Διώνη Ιωάννου

Η κυρία Μποδογάκη

της ΔΙΩΝΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

~.~

«Άλλη μια μέρα χωρίς ήλιο. Μουντή και κατσούφικη σαν τη ζωή μου» μουρμούρισε η Λίτσα, καθώς σήκωνε τα δαντελωτά κουρτινάκια και αντίκριζε την ομίχλη να αιωρείται πάνω από τα σπίτια της γειτονιάς και τις αγριοκαστανιές της  αλέας απέναντι στον πεζόδρομο. Από τότε που έχασε την Άννα, η ζωή της έγινε άχρωμη. Όλα γκρεμίστηκαν μονομιάς σε λίγα δευτερόλεπτα κι αυτή έπρεπε να συνεχίσει να ζει μόνη, προσπαθώντας να βρει νόημα στη ζωή της. Τον πρώτο καιρό, έμεινε κλεισμένη  στο σπίτι για πολλούς μήνες. Δεν άνοιγε την πόρτα σε κανέναν κι έκλαιγε ασταμάτητα. Ήταν φθινόπωρο κι άκουγε το κλάμα της βροχής και προσπαθούσε να μετρήσει τις σταγόνες απ’ τα δάκρυα του ουρανού. Τα δικά της δάκρυα ωστόσο θα κυλούσαν αστείρευτα για πολλούς μήνες ακόμη.

Από το παράθυρο του καθιστικού διέκρινε δυο άντρες κάτω από τα σύννεφα της ομίχλης. Προχωρούσαν με βήματα σταθερά μπροστά από την αυλή της. Φορούσαν μαύρα ρούχα σαν τα δικά της και στα χέρια τους βαστούσαν τσάντες. Η Λίτσα παρατήρησε ότι στη βεράντα της Βάγιας, της κοντινότερης γειτόνισσας (τα σπίτια τους ήταν κολλητά), η Ρόξι γάβγιζε δυνατά και χοροπηδούσε πίσω από τα κάγκελα, σαν να ήθελε να ορμήσει στην αυλή της. Βιαστικά φόρεσε τη ζακέτα της και έτρεξε να ανοίξει στους επισκέπτες.

Οι άντρες μπήκαν μέσα σαν άνεμος. Σαν άνεμος ζεστός και γλυκός, σκέφτηκε η Λίτσα και χαμογέλασε που τράβηξαν  στο καθιστικό της κατευθείαν, λες και γνώριζαν ήδη τον χώρο.

«Να σας φέρω γλυκό κερασάκι; Είναι το μόνο που έχω από τότε που…»

«Δεν έχουμε χρόνο» είπαν εκείνοι κι έριξαν κάτω τις τσάντες τους, πάνω στο χαλί με τα μακριά κρόσσια. Έβγαλαν από μέσα σφυριά, τανάλιες, κατσαβίδια κι έναν σιδερένιο λοστό. Μάλλον θα ήταν υδραυλικοί, σκέφτηκε η Λίτσα. Η βρύση στο μικρό μπάνιο έσταζε εδώ και τρεις μέρες. Α, και η βρύση στην κουζίνα σφύριζε όταν την άνοιγε με δύναμη, ενημέρωσε τους άντρες, καθώς έτρεχε από πίσω τους χαμογελαστή και πρόθυμη να βοηθήσει όπως μπορούσε. Μακάρι, μετά τη δουλειά να κάθονταν να φάνε όλοι μαζί το παστίτσιο που είχε στο ψυγείο από χθες. Ένα ολόκληρο ταψί άγγιχτο, γιατί πώς να το φάει μονάχη της;

Το βλέμμα της καρφώθηκε πρώτα στα μαύρα γάντια των αντρών και μετά στους μάλλινους σκούφους που έκρυβαν το μέτωπό τους. Ο ένας από τους δυο έβγαλε τον σκούφο του και τα μαλλιά του πετάχτηκαν έξω πυκνά σαν θάμνος. Είχε φαρδύ μέτωπο και βαθουλώματα στα μάγουλα. Ο άλλος φαινόταν πιο αδύνατος και είχε το ένα μάτι μισόκλειστο με το φρύδι γερτό, λες κι ήθελε να αγκαλιάσει το δεξί βλέφαρο.

Τον κοίταξε διακριτικά και έφερε στον νου της τον Τάκη. Το ένα του φρύδι κατεβασμένο, σχεδόν άγγιζε το δεξί του μάτι.

«Πού έχεις μία σκάλα;» Η φωνή του άντρα με το κατεβασμένο φρύδι ακούστηκε σιγανή, παρόμοια με τη φωνή του Τάκη. Όπως τότε που μίλησαν για πρώτη φορά έξω από την αίθουσα αναμονής στο ΚΤΕΛ.  Φορούσε ένα μαύρο κουστούμι στο χρώμα της πιο βαθιάς νύχτας και λευκό πουκάμισο, μεταξωτό. Το χιονάτο πουκάμισο έμοιαζε να έρχεται σε αντίθεση με την κιτρινωπή, μάλλινη φανέλα που φαινόταν ανάμεσα από τα ανοιχτά κουμπιά.

«Καλέ κύριε, ένα λεπτό! Σας έπεσε το πεντοχίλιαρο», φώναξε τη στιγμή που  οι πόρτες του λεωφορείου, μπροστά της στον διάδρομο «3», έκλεισαν με κρότο. Το λεωφορείο πήρε τον δρόμο για την Αθήνα. Η ίδια θα έφευγε με το επόμενο. Σε μία ώρα κι ένα τέταρτο. Ο καπνός από την εξάτμιση τής προξένησε βήχα. Το πρόσωπό της γιόμισε με περισσότερα δάκρυα. Παρ’ όλα αυτά, έτρεξε πίσω από τον άντρα με το μαύρο κουστούμι και τα γκρίζα μαλλιά. Ασθμαίνοντας, έσερνε τη βαλίτσα της. (περισσότερα…)