Γερμανία

Γράμμα από το Βερολίνο

Eikones-Gia-COVID19-4
Βερολίνο, 19.03.2020

Emprisonnement Raisonnable

Ὁ χοντρὸς ἡλικιωμένος ἄντρας κουνιέται πάνω στὸ μηχανάκι του, σὰν μικρὸ παιδὶ πάνω στὸ ἀλογάκι τοῦ λούνα-πάρκ. Δὲν μπορεῖ νὰ κινηθεῖ πρὸς τὰ ἐμπρός – μοιάζει ἀβοήθητος. Τὸ κρανοφόρο του σῶμα, τὸ φορτωμένο μὲ προμήθειες κορμί του, στέκει ἐστεμμένο μὲ δέκα, δώδεκα πακέτα χαρτιοῦ ὑγείας· στριμωγμένος ἀνάμεσα σὲ πυργίσκους ἀπὸ συσκευασίες χαρτιοῦ καὶ συσκευασμένα σὲ κονσέρβες τρόφιμα. Ἕνας πρόθυμος νὰ τὸν βοηθήσει περαστικὸς δίνει ὤθηση στὸν ἄντρα καὶ τὸ ταλαίπωρο μηχανάκι του, μπὰς καὶ ξεκινήσουν. Δίχως νἄχει διανύσει διαδρομὴ ἑνὸς μέτρου, πέφτει, πρῶτα στὸ πλάι κι ἔπειτα μὲ τὴν πλάτη. Κάπου ἐκεῖ τὸ βίντεο σταματᾶ.[1]

Τὰ δυὸ κορίτσια ποὺ βιντεοσκοποῦν τὸ περιστατικὸ μὲ τὸ κινητό τους, τηρῶντας φυσικὰ τὴ δέουσα ἀπόσταση, γελοῦν ὑστερικά. Γελῶ κι ἐγῶ λιγάκι, ἐξίσου ἀπὸ ἀπόσταση ἀσφαλείας, στὸ σπίτι μου, κοιτῶντας τὴν ὀθόνη τοῦ δικοῦ μου κινητοῦ τηλεφώνου. Ἀκόμα μπορῶ νὰ γελῶ, μιᾶς καὶ τὸ δίκτυο πιάνει, τὸ ψυγεῖο παραμένει γεμάτο καὶ ἀνὰ μία ὥρα ἐνημερώνομαι γιὰ τὶς τελευταῖες ἐξελίξεις σχετικὰ μὲ τὴν τρέχουσα κατάσταση, ὅπως ὅλοι ἄλλωστε. Ἐνῶ ὁρισμένες κυνικὲς φωνὲς λένε ὅτι ἐπιτέλους κάτι συμβαίνει, ἐνῶ οἱ οἰκονομολόγοι λένε ὅτι βρισκόμαστε πρὸ μίας καταστροφῆς, ἐγὼ παρακολουθῶ σχεδὸν ἀδιάφορος. Τὸ περιβάλλον ἀδιαφορεῖ ἐντελῶς γιὰ τὰ τερτίπια τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς οἰκονομίας. Ἡ Γκρέτα Τ. τρίβει τὰ χέρια της μὲ ἀπολυμαντικὸ τζέλ, ἡ βιβλιοθήκη μου εἶναι γεμάτη κι ἔχω νὰ αἰσθανθῶ αὐτὸ τὸ συναίσθημα ἀπὸ τὴν πρώιμη παιδική μου ἡλικία, ὅταν δὲν εἶχα νὰ κάνω ἀπολύτως τίποτα καὶ ἔπαιζα μὲ τὸ κουνιστό μου ἀλογάκι πάνω στὸ καφὲ χαλὶ τῆς Robert-Koch-Straße. Πιάνω ἕνα βιβλίο ἀπὸ τὸ ράφι, εἶναι Ἡ Πανούκλα τοῦ Ἀλμπὲρ Καμύ. Τὸ ἀνοίγω καὶ διαβάζω τὴν εἰσαγωγή, ἡ ὁποία πάει κάπως ἔτσι:

„Il est aussi raisonnable de représenter une espèce d’emprisonnement par une autre que de représenter n’importe quelle chose qui existe réellement par quelque chose qui n’existe pas.”Daniel De Foe  [= «Ἡ ἀναπαράσταση ἑνὸς εἴδους αἰχμαλωσίας μὲ ἕνα ἄλλο εἶναι τόσο εὔλογη, ὅσο καὶ ἡ ἀναπαράσταση τοῦ ὑπαρκτοῦ μὲ τὸ ἀνύπαρκτο»][2]

Παρεμπιπτόντως, μιᾶς κι ἀναφερθήκαμε στὸν Ρόμπερτ Κόχ, τί ρόλο ἐπιτελεῖ σήμερα τὸ RKI [= Ἰνστιτοῦτο Ρόμπερτ Κόχ]; Γρήγορα νὰ δοῦμε τὶς τελευταῖες εἰδήσεις στὸ Τουΐττερ. Τὶς τελευταῖες ἡμέρες οἱ ἰολόγοι ἔχουν ἀντικαταστήσει τοὺς νομοθέτες μας, ὅλοι ἀναμένουν μὲ ἀνυπομονησία τὶς ἑπόμενες ἀνακοινώσεις καὶ ἀποφάνσεις τους, οἱ ὁποῖες ἐν συνεχείᾳ θὰ πρέπει νὰ ἐφαρμοστοῦν ἀπὸ τὴν κυβέρνηση: περιορισμοὶ στὴν ἀγοραστικὴ κίνηση, ἀπαγόρευση έκδηλώσεων καὶ συναθροίσεων, ἀκύρωση τοῦ πάρτυ τῶν τριακοστῶν γενεθλίων μου. Καί τώρα, βρίσκομαι ἐδῶ, μόνος, φορῶντας ἕνα καπέλο κλόουν ποὺ μοῦ προκαλεῖ σύγχυση: χλέυη – πλήξη.

Σὲ μιὰ παλιὰ φωτογραφία κάθομαι πάνω σ’ ἕνα ξύλινο ποδήλατο – εἶμαι μόλις ἑνὸς ἔτους. Ἡ φωτογραφία αὐτὴ κοσμεῖ τὴν ὀμαδικὴ συνομιλία ποὺ ἔφτιαξα στὸ Whatsapp γιὰ τὴν προγραμματισμένη γιορτή μου, καὶ τώρα πρέπει νὰ σημειώσω κάτω ἀπὸ τὸ ὄνομά μου ὅτι δὲν πρόκειται νὰ γίνει κανένα “Corona-πάρτυ”. Ξέρω, not that Berlin of me, ὅμως οὕτως ἢ ἄλλως δὲν κατάγομαι ἀπὸ δῶ. Οὔτε τὸ Βραδεμβοῦργο μοῦ ἀρέσει . Πρέπει νὰ πάει πίσω στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ’20. Τέλος πάντων, δὲν θὰ μείνω ἐδῶ γιὰ νὰ γιορτάσω, γι’ αὐτὸ πρέπει πλέον νὰ δικαιολογηθῶ στοὺς φίλους μου. Πλέον, διανύοντας μιὰ περίοδο ἤπιας καραντίνας, δὲν μοῦ λείπει τίποτα. Πρὸ ἡμερῶν πῆρα ἀκόμα ἕνα βιβλίο ἀκουμπῶντας τὸ στὴν ἀτέλειωτη στοῖβα τῶν βιβλίων ποὺ πρόκειται κάποτε νὰ διαβάσω: το Kruso τοῦ Lutz Seiler. Κι ἐδῶ βρῆκα στὴν ἀρχὴ ἕνα μότο τοῦ Daniel De Foe στην αρχή του. Αὐτὸς ὁ De Foe – κάτι πρέπει νὰ εἶχε καταφέρει, σκέφτομαι. Ὁπωσδήποτε, ἦταν περισσότερο ἀπασχολημένος ἀπ’ ὅ,τι ὑπῆρξα ἐγὼ σήμερα, καὶ ὁπωσδήποτε, ἦταν ἀπίστευτα φιλόδοξος. Γιατί ὅμως;

Ὁ ἄνδρας στὸ βίντεο πέφτει, κάνει μιὰ τούμπα καὶ μένει ξαπλωμένος ἀνάσκελα, ἐνῶ τὰ κορίτσια γελοῦν μαζί του. Λένε ὅτι οἱ νέοι δὲν κινδυνεύουν τόσο, δὲν ἀνήκουν στὴν ὀμάδα ὑψηλοῦ κινδύνου. Κι αὐτὸ εἶναι ἡ μεγάλη μας τύχη· κανεὶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ πῶς θὰ ἦταν ἡ ἀντίστροφη κατάσταση καὶ πόσο θὰ ἀνησυχοῦσαν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ γονεῖς, ποὺ θὰ ἔφταναν στὸ σημεῖο νὰ μπουκάρουν μὲ σκοῦτερ μέσα ἀπὸ τὰ παράθυρα κλειδωμένων καταστημάτων, ἀναζητῶντας εἴδη πρώτης ἀνάγκης, ἀναζητῶντας τὰ τελευταῖα ρολά χαρτιοῦ ὑγείας. Ἴσως ὅλο αὐτὸ εἶναι, ἂν θὰ θέλατε μιὰ παιδιάστκη ἐκτίμηση ἀπὸ μέρους, ἕνας μηχανισμὸς αὐτορρύθμισης τῆς φύσης, ἡ ὁποία μᾶς δείχνει πόσο εὔθραυστοι εἴμαστε καὶ πόσο τὴν ἴδια στιγμὴ πόσο προσαρμοστικοί. Ἐπιπλέον, ἐπιλύει σ’ ἕναν βαθμὸ καὶ τὸ συνταξιοδοτικὸ πρόβλημα. Ἐκεῖνοι ποὺ ἀκόμα μποροῦν νὰ γελοῦν μὲ τὸ τελευταιο, μᾶλλον δὲν πιστεύουν στὸν δικό τους θάνατο.

Τὴν περασμένη Κυριακὴ συναντήθηκα μὲ ἔναν φίλο μου, προκειμένου νὰ ἐξερευνήσουμε τὸ ἄδειο Βερολίνο, ἐκμεταλλευόμενοι τὴ μοναδικὴ αὐτὴ εὐκαιρία καὶ ἐπιδιώκοντας νὰ ἀναλάβουμε δράση ξεκινῶντας κάποια ἐκστρατεία· μερικὲς φορὲς νιώθεις ἀτρόμητος, ὅταν ὅλοι φοβοῦνται καὶ μένουν στὸ σπίτι, ὅμως ἀπογοητεύτηκα τελικά, μιᾶς καὶ τὸ Βερολίνο ἦταν κάθε ἄλλο παρὰ ἄδειο. Στὸ Gleisdreieckpark, οἱ νέοι, ὡς συνήθως, ἔπαιζαν μπάσκετ καὶ ἔκαναν σκέιτμπορντ, στὰ παγωτατζιδικα οἱ πατεράδες περίμεναν νὰ ἑτοιμαστεῖ ἡ παραγγελία τους ἀποτελούμενη ἀπὸ μερικὲς μπάλες παγωτοῦ μὲ διάφορες χρωματιστὲς γαρνιτοῦρες, ἐνῶ τὸ μόνο διαφορετικὸ στοὺς καταναλωτὲς τοῦ Ostkreuz ἦταν ὅτι ἄγγιζαν τὰ ψιλά τους μὲ γάντια λάτεξ, ἀφοῦ πρῶτα εἶχαν ἀγγίξει τὰ κινητά τους τηλέφωνα. Ἄραγε οἱ Βερολινέζοι εἶναι ἀθάνατοι, ἄραγε δὲν τοὺς ἀρέσει τίποτα, ἢ ἁπλῶς ἂρνοῦνται τὰ πάντα; Μήπως θυμώνουν μετά, ὅταν τὰ σκέφονται ἢ ἁπλῶς ἀποδέχονται ὅ,τι εἶναι; Σύντομα ἴσως ὅλοι μας χαθοῦμε, σκέφτομαι ἐνῶ βρίσκομαι μπροστὰ ἀπὸ τὴ βιβλιοθήκη μου, κοιτῶντας τὴν πλάτη του φίλου.

Eikones-Gia-COVID19-3

Ἀντὶ νὰ κάτσω ἐπιτέλους στὸ γραφεῖο μου γιὰ νὰ γράψω αὐτὸ ποὺ μοῦ ζήτησε ὁ Θανάσης, ἐπιλέγω νὰ περιπλανιέμαι στὸ Διαδίκτυο ―ὦ, μὰ τί ἐξερευνητής!― σπαταλῶντας τὸν χρόνο μου, ὅπως συνηθίζω νὰ κάνω τὴ μισὴ ζωή μου, κάτι ποὺ εἶναι ἐμφανέστερο τὶς τελευταῖες αὐτὲς ἀτέλειωτες ἡμέρες. Βρίσκω στὴν διαδικτυακὴ Zeit κάτι σχετικὸ μὲ τὸν David Wagner[3] κι ἐλπίζω νὰ φορᾶ καλὰ τὰ γάντια του ὅταν διαλέγει λαχανικά καὶ νὰ παραμένει ὑγιής. Ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι ζεῖ κάπου κοντὰ στὸ Prenzlberg κι εἶναι ἀνοσοκατεσταλμένος ἔπειτα ἀπὸ μιὰ μεταμόσχευση ὀργάνων ποὺ ὑποβλήθηκε· ἴσως ἔχει τακτοποιήσει τὰ ἕως τώρα ἐκδομένα ἔργα του – ἄλλωστε κάτι πρέπει νὰ παραμείνει ἀπ’ αὐτόν. Γιὰ νά ’μαι εἰλικρινής, δὲν ξέρω ἂν ὅλα ὅσα λένε εἶναι σωστά, κι ὅπως ὅλοι μας ξέρουμε, δὲν πρέπει πάντοτε νὰ πιστεύουμε τοὺς συγγραφεῖς. Ὁ συγκεκριμένος μοῦ ἦταν πάντα συμπαθής, ἐνῶ τὰ γραπτά του μὲ κάνουν παρὰ τὴ θέλησή μου νὰ θέλω νὰ βγῶ ἔξω – εἰδικὰ σήμερα. Γιατί νὰ εἶναι κανεὶς ξακουστὸς συγγραφέας;

Τὰ παιδιὰ στὸ βίντεο γελοῦν. Δὲν βοηθοῦν τὸν γέρο· ἴσως δὲν ξέρουν πῶς νὰ τὸ κάνουν. Ὁ ἐπίδοξος κάμερα-μὰν προφητεύει ἐπανειλημμένα: «Τώρα θὰ πέσει! Τώρα θὰ πέσει!» Καὶ χαίρεται ὅταν αὐτὸ τελικὰ συμβαίνει. Τὸ βίντεο γίνεται βάιραλ, δηλ. ἀποκτᾶ τρομακτικὴ δημοσιότητα, μόλις γιὰ μία ἡμέρα, χωρὶς νὰ ἔχει νόημα τί θ’ ἀπογίνει ἀργότερα. Ὅσο γιὰ τὸν COVID-19, κανένας νέος δὲν φαίνεται νὰ κόπτεται – οὔτε κὰν γιὰ μιὰν ἀκίδα τῆς κορώνας του.

Στὴν Ἑλλάδα ἔχει ξεσπάσει ἕνας πόλεμος μεταξὺ τῆς ἐκκλησίας καὶ τοῦ κράτους. Διαβάζω στὶς εἰδήσεις ὅτι παρὰ τὴν κρίση, πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ πιστοὶ ποὺ δὲν ἔχουν κανένα πρόβλημα νὰ λάβουν τὰ παιδιά τους τὴ Θεία Κοινωνία ἀπὸ μία λαβίδα. Πίσω ἀπ’ τὸ δικό μου παράθυρο ἀκούγεται γελοῖο, ὅμως δὲν εἶναι.

Αύτὸ ποὺ τελικὰ μένει, ὅσο συνεχίζεται αὐτὴ ἡ κατάσταση, εἶναι οἱ νέοι ποὺ γελοῦν, μὴ παίρνοντας τίποτα στὰ σοβαρά, ὅπως ἐμεῖς, οἱ ἀκόμα-νέοι ἢ οἱ ἡλικιωμένοι. Πῶς νὰ μιλήσει κανεὶς σ’ ἕναν κόσμο, στὸν ὁποῖο κανεὶς δὲν θέλει νὰ γεράσει; Τουλάχιστον ὑπάρχουν καὶ χειρότερες ἀσθένειες ἀπ’ τὰ γηρατειά. Οἱ γονεῖς μου ἀνήκουν κι ἐπίσημα στὴν ὀμάδα ὑψηλοῦ κινδύνου ἀπὸ πέρυσι, ὡστόσο ἡ μητέρα μου προτιμᾶ, ὅπως ἡ ἴδια λέει, νὰ ζήσει τὴ νεότητά της λίγο ἀκόμα. Τώρα εἶναι ἡ καλύτερη στιγμὴ γιὰ νὰ τὸ κάνει.

Πηγαίνοντας στὴ δουλειά, εἶδα πρόσφατα  ὅλους ἐκείνους τοὺς νέους, ποὺ ἔπαψαν νὰ πηγαίνουν στὸ σχολεῖο ἕνεκα ὑψηλοῦ κινδύνου διάδοσης τοῦ ἰου, νὰ περνοῦν τὴν ὥρα τους γύρω ἀπὸ τραπέζια πινγκ-πονγκ καὶ γήπεδα ποδοσφαίρου. Πίστεψα ὅτι κάτι τέτοιο θά ’ταν γιὰ λίγο, ἔτσι ἄλλωστε θὰ ἔκανα κι ἐγώ. Ὄχι ἐπειδὴ μοῦ ἄρεσε νὰ εἶμαι ἔξω, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἤμουν ἀντιδραστικός. Ἴσως γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἔμενα τόσο συχνὰ ἔξω, ὅμως ἐδῶ μιλᾶμε γιὰ μιὰν ἄλλη ἱστορία, γιὰ μίαν ἄλλη, μεγάλη καραντίνα, ἡ ὁποία ὅταν ἔρθει μὲ ὁδοφράγματα ποὺ θὰ ἔχουν τοποθετηθεῖ παντοῦ, θὰ ἦταν μιὰ ὡραία ἀφορμὴ γιὰ σκέψη ὥστε τελικά νὰ κινητοποιηθοῦμε. Ἴσως, ἂς τὸ ἀφήσω αὐτό. Νὰ φύγω ἢ νὰ μείνω; Ὅλη τὴ μέρα κλωθογύριζα αὐτὴ τὴ σκέψη στὸ διαμέρισμά μου στὸ Ostkreuz, πηγαίνοντας πέρα-δῶθε – ὁ διάδρομος εἶναι ἀρκετὰ μακρὺς κι ἐγὼ τὸν ἐξερευνῶ ὅπως ἐνδεχομένως ἐξερευνῶ λίγο ἀργότερα τὸ δωμάτιό μου στὸ νοσοκομεῖο, ὅπως ἐξερευνᾶ κανεὶς κάνοντας ἕνα μεγάλο ταξίδι, ὅπως ἐξερευνᾶ κανεὶς τὸν κόσμο.

Ἀκόμα κι ἂν πολλοὶ θεωροῦν ὅτι ἔρχεται ὕφεση, ὁ ἰὸς ἐξακολουθεῖ νὰ προελαύνει. Μόλις χτὲς βγήκαμε ἀπὸ μιὰν ἔντονη περιπέτεια, κι ἑπομένως ἀντιμετωπίζουμε μὲ ἔκπληξη τὴν ξαφνικὴ αὐτὴ ἠρεμία. Συνήθως νιώθει κανεὶς χαρούμενος ὅταν τὸ σῶμα του βρίσκεται σὲ ἠρεμία. Ἀκριβῶς, ὅπως κι οἱ νέοι, οἱ ὁποῖοι φαίνεται νὰ μένουν ἐντελῶς ἀνεπηρέαστοι ἀπ’ ὅλο αὐτό. Ἂν καὶ τὸ ἀπολαμβάνω, πρέπει νὰ ἀνακτήσω τὴν ἐγρήγορσή μου, γιατὶ σὲ περίπτωση ποὺ τελικὰ δὲν ἐπιβιώσω θὰ πρέπει σιγά-σιγὰ νὰ κάτσω καὶ νὰ γράψω αὐτὸ τὸ κείμενο. Ἴσως δὲν θὰ ἔχω ποτὲ ξανὰ αὐτὴ τὴν εὐκαιρία.

ERIK EISING

[Μτφρ. ἀπὸ τὰ γερμανικά: Θανάσης Γαλανάκης]

[1] Πρόκειται γιὰ ἕνα βίντεο ποὺ κυκλοφόρησε τὶς πρῶτες ἡμέρες τοῦ καταναλωτικοῦ παροξυσμοῦ, ἐν ὄψει τῆς πανευρωπαϊκῆς ―καθὼς φαίνεται― καραντίνας. Στὸ βίντεο συμβαίνει ὅ,τι περιγράφει ὁ συγγραφέας τοῦ κειμένου. [σ.τ.μ.]
[2] Ἡ μετάφραση δανεισμένη ἀπὸ τὴν ἔκδ. Ἀλμπὲρ Καμύ, Ἡ πανούκλα, (μτφρ.: Ἀγγελικὴ Τατάνη), Ἀθήνα, Γράμματα, 1990. [σ.τ.μ.]
[3] Γερμανὸς συγγραφέας, γνωστὸς γιὰ τὸ ἔργο του, Leben, στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται στὴ διαρκῆ περιπέτεια τῆς ὑγείας του, τὶς μεταμοσχεύσεις του καὶ γενικότερα τὴ στάση ζωῆς ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ διαρκῶς βρίσκεται ἀντιμέτωπος μὲ τὸν θάνατο. Ἕνα βιβλίο ποὺ ἀξίζει νὰ διαβαστεῖ καὶ νὰ μεταφραστεῖ καὶ στὰ ἑλληνικά. [σ.τ.μ.]
*Oἱ γερμανομαθεῖς φίλοι μποροῦν νὰ δοῦν περισσότερα κείμενα τοῦ ταλαντούχου χρονικογράφου, δοκιμιογράφου καὶ ἐπίδοξου συγγραφέα, Erik Eising, στὸ πλούσιο ἀπὸ κάθε ἄποψη ἱστολόγιό του: https://rikrolled.blogspot.com/

Ρ. Σαφράνσκι: Μην μας αφήνετε μονάχους με τους Γερμανούς!

safranski.jpg

Ο Ρούντιγκερ Σαφράνσκι (γεν. 1945) ανήκει στους επιφανέστερους Γερμανούς στοχαστές της γενιάς του. Τα βιβλία του για συγγραφείς όπως ο Ε. Τ. Α. Χόφφμαν, ο Νίτσε, ο Γκαίτε, ο Χάιντεγγερ συγκαταλέγονται στα πιο πολυδιαβασμένα των τελευταίων ετών. Με τις τοποθετήσεις του πάνω στο προσφυγικό ζήτημα και την κριτική που άσκησε στην πολιτική της καγκελαρίου Μέρκελ τέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης στη χώρα του, και όχι μόνο, και προκάλεσε πλήθος αντιδράσεις και πολεμικές. Η συζήτησή του με τον Ρίκο Μπάντλε δημοσιεύτηκε στην ελβετική επιθεώρηση Die Weltwoche, τον περασμένο Δεκέμβριο.  Η μετάφραση είναι του Πέτρου Γιατζάκη.    

 * * *

Κύριε Σαφράνσκι, κανείς δεν έχει αναλύσει την ουσία του Γερμανού με μεγαλύτερη ακρίβεια από εσάς. Τι συμβαίνει λοιπόν στην Γερμανία;

Για να σας δώσω μία λακωνική απάντηση: Στην γερμανική πολιτική κυριαρχεί ένας μοραλιστικός παλιμπαιδισμός.

Και μία λιγότερο λακωνική απάντηση;

Η Γερμανία απώλεσε μετά το 1945 ως ηττημένο έθνος την κυριαρχία της. Μέχρι την πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989, η Δυτική Γερμανία διήγε βίον ανθόσπαρτον: Ήμασταν υπό την αιγίδα των Αμερικανών και δεν ήμασταν υπεύθυνοι για τίποτε. Επειδή δεν είχαμε την ευθύνη της φροντίδας για τους εαυτούς μας, δεν γνωρίζαμε καν τι είναι η εξωτερική πολιτική. Μόλις το 1989 έγινε η Γερμανία ένα κυρίαρχο κράτος και κινείται μέχρι σήμερα με αρκετή ανασφάλεια στην διεθνή σκηνή. Ταλαντευόμαστε μεταξύ μίας οικονομικής αυτοπεποίθησης και ενός αλλόκοσμου ουμανιταρισμού. Η εξωτερική μας πολιτική έχει καταστεί μία ηθική αποστολή.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι μία κουλτούρα του καλωσορίσματος, όπου οι άνθρωποι που ζητούν άσυλο γίνονται δεκτοί με αλαλαγμούς χαράς;

Παντού στην Ευρώπη πλην της Σουηδίας οι άνθρωποι λένε: «Οι Γερμανοί  τρελάθηκαν.» Η ανωριμότητα της γερμανικής πολιτικής καθίσταται οφθαλμοφανής στο αξίωμα ότι δεν επιτρέπεται να θέσουμε όρια ή κάποια οροφή στον αριθμό των προσφύγων. Εδώ υπάρχει ένα σημαντικό συλλογιστικό σφάλμα. Διότι σύμφωνα με την σημερινή πρακτική, τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού θα είχαν δικαίωμα ασύλου στην Γερμανία με βάση τα δικά μας οικονομικά και δημοκρατικά πρότυπα. Το γεγονός ότι η προσφυγική πολιτική μας είναι θύμα ενός εγγενούς λογικού σφάλματος, θα έπρεπε να έχει γίνει το αργότερο σε αυτό το σημείο πλήρως αντιληπτό.

Ο φιλόσοφος Πέτερ Σλοτερντάικ δήλωσε, ότι στο προσφυγικό ζήτημα θα έπρεπε να είμαστε ικανοί για «κάτι σαν μία καλοσυγκερασμένη σκληρότητα». Το πρόβλημα κατ΄ αυτόν είναι ότι: «Οι Ευρωπαίοι αυτοπροσδιορίζονται ως καλοσυνάτοι, καλόγνωμοι  άνθρωποι και όχι ως σκληροί άνθρωποι, και υπάρχει μία ανάλογη δημοσιολογία και δημοσιογραφία, που δυσφημεί τα πρώτα δείγματα στην πορεία προς μία πιο αμυντική ή πιο σκληρή στάση στο προσφυγικό ζήτημα ως πολιτισμικό όνειδος του υψίστου μεγέθους.»  

Δεν είναι απαραίτητο να το εκφράσουμε με τέτοια οξύτητα. Το 1997 έγραψα ένα βιβλίο για το Κακό. Εκεί δεν ισχυρίζομαι ότι είμαστε αβυσσαλέοι σατανάδες. Στην ανθρώπινη όμως ωρίμανση ανήκει η γνώση, για το κακό που ενυπάρχει μέσα μας. Οι Γερμανοί πολιτικοί ομιλούν διαρκώς για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, που είναι απαράβατη και απαραβίαστη. Υποκρινόμαστε, σαν να είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ένα έμφυτο όργανο όπως τα χέρια ή τα πόδια. Αυτό είναι ένα αφελές κοσμοείδωλο. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν πέφτει από τον ουρανό, αλλά προϋποθέτει ένα λειτουργικό κράτος, που δύναται να προστατεύσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια εντός των συνόρων και των ορίων του. Και κατόπιν πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: Πώς δυνάμεθα να έχουμε αυτό το κρατικό οικοδόμημα; Αυτό επιτυγχάνεται μόνο με πολύ αυστηρούς κανόνες, αλλιώς το κράτος χάνει την αφομοιωτική, ενοποιητική του δύναμη, που εγγυάται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Φοβάμαι πολύ, ότι το κράτος μας χάνει τούτη τη δύναμή του, όταν έχουμε σε ορισμένα τμήματα της κοινωνίας μία ισλαμική πλειοψηφία με ένα τελείως διαφορετικό αξιακό σύστημα. Εν συντομία: Πρέπει να κρατήσουμε σταθερή την κοινωνική συνοχή, για να μπορέσει το κράτος να εγγυηθεί τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όταν τούτο δεν το ξεκαθαρίζουμε, τότε αυτό είναι ανεύθυνο: Επιθυμούμε να βοηθήσουμε και παρόλα ταύτα, αδυνατίζουμε συνάμα τους θεσμούς, που θα μπορούσαν εν τέλει να βοηθήσουν. (περισσότερα…)