είχε ιδέα πού πήγαινε. Το άγριο σώμα του άνοιγε δρόμο μέσα στη βλάστηση.

Πίσω από τα δέντρα με τα άθεα ονόματα άκουγα όλο ήχους και πατημασιές. Δεν άντεχα καν να πλάσω στο μυαλό τις χλωμές φάτσες αυτών που ήθελαν να μας βλάψουν. Υπάρξεις με πρόσωπα αξεχώριστα, που δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να μάθουν τον Λόγο του Θεού, τώρα είχαν γίνει οι κυνηγοί μας. Κοιτούσα από δω κι εκεί μήπως και κατάφερνα να φυλαχτώ αν ορμούσαν, αλλά με φρίκη σκέφτηκα πως απλώς μας έσπαγαν τα νεύρα. Μπροστά μου, σε σταθερή απόσταση όσο είχα αντοχή, ο αδελφός Δομήνικος ξάνοιγε δρόμο, ίδιος πανικόβλητη αντιλόπη. (περισσότερα…)

Ένα στραβό χαμόγελο

*

Η κλήση που δέχτηκα ένα χειμωνιάτικο βράδυ ήταν απρόσμενη. Ένας παλιός φίλος ήθελε να βρεθούμε. Δεν έφερα αντίρρηση – είχα καλές αναμνήσεις. Μου εξήγησε με ειλικρίνεια την κατάσταση. Ήθελε λίγη παρέα, κάποιον να μιλήσει. Τους τελευταίους μήνες η μάνα του πάλευε με τον καρκίνο.

Είπα στη γυναίκα μου ότι θα βγω. Ανησύχησε. Είχε απαγόρευση κυκλοφορίας. Με παρακάλεσε να συμπληρώσω το χαρτί εξόδου, «έτσι, για μάτια του κόσμου, σε περίπτωση που πέσεις σε έλεγχο». Της είπα όχι. Δεν επέμενε, ήξερε τις απόψεις μου. Βγήκα στη νύχτα, στην έρημη πόλη.

Το σπίτι του φίλου ήταν κοντά – πέντε λεπτά απ’ το δικό μας. Τον αντίκρισα με τη μάσκα στο πρόσωπο. Απέφυγε τη χειραψία. Δεν είπα τίποτα. Έφτιαξε καφέ και καθίσαμε στο σαλονάκι. Κάθισε σε απόσταση και κατέβασε τη μάσκα στο σαγόνι. Άρχισε να μου λέει τα δικά του.

«Από τη γλώσσα ξεκίνησε, το πιστεύεις;» μου είπε, ανήμπορος ακόμα να το δεχτεί, να το πιστέψει, σαν να μην μπορούσε να καταλάβει πώς και γιατί η αρρώστια είχε ξεκινήσει από κει, από τη γλώσσα. (περισσότερα…)

Μια γενναιόδωρη γυναίκα

*

Στα τριάντα μου ένοιωθα σιγά-σιγά να λυγίζω, εθισμένος στην παραίτηση, προδομένος απ’ τον εαυτό μου, ξεχασμένος απ’ όλους. Ήταν μια ακόμα περίοδος ανέχειας και φτώχειας – χειμώνας, με ένα επίδομα ανεργίας 360 ευρώ, πολεμούσα να κρατήσω πεντέξι κατοστάρικα στην άκρη για να ξεγελώ τον εαυτό μου και να μπορώ να πάω σε γιατρό αν κάτι σοβαρό γινόταν. Φίλοι, γνωστοί, συνάδελφοι, όλοι εξαφανισμένοι – τόσες κλήσεις αναπάντητες και κάτι τυχαίες συναντήσεις που γίνονταν υποσχέσεις που ποτέ δεν τηρήθηκαν. Δεν επέμενα – είχα και μια αξιοπρέπεια. Μακαρόνια, ψωμί, αυγά, καφές και μια φορά τη βδομάδα ένα κιλό φτηνή τροφή για τις γάτες της γειτονιάς – τίποτε άλλο δεν αγόραζα. Τα ρούχα μου μιλούσαν από μόνα τους – η φτώχεια δεν κρύβεται.

Όλη μέρα έμενα κλεισμένος στο σπίτι και το βράδυ, αν ο καιρός το επέτρεπε, έκανα μεγάλες, άσκοπες βόλτες. Αλλά ο χειμώνας ήταν σκληρός, ανελέητος, επίμονος – βροχές και κρύα εναλλάσσονταν και το κλείσιμο στο σπίτι κάποια βράδια κόντευε να με τρελάνει. Έβλεπα τηλεόραση, χανόμουν σε ρεμβασμούς, μετρούσα τις στιγμές που χάνονταν, αναρωτιόμουν γιατί ζούσα, μου φαινόταν παράξενο που υπήρχε ο κόσμος. Είχα και κάτι βιβλία, ήταν μια παρηγοριά, αλλά ήτανε στιγμές που κοίταζα γύρω μου το δωμάτιο και φούσκωναν μέσα μου δάκρυα που δεν τ’ άφηνα να κυλήσουν.

Τα βράδια κατέβαινα και τάιζα τις γάτες, σχεδόν στα κρυφά – είχαμε και κάποιους που δεν τις ήθελαν στη γειτονιά. Ανάμεσα στ’ άλλα ο ύπνος μου είχε γίνει άστατος, χαοτικός. Είχα δοκιμάσει όλα τα ωράρια ύπνου και το βιολογικό μου ρολόι ήταν στα πρόθυρα της καταστροφής. Κοιμόμουν στις έξι το πρωί και ξυπνούσα στις δύο το μεσημέρι. Ή από τις δώδεκα το μεσημέρι μέχρι το βράδυ στο κρεβάτι και μετά όρθιος όλη νύχτα μέχρι αργά το πρωί. Κάποιες μέρες κοιμόμουν με δόσεις και δεν ήξερα τι μου γινόταν. Σωματικά τις περισσότερες μέρες ήμουν ράκος και ένα πλάκωμα στο στήθος δυσκόλευε την αναπνοή και έκανε το μυαλό μου να πλέκει σενάρια ξαφνικού επικείμενου θανάτου. Τα βράδια που ο καιρός ήταν υποφερτός και έβγαινα έξω όλο και κάτι περίεργο εμφανιζόταν μπροστά μου, από τύπους που έψαχναν σεξ στα όρθια σε κάποιο πάρκο μέχρι και ένα νεαρό παιδί που το έβλεπα να μιλά με τους τοίχους – την πρώτη φορά νόμιζα πως έκανα λάθος αλλά τις επόμενες φορές που τον συνάντησα σιγουρεύτηκα ότι πράγματι μιλούσε με τους τοίχους. (περισσότερα…)

Ο φετινός παράδεισος

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Αναζητεί τη διαφορά ανάμεσα στο αλπικό τοπίο και το παράθυρό της και δεν τη βρίσκει. Βιντεοσκοπεί με το κινητό της τα έλατα που έχουν ακόμα πάνω τους τις στάλες της χθεσινής βροχής, τα ανεβάζει στο Instagram και κοιτάζει τα σχόλια από κάτω. Οι άλλοι βλέπουν λεπτομέρειες που η Άννα δεν μπορεί να εντοπίσει. Κάθε καλοκαίρι, κάθε τοπίο της φαίνεται το ίδιο, μια δοκιμασία. Τα συνέδρια και οι εαρινές ημερίδες είναι η δική της κατασκήνωση, κάθε χρόνο περιμένει την ετυμηγορία, πού θα βρεθεί μαζί του, σε ποιον παράδεισο. Φέτος είναι οι Ελβετικές Άλπεις. Προσκεκλημένος ομιλητής σε ένα συνέδριο με τίτλο Golden Visa: Ένα ζήτημα συνταγματικότητας. Τι σε χρειάζονται εσένα εκεί, τον ρώτησε πριν ξεκινήσουν. Δεν ξέρω, πάμε διακοπές. Κλειδωμένη σε ένα ακριβό δωμάτιο με υπέροχη θέα, πλήττει. Αντιλαμβάνεται ότι δεν διαφέρει από τους ομαδάρχες της (δικηγόρους, μεσίτες, συμβολαιογράφους), όταν αναγκάζεται να μπει στην αίθουσα συνεδριάσεων. Όλοι κοιτάζουν με ανυπομονησία το πρόγραμμα, το ρολόι τους, πόσοι ομιλητές έμειναν, πόσος χρόνος πέρασε, πότε μπορούν να βγουν από εκεί, να διασκεδάσουν, να φάνε και να πιούνε από το μπαρ του ξενοδοχείου. Πριν ο τελευταίος ομιλητής κλείσει την ομιλία του, πριν καν το προεδρείο απευθύνει χαιρετισμό, σκορπίζουν, βγαίνουν τρέχοντας από την αίθουσα.

Το σημερινό πρόγραμμα ξεκινάει με εκδρομή στη φύση πριν τις απογευματινές ομιλίες, μια ιδέα ενός από τους χορηγούς του συνεδρίου. Μια δύναμη που δεν την κατανοούν και μια όρεξη που σβήνει γρήγορα τους βγάζει από το δωμάτιό τους, τους φέρνει πιο κοντά στη θέα που η Άννα βλέπει άυπνη από το παράθυρό της όλη τη νύχτα. Όταν συναντιούνται στη σάλα τα μάτια τους λάμπουν από χαρά, συζητούν για το τοπίο, τα έλατα. Αν μείνουν για λίγο μόνοι, χωρίς συνομιλητή, χωρίς κάποιον για να ανταλλάξουν ένα βλέμμα, μια προσδοκία, βουλιάζουν στον καναπέ και περιμένουν μια κουβέντα για να λάμψουν τα πρόσωπά τους πάλι. Επιτέλους ο ξεναγός δίνει το πρόσταγμα. Πρέπει να ξεκινήσουμε. Την εντολή του την αντιλαμβάνονται ως σύνθημα για να συνεχίσουν τις συζητήσεις τους για την εκδρομή. Θα είναι υπέροχα.

Ο πατέρας της τη σέρνει από το χέρι κακοδιάθετος. Είναι πιο κακοντυμένος από όλους. Φοράει μια ξεθωριασμένη γκρι βερμούδα και ένα κίτρινο πόλο μπλουζάκι και μουρμουρίζει, λάθος, λάθος, λάθος. Ίσως την κρατάει έτσι δεμένη, για να νομίζουν ότι μιλάει σε κάποιον. Βλέπουν ένα ζευγάρι που κατηφορίζει το ίδιο μονοπάτι. Αυτοί δεν μιλούν καθόλου, ούτε κοιτιούνται, δεν τους έφερε κάποιο πρόγραμμα εδώ. Έχουν έναν σκύλο, έναν ποιμενικό, αυτόν φαίνεται να ακολουθούν. Όταν ο σκύλος τους πλησιάζει ο πατέρας της Άννας του κάνει χαρούλες, απλώνει το μπατόν, δήθεν για να τον χαϊδέψει, ξέρει ότι δεν επιτρέπεται εδώ αυτό, παρόλα αυτά προσποιείται το χάδι, πλησιάζει το χέρι στο ζώο και ύστερα το απομακρύνει. Αρκετοί από το γκρουπ που βρίσκονται πίσω του τον μιμούνται, απλώνουν χέρια ή μπατόν στον αέρα, χαμογελάνε, τα παίρνουν πίσω. Το σκυλί συνεχίζει το δρόμο του. Από πίσω το σιωπηλό ζευγάρι. (περισσότερα…)

Οι μεταφυσικές αγωνίες μιας λιβελούλας

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Ένας θόρυβος, σαν φτερουγίσματα. Ξέρεις τι είναι. Άλλη μία λιβελούλα μπήκε από το παράθυρο και παγιδεύτηκε στο φωτιστικό πάνω από το κεφάλι σου. Αφήνεις το βλέμμα σου να ακολουθήσει τις τροχιές που διαγράφει η σκιά γύρω από τη λάμπα.

Σήμερα το πρωί, λίγο μετά την ανατολή, βγήκε από το κουκούλι της. Στάθηκε να δροσιστεί σ’ ένα λακκάκι με νερό, σ’ εκείνον τον βράχο, στον κήπο του κινηματογραφόφιλου και βαθιά θρησκευόμενου γέρου γείτονά σου. Κάθε βράδυ, την ίδια ώρα, βγαίνει στον κήπο και ποτίζει τον κατάξερο βράχο.

Ο υπνωτιστικός χορός της σκιάς ακολουθεί πλέον τον ρυθμό της μουσικής σου. Φέρνει βόλτες γύρω από τη λάμπα, όπως εκείνη η κατσαρίδα γύρω από το πιάτο. Η μυρωδιά νεκρών εντόμων δείχνει το δρόμο. Ένα κουκούλι από φως πυρακτώσεως.

Στο τέλος, με μία απαλή κίνηση, πατάς τον διακόπτη και σβήνεις το φως, όπως κάνεις για κάθε παγιδευμένο τετέλεσται, σαν να ντρέπεσαι λίγο.

Στο σκοτάδι, τα φώτα των διερχόμενων αυτοκινήτων χαράζουν γραμμές πάνω στο σώμα σου. Ξανά και ξανά και ξανά… Με βέβαιη τυχαιότητα.

Λίγες ώρες μόνο μέχρι το τελετουργικό της ανατολής. Και της δύσης. Και της ανατολής…

Αύριο βράδυ, μία άλλη λιβελούλα θα ακολουθήσει το ίδιο χημικό μονοπάτι προς τη λάμπα πάνω απ’ το κεφάλι σου. Ο γέρος θα λείπει κι ένα οριγκάμι με άρωμα ντατούρας θα έχει ανθίσει πάνω στον βράχο. Θα σταθεί να το μυρίσει, λίγο πριν σε επισκεφθεί.

Κι εσύ ξέρεις πως αν τολμήσεις να έχεις ανοιχτό το παράθυρο, θα προσγειωθεί στο περβάζι, θα σε παρατηρήσει για μερικά δευτερόλεπτα και με λίγα παιξίματα του κεφαλιού της θα τινάξει από τις κεραίες της την τελευταία ανατολή των κόσμων. Οι πλανήτες θα γίνουν οματίδια μ’ ένα νήμα βολφραμίου στον πυρήνα τους κι εσύ μέσα στο δωμάτιο θα χορεύεις σε κύκλους γύρω από την λάμπα. Τα αυτοκίνητα θα περιφέρουν τα φώτα τους γύρω από το αόρατο κέντρο της πόλης και η πόλη θα κυλάει σιωπηλά γύρω από το αόρατο κέντρο του ηλιακού συστήματος.

Τροχιές αμείλικτης βεβαιότητας, χωνεύοντας ακόρεστα χιλιετηρίδες μέχρι να μουδιάσουν τα πόδια σου από την εξάντληση και να αποδεχτείς ότι το περιήλιο του Ερμή θα αψηφάει πάντα τους καλύτερους υπολογισμούς σου.

Και τότε όλα θα παγώσουν. Ημιλιπόθυμος, πάνω στο ζεματιστό γυαλί, με μία μυρωδιά κρεματορίων στα ρουθούνια, θα δεις ένα-ένα όλα τα φωτογενή νήματα να εξαϋλώνονται και θα παρακολουθείς με τρόμο τον ήλιο να εξαντλεί τα πυρηνικά του αποθέματα.

Μην ανησυχείς. Απαλά, αλλά χωρίς ντροπές, η λιβελούλα πέταξε μέχρι τον απέναντι τοίχο και έκατσε πάνω στον διακόπτη.

Φωτογραφία Χαρίδημος Μπάρκας

*

 

Δίχως χάρτη

*

Ο Χάρτης ήταν ένα από τα γατάκια που κατοικοέδρευαν στην αυλή. Πέντε τον αριθμό, σε κανένα δεν έδωσε όνομα εκτός απ’ αυτό. Όλα ίδια με τη μάνα τους. Στο σκοτάδι, όταν θηλάζανε, νόμιζε πως ήταν κάποιο ξεκούρδιστο μουσικό όργανο, μαύρο με άσπρα πλήκτρα – γιατί μαυρόασπρα ήταν όλα. Ένα μόνο ξεχώριζε, με απλωμένο τόσο ακανόνιστα το μαύρο χρώμα σε όλο το μουτράκι του, που έμοιαζε με ζωντανή αποτύπωση του χάρτη ενός άγνωστου προς το παρόν πλανήτη. Η χρωματική συμμετρία, που κατά κανόνα χαίρει εκτίμησης από τους ανθρώπους, όταν διαλέγουν κατοικίδιο, απουσίαζε παντελώς. Κανείς δεν μπορούσε να πει για τον Χάρτη: «Τι χαριτωμένο! Σαν να φοράει λευκά καλτσάκια». Ή: «Για δες τι φτιάχνει η φύση! Μια ολόλευκη καρδιά στο στήθος του!» Και σαν να μην έφτανε η χαοτική αταξία στην οποία παρέπεμπαν τα σχέδιά του, κανένας γνωστός τουλάχιστον τόπος δεν αποτυπωνόταν στη μορφή του, όσο κι αν τον παρατηρούσε.

Δεν γνώριζε αν, ακριβώς εξαιτίας αυτής της κραυγαλέας ασυμμετρίας των χρωματικών του μοτίβων, τον προίκισε άθελά της με χαρακτήρα, μόνο και μόνο εκ του γεγονότος ότι αυτόν ονομάτισε, ενώ οι αδελφές του –κατά σύμπτωση ήταν το μόνο αρσενικό– ήταν απλώς «τα γατάκια». Το σίγουρο είναι πως όλο για αυτόν μιλούσε: ο Χάρτης άνοιξε τα μάτια του, ο Χάρτης πήδηξε από το καλάθι, ο Χάρτης χώθηκε κρυφά στο σπίτι και κρύφτηκε. Πάντα ο Χάρτης. Πολύ σπάνια πρόσεχε τα μικρά κατορθώματα των αδελφών του, παρότι εξίσου χαριτωμένες με αυτόν. Οι οποίες, όλως παραδόξως, όσο λιγότερη προσοχή τους έδινε, τόσο πιο γρήγορα εξημερώνονταν. Ούτε έτρεχαν να κρυφτούν μόλις την έβλεπαν, ούτε αρνούνταν τυχόν χάδια. Ο Χάρτης αντίθετα, παρά την πολλαπλάσια προσπάθειά της, παρέμενε αγρίμι.

Ίσως αυτό να τον προφύλαξε από την άτυχη συνάντηση με τον σκύλο του σπιτιού. Αυτός, μολονότι εξοικειωμένος με τη γάτα της, ήταν περιορισμένος καλού-κακού, για να μη βλάψει τα άγνωστά του γατάκια της. Παρόλα αυτά δύο από τα πιο φιλικά, τον πλησίασαν χωρίς κανένα ένστικτο επιβίωσης. Δεν μπορούσε αλλιώς να εξηγήσει πώς έκαναν την αποκοτιά να πλησιάσουν από μόνα τους τον ορκισμένο εχθρό του είδους τους. Έμειναν τρία. Έπρεπε πάση θυσία να τους βρει νέο σπίτι, πράγμα σχεδόν ακατόρθωτο με τόσα αδέσποτα γατιά που κυκλοφορούν στους δρόμους. Ένας ήταν ο τρόπος, σκέφτηκε: το ίνσταγκραμ της φοιτήτριας κόρης της. (περισσότερα…)

Ο άγγελος των βροχών

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Κατά την θητεία μου στο Πολεμικό Ναυτικό, είχα την Τιμή να υπηρετήσω υπό τας διαταγάς ενός αληθινού ευπατρίδη, του πλωτάρχη Δημήτρη Ντούλια. Αξιωματικός βαθιά καλλιεργημένος. Φιλόπατρις, με την ευγενέστερη αντίληψη περί ιδεωδών και ελληνισμού. Καταγίνονταν μάλιστα και με την φιλολογία.

Έπεσε στην αντίληψή του μια συλλογή διηγημάτων μου και με φώναξε στο γραφείο του. Από τότε γίναμε σχεδόν φίλοι. Όποτε βρισκόμαστε, ξεκίναγε με το στερεότυπο: «Τι καινούργιο έχεις να μου διηγηθείς;» Κι εγώ ξεσκόνιζα την μνήμη μου και του αράδιαζα παραμύθια, ιστορίες και θρύλους του νησιού μου. Έβαζα και λίγο αλατοπίπερο και περίμενα την εντύπωση που του έκαναν.

Εκείνος άναβε την πίπα του, μισόκλεινε τα μάτια και ταξίδευε ανάμεσα στους καπνούς, λες και διάβαινε με το καράβι του μέσ’ απ’ την ομίχλη. Πού και πού διέκοπτε την αφήγηση για να κάνει μια παρατήρηση, όπως θα έδειχνε έναν ύφαλο στον υποπλοίαρχο. Ενίοτε θαύμαζε με το στόμα ορθάνοιχτο, καθώς θα ’κανε σε μια πετυχημένη βολή του κανονιού ή βλέποντας, κατά την πλοήγηση, στον νυχτερινό ουρανό τον Πολικό Αστέρα, που από οποιοδήποτε σημείο κι αν τον παρατηρήσεις δείχνει πάντοτε τον πραγματικό Βορρά.

Όπως κάθε φορά, έτσι κι αυτή, αφού με κάλεσε στο γραφείο του εκείνη την μέρα και μ’ έβαλε να καθίσω στην δερμάτινη πολυθρόνα απέναντί του,  κερνώντας με τσάι του βουνού και κουλουράκια γλυκάνισου, με ρώτησε: (περισσότερα…)

Πεταλίδα

*

Ίσως αναζητούσε την εμπειρία. Ίσως πάλι να θέλησε να δοκιμάσει την τόλμη της. Έτσι βρέθηκε να κάθεται στον μικρό αλλά με κοφτερές μύτες βράχο στα δέκα μέτρα από την ακτή. Πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη. Γλυκιές και η θάλασσα βάλσαμο. Ο βράχος στη μονοτονία του. Οι παρέες εφήβων που συναγωνίζονταν στα μακροβούτια από την κορυφή του ασκούνταν τώρα στις αυλές των ιδρυμάτων εκπαίδευσης. Έτσι ξαφνιάστηκε όταν ένιωσε να τον πολιορκούν τρία σώματα γυναικών.

Οι φωνές τους σήκωσαν κυματάκια που μου έφεραν ανατριχίλα.  Τα σώματα κρατούσαν απόσταση ενός μέτρου από μένα. Έκαναν τον γύρο μου δυο τρεις φορές, άλλοτε πλησιάζοντας περισσότερο άλλοτε όχι. Παρατηρούσαν τα έμβρυα μύδια και τις πεταλίδες που ήταν κολλημένα στο σώμα μου. Έβγαλαν κραυγές ενθουσιασμού όταν μία από τις τρεις είδε ένα καβουράκι που ξαφνιασμένο βρήκε καταφύγιο στην πρώτη κόχη μου. Συνέχισαν να κωπηλατούν με τα χέρια τους και να με γυροφέρνουν. Οι δυο βαρέθηκαν και με απλωτές απομακρύνθηκαν. Με ξάφνιασε το άγγιγμα της τρίτης. Τα δάχτυλά της χώθηκαν στις μικρές οπές μου που ήταν ακριβώς στο μέγεθός τους. Έδειχνε αποφασισμένη και αυτή την πρόθεσή της τη βεβαίωσε το πέλμα του ενός ποδιού της που με δύναμη πίεσε το σώμα μου. Ακολούθησε και το άλλο και τα δάχτυλα των χεριών μετατοπίστηκαν στις πιο πάνω κοφτερές μου οπές. Χωρίς κλυδωνισμούς σήκωσε το σώμα της σωστό ιστίο πάνω μου. Ζύγιασε το ύψος, το βάθος μα περισσότερο την τόλμη της. Εγώ άφωνος περίμενα την εξέλιξη με βεβαιότητα αναβολής ενός πηδήματος. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ζήτημα να έζησα πάνω από δέκα μακροβούτια εφήβων γυναικών. Ήταν αλήθεια διαφορετικά από αυτά των αγοριών. Να όπως ας πούμε διαφέρει το μακροβούτι του Ποσειδώνα από αυτό μιας γοργόνας που η ουρά της σε πνίγει αλλά και σε νεκρανασταίνει.

Περίμενα με κομμένη την ανάσα. Τα μύδια και κάθε είδους πεταλίδα σφίχτηκαν εντελώς πάνω μου. Τα καβουράκια εξαφανισμένα. Μόνο εκείνο το ξέμπαρκο χταποδάκι ξεμύτισε από την κρυψώνα του για να δει το μακροβούτι.

Τότε το είδαν οι άλλες δυο και «χταπόδι! Χταπόδι!” λες και μπροστά τους φάνηκε ο Άγιος Πέτρος! Κι αμέσως βουβάθηκαν. Ήταν η στιγμή που την είδαν όρθια πάνω μου. Το βλέμμα τους αδηφάγο. Θα βουτήξει; Όχι;

Το σώμα της δίπλωσε. θύμισε σπασμό που το έκοψε στα δυο. Τα γόνατα λύγισαν τα χέρια έψαχναν αγγίγματα ήπια να κρατηθούν. Αναζητούσε κατάλληλο σημείο να καθίσει, να στερεωθεί. Κι όταν το βρήκε τα πόδια της δοκίμαζαν θέσεις ασφαλείς ώστε σιγά να γλιστρήσει στο νερό χωρίς τραυματισμούς. Λίγο πριν αφεθεί στο νερό και με εγκαταλείψει, την ώρα που δύο χιλιόμετρα μακριά στον παρακείμενο οικισμό οι δείκτες του ρολογιού της εκκλησίας φιλιόντουσαν στο στόμα για τέταρτη φορά μετά τις δώδεκα το μεσημέρι, οι ολόλευκοι διάπλατα ανοιγμένοι στον ήλιο  μηροί της σχημάτισαν την ομορφότερη πεταλίδα που με είχε ποτέ κατοικήσει.

ΤΑΣΟΥΛΑ ΤΣΙΛΙΜΕΝΗ

*

Δημήτρης Ε. Σολδάτος, Η Φαρμακόπετρα

*

Ναός Αγίου Ιωάννη, Μεγανήσι Λευκάδας. Φωτογραφία Νίκος Καββαδάς

~.~

Κατακαλόκαιρο. Καταμεσήμερο. Όλο λέπι αστραφτερό, μες στον Μεγανησιώτικο ήλιο, η θάλασσα αναγαλλιάζει σαν γοργόνα. Το Σπαρτοχώρι πλαγιάζει γαλήνια στην αγκαλιά του λόφου, όπως ένα μωρό στον κόρφο της μάνας του. Πέρα στο στεφάνι του γερο-Φώτη, πάνω απ’ την σπηλιά του Κύκλωπα και κάτω απ’ το σπίτι του Μαυροκέφαλου – που ήρθε απ’ το Άλατρο και παντρεύτηκε την Κρεμμύδαινα – γουργούριζαν τ’ αγριοπερίστερα και κουκούβιζαν αναπαμένα τα γλαροπούλια.

Ξάφνου, σαν πυροβολισμοί στον αέρα, φωνές ακούστηκαν στην εμπατή του χωριού:

«Φίδι! Φίδι! Το δάγκασε φίδι…»

«Γούι, τρομάρα του, το έρμο!»

Δυο άντρες μετέφεραν στα χέρια ένα παιδί, όχι μεγαλύτερο από δώδεκα χρόνων. Ξοπίσω σμήνος γυναικών ολόλυζε και μαλλιοτραβιόνταν. Αυτό σχεδόν αναίσθητο, με τα μάτια ανάστροφα, με το ζερβί παραλυμένο, και τα δάχτυλα να τρεμουλιάζουν σαν πλατανόφυλλο, έβγαζε βόγκο λες και ξεψύχαγε.

«Στου δασκάλου, γρήγορα στου δασκάλου, να του βάλει απάνου την Φαρμακόπετρα!» είπε κάποιος.

«Ναι, ναι, την Φαρμοκόπετρα, την Φαρμακόπετρα…» αναφώνησαν κι οι υπόλοιποι.

Σε λίγο ακούμπαγαν το παιδί στο πεζουλάκι της αυλής του δασκάλου.

Εκείνος πετάχτηκε έξω αναστατωμένος απ’ τις φωνές.

«Φέρτε το μέσα!» είπε επιτακτικά, ενώ κιόλας οι ψυχραιμότεροι σύσταιναν στον κόσμο να διαλυθεί, μιας και το παιδί βρίσκονταν πλέον σε καλά χέρια.

Εκείνο ριγούσε λες και κρύωνε. Άφηνε σιγανό στεναγμό, καθώς η μάνα του έβρεχε το μαντήλι της με νερό και το απέθετε στο μετωπάκι του, που ψήνονταν απ’ τον πυρετό.

Ο δάσκαλος βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο μα ξαναφάνηκε σχεδόν αμέσως, βαστώντας μια καφέ δερμάτινη τσάντα κι ένα βελούδινο βαθυκόκκινο σακουλάκι. Έβγαλε από κει μια πετρούλα – σχεδόν σαν αμύγδαλο, σε σχήμα καρδούλας, καλυμμένη μ’ ασημόχρυσο προστατευτικό πλέγμα απ’ την πίσω μεριά – και την ακούμπησε πλάι του. Κατόπιν εξέτασε το πόδι του παιδιού. Φαινόνταν ευκρινώς η δαγκωματιά της οχιάς: δυο ερυθρόμαυρες τρυπίτσες σε μπλάβο δέρμα. Καθάρισε την πληγή με βαμβάκι και οινόπνευμα και την χάραξε ελαφρώς με ξυράφι αντίσταυρα. Ύστερα, κρατώντας την πέτρα στα τρία του δάχτυλα, έκαμε τον σταυρό του και την απέθεσε στην πληγή.

Πέρασε κάμποση ώρα…

Το μεγάλο ρολόι του τοίχου έσερνε τους δείχτες του λαχανιασμένο. Τα τζιτζίκια στον κήπο είχαν βουβαθεί. Νεκρική σιγή στο δωμάτιο. Και μύγα να πετούσε, θα τρόμαζες.

Ξάφνου, η πέτρα, που είχε βυζάξει στην πληγή, κύλησε από μόνη της κι έπεσε στο σεντόνι. Ο δάσκαλος την έριξε σ’ ένα ποτήρι νερό και μια πρασινίλα έκχυσε από μέσα της: ξέρασε το δηλητήριο. Ο πυρετός χαμήλωσε, το μετωπάκι του μικρού δροσέρεψε, και το μελανιασμένο μέλος, πρησμένο και σκληρό σαν κούτσουρο, αρχίνησε να μαλακώνει.

Σε λίγο το παιδί σηκώθηκε. Έφυγε αλαφροπατώντας απ’ το σπίτι, ενώ με δυσκολία ξεκόλλησαν την μάνα του απ’ τα πόδια του δασκάλου, όπου μ’ ευγνωμοσύνη, η δύστυχη, προσέπεσε.

Αμέτρητους είχε σώσει η Φαρμοκόπετρα, το Φυλαχτό ή Αγιόπετρα όπως την έλεγαν οι κατέχοντες. Κατέφθαναν συχνά-πυκνά απ’ τον Κάλαμο και τον Καστό καΐκια, την Περατιά, τον Αστακό και την Ζαβέρδα πέρα, να γιατρευτούν από φιδοδαγκώματα. Κι όλοι γινόντανε καλά. Κι ευγνωμονούσανε τον δάσκαλο για την θαυματουργή του πέτρα, που πήρε προίκα, όπως λεν – μαζί με στρέμματα αρκετά στο Μεγανήσι – από τον πεθερό του τον Μπόζα, όταν παντρεύτηκε την γυναίκα του την Ανέτα την Πορσάνα, την Σκλαβενίταινα απ’ την μεριά της μάνας της, την Πολίταινα απ’ την μεριά του πατέρα της, το έτος 1889.

Τα χρόνια πέρασαν γοργά…

Ο δάσκαλος και η Ανέτα έσπειραν παιδιά, στον αριθμό δέκα, να χάνεις τον λογαριασμό: Γιώργος, Γεράσιμος, Δημήτρης, Στάθης, Θωμάς, Θανάσης, Μαρία, Μαυρέτα, Πανδώρα και Κατερίνα.

Καθένα απ’ τα σερνικά τέκνα δικαιούνταν να κρατάει την Φαρμοκόπετρα για έναν χρόνο. Κατόπιν την έδινε στον άλλον αδερφό. Όταν συμπληρώνονταν τα χρόνια, γύριζε πάλι στον πρώτο.

Οι άντρες, όμως, έλειπαν στα μπάρκα – πρώτα βυζαίνουνε την θάλασσα κι ύστερα την μάνα τους οι Μεγανησιώτες. Έτσι, η Φαρμακόπετρα πηγαινοέρχονταν από χέρι σε χέρι απ’ τις γυναίκες τους. (περισσότερα…)