Ευγένιος Ματθιόπουλος

Πατρίδα είναι

*

Σημεία και σώματα
Γράφει ο Γιώργος Χωματηνός

~.~

Πατρίδα είναι

Φέρνω και ξαναφέρνω στο μυαλό μου την τελευταία σκηνή της Πατρίδας (Fatherland, 2026) του Πάβελ Παβλικόφσκι, όπου ο Τόμας Μαν και η κόρη του, Έρικα, εισέρχονται σ’ έναν κατεστραμμένο ναό. Μέσα στα ερείπια, δύο άνδρες δοκιμάζουν το εκκλησιαστικό όργανο που έχει διασωθεί και, ύστερα από τις πρώτες αδέξιες νότες, αρχίζει να ακούγεται το «Jesus bleibet meine Freude» από την καντάτα Herz und Mund und Tat und Leben (BWV 147) του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Στο άκουσμα της μελωδίας, ο Μαν ξεσπά σε βουβό κλάμα, καθώς έρχεται ξανά αντιμέτωπος με την απώλεια του γιου του, Κλάους, για τον οποίο η μουσική του Μπαχ άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο της ύπαρξης του Θεού. Η σκηνή συμπυκνώνει τον πυρήνα της ταινίας: τι σημαίνει να επιστρέφει κανείς στην πατρίδα του όταν αυτή εξακολουθεί να υπάρχει ως γεωγραφικός τόπος, αλλά έχει πάψει να αποτελεί τον ιστορικό και ηθικό κόσμο μέσα στον οποίο διαμορφώθηκε η ταυτότητά του.

Η επιλογή της καντάτας BWV 147 έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ίδια η ιστορία της εμπεριέχει μια μορφή επιστροφής. Η αρχική εκδοχή της, BWV 147a, συντέθηκε στη Βαϊμάρη το 1716 για την τέταρτη Κυριακή πριν από τα Χριστούγεννα (Advent). Στη Λειψία, το 1723, ο Μπαχ επανήλθε στο παλαιότερο έργο, το αναθεώρησε και το διεύρυνε, προσαρμόζοντάς το σε ένα νέο λειτουργικό και θεολογικό συμφραζόμενο. Στις προσθήκες του ανήκουν οι δύο καταληκτικοί χορικοί ύμνοι, με πιο γνωστό το «Jesus bleibet meine Freude». Η σημερινή μορφή της καντάτας δεν αποτελεί, λοιπόν, απλή επανάληψη του παρελθόντος, αλλά μετασχηματισμό του· το παλιό μουσικό υλικό αποκτά νέα λειτουργία μέσα σε μια διαφορετική συνθήκη.

Η διαδικασία επιστροφής και μετασχηματισμού φωτίζει τη δραματουργία της Πατρίδας. Ο Τόμας Μαν επιστρέφει το 1949 σε μια Γερμανία αναγνωρίσιμη και συγχρόνως αγνώριστη. Οι πόλεις, οι δρόμοι, οι εκκλησίες και τα μνημεία εξακολουθούν να υπάρχουν, ο ιστορικός κόσμος στον οποίο ανήκαν, όμως, έχει διαρραγεί αμετάκλητα. Η καταστροφή της χώρας μεταβάλλει ριζικά και το νόημα της πολιτισμικής της κληρονομιάς. Πώς μπορεί κανείς να διεκδικήσει μια παράδοση δίχως να παραβλέπει ότι αυτή η ίδια παράδοση υπήρξε, τουλάχιστον εν μέρει, το πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο κυοφορήθηκε η καταστροφή; Ο Μαν δεν επιστρέφει στη «Γερμανία του» – η Γερμανία αυτή δεν υφίσταται πλέον.

Η προβληματική της επιστροφής οξύνεται στην ταινία, καθώς ο Παβλικόφσκι επινοεί μια κοινή διαδρομή του Τόμας και της Έρικα, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Ο Μαν ταξίδεψε στη Γερμανία τον Ιούλιο του 1949 μαζί με τη σύζυγό του Κάτια, ενώ η Έρικα είχε αρνηθεί να συμμετάσχει στο ταξίδι. Ο Κλάους είχε αυτοκτονήσει λίγες εβδομάδες νωρίτερα. Ο σκηνοθέτης συμπλέκει γεγονότα που στην πραγματικότητα χωρίζονταν χρονικά, ώστε η επιστροφή του πατέρα και της κόρης να πραγματοποιείται κάτω από τη σκιά της απώλειας του Κλάους. Η επιλογή αυτή επιτρέπει στην ταινία να κατασκευάσει έναν χώρο όπου η οικογενειακή και η εθνική απώλεια μπορούν να συναντηθούν. Ο Κλάους γίνεται το προσωπικό τραύμα που επανέρχεται μέσα στην πολιτική και πολιτισμική συζήτηση για τη Γερμανία, και η εκκλησία στο τέλος είναι ο τόπος όπου οι δύο αυτές διαστάσεις παύουν, για μια στιγμή, να διαχωρίζονται.

Εδώ η σχέση με τον Μπαχ αποκτά το βαθύτερο νόημά της. Στην περίπτωση της BWV 147, το παλιό μουσικό υλικό μπορεί να επιστρέψει επειδή ο συνθέτης έχει τη δυνατότητα να το μετασχηματίσει. Ο Μαν, αντίθετα, βρίσκεται μπροστά σ’ ένα παρελθόν που δεν μπορεί να ξαναγραφτεί. Αυτό που μπορεί να κάνει είναι να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται με την πατρίδα του· δεν μπορεί να αλλάξει αυτό που της συνέβη.

Έτσι, το «Jesus bleibet meine Freude» («ο Ιησούς παραμένει η χαρά μου») αποκτά έναν κάπως ειρωνικό μα και βαθιά συγκινητικό τόνο, καθώς  αναφέρεται σε μια μορφή σταθερότητας μέσα στην αλλαγή. Το «παραμένει» (bleibet) υποδηλώνει αυτό που η Πατρίδα δυσκολεύεται να εντοπίσει: κάτι που εξακολουθεί να υπάρχει ενώ όλα γύρω του έχουν αλλάξει. Η δύναμη της τελευταίας σκηνής  έγκειται στο γεγονός ότι η γλώσσα –το κατεξοχήν υλικό του Μαν– παραχωρεί τη θέση της στη μουσική. (περισσότερα…)

Ματιές στον σύγχρονο κόσμο

*

M A R G I N A L I A
γράφει ο Γιώργος Πινακούλας

Δώρο ακριβού φίλου, έπεσε στα χέρια μου το εξαντλημένο από χρόνια βιβλίο τού Πωλ Βαλερύ Ματιές στον σύγχρονο κόσμο. Τα δοκίμια που περιέχονται σε αυτό το ωραίο τομίδιο, γραμμένα τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, συνεπαίρνουν και τον σημερινό αναγνώστη με τη ζωντάνια, την τόλμη και τη διορατικότητά τους. Ιδιαίτερα οι εμβριθείς στοχασμοί του Βαλερύ για την ελευθερία, τόσο την πολιτική όσο και την πνευματική, διατηρούν ακέραια την αξία τους και θέτουν ασφαλή κριτήρια για ν’ αξιολογήσουμε και τη δική μας εποχή.

Παραθέτω κάποια ενδεικτικά αποσπάσματα:

«Πρέπει να ομολογήσουμε ότι, σε όλες τις δυνατές περιπτώσεις, πολιτική και ελευθερία του πνεύματος αλληλοαποκλείονται. Η τελευταία είναι ο ουσιαστικότερος εχθρός των κομμάτων, όπως εξ άλλου και κάθε δόγματος κατέχοντος εξουσία.»[1]

Σε πείσμα διάφορων ιδεών αριστερής προέλευσης, που ακόμα και σήμερα ασκούν γοητεία, ο μεγάλος Γάλλος ποιητής είναι σαφής: καμία πολιτική κανενός κόμματος δεν προωθεί την πνευματική ελευθερία. Αντίθετα, κάθε κόμμα έχει μία και μόνο πολιτική όσον αφορά το πνεύμα και αυτή αποσκοπεί στην περιστολή ή και στην πλήρη, ει δυνατόν, εξάλειψή του.

Σε άλλο σημείο, ο Βαλερύ εξηγεί λεπτομερώς γιατί ένα σωρό άνθρωποι, η μεγάλη πλειονότητα, δεν αντιδρά όταν η ελευθερία του πνεύματος δέχεται επίθεση και περιορίζεται υπερβολικά:

«Ποτέ δεν σκεπτόμαστε ότι είμαστε ελεύθεροι όταν τίποτα δεν μας δείχνει πως δεν είμαστε ή πως θα μπορούσαμε να μην είμαστε. Η ιδέα της ελευθερίας είναι απάντηση σε μια ορισμένη αίσθηση ή σε μια ορισμένη υπόθεση ότι καταπιεζόμαστε, εμποδιζόμαστε […] Επομένως, η ελευθερία δεν γίνεται αισθητή, δεν γίνεται αντιληπτή και δεν την ποθούμε παρά χάρη σε μια αντίθεση. […] Και να ποιο συμπέρασμα βγάζω: αφού η ανάγκη και η ιδέα της ελευθερίας δεν γεννιούνται σε όσους δεν υπόκεινται σε πιέσεις και σε καταναγκασμούς, όσο λιγότερο ευαίσθητοι είμαστε σε αυτούς τους περιορισμούς, τόσο λιγότερο θα εκδηλώνονται ο όρος και το αντανακλαστικό της ελευθερίας. Ένα ον ελάχιστα ευαίσθητο στις πιέσεις που ασκούνται στην ελευθερία του πνεύματος, στους καταναγκασμούς που θα του επιβάλουν οι δημόσιες εξουσίες, για παράδειγμα, ή οι εξωτερικές συνθήκες, όποιες κι αν είναι, ελάχιστα θα αντιδράσει σε αυτούς τους καταναγκασμούς.»[2] (περισσότερα…)