Πωλ Βαλερύ

Paul Valéry, «Εικόνες, αναμνήσεις, πρόζες, στίχοι…»

*

Ένα ανακάτεμα το πνεύμα

Εικόνες, αναμνήσεις, πρόζες, στίχοι, φράσεις,
όσα από ύπνο ή έρωτα μέσα έχουν περάσει,
όσα η τύχη ή οι θεοί μάς έχουνε δωρίσει,
ένα άλμπουμ με θραύσματα ζωής έχουν γεμίσει.

Χαζό, άτοπο, ανοίκειο, συμπαθές, κατά το ρεύμα,
ένα ανακάτεμα και τίποτε άλλο είναι το πνεύμα,
δούλος μιας μύγας ή κυρίαρχος κάποιου νόμου,
από όπου κάθε λεπτό ξεμπλέκει το ΕΓΩ μου.

///

[Έχετε γεια…!]

Έχετε γεια…! ωραίες μου εικόνες, προς τα σας πηγαίνει
η αγκαλιά, λιμάνι λες κι είστε που δεν χορταίνει!
Εμπρός, καράβια άγρια με φτερά ορθωμένα στα ύψη,
κινδύνων ιστιοφόρα που ’χει ο Χάρος σπιρουνίσει!
Γρήγορα…! θα χαθεί ο Τάνταλος μέσα στο βράδυ…
Και τότε ένα Τριαντάφυλλο μες στο μοιραίο σκοτάδι,
καθώς η εφήμερη των ουρανών χαρά θα σβήσει,
ένα έσχατο εντελώς, ένα τριαντάφυλλο της Δύσης
χλομό μες στο αχανές το βράδυ θα ανατριχιάζει…
Στου εξώστη το κατάρτι πλέον δεν βλέπω να σπαράζει
συλφίδα με σημαίας χρώμα από αύρα που μεθάει,
και η ψυχρή πνοή που και το δέρμα διαπερνάει
λες και από ένα ζοφερό καρνάγιο μέσα φτάνει
που δεν είναι άλλο απ’ το μεγάλο ετούτο το λιμάνι!
Παράθυρα κλείστε, κλείστε παράθυρα δαρμένα!
Μεγάλα μάτια με της γνήσιας νύκτας τη φοβία!
Κι εσύ από τα ύψη με τα άστρα τα σπαρμένα
δέξου την μπολιασμένη από μυστήριο και ανία
κείνη τη μητρική των στοχασμών σου αλαλία…

///

Α λ λ ο θ ρ ο ϊ σ μ ο ί
μεταφράζει ο
Βασίλης Πατσογιάννης

***

Είναι ο συμβολισμός το αντίθετο του ρεαλισμού; (Μέρος Δεύτερο)

*

Θα προσπαθήσω εδώ να δώσω παραδείγματα για όσα υποστήριξα προηγουμένως, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνάψεις και να περιοριστεί η ανάγκη για αναγωγή. Τα παραδείγματα αφορούν στη λειτουργία και τη φύση της συμβολιστικής ποίησης, αλλά και στην ποιότητα του λυρικού εγώ (άτομο ή τύπος ανθρώπου;) στα ποιήματα του συμβολισμού.

Εκκινώ από έναν στίχο του Ρεμπώ, τόσο συμβολιστικά άπεφθο κατ’ εμέ, που θα μπορούσε μόνος του να στέκεται σαν μανιφέστο. Ας σηκώσουμε τα μανίκια: Ύποπτο σήμα πανδοχείου εγώ[1]. Ο Ρεμπώ μάς είχε προειδοποιήσει στις επιστολές του: μην υπογραμμίζετε με τη σκέψη. Όμως, για λίγο θα τον παρακούσουμε προκειμένου να αποδειχτεί κάτι. Ρωτώ, λοιπόν: μπορεί αυτός ο στίχος να εξηγηθεί; Πώς μπορούμε να διαβάσουμε τη συμβολιστική ποίηση; Οι αναγνώστες χωρίζονται χοντρικά σε δύο κατηγορίες: έχουμε τον ενεργητικό αναγνώστη και τον παθητικό. Υπάρχει κι ένας τρίτος; Ναι, αλλά είναι σπάνιος: αυτός που συνενώνει τη φύση των δύο προηγούμενων. Ο πρώτος επιχειρεί να ερμηνεύσει οτιδήποτε διαβάζει, στήνει ενέδρα σε κάθε στίχο, χρησιμοποιεί ως δόκανο τον νου. Θέλει να καταλάβει, να συμμετάσχει διανοητικά. Ο δεύτερος διαβάζει περισσότερο διαισθητικά. Παραδίνεται στο κείμενο, αισθάνεται, και ξετυλίγει το πανί της φαντασίας για χάρη του ποιητικού προτζέκτορα. Συμμετέχει συναισθηματικά. Ας παρακολουθήσουμε, λοιπόν, την αναγνωστική πορεία τους πάνω στον στίχο του Ρεμπώ.

Ο ενεργητικός αναγνώστης ασφαλώς αντιλαμβάνεται ότι το κέντρο βάρους του στίχου είναι το πανδοχείο. Συνεπώς, εύλογα το χρησιμοποιεί ως κλειδί. Αρχίζει να διερευνά τον χώρο των πανδοχείων κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Ζητά να μάθει το εσωτερικό τους, τους θαμώνες, τη λειτουργία τους κτλ. Δεν αργεί να ξεθάψει το σάπιο κουφάρι αυτού του περιβάλλοντος, την παρακμή, τη φτώχεια, το έκφυλο, τη δυσωδία κ.ά. Ύστερα στρέφεται με αυτοπεποίθηση στη λέξη «σήμα». Τι σόι σήμα είναι αυτό; Σινιάλο; Κάτι που δηλώνει μια επικείμενη ανατροπή της τάξης, του νόμου; Είναι μήπως σήμα ανάγκης; Άραγε τα πανδοχεία εκείνη την εποχή παρήγαν κάποιο είδος φωτεινού γλωσσικού κώδικα; Πίσω στις εγκυκλοπαίδειες, πίσω στη μελέτη! Ας υποθέσουμε ότι ο πνευματικός ζήλος του αναγνώστη μας βρίσκει τη λύση. Αμέσως θα πρέπει να αναρωτηθούμε ποια είναι η αξία της σε σχέση με τον στίχο. Έχει άλλωστε συμβεί ξανά: ένας μελετητής του Ρεμπώ ανακάλυψε ότι η φράση «όχι άλλο γενηθήτω» κατάγεται από τους τάφους των στρατιωτών του Γαλλοπρωσικού πολέμου. Σε πολλούς τέτοιους τάφους υπήρχε η ευλαβής επιγραφή «Γενηθήτω», δηλώνοντας τη χριστιανική ανάσταση των νεκρών. Εξαίρετα. Και τώρα τι; Πώς αυτή η πληροφορία έχει κάτι να προσθέσει στον στίχο; Γιατί δεν είναι μια κειμενική αναφορά του ίδιου του Ρεμπώ; Μήπως επειδή, όπως έγραψα στο πρώτο μέρος, ο συμβολισμός υπαινίσσεται; Η αφαιρετικότητα των συμβολιστών είναι σκόπιμη. Όπως έλεγε ο Μαλλαρμέ, σου μιλούν για ένα λουλούδι δίχως να το ονομάζουν. Γιατί ζητάνε την ουσία του λουλουδιού, γιατί το ίδιο το λουλούδι τούς είναι άχρηστο[2]. Αν σου μιλήσουν ευθέως για ένα λουλούδι, δε θ’ αποκαλύψουν αυτό που κρύβεται πίσω του, δε θα υποβάλουν. Κι ερχόμαστε εμείς, σηκώνουμε τα χεράκια μας και λέμε «κύριε, κύριε, το βρήκα, το βρήκα! Το λουλούδι είναι!». Συγχαρητήρια, αλλά μόλις καταστρέψατε ένα τρυφερό κι ευαίσθητο συμβολιστικό ποίημα, διαλύοντας το μαγνάδι της αφαιρετικότητας. (περισσότερα…)

Ματιές στον σύγχρονο κόσμο

*

M A R G I N A L I A
γράφει ο Γιώργος Πινακούλας

Δώρο ακριβού φίλου, έπεσε στα χέρια μου το εξαντλημένο από χρόνια βιβλίο τού Πωλ Βαλερύ Ματιές στον σύγχρονο κόσμο. Τα δοκίμια που περιέχονται σε αυτό το ωραίο τομίδιο, γραμμένα τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, συνεπαίρνουν και τον σημερινό αναγνώστη με τη ζωντάνια, την τόλμη και τη διορατικότητά τους. Ιδιαίτερα οι εμβριθείς στοχασμοί του Βαλερύ για την ελευθερία, τόσο την πολιτική όσο και την πνευματική, διατηρούν ακέραια την αξία τους και θέτουν ασφαλή κριτήρια για ν’ αξιολογήσουμε και τη δική μας εποχή.

Παραθέτω κάποια ενδεικτικά αποσπάσματα:

«Πρέπει να ομολογήσουμε ότι, σε όλες τις δυνατές περιπτώσεις, πολιτική και ελευθερία του πνεύματος αλληλοαποκλείονται. Η τελευταία είναι ο ουσιαστικότερος εχθρός των κομμάτων, όπως εξ άλλου και κάθε δόγματος κατέχοντος εξουσία.»[1]

Σε πείσμα διάφορων ιδεών αριστερής προέλευσης, που ακόμα και σήμερα ασκούν γοητεία, ο μεγάλος Γάλλος ποιητής είναι σαφής: καμία πολιτική κανενός κόμματος δεν προωθεί την πνευματική ελευθερία. Αντίθετα, κάθε κόμμα έχει μία και μόνο πολιτική όσον αφορά το πνεύμα και αυτή αποσκοπεί στην περιστολή ή και στην πλήρη, ει δυνατόν, εξάλειψή του.

Σε άλλο σημείο, ο Βαλερύ εξηγεί λεπτομερώς γιατί ένα σωρό άνθρωποι, η μεγάλη πλειονότητα, δεν αντιδρά όταν η ελευθερία του πνεύματος δέχεται επίθεση και περιορίζεται υπερβολικά:

«Ποτέ δεν σκεπτόμαστε ότι είμαστε ελεύθεροι όταν τίποτα δεν μας δείχνει πως δεν είμαστε ή πως θα μπορούσαμε να μην είμαστε. Η ιδέα της ελευθερίας είναι απάντηση σε μια ορισμένη αίσθηση ή σε μια ορισμένη υπόθεση ότι καταπιεζόμαστε, εμποδιζόμαστε […] Επομένως, η ελευθερία δεν γίνεται αισθητή, δεν γίνεται αντιληπτή και δεν την ποθούμε παρά χάρη σε μια αντίθεση. […] Και να ποιο συμπέρασμα βγάζω: αφού η ανάγκη και η ιδέα της ελευθερίας δεν γεννιούνται σε όσους δεν υπόκεινται σε πιέσεις και σε καταναγκασμούς, όσο λιγότερο ευαίσθητοι είμαστε σε αυτούς τους περιορισμούς, τόσο λιγότερο θα εκδηλώνονται ο όρος και το αντανακλαστικό της ελευθερίας. Ένα ον ελάχιστα ευαίσθητο στις πιέσεις που ασκούνται στην ελευθερία του πνεύματος, στους καταναγκασμούς που θα του επιβάλουν οι δημόσιες εξουσίες, για παράδειγμα, ή οι εξωτερικές συνθήκες, όποιες κι αν είναι, ελάχιστα θα αντιδράσει σε αυτούς τους καταναγκασμούς.»[2] (περισσότερα…)