~ . ~
ποίηση
Θοδωρής Αρσένης, Σονέτα

Η ΝΥΧΤΑ
Τη νύχτα κρύβομαι στα όνειρά μου
και πάντα σκέψεις μου θα ανασύρω,
να δω σαν πόσες ωριμάζουν γύρω
από τη μουσική του πενταγράμμου.
Πριν αφεθεί η σκέψη στα χαρτιά μου,
τη νύχτα, που οι στίχοι ρίχνουν κλήρο,
θα προσπαθήσω απ’ όλους να εγείρω
τον στίχο που θα φέρει στου θαλάμου
το άδειο μου κρεβάτι περασμένες
μορφές, σε χρόνο πλέον ενεστώτα
συνωμοσίες στο χαρτί γραμμένες.
Τη νύχτα πάντοτε, καθώς τα φώτα
θα σβήσουνε και έρχονται με λέξεις
για σίτιση οι πρωινές ορέξεις.
~.~
ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΜΟΣ
Εκείνα που με κόπο έχεις γράψει
και μοιάζουν με το έργο κάποιας μαίας
θα ταξιδεύουνε σαν Οδυσσέας,
από τα βάθη του για να ξεθάψει
το νόστο, όταν ξέρει πως θα πάψει
να βασανίζεται· μα της αυλαίας
η έναρξη θ’ αρχίσει πάλι και ας
θα έχουνε τα πάντα πια ξεβάψει.
Γιατί τ’ αδημονεί σαν Πηνελόπη
ο αναγνώστης. Όμως, όσα είδες
δε θα τ’ αναγνωρίζει και οι κόποι
νομίζεις παν χαμένοι, σαν ελπίδες.
Αλλά αμετακίνητο κρεβάτι,
δες, τα κοινά βιώματα εισπράττει.
~.~
ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ
Εικόνα δύο μήλων.
Σαν εκλογή θεάς, ωραίας, στέκει
και τ’ άλλο γειτνιάζει με το χώμα,
εκεί απ’ όπου ξεκινά το σώμα
χωρίς κανένα ρούχο αιδούς να πλέκει.
Μα η ομοιότητα τα περιπλέκει.
Σε δίλημμα θα βρίσκεται το στόμα,
γιατί το δήγμα δε γνωρίζει ακόμα,
αν όφις ή θεά τα διαπλέκει.
Αν πρέπει όμως κάποιο να δαγκώσει,
η πείνα όλους τους φόβους υπερβαίνει,
για να διαλέξει εκείνο που, απ’ όση
ψυχή υπάρχει, λίγο τη βαραίνει,
καθώς το σώμα δεν αιχμαλωτίζει
σε πρόσταγμα θεού που δε λυγίζει.
~.~
Ο ΘΗΡΕΥΤΗΣ
Το χέρι που με τάισε ρωτάω,
γιατί για μένα ήταν μία πείνα,
αλλά και αίνιγμα, όλα εκείνα
που με την τρυφερότητα ζητάω.
Σαν βρέφος που ζητά ξανά το πράο
μιας μάνας αίσθημα τον πρώτο μήνα
και ξεχωρίζει τη θηλή. Ξεκίνα
απ’ την αρχή εσύ, παρακαλάω.
Τα δάχτυλα στα χείλη μου θα έχεις
να νιώθω την τραχύτητα για γεύση,
γιατί γνωρίζω πως σαν λύκος τρέχεις
κι εγώ πια προσπαθώ να μη νοθεύσει
ο έρωτας με ψίχουλα την πλάνη
και γίνω θηρευτής που πάντα χάνει.
~.~
ΕΡΩΤΙΚΟ
αἰ δὲ δῶρα μὴ δέκετ’, ἀλλά δώσει,
αἰ δὲ μὴ φίλει, ταχέως φιλήσει…
Σαπφώ
Η νύχτα αυτή εμένα καίει τόσο,
καθώς κρυφά μου είπε η Αφροδίτη
να δω γοργά πώς μ’ έλκεις σαν μαγνήτη
και τόσα ηδέα λόγια να αρθρώσω.
Ο ύπνος, που σε έχει πάρει ωστόσο,
μου δίνει λέξεις και με το γραφίτη
θα γράψω ό,τι βλέπω απ’ τον φεγγίτη,
το στάσιμο φεγγάρι θα σκοτώσω.
Τα βλέφαρά σου άρα θα ανατείλουν;
ή μάταια θα ξαγρυπνώ για σένα
χωρίς τα χείλη ένα φιλί να στείλουν.
Φευ, δεν αφήνεις τ’ όνειρο για μένα
και η δική μου η έξαψη, η μεγάλη,
το χάραμα δε θα ‘χει πια προβάλει.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΡΣΕΝΗΣ
Σοφία Κολοτούρου, Φτωχικός λόγος

Φτωχικός λόγος
Στον Ευριπίδη Γαραντούδη
Α΄
Ρόδο της μοίρας γύρευες να μας αποτελειώσεις,
με του Κοέλιο δόγματα και τον Αλχημιστή.
Κι ήταν ωραίο το σύμπαν σου, που υπόσχονταν με δόσεις
σε κάθε επιθυμία μας πως θα συνωμοτεί.
Της ευτυχίας το ανέβασμα γινόταν με το χάπι
-της πλάκας σεμινάρια και διαλογισμός-
κι η τσέπη μας πως στέναζε για να βρει λίγη αγάπη!
Ο κόσμος είναι δύσκολος αν γεννηθείς φτωχός.
~.~
Β΄
Τους πόνους απ’ τη φτώχεια μας ξεχνάς με λίγα φράγκα
και λησμονιούνται μονομιάς με μερικά ευρώ.
Λάμπουνε ξάφνου τα χρυσά, που τα ’τρωγε η μαρμάγκα…
Ω, να προσέξεις… κοίταξε ν’ ακούσεις τ’ αλαφρό
κουδούνισμά τους… Τ’ άγγιξες μέσα στο πορτοφόλι
το χέρι απλώθη κι άλλο κέρμα τώρα πάει να βρει…
Ω το πεντακοσάευρο, που το γυρεύουμ’ όλοι
πολύ θα μας ξελάσπωνε ετούτη τη στιγμή!
Τις ώρες του αποχωρισμού, νέα ευρώ να ξαναβγαίνουν
από την τσέπη ανθίζοντας, ως μάννα εξ ουρανού.
Να φέγγουνε τα μάτια μας και λίγο να γλυκαίνουν
στη σκέψη πια της θέρμανσης, μα και του φαγητού…
Ο νηστικός να έκλεισε τα μάτια; Μένει πάλι
σαν το παιδάκι με τα σπίρτα, μόνο και φτωχό
σε μια γωνιά στην άκρη εκεί, μες την ανεμοζάλη,
του πλούσιου το παράθυρο βλέποντας το κλειστό.
Ρόδο της μοίρας γνώριζες, δεν γύρισες το βλέμμα
την ώρα που του πόνου μας θέριζε ο σπαραγμός.
Μας έμπλεξες στα βάσανα, μας έπνιξες στο αίμα
κι απόκαμε κι η μέρα μας, χαμήλωσε το φως.
~.~
Γ΄
Ω σκοτεινό αναρρίγημα μπρος στ’ άδειο πορτοφόλι!
κρατάει ωστόσο – ελπίζουμε – κι άλλο η πιστωτική,
γιατί αν δεν γίνεται δεκτή, πλέον τη βάψαμε όλοι.
Την Mastercard που έχασε, πως θα την ξαναβρει
εκείνος που την άγγιζε κρυφά μες την παλάμη
με κάποιον πόθο του βαθύ, θαρρείς ερωτικό
που αίφνης, τον πλημμύριζε – ορμητικό ποτάμι –
από την μέσα τσέπη του σπρώχνοντας το παλτό.
Χαμήλωνε το βλέμμα του, σχεδόν χαμογελούσε
λες κάποια πόζα έπαιρνε για selfie ή ζωγραφιά.
Λησμονημένα μοιάζουν πια τα χρόνια αυτά που ζούσε
το βίο του ανάλαφρα∙ λέει λόγια σαν κι αυτά:
«Είναι το πέρασμα του χρόνου που ήρθε κι ισοπέδωσε
και την ψυχή μου έχει μαυρίσει, σαν κατράμι.
Παλιά κοιτούσαμε τον ουρανό, που πίκρες έδωσε
και πήγανε τα χρόνια μας σιγά σιγά χαράμι.
Μες του μυαλού το ξάφνιασμα, μες του κορμιού τα βάσανα
δεν με κρατούνε πια τα πόδια και τα χέρια
Κι έχω ξεχάσει από καιρό τον τρόπο που ανάσανα
δεν βρίσκω πια στον ουρανό τα πεφταστέρια.
Στη θύμησή μου βρέθηκαν μιας μνήμης λίγα θραύσματα,
μακρινές φαινόταν απ’ το βάθος εικόνες
κι ήταν στιγμές που τα παλιά ξανάβλεπα φαντάσματα
εορτών σε καλοκαίρια και ζεστούς χειμώνες.
Σαν να είχα πάλι ωραία ντυθεί, σαν μια καλή διαφήμιση
σαν να ’ταν στην ντουλάπα μου και τα Σανέλ μου
που τα φορούσα κάποτε – με πιάνει κι η συγκίνηση –
στην πίστα που χορεύαμ’ όλοι μας, στου Ρέμου…»
Το φως της μέρας φίλοι μας λιγόστεψε και σβήνει
και μοιάζει αστείο να ζητάς τα δώρα του καιρού.
Μίκρυνε και τ’ απόθεμα. Του επιτοκίου η οδύνη
μας έζωσε και ο φόβος μας, του νέου λογαριασμού.
…Μες το ταμιευτήριο, πως πάει και λιγοστεύει
ευρώ ευρώ το όνειρο, παλιάς ανεμελιάς
μέσα στις νέες τράπεζες, ποιος δάνεια γυρεύει
και ποιόν θα κοροϊδέψουνε στα πλαίσια της δουλειάς…
~.~
Δ΄
Χίλια ευρώ στα ξαφνικά, του πλούτου τα σημάδια
ζητούνται και γυρεύουνται για τους λογαριασμούς
για ΦΠΑ και ΕΝΦΙΑ, σ’ ανεύρετα συρτάρια
μήπως και τους πληρώσουμε, με διακανονισμούς.
Με νόμους και ψηφίσματα, η αχόρταγή τους σκέψη
γυρνά, πιέζει, σφίγγει σε μια πρέσα την ψυχή.
Μας κυβερνούν αμίλητοι και -ποιος να το πιστέψει-
μας βάζουν να πληρώνουμε «δι’ ασήμαντη αφορμή».
Στέκει η Βουλή πολύ ψηλά∙ στο περιστύλιό της
κυκλοφορούν διατάγματα, νόμοι, πολιτικοί.
Έξω διχάζεται ο λαός, μα πάντα η ανθρωπότης
στο τέλος υποτάσσεται, στρατιώτες στη γραμμή.
Ξάφνου συλλαλητήριο συμβαίνει ή πορεία
που ήσυχα διαλύεται, στην ξαφνική βροχή.
Κι αποσταμένοι βλέπουμε την ίδια ιστορία,
που σαν ταινία πολύ παλιά, λες θα ξαναπαιχτεί.
Στην φαντασία γυρίζουνε τα χίλια ευρώ μας τώρα
και λάμπουνε τα μάτια μας στους υπολογισμούς.
Πως, λέει, θα ξεχρεώναμε, θα φεύγαμ’ απ’ την χώρα,
νύχτα, μ’ ένα ελικόπτερο, ψηλά στους ουρανούς.
~.~
Ε΄
Που πήγε η μέρα η όμορφη, που παίζαμε στο λόττο;
Δεν θα βρεθεί στην τσέπη μας να πέσει ένας λαχνός
κι εκείνος που στο σύστημα θα βάλει ένα μπουρλότο
μήπως γυρίσει και για μας της μοίρας ο τροχός;
Στα χρόνια της υπομονής ασπρίσαν τα μαλλιά μας
και λέγαμε πως θα ’ρθουνε τα θαύματα σε μας
μ’ αγγέλους που θ’ ακούγανε, λοιπόν, τα δάκρυά μας
καθώς ο ήλιος θα ’γερνε και πάλι προς δυσμάς,
στη θάλασσα… Ρόδο και σύμβολο αμάραντο της τύχης,
να που δεν μας ευνόησες. Κι αν γύρισε ο τροχός
τ’ αγκάθια μόνο έδειξες∙ δεν χαμηλώνει ο πήχης
λιγάκι, να περάσουμε, να ζήσει κι ο φτωχός.
Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 14. Μαρίνα Αρμεύτη
ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020
Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;
Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.
Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.
Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ
Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].
Μαρίνα Ἀρμεύτη
(Ὁ κύριος ἱππόκαμπος, Ἀθήνα, Φίλντισι, 2018)

Κρίση πανικοῦ
Κερματισμένος ὁ ἀέρας
Οἱ μουσικὲς δύσκολα ταξιδεύουν
Οἱ ἀνάσες μας στοχεύουν στὸ πάνω διάζωμα
Καὶ τὰ κορμιά μας τεντώνονται
γιὰ τοῦ δικοῦ μας Διόνυσου τὰ μάτια
Στὸ πρῶτο στάσιμο
ξεκίνησα γιὰ νὰ σὲ συναντήσω.
κι ἔλυσα ἕνα – ἕνα τὰ αἰνίγματα
Ὣς τὴν ἀλήθεια
Σὰν τυφλωθεῖ ὁ Οἰδίποδας
Οἱ θεατὲς ἀνακουφισμένοι
ποὺ δὲν κοιμήθηκαν μὲ τὴ μάνα τους
τραβοῦν μὲ τὰ ἀκριβὰ ἀμάξια τους
γιὰ τὸν ἀναπόφευκτο
Κιθαιρώνα τους
- Ὁ πίνακας ‘Rainbow Seahorse’ ἀνήκει στὴν Althea E. Jenkins (2017)
Ἡ Μαρίνα Ἀρμεύτη γεννήθηκε τὸ 1974 στὴ Λεμεσό. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴ Λευκωσία ὡς φιλόλογος στὴ Μέση ἐκπαίδευση. Ἔχει ἐκδώσει τὴν ποιητική συλλογή Ὁ κύριος ἱππόκαμπος (2018).
Μάθιου Άρνολντ, Η παραλία του Ντόβερ
Η παραλία του Ντόβερ

(μτφρ.-σημείωμα: Κώστας Ζωτόπουλος)
DOVER BEACH
The sea is calm tonight.
The tide is full, the moon lies fair
Upon the straits; on the French coast the light
Gleams and is gone; the cliffs of England stand,
Glimmering and vast, out in the tranquil bay.
Come to the window, sweet is the night-air!
Only, from the long line of spray
Where the sea meets the moon-blanched land,
Listen! you hear the grating roar
Of pebbles which the waves draw back, and fling,
At their return, up the high strand,
Begin, and cease, and then again begin,
With tremulous cadence slow, and bring
The eternal note of sadness in.
Sophocles long ago
Heard it on the Ægean, and it brought
Into his mind the turbid ebb and flow
Of human misery; we
Find also in the sound a thought,
Hearing it by this distant northern sea.
The Sea of Faith
Was once, too, at the full, and round earth’s shore
Lay like the folds of a bright girdle furled.
But now I only hear
Its melancholy, long, withdrawing roar,
Retreating, to the breath
Of the night-wind, down the vast edges drear
And naked shingles of the world.
Ah, love, let us be true
To one another! for the world, which seems
To lie before us like a land of dreams,
So various, so beautiful, so new,
Hath really neither joy, nor love, nor light,
Nor certitude, nor peace, nor help for pain;
And we are here as on a darkling plain
Swept with confused alarms of struggle and flight,
Where ignorant armies clash by night.
~.~
Η ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΟΥ ΝΤΟΒΕΡ
Γαλήνια η θάλασσα αυτό το βράδυ.
Το φεγγάρι γεμάτο, λάμπει πάνω απ’ τα στενά
Η παλίρροια ανεβαίνει· στη γαλλική ακτή το φως
Τρεμοφέγγει και σβήνει· απόκρημνοι ορθώνονται της Αγγλίας οι βράχοι,
Απέραντοι στον ήρεμο κόλπο και φωτισμένοι αχνά.
Έλα στο παράθυρο, ο βραδινός αέρας γλυκός!
Κοίταξε εκεί, στου αφρού τη μακριά γραμμή,
Όπου το πέλαγο σμίγει με την ασημόχροη απ’ το σεληνόφως γη
Άκου! Τον τραχύ ορυμαγδό
Των βοτσάλων που τα κύματα σύρουν και πετούν με ορμή,
Ενώ επιστρέφουν, ψηλά στον γιαλό.
Αενάως σταματούν και ξαναρχίζουν,
Με τρεμάμενο αργό ρυθμό σκορπίζουν
Της λύπης την αιώνια μουσική.
Ο Σοφοκλής, αιώνες πριν,
Άκουσε στο Αιγαίο αυτή τη μουσική
Και του ήρθε στον νου η άμπωτη και η πλημμυρίδα η θολή
Της δυστυχίας του γένους των ανθρώπων·
Αλλά κι εμείς μια ιδέα τέτοια αποκτούμε
Από τη θάλασσα αυτών των βόρειων τόπων
Τους ήχους της όταν ακούμε.
Η Θάλασσα της Πίστης ήταν κι αυτή
Κάποτε ισχυρή, αγκάλιαζε ακτές της γης
Σαν τις πτυχές γιρλάντας λαμπερής.
Όμως τώρα ακούω μόνο το μελαγχολικό
Που αποτραβιέται, μακρύ βουητό,
Ενώ υποχωρεί, στου βραδινού ανέμου την πνοή
πέρα σε αχανείς άκρες ζοφερές
Και στης ακτής τις πέτρες τις γυμνές.
Ο ένας απέναντι στον άλλον! Γιατί ο κόσμος που φαντάζει
Ν’ απλώνεται μπροστά μας σαν γη ονειρική,
Ποικιλμένος, όμορφος και τόσο καινούριος που μοιάζει,
Δεν έχει χαρά, ούτε αγάπη, ούτε φως στ’ αλήθεια,
Δεν έχει βεβαιότητα, ούτε ειρήνη, ούτε στον πόνο βοήθεια.
Και είμαστ’ εδώ, σαν σε πεδιάδα σκοτεινή
Που τη σαρώνουν συνθήματα ασαφή για αγώνα ή για φυγή,
Κι όπου συγκρούονται μέσα στη νύχτα και στην άγνοια, τόσοι στρατοί.
Νυκτομαχία: η τραγική ανθρώπινη κατάσταση.
Το ποίημα «Η παραλία του Ντόβερ» του Μάθιου Άρνολντ
Ο Matthew Arnold (1822-1888) υπήρξε Βρετανός ποιητής, λογοτεχνικός κριτικός, δοκιμιογράφος, μεταφραστής αποσπασμάτων του Ομήρου και εργάστηκε ως επιθεωρητής σχολείων. Ήταν γιος του Thomas Arnold, φημισμένου διευθυντή του Rugby School και αδελφός των συγγραφέων Tom Arnold και William Delafield Arnold. Ο Matthew Arnold έχει χαρακτηριστεί ως συγγραφέας με διδακτικό τόνο, που συμβουλεύει τον αναγνώστη επί σύγχρονων κοινωνικών θεμάτων.
Το Dover Beach είναι το διασημότερο ποίημά του. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1867 στη συλλογή New Poems, αλλά από καταλειπόμενα σημειώματα του ποιητή φαίνεται ότι η σύνθεσή του μπορεί να είχε αρχίσει το 1849. Η πιο πιθανή χρονολογία δημιουργίας του είναι το 1851. Ο τίτλος, ο τόπος και το θέμα των εναρκτήριων περιγραφικών στίχων είναι η ακτή του Αγγλικού πορθμείου του Dover, στο Kent, απέναντι από το Calais της Γαλλίας, στο στενότερο τμήμα (21 μίλια) του Αγγλικού καναλιού, όταν ο Arnold πέρασε εκεί τον μήνα του μέλιτος, το 1851. Πολλές από τις παραλίες σε αυτό το τμήμα της Αγγλίας αποτελούνται από μικρές πέτρες ή βότσαλα παρά από άμμο, και ο Arnold περιγράφει την άμπωτη πάνω στις πέτρες ως «τραχύ ορυμαγδό» (grating roar).
Μερικά αποσπάσματα και μεταφορές του ποιήματος έχουν γίνει πολύ γνωστά. Ο Arnold ξεκινά με μία νατουραλιστική και λεπτομερή περιγραφή της νυχτερινής θέας της παραλίας του Dover, στην οποία τα ηχητικά στοιχεία παίζουν έναν σημαντικό ρόλο. Η παραλία είναι γυμνή και μόνο ένας υπαινιγμός ανθρώπινης παρουσίας γίνεται, με το φως που «τρεμοφέγγει και σβήνει». Σε συμφωνία με την παραδοσιακή άποψη, ότι το ποίημα γράφτηκε κατά τη διάρκεια του μήνα του μέλιτος του Arnold, έχει θεωρηθεί ότι ο ομιλητής μάλλον απευθύνεται στη σύζυγό του. Ο Arnold επικεντρώνεται σε δύο πλευρές αυτής της σκηνής, στα ηχητικά στοιχεία (στην πρώτη στροφή) και στην υποχωρητική δράση της παλίρροιας (στη δεύτερη στροφή). Ακούει τον ήχο της θάλασσας ως «της λύπης την αιώνια μουσική». Αναφέρει τον Σοφοκλή, ο οποίος επίσης άκουσε αυτόν τον ήχο καθώς στεκόταν πάνω από μια ακτή του Αιγαίου πελάγους, αιώνες πριν. Αυτή η εικόνα του τραγικού ποιητή των κλασικών χρόνων, έχει ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως από διάφορους κριτικούς. Έχει επισημανθεί η διάκριση μεταξύ δύο διαφορετικών ερμηνειών της «αιώνιας μουσικής της λύπης». Ο Σοφοκλής την βλέπει από την άποψη της τραγικής θέσης του ανθρώπου, ενώ ο Arnold, που ζει στον βιομηχανικό δέκατο ένατο αιώνα, ακούει σ’ αυτόν τον ήχο την υποχώρηση της θρησκείας και της θρησκευτικής πίστης. Έχει ερευνηθεί το έργο του Σοφοκλή, προκειμένου να ανακαλυφθεί κάποιο σχετικό απόσπασμα και έχουν προταθεί αποσπάσματα από τα έργα Αντιγόνη, Τραχίνιαι, Οιδίπους επί Κολωνώ και Φιλοκτήτης. Το συμπέρασμα ήταν ότι δεν υπάρχει κανένα απόσπασμα στα έργα του Σοφοκλή που να έχει άμεση σχέση με τους στίχους στο Dover Beach. Ο Έλληνας τραγικός ποιητής κάνει αναφορές μόνο στα αλλεπάλληλα χτυπήματα της Μοίρας πάνω σε μια συγκεκριμένη οικογένεια και πλησιέστερα στη μεταφορά αυτή του Arnold βρίσκεται ένα απόσπασμα από τις Τραχίνιες.
Στη συνέχεια ο αφηγητής στρέφεται στην δράση της παλίρροιας και βλέπει στην υποχώρησή της μία μεταφορά της απώλειας της θρησκευτικής πίστης στη σύγχρονη εποχή, που για μια ακόμη φορά εκφράζεται με αναφορά σε ήχους («Όμως τώρα ακούω μόνο το μελαγχολικό/που αποτραβιέται μακρύ βουητό»). Αυτή η τρίτη στροφή αρχίζει με μια εικόνα όχι λύπης, αλλά χαράς, που μοιάζει σε ομορφιά με την εναρκτήρια εικόνα του ποιήματος.
Η τελική στροφή αρχίζει με το ποιητικό υποκείμενο να απευθύνεται στην αγαπημένη του και στη συνέχεια βαδίζει προς την διάσημη τελική μεταφορά, η οποία πιθανότατα παραπέμπει σε ένα απόσπασμα της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη (Ιστορίαι, βιβλίο Ζ΄, 44). Εκεί ο Θουκυδίδης περιγράφει μία αρχαία μάχη που έλαβε χώρα σε μία παρόμοια ακτή κατά τη διάρκεια της εισβολής των Αθηναίων στη Σικελία. Η μάχη διεξήχθη τη νύχτα. Ο Αθηναϊκός στρατός αποπροσανατολίστηκε ενώ μαχόταν μέσα στο σκοτάδι και πολλοί από τους στρατιώτες κατά λάθος σκότωσαν ο ένας τον άλλον. Αυτή η τελική εικόνα έχει επιδεχθεί διάφορες ερμηνείες από τους κριτικούς. Κατά μία άποψη, αυτή η «νυκτομαχία», η μάχη μέσα σε σύγχυση και άγνοια στη «σκοτεινή πεδιάδα», συνοψίζει μία κεντρική θέση για την ανθρώπινη κατάσταση.
Το ποίημα, ξεκινώντας απ’ το παρόν, μεταβαίνει στην Ελληνική κλασική εποχή, ύστερα (με την ανησυχία για την Θάλασσα της Πίστης) φτάνει στην Μεσαιωνική Ευρώπη, πριν επιστρέψει τελικά στο παρόν. Έχει επισημανθεί το προσεκτικό λεκτικό της εναρκτήριας περιγραφής, ο συνολικός συναρπαστικός ρυθμός και κυματισμός του ποιήματος, καθώς και ο δραματικός του χαρακτήρας.

Το ποίημα αυτό είχε μεγάλη επίδραση στην αγγλική και αμερικανική λογοτεχνία και έχει αναφερθεί κατά σημαντικό τρόπο, με παραθέσεις αποσπασμάτων του, σε διάφορα μυθιστορήματα, ποιήματα, θεατρικά έργα και κινηματογραφικές ταινίες, όπως, εντελώς ενδεικτικά, στα μυθιστορήματα Fahrenheit 451 του Ray Bradbury, Saturday του Ian McEwan, Portnoy‘s Complaint του Philip Roth και στο κινηματογραφικό έργο Cabaret. Επίσης, έχει καταστεί πηγή για διάφορους τίτλους λογοτεχνικών έργων. Υπάρχουν διάφοροι τίτλοι μυθιστορημάτων που περιέχουν τη φράση darkling plain, (το darkling αποτελεί νεολογισμό που ανέδειξε ο Arnold στο ποίημα, σε αντιδιαστολή με τη λέξη sparkling). Επίσης, υπάρχουν τίτλοι που περιέχουν τις φράσεις clash by night, ignorant armies, όπως και The Armies of the Night, που αποτελεί τίτλο μυθιστορήματος του Norman Mailer. Ακόμη, υπάρχει και ένα διεθνές θρησκευτικό κίνημα με την ονομασία The Sea of Faith.
KΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 12. Κατερίνα Ζησάκη
ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020
Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;
Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.
Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.
Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ
Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].
Κατερίνα Ζησάκη

(Ἱστορίες ἀπ’ τὸ Ὀνειροσφαγεῖο, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2014)
οἱ μέλισσες ποὺ δὲ δοκίμασαν τὸ μέλι
μιὰ μέρα θὰ ἀναμετρηθοῦμε
μὲ ὅ,τι διαθέτει ὁ καθείς
δέντρα σπαθιὰ λέξεις
ποῦ ξέρεις
ἴσως ν’ αὐτονομηθοῦνε
ἴσως ὁ κόσμος τους
λέω ἴσως
ἴσως ὁρμήσουμε σὰν διψασμένοι
γιατὶ ὁ κόσμος τους ἴσως
καὶ γιατὶ ἡ ὀμορφιὰ
βρίσκεται τόσα χρόνια μπροστά μας
κλεισμένη σ’ ἕνα βάζο μέλι
κι οὔτε ψηλὸ ράφι
οὔτε κανεὶς νὰ μαλώνει
οὔτε τίποτα
ὅμως πῶς γίνεται
κάθε ποὺ πᾶμε νὰ τὸ ἀνοίξουμε
παγώνουν τὰ χέρια
μιὰ μέρα
μὲ μιὰ τόσο δὰ μικρὴ κλωτσιὰ
θὰ τὸ σπάσουμε
πόσο ἀκόμα ρὲ σεῖς
πόσο μᾶς παίρνει νὰ κρατηθοῦμε
~.~

(Μισέρημος, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2018)
ὅ,τι εἶναι ἂς γίνει
θὰ ἤθελα ἡ ποίησή μου
νὰ εἶναι ἐλεύθερη
ὅπως ἐκείνη τὴ φορὰ στὴ
θάλασσα χωρὶς τὰ ροῦχα
ὄχι – καλύτερα
ὅπως μιὰ νύχτα ἀπα-
γορευμένα στὸ ἀσανσὲρ
ἢ πιὸ καλύτερα ὅπως τότε ποὺ
τὸ σκάσαμε ἀπ’ τὴ μάντρα
κι ὅπως ἐκείνη τὴ φορὰ ποὺ
σκέφτηκα πὼς θὰ σᾶς χαιρετοῦσα
θὰ ἤθελα νὰ εἶναι ἐλεύθερη
νὰ κάνει ὅ,τι θέλει
ὄχι
θὰ ἤθελα
ὅπως ἐκείνη τὴ φορὰ
ποὺ ἀπὸ ντροπὴ κρατήθηκα
κι ἔτρεχα καὶ βιαζόμουν
ὅμως στὸ τέλος μ’ ἕνα
ἁπλὸ ὅ,τι εἶναι ἂς γίνει
τὸ κάτουρο ζεστὸ
πλημμύρισε τὰ πόδια μου
ἔτσι ἐλεύθερη θὰ ἤθελα τὴν ποίηση
καὶ τὴ δική μου
Ἡ Κατερίνα Ζησάκη γεννήθηκε τὸ 1984 στὸν Πυργετὸ Λάρισας. Εἶναι μέλος τῆς συντακτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ περιοδικοῦ Μανδραγόρας. Ἔχει ἐκδώσει τὶς ποιητικὲς συλλογές Ἱστορίες ἀπ’ τὸ Ὀνειροσφαγεῖο (2014) καὶ Μισέρημος (2018). Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Ἀθήνα.
Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 11. Αντωνίνη Σμυρίλλη
ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020
Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;
Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.
Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.
Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ
Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].
Ἀντωνίνη Σμυρίλλη
(Βλέπω ἀκόμα παιδικά, Λάρισα, Θράκα, 2017)

Γιὰ πέταμα
Ὅταν γράφω
Νιώθω
Σὰν ξεχαρβάλωτη πολυθρόνα
Ποὺ ἀντιστέκεται νὰ μπαλωθεῖ
Γιατὶ λατρεύει τὴ φθορά
~.~
Μαλλὶ τῆς γριᾶς
Τὸ ρὸζ
Μέσα στὸ γῆρας
Μὲ σώζει
Ἡ Ἀντωνίνη Σμυρίλλη γεννήθηκε στὴ Λάρνακα τὸ 1987. Ἡ ποιητικὴ συλλογὴ Βλέπω ἀκόμα παιδικά (2017) εἶναι τὸ πρῶτο της βιβλίο.
Καίτη Παυλή, Έξι ποιήματα

Απελευθέρωση
Άνοιξε την εσθήτα της
Απελευθερώνοντας
Ένα μαύρο πουλί.
Τόσον καιρό
Τόση σιωπή
Πώς την άντεξε;
~.~
(περισσότερα…)
Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 10. Χρήστος Κατρούτσος
ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020
Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;
Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.
Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.
Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ
Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].
Χρῆστος Κατροῦτσος
(Σπορὰ γιὰ μιὰ Κυριακή, Ἀθήνα, Ἑκάτη, 2017)

Ὅταν σοῦ σφάξω ἕνα φόρεμα
Ἐπάνω στὸ κορμὶ
Μὲ καταδυόμενου τὴν πλάγια κόψη
Θεριεύοντας τὴ φλόγα
Στὸ ἐαρινό μας ἡλιοστάσιο,
Θὰ ἀκοῦν τριγμοὺς ἀπὸ τὸ θάνατό του
Ὅσοι κοιμοῦνται πλάι
Καὶ ἀπόμακρα ἀπὸ τὸν ἔρωτα.
Εἶμαι σεντόνι
Νὰ μὲ τραβήξεις ἂν δὲν σοῦ χωρῶ
Ἂν περισσεύω ἄσε μὲ νὰ πτυχωθῶ
Καὶ πέρα ἀπὸ ροῦχο…
Ἱδρώτας ποὺ ξεπλένει τὴ Σαχάρα σου
Μὲ ἀκάματα τὰ κύματά του
Μὲ ἄλμπουρο ποὺ θὰ ἀνεμίσει ἡ γύμνια σου,
Μὲ ναυάγιο ποὺ δὲν λησμόνησε σανίδα σωτηρίας.
Ὅταν σοῦ σφάξω φόρεμα ἐπάνω στὸ κορμί,
Τότε, καταδικάστηκε στὸν Ἅδη
Ὅ,τι ἀνέβαλε μὲ θράσος
Παράδεισο ἀπὸ τὴ γύμνια μας.
~.~
Ἡ μοναξιά μου ἔλος,
Ποῦ καὶ ποῦ ἕνας ἐρωδιὸς
Τὴν ἐπισκέπτεται γιὰ νὰ τραφεῖ·
Ἡ μοναξιὰ
Παχύρρευστη.
Στὸ ἔλος τὰ ψάρια
Ἔχουν σχῆμα κυβικό
Δὲν κολυμποῦν
Δὲν τοὺς χρειάζεται οὐρά.
Τοὺς κύβους ἀλιεύω
Καὶ χτίζω ἕναν τοῖχο
Ἡ μοναξιὰ περίβλεπτη μὴ γίνει
Καὶ μείνω ἀπροστάτευτο σὲ ἄνεμο καλάμι.
Μὲ κάθε μαεστρία τὸ ὠμέγα μου ἀλφάδιαζα
Ἀφοῦ, τοῦ οἰκοδόμου ἤμουν ἀνέστιος γιός
Μὰ εὐτυχῶς, τὰ ψάρια ἦταν λιγοστά
Ἀφήνοντας στὸν τοῖχο ἕνα κενὸ
Σὰν νὰ τοῦ κρέμασα παράθυρο.
~.~
Καμπάνες κόλασης
Μὴν περιμένεις νὰ σημάνει δώδεκα
Σὲ μιὰ καμπάνα δεχόμενη τὴν κόλαση,
Νὰ κρύβονται Κουασιμόδοι.
Ἀκόμη καὶ στὸ παρὰ πέντε,
Πιάσε τὸν λεπτοδείκτη καρφώνοντας
Κατάστηθα τὶς ὧρες
Νὰ δεῖς πόσες χαμένες μέρες θὰ χυθοῦν.
⨂
ὅπως τὸ στομωμένο ἀπὸ κατάθλιψη μαχαίρι
καθὼς δὲν ἔκοψε μήτε λωρίδα φρούτου
πιὸ πέρα ἀπ’ τὴν Ἐδέμ
⨂
Ὁ Χρῆστος Κατροῦτσος γεννήθηκε καὶ ζεῖ στὴν Ἀθήνα. Σπούδασε θετικὲς ἐπιστῆμες. Πέρα ἀπὸ τὴν ποίηση ἀσχολεῖται μὲ τὰ εἰκαστικὰ, συμμετέχοντας σὲ ὁμαδικὲς ἐκθέσεις καὶ ἔχοντας παρουσιάσει δὐο ἀτομικές. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ βιβλία του: Στὴν τήξη τοῦ ἐρέβους (2013) καὶ Σπορὰ γιὰ μιὰ Κυριακή (2017).
Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Ένα τραγούδι
Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
Ένα τραγούδι
Το τραγούδι «Soldaten stod med sitt gevär», (στίχοι: Ingmar Bergman, μουσική: Erik Nordgren), ακούγεται στην ταινία του Σουηδού σκηνοθέτη, Ansiktet (1958).
Φαντάρος τ’ όπλο έχει αγκαλιά,
οι εχθροί κι η μάχη ’ναι κοντά,
λάβρες και μπόρες, κακός καιρός,
σέρνει το βήμα με κόπο εμπρός.
Από τα δάση χιμάν οι εχθροί,
τρόμος του κόβει τη χολή,
το αίμα ποτάμι ρέει στις πληγές,
χαίρεται ο χάρος τόσες ψυχές.
Της νίκης πήρε το στεφάνι,
της νύχτας η βροχή τον πιάνει,
για την καλή του μια γραφή
σκύβει και γράφει στο χαρτί.
Πνοή ’ναι η αγάπη,
ψυχή ’ναι, καρδιά,
κουράγιο είν’ η αγάπη,
ζεστή μι’ αγκαλιά.
Η αγάπη είναι μια,
είν’ αδιαίρετη, απλή,
είν’ εμπρός σου εδώ να
κι όμως μένει κρυφή.
~.~
Soldaten stod med sitt gevär
Det var krig och fienden var när
Solen lyste och vinden ven
Soldaten tågade på trötta ben
Fienden flög ur skogen fram
Det blev hett om örat på vår man
Knivarna blänkte och blodet spröt
Mången krigare, döden njöt
Soldaten bar seger i hatten
Det rängnade väldigt i natten
Soldaten satt för sej själv och skrev
Han skrev till kärestan långt ett brev
Kärlek ger vila
Kärlek ger tröst
Kärlek ger styrka
I klenaste bröst
Kärlek är ett
Kann aldrig bli två
Kärlek är lätt
Och svårt att förstå
Απόδοση από τα σουηδικά: Κώστας Κουτσουρέλης
με τη συνεργασία της Κορίνας Λεγάκη
Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |8. Ελένη Κεφάλα
ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020
Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;
Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.
Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.
Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ
Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].
Ἑλένη Κεφάλα
(Μνήμη καὶ Παραλλαγές, Ἀθήνα, Πλανόδιον, 2007)

Μέλος
Ἁγιὰ Μαρίνα καὶ κυρὰ
ποὺ ἀποκοιμίζεις τὰ μωρὰ
πάρε καὶ τὸ δικό μου
ποὺ τόσα χρόνια πέρασαν
καὶ ὕπνος δὲν τὸ παίρνει.
Ἁγιὰ Μαρίνα καὶ κυρὰ
ποὺ ἀποκοιμίζεις τὰ μωρὰ
πάρε καὶ τὸ δικό μου
ποὺ τόσα χρόνια πέρασαν
κι ἀγέννητό ΄χει μείνει.
~.~
Παλίμψηστο
Χρόνος:
Ἀδυσώπητος
Ὅπως ἡ σιωπή σου
Φοβᾶμαι πὼς εἶν’ ἀργὰ πιὰ
Φοβᾶμαι πὼς πιὰ εἶναι πολὺ ἀργὰ
Σκεφτόταν ὁ Μοκτεζούμα
Ὅταν ἔφτασαν οἱ βάρβαροι στὴν Τενοχτιτλάν
~.~
(Χρονορραφία, Ἀθήνα, Νεφέλη, 2013)

Μέρες τοῦ 1453
Κι ἀφοῦ εἶδε πὼς αὐτὸς ἐπέμενε
τοῦ τά ΄πε ὅλα. Πὼς θά ΄φταναν οἱ
ξένοι μὲ τὸ χλωμὸ τὸ δέρμα. Πὼς
θὰ μιλοῦσαν μιὰ γλώσσα παράξενη
κι ἀκατανόητη. Πὼς θά ΄χαν γένια
καὶ μαλλιὰ μέχρι τ’ αφτιά. Πὼς
θὰ κατέβαιναν ἀπὸ πλωτοὺς πύρ-
γους μὲ μακριὰ δοκάρια. Πὼς θὰ
καβαλοῦσαν πανύψηλα ἐλάφια χω-
ρὶς κέρατα. Πὼς ἀπ’ τὰ ὅπλα τους
θά ΄βγαινε φωτιά. Πὼς ὀγδόντα
μέρες κι ὀγδόντα νύχτες θὰ πολι-
ορκοῦσαν οἱ βάρβαροι τὴν Πόλη.
Πὼς θά ΄πεφτε στὰ χέρια τους καὶ
θ΄ ἀφανιζόταν ἡ Τενοχτιτλάν. Αὐτὰ
ἔμελλε νὰ δείξουν οἱ ὀκτὼ οἰωνοὶ
τοῦ Κετσαλκόατλ, μ΄ ἀλλιῶς θὰ
τοὺς ἑρμήνευε ὁ Σοκογιότσιν.
Ὁργισμένος ὁ αὐτοκράτορας ἔβα-
λε ἀμέσως νὰ ἐκτελέσουν τὸν πα-
ράφρονα ζητιάνο.
Περιμένοντας τὸν Κορτές
Κι ὅταν ἄκουσαν τὴν ἀλησμό-
νητη κραυγὴ τοῦ νεαροῦ μα-
ντατοφόρου πῆραν τὴν πόλη
πῆραν την, πῆραν τὴν Τεκοάκ,
στὴν Τλαξκάλα οἱ εὐγενεῖς
θορυβημένοι κάλεσαν πάραυ-
τα συμβούλιο κι εἶπαν πὼς
ἄλλη λύση δὲν ὑπάρχει καὶ
συμφώνησαν πὼς δὲν ὑπάρχει
ἄλλη ἐπιλογὴ κι ἀποφασίσαν
νὰ πᾶνε μὲ τὸ μέρος τους, νὰ
τοὺς καλοδεχτοῦν τοὺς πα-
ντοδύναμους βαρβάρους.
Ἡ Ἑλένη Κεφάλα γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1975 καὶ μεγάλωσε στὴν Κύπρο. Εἶναι ἀναπληρώτρια καθηγήτρια Λατινοαμερικάνικης Λογοτεχνίας στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ St. Andrews τῆς Σκωτίας. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ ποιητικές της συλλογές: Μνὴμη καὶ Παραλλαγὲς (2007) καὶ Χρονορραφία (2013).
Στιχάκιας, Πέντε ποιήματα

*
Φουρκέτα
Έχω ένα Πύργο στην άκρη της Πόλης
μέσα υπάρχουν στολές πανοπλίες
και μία φατσούλα εξώλης προώλης
που κάνει τα βράδια γκριμάτσες αστείες
Έρχονται εδώ οδοιπόροι τουρίστες
σε γκρουπ κι ορισμένοι συχνά κατά μόνας
χορεύουν τις νύχτες σε λούτρινες πίστες
ενώ τον καιρό του ετοιμάζει ο χειμώνας
Ποτά φαγητά μουσικές και κοκτέιλ
πολυέλαιοι φώτα χοροί αλά μπρατσέτα
στον κήπο μου τρέχουν ο Τσίπ με τον Ντέηλ
κι εγώ των μαλλιών σου κοιτώ τη φουρκέτα
Αχ τούτη η φουρκέτα δεν ξέρει τι κάνει
κρατάει φυλακή τα μακριά τα μαλλιά σου
κι εγώ που κοιτάζω σα να ‘μαι χαϊβάνι
για κοίτα πώς τρέχω –τι χάρη!– κοντά σου
Πώς τρέχω κοντά σου με μια πιρουέτα
κρατώ –την καρδιά– μαξιλάρι εκεί πάνω
εκεί να καρφώσεις βαθιά τη φουρκέτα
να δω τα μαλλιά σου λυτά κι ας πεθάνω (περισσότερα…)

