*
Ογδόντα χρόνια φύγαν μες στο μνήμα
που μ’ εγκιβώτισε ο λιμός κι ο τύφος
κι έλεγα ο κόσμος τώρα θα ’χει αλλάξει,
θα ’χει η σκληρή καρδιά του μαλακώσει…
Το μίσος όμως μένει μίσος πάντα
κι ο φόβος ίδια μυρωδιά αναδίδει·
η πείνα, ο θάνατος, η πολιορκία,
πάντα ίδια· ο χρόνος και ο τόπος μόνο
αλλάζει, και η λίστα των θυμάτων.
Η ιστορία μια σιδερένια ρόδα
κι οι αυλακιές στις πλάτες των αθώων
προδίνουν την αέναη τροχιά της.
Φυτρώνεις όπου σ’ έσπειρε το ζάρι
κι ύστερα έρχεται η φάκα και σε κλείνει·
να ψάχνεις να κρυφτείς στον προβολέα
να ονειρεύεσαι ψωμί και γάλα
τα λιγδερά μαλλιά σου να λουστράρουν
την μπότα που συνθλίβει τη ζωή σου…
Για μένα όμως, πόνος πιο μεγάλος
είναι αυτή η συλλογική αμνησία
εκείνων των αμνών που γίναν λύκοι
και το αίμα που ήπιε του Δαβίδ το αστέρι
ξερνούν με βία πάνω στην κεφίγια.
Αίμα! Η ιστορία βρυκολακιασμένη
με αίμα το λαρύγγι της χορταίνει·
μασάει τις σάρκες μας, φτύνει τα οστά μας,
στα χώματα τα επίμαχα τ’ απλώνει
μικρά, κατάλευκα, γλειμμένα ως μέσα.
Λέω θα ντραπεί η γη με τέτοιο σπόρο
καρπό να δώσει· θα ντραπεί επιτέλους,
τ’ όνειδος που νηστεύει η Κοινότης
κι είναι μασάτι τούτη η νηστεία
για το λεπίδι πάνω στον λαιμό μας…
Η ιστορία σε βρίσκει όπου να ’σαι:
πίσω απ’ της μάνας το λερό φουστάνι
ή στο Άμστερνταμ πίσω απ’ τη βιβλιοθήκη·
τα δόντια ν’ ακονίσει στα πλευρά σου
ν’ αλέσει τη ζωή, τα όνειρά σου
να θρέψει τα σκυλιά της με τη μάζα.
Άουσβιτς, Άδανα, Σαμψούντα, Γάζα.
ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ
*
*
*
