Κώστας Κουτσουρέλης

Συνέχειες / ασυνέχειες

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ποια σχέση έχει με το πρότερο εγώ του ο Γάλλος ή ο Γερμανός που προσχωρεί στον βουδισμό ή στο ισλάμ κι αλλάζει όνομα, χώρα διαμονής και βιοτροπία; Ο Κάσσιους Κλέυ και ο Μοχάμεντ Άλι, ο Λευκάδιος Χερν και ο Γιάκουμο Κοϊζούμι, ο Σαύλος και ο Παύλος είναι άλλα πρόσωπα; Ένας ληξίαρχος, ένας φυσιολόγος, ένας ψυχαναλυτής, ένας μυθιστοριογράφος θα χαμογελούσαν μάλλον με τον ισχυρισμό. Για το αστικό δίκαιο ή τα ταμεία ασθενείας, «άλλος» δεν γίνεται καν αυτός που αλλάζει φύλο στο χειρουργείο ή πάσχει από ολική αμνησία. Η περιουσία και τα χρέη του, το οικογενειακό δέντρο του, το DNA και το ιατρικό ιστορικό του, όλα τα κύρια νήματα που τον συνδέουν με το παρελθόν, παραμένουν άθικτα.

Σε πείσμα των σημερινών identity politics, που με τις παρδαλώνυμες θεωρίες τους έχουν βαλθεί να θεσμοποιήσουν την αυθαιρεσία της βούλησης, το «είσαι ό,τι δηλώσεις», η αυτοκατανόηση είναι ένα μόνο από τα στοιχεία της ταυτότητας ενός υποκειμένου, ατομικού ή συλλογικού – και όχι το κύριο. Αν μόνο η μια στις δέκα πράξεις ή αποφάσεις μας είναι όντως συνειδητή, όπως ισχυρίζονται σήμερα οι νευροεπιστήμονες, πόσο μπορούμε ενεπίγνωστα να επηρεάσουμε με τις πράξεις μας τον εαυτό μας; Και πόσο εντέλει η αυτοσυνειδησία μας, το όνομα ή η «δόξα» που επιλέγουμε να περιενδυθούμε, ρυθμίζει την βαθύτερη, ασύνειδη ζωή μας;

Είναι «άλλος» ο ελληνισμός της Aρχαιότητας λ.χ. απ’ αυτόν των Μέσων Χρόνων και της νεώτερης εποχής; Το ότι οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί του Βυζαντίου αποκαλούν τον εαυτό τους Ρωμαίο, βδελύσσονται την θρησκεία των προγόνων τους και γκρεμίζουν τα ιερά τους, για τους ίδιους προφανώς ήταν μια δραματική μεταβολή της αυτοκατανόησής τους, με ποικίλα κοινωνικά και ψυχικά επακόλουθα. Για τον υπόλοιπο κόσμο όμως, που είχε εμπρός του μια άλλη εικόνα, εκ των έξω άρα και σαφέστερη, προφανώς η θρησκευτική μεταστροφή των Ελλήνων ήταν φαινόμενο με σημασία πολύ πιο περιορισμένη. Γι’ αυτό και εξακολούθησε να αποκαλεί αδιάλειπτα τους Βυζαντινούς με τους όρους που μεταχειριζόταν για τους Έλληνες εδώ και αιώνες: Ίωνες οι εωθινοί μας γείτονες, Γραικούς οι εσπέριοι. Μα και για μας σήμερα μήπως μικρή σημασία δεν έχει αν οι Πέρσες αποκαλούν σήμερα το κράτος τους Ισλαμική Πολιτεία του Ιράν ή αν ο νυν διάδοχος του Οθωμανού σουλτάνου και χαλίφη της Κωνσταντινουπόλεως ακούει στον τίτλο Πρόεδρος, ηγείται ενός κοσμικού τύποις κράτους, εδρεύει στα υψίπεδα της Φρυγίας και γράφει το όνομά του με λατινικούς χαρακτήρες; Τα συλλογικά υποκείμενα δεν τα γεννούν οι λέξεις, αλλά η ιστορία. (περισσότερα…)

Έμιλυ Ντίκινσον, «Μα δεν σου φαίνεται η αιωνιότητα τρομακτική;»

*

Επιλογή-Μετάφραση
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~.~

Είμαι άρρωστη, Κύριε. Ο πιο μεγάλος πόνος μου όμως είναι που είστε άρρωστος εσείς. Βάζω μπρος το χέρι μου το πιο γερό και το ζορίζω μήπως και καταφέρω να σας μιλήσω. Πίστευα ότι είχατε φτάσει πια στον Ουρανό, κι όταν άκουσα ξανά τη φωνή σας μού φάνηκε τόσο απαλή και υπέροχη που ξάφνιαστηκα απίστευτα. Μακάρι να αναρρώσετε, Κύριε. Δεν θέλω να ’ναι αδύναμο ό,τι αγαπώ. Είμαι καθισμένη πλάι στις βιολέτες, έχω έναν κοκκινολαίμη εδώ κοντά – και η «Άνοιξη»; με ρωτάνε; Μα ποια είναι τούτη η «Άνοιξη»; Άκου, μόλις μου χτύπησε την πόρτα.

~.~

Μ’ έχει πιάσει ένα βηχαλάκι τοσοδά, σαν δαχτυλήθρα, αλλά δεν σκοτίζομαι. Πελέκι Ινδιάνου έχω χωμένο στο πλευρό, μα δεν το πολυνιώθω. Εκείνην ο Κύριός της την έχει μαχαιρώσει πιο βαθιά. Ω Κύριε, ανοίξτε μου τη ζωή σας διάπλατα και κλείστε με μέσα της για πάντα. Ποτέ δεν θα αποκάμω να σας υπηρετώ, ούτε ποτέ θα ξεσηκώνω σαματά όταν εσείς θα ξαποσταίνετε. Θα είμαι πάντοτε το καλό σας κοριτσάκι – άλλος κανείς δεν θα με βλέπει, μόνο εσείς. Εμένα ωστόσο αυτό μου αρκεί κι ούτε ποτέ μου θα ζητήσω τίποτε άλλο. Μονάχα ο Ουρανός θα με απογοητεύσει κάπως όταν θ’ ανέβω ώς εκεί – γιατί αυτόν τον αγαπώ πιο λίγο.

~.~ (περισσότερα…)

Ένας δοκιμιογράφος: Κωστής Παπαγιώργης (1947-2014)

*

Στις 21 Μαρτίου 2024 συμπληρώνονται δέκα χρόνια από την εκδημία του Κωστή Παπαγιώργη (1947-2014). To Νέο Πλανόδιον του είχε αφιερώσει το πρώτο τεύχος του (χειμώνας 2013-2014), τον δε Μάιο του 2016 είχε διοργανώσει μια μεγάλη εκδήλωση όπου φίλοι και συνοδοιπόροι του Κωστή είχαν διαβάσει χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το έργο του. Από το έντυπο αφιέρωμα αναδημοσιεύουμε στη μνήμη του το κείμενο του Κώστα Κουτσουρέλη που ακολουθεί.

~.~

Ἕ­νας δο­κι­μι­ο­γρά­φος

Ὁ Κί­μων Νη­σι­ώ­της δὲν ἔ­γρα­ψε πολ­λά. Καμ­μι­ὰ εἰ­κο­σι­πεν­τα­ρι­ὰ ση­μει­ώ­μα­τα ὅ­λα κι ὅ­λα, κι αὐ­τὰ βρα­χύ­σω­μα, τῆς μιᾶς ἢ τῶν δύ­ο σε­λί­δων, κά­πο­τε καὶ μο­νό­στη­λα ἢ ἀ­κό­μη πι­ὸ σύν­το­μα, μοι­ρα­σμέ­να στὰ τρί­α τεύ­χη ἑ­νὸς πε­ρι­ο­δι­κοῦ ποὺ εἶ­χε ὅ­λα τὰ φόν­τα νὰ γί­νει θρυ­λι­κό – καὶ μὲ τὸν τρό­πο του τὰ κα­τά­φε­ρε. Ἐ­πὶ ἔ­ξι μῆ­νες, ἀ­πὸ τὸν Δε­κέμ­βρη τοῦ 1984 ὣς τὸν Ἰ­ού­νι­ο τοῦ 1985, ἀ­φοῦ τό­σο ἄν­τε­ξε ἐ­κεῖ­νο τὸ ἔν­τυ­πο ποὺ ὑ­πά­κου­ε προ­γραμ­μα­τι­κὰ στὸν τί­τλο Κρι­τι­κὴ καὶ κεί­με­να καὶ δι­ευ­θυ­νό­ταν ἀ­πὸ τε­τρά­δα νε­α­ρῶν τό­τε συγ­γρα­φέ­ων καὶ μου­σι­κῶν, ὁ Νη­σι­ώ­της ἀ­πο­τι­μᾶ τὴν ἐκ­δο­τι­κὴ κί­νη­ση, βι­βλί­α πε­ζο­γρα­φί­ας καὶ στο­χα­σμοῦ, μὲ μιὰ αἰχ­μη­ρό­τη­τα ποὺ ἀ­να­ζη­τᾶ τὸ ὅ­μοι­ό της κι ἕ­να ὕ­φος πού, ὅ­πως ὁ ἴ­διος θὰ ἔ­γρα­φε, «ἔ­χει τὸ χά­ρι­σμα νὰ μὴ ζεῖ τὴν κοι­νο­το­πί­α».

Καὶ τί δὲν ἀ­να­σύ­ρει ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς σπά­νι­ες σε­λί­δες; Κο­φτά, προ­κλη­τι­κὰ ἀ­ξι­ώ­μα­τα, με­γα­λό­φω­να ἐγ­κώ­μι­α, σκω­πτι­κὲς ἀ­πο­φάν­σεις, βα­ρει­ὲς κα­τα­δί­κες. Ἀ­πὸ τὸν φα­κὸ τοῦ Νη­σι­ώ­τη περ­νοῦν τραν­τα­χτὰ ὀ­νό­μα­τα τῆς ἐ­πο­χῆς καὶ κάμ­πο­σα ἄλ­λα ποὺ ἔ­μελ­λε νὰ συ­ζη­τη­θοῦν πο­λὺ τὰ ἑ­πό­με­να χρό­νι­α. Ὁ Στέ­λιος Ράμ­φος λ.χ.:

«Κω­μω­δὸς καὶ μάρ­τυ­ρας –ἀ­βρό­χοις πο­σί–, ὁ Ράμ­φος κα­τά­φε­ρε καὶ μὲ τὴ συγ­γρα­φι­κὴ πα­ρα­γω­γή του νὰ ἀ­πο­βεῖ κά­τι σὰν Πα­σκὰλ τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἀ­ρι­στε­ρᾶς. Κρά­μα εὐ­φυ­ΐ­ας καὶ ἀ­γο­ραί­ου πνεύ­μα­τος, ἡ σκέ­ψη του χρει­ά­στη­κε νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὸν Μὰρξ στὸν Χρι­στὸ καὶ ἀ­πὸ τὸ Κόμ­μα στὴν Ἐκ­κλη­σία γιὰ νὰ ἐ­πα­λη­θεύ­σει τὸ ἀ­σί­γα­στο πά­θος της γιὰ τὸν δογ­μα­τι­σμὸ καὶ τὴν τυ­ραν­νι­κὴ λα­τρεί­α τοῦ αὐ­το­νό­η­του».

Ὁ Πα­να­γι­ώ­της Κον­δύ­λης:

«ἱ­στο­ρι­κὸς τῆς φι­λο­σο­φί­ας μὲ τὴν καλ­λί­στη ἔν­νοι­α τοῦ ὅ­ρου. Γνώ­στης τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν γλωσ­σῶν –ζω­σῶν καὶ τε­θνε­ω­σῶν–, γνώ­στης ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ δυ­τι­κοῦ φι­λο­σο­φι­κοῦ ἀρ­χεί­ου, με­λε­τη­τὴς ἀ­πὸ πρό­γραμ­μα καὶ στο­χα­στὴς ἀ­πὸ φύ­ση».

Ὁ Κώ­στας Ζου­ρά­ρις:

«τέ­τοιο ἀ­να­κά­τω­μα ἀ­γο­ραί­ας ρη­το­ρεί­ας, λο­γι­ο­πα­θοῦς λε­ξι­μαρ­γί­ας καὶ θε­ω­ρη­τι­κῆς ἀ­συ­ναρ­τη­σί­ας εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ συ­ναν­τή­σει κα­νείς». (περισσότερα…)

Η ελληνική σεστίνα

*

Εισαγωγή και Καταγραφή
ΣΤΑΘΗΣ Α. ΚΙΣΣΑΜΙΤΗΣ

H σεστίνα είναι η πιο ιδιότυπη ίσως μορφή της ευρωπαϊκής ποίησης. Η επινόηση του είδους αποδίδεται στον Arnaut Daniel, Προβηγκιανό τροβαδούρο του 12ου αιώνα, αν και έχει υποστηριχθεί πως ο Ντανιέλ ανανέωσε απλώς μια ήδη προϋπάρχουσα φόρμα. Με τους επιγόνους του, κυρίως Ιταλούς μεταξύ των οποίων ο Δάντης και ο Πετράρχης, παγιώθηκε η κλασσική μορφή της σεστίνας όπως την γνωρίζουμε σήμερα. Από την Ιταλία το είδος εισήχθη σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία και η Αγγλία, τον 16ο αιώνα. Τον ίδιο αιώνα εμφανίζονται και οι πρώτες σεστίνες στα ελληνικά, στις κυπριακές Ρίμες αγάπης. Τον 20ό αιώνα το είδος θα τραβήξει την προσοχή διάσημων ποιητών όπως ο Ezra Pound, ο T. S. Eliot και ο W. H. Auden, που θα το μεταχειριστούν με μεγάλη κάποτε ελευθεριότητα.

Στο θεμέλιό της η σεστίνα έχει την πυθαγόρεια-πλατωνική αριθμοσοφία: μαθηματικά και ποίηση εδώ συμπίπτουν στην Ιδέα της μορφής, της ιδεατής ευμορφίας του παντός. Βέβαια, για τους περισσότερους ποιητές το κίνητρο να ασχοληθούν με το είδος είναι η πρόκληση, η πρακτική δυσκολία της φόρμας. Όπως με τους αυτοσχεδιασμούς του Παγκανίνι, κάθε βιολιστής θέλει να δει αν μπορεί να αντεπεξέλθει.

Στην Ελλάδα –πλην σπάνιων εξαιρέσεων, πρωτίστως μεταφρασμάτων– σεστίνες θα ξαναγραφούν καθώς φαίνεται μόλις τη δεκαετία του 1990 κ.ε. από ποιητές όπως ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο Γιώργος Κοροπούλης και ο Γιώργος Κεντρωτής. Η παρούσα καταγραφή περιλαμβάνει τις περισσότερες γνωστές στον γράφοντα ελληνικές σεστίνες, πρωτότυπες ή μεταγλωττισμένες. Σε μια πρώτη της μορφή παρουσιάστηκε προ δεκαετίας στη διαδικτυακή ανθολογία Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό. Ευχαριστίες για τη βοήθειά τους οφείλω στον αείμνηστο Δημήτρη Αρμάο και τους κ.κ. Γιώργο Κεντρωτή και Ηλία Μαλεβίτη.

~.~

Η σεστίνα στην τυπική της μορφή αποτελείται από έξι εξάστιχες στροφές ανομοιοκατάληκτες που ακολουθούνται από μία τρίστιχη, γνωστή ως envoi ή tornada. Στην πρώτη της μορφή, όπως παρουσιάστηκε από τον Ντανιέλ, η σεστίνα είχε τους στίχους των στροφών της δεκασύλλαβους, εκτός από τον πρώτο κάθε στροφής, ο οποίος αποτελείτο από επτά συλλαβές. Ωστόσο κατά την μετέπειτα καλλιέργεια του είδους ο αριθμός των συλλαβών και το μέτρο των στίχων ποικίλλουν. Από τις άλλες παραλλαγές, αναφέρουμε εδώ την πετραρχική διπλή σεστίνα, και τις σεστίνες που είναι γραμμένες σε ελεύθερο στίχο.

(περισσότερα…)

Κτήρια-σκουπίδια

*
Κι όμως αγάπησα κάποτε τη λεωφόρο Συγγρού
το διπλό λίκνισμα του μεγάλου δρόμου
που μας άφηνε θαματουργά στη θάλασσα
την παντοτινή για να μας πλύνει από τις αμαρτίες
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Κυκλώπεια τείχη που μάδησαν, στάδια και αμφιθέατρα γυμνά, μεσαιωνικές καστροπόλεις τώρα πια ανυπεράσπιστες, εγκαταλειμμένα χωριά, γονατισμένα αγροτόσπιτα και αρχοντικά…

Όλη η Ελλάδα είναι γεμάτη ερείπια. Παντού, απ’ τον βορρά ώς τον νότο κι απ’ τα διάσελα των βουνών ώς τις νησιώτικες ακρογιαλιές, όπου κι αν δεις, ένας απέραντος ερειπιώνας σού χαϊδεύει το βλέμμα. Γιατί είναι απαλά αυτά τα ρημάδια, γύρω το χώμα τα χωνεύει γλυκά, δεν αφήνουν πληγές στο τοπίο, κάνουν τον κύκλο τους, κάποτε πάμπολλους αιώνες μακρύ, και μαραίνονται μέσα στον χρόνο όπως ορθώθηκαν, σαν περήφανα άνθη της πέτρας.

«Κτήρια που όταν γερνούν να μη μοιάζουν σκουπίδια». Έτσι περιέγραφε το αρχιτεκτονικό του ιδεώδες ο πρόωρα χαμένος Κυριάκος Κρόκος. Ιδεώδες όμως γιατί; Μήπως έτσι δεν έχτιζαν χιλιετίες ολόκληρες; Όχι πια. Αυτό το ώς χθες ακόμη κατορθωμένο και αυτονόητο, το έκανε άπιαστο κι ιδεατό η μοντέρνα ζωή, το πνεύμα του σπάταλου εντυπωσιασμού και της χρησιμοθηρικής μυωπίας που εμπνέει κάθε σχεδόν μανιφέστο της νεώτερης αρχιτεκτονικής.

Σκεφτείτε το Μουσείο της Ακρόπολης. Αναλογιστείτε το προς στιγμήν παρατημένο, ερειπωμένο, βουβό. Με τι θα ’μοιαζε αν όχι με γιγάντιο σκουπίδι παρκαρισμένο εκεί δίπλα στον Βράχο; (Τάνκερ δεμένο στην ποδιά του Παρθενώνα έχει αποκαλέσει ο Πάνος Θεοδωρίδης αυτό το κτίσμα που με την αναιδή προτεταμένη γλώσσα του εξώστη του ειρωνεύεται κάθε αττική αρμονία).

Τι άλλο παρά σκουπίδια, αφημένα στην τύχη τους, είναι ήδη σήμερα, τώρα, τα διατηρητέα, τρομάρα μας, προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, αθηναϊκά παραδείγματα του λαμπρού τάχατες Bauhaus, στην πραγματικότητα σκύβαλα παραταγμένα στη σειρά σαν φαντάροι σε πρώσσικο στρατώνα. (περισσότερα…)

Θρύλοι μιας άλλοτε ζωής

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 02:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Γεώργιος Σεφεριάδης και Μαρία Καλογεροπούλου, θρύλοι μιας άλλοτε ζωής. Λονδίνο, Royal Albert Hall, 27 Φεβρουαρίου 1962.* Ο πρώτος υπηρετούσε τους τελευταίους μήνες της πρεσβευτικής θητείας του στην αγγλική πρωτεύουσα, η δεύτερη έχει έρθει για μια εμφάνιση στο φημισμένο συναυλιακό θέατρο. Τη συνάντησή τους μετά την παράσταση, ο ποιητής δεν τη μνημονεύει στις Μέρες, ίσως δεν ειπώθηκε και τίποτε αξιομνημόνευτο αναμεταξύ τους. «Τραγούδησε, μικρή Αφροδίτη, τραγούδησε…»

(Σημειώσεις, ίσως, για ένα ποίημα.)

*Για την ακριβή χρονολόγηση της φωτογραφίας, ευχαριστώ τον Αλέξανδρο Δαμίγο.

~.~

Η αδιάλειπτη ακτινοβολία του Κωστή Παλαμά (σαν σήμερα πέθανε, στις 27.2.1943) για κάποιο δυσπροσδιόριστο λόγο φαίνεται να ενοχλεί κάμποσους στο ποιητικό μας σινάφι.
«Ποιοι διαβάζουν σήμερα Παλαμά;» ρωτούν και ξαναρωτούν. Στο ερώτημα αυτό προσωπικά έχω επανειλημμένα απαντήσει, αλλά δεν πειράζει, επανάληψις μήτηρ μαθήσεως. Ας (ξανα)δούμε λίγο τα νούμερα.

Η ανθολογία Κασίνη βγήκε τον Δεκέμβρη του 2004. Ώς το 2011 είχαν κυκλοφορήσει άλλες έξι ανατυπώσεις της (έχω την 7η εκτύπωση) και ακολούθησαν κι άλλες (ώς το 2017 τουλάχιστον, κατά τα αναγραφόμενα στην ιστοσελίδα του Πατάκη). Η κλασσική ανθολογία Κατσίμπαλη-Καραντώνη (πρώτη έκδοση 1973), μόνο από το 1994 και εντεύθεν έχει ανατυπωθεί τουλάχιστον 10 φορές από την Εστία. Η ίδια ανθολογία (σε επιτομή) κυκλοφόρησε το 2014 από την Καθημερινή – οι προσφορές της εφημερίδας συνήθως τυπώνονται σε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα.

Σε αυτές πρέπει να προστεθούν: η Ανθολογία Λάγιου (Ερμής, 2001), η Ανθολογία του Κ. Χατζηαντωνίου (Κέδρος, 2018), οι έντεκα τόμοι των παλαμικών ποιημάτων στη σειρά των νέων Απάντων (Ίδρυμα Παλαμά, 2018-2021), η ερωτική ανθολογία Βουτουρή (Μελάνι, 2018), τουλάχιστον άλλες δύο ανθολογίες (ΑΛΔΕ 2017, Ενάλιος 2013) και καμιά 15αριά νέες εκδόσεις μεμονωμένων συλλογών του ποιητή.

Τα Σατιρικά γυμνάσματα και μόνον κυκλοφόρησαν σε 2 (εξαντλητικά σχολιασμένες!) εκδόσεις την τελευταία δεκαετία (Μερακλή και Κοκόλη), ο Δωδεκάλογος κυκλοφόρησε σε 5 διαφορετικές αυτοτελείς νέες εκδόσεις μετά το 2014, κ.ο.κ., κ.ο.κ. Ιδίως μετά την απελευθέρωση των δικαιωμάτων του έργου του το 2013, ο Παλαμάς ζει κανονική εκδοτική αναγέννηση: κοντά 50 διαφορετικές εκδόσεις μετράει η Βιβλιονέτ, σχεδόν 5 νέες τον χρόνο, χώρια οι ανατυπώσεις! Για πόσους άλλους Έλληνες συγγραφείς μπορούμε να πούμε κάτι παρόμοιο;

Ώστε ότι διαβάζουν σήμερα κάποιοι (πολλοί!) τον Παλαμά είναι εντελώς αδιαμφισβήτητο. Το μεγάλο ενδιαφέρον για το έργο του το δείχνουν άλλωστε και οι νέες μελοποιήσεις, οι κριτικές μελέτες, οι σκηνικές παραστάσεις, τα επιστημονικά συνέδρια, οι νέες μεταφράσεις.

Εξίσου αδιαμφισβήτητο είναι όμως και το γεγονός ότι η πλειονότητα των σημερινών ποιητών τον Παλαμά ΔΕΝ τον διαβάζει. (Τονίζω το «πλειονότητα», αρκετοί και διαρκώς αυξανόμενοι είναι τα τελευταία χρόνια οι ποιητές μας, ιδίως οι νεώτεροι, που εμπράκτως έχουν δείξει το ενδιαφέρον τους γι’ αυτόν). Στην ουσία έχουμε να κάνουμε με δύο διακριτούς κόσμους.

Μήπως να αναδιατυπώναμε τότε το ερώτημα; Αυτούς τους πρώτους, τους ποιητές που ΔΕΝ διαβάζουν Παλαμά, ποιοί τους διαβάζουν σήμερα; Τι σημασία έχει τέλος πάντων, ποιον μπορεί να αφορά η όποια γνώμη τους;

~.~ (περισσότερα…)

«Κάθε γλώσσα είναι κι ένα διαφορετικό κοίταγμα του κόσμου»: Μια άγνωστη συνέντευξη του Νίκου Σκουτερόπουλου

Τη συνέντευξη αυτή ο Νίκος Μ. Σκουτερόπουλος (1938-2024) μου την παραχώρησε το 2009 ή το 2010, δεν θυμάμαι ακριβώς, όταν εκείνος εργαζόταν πάνω στη μετάφρασή του της θουκυδίδειας Ξυγγραφής, και εμείς, μια παρέα φίλων συγγραφέων μεταξύ των οποίων ο Δημήτρης Αρμάος, ο Ηρακλής Λογοθέτης και ο Αντώνης Ζέρβας, σχεδιάζαμε την έκδοση ενός νέου λογοτεχνικού περιοδικού. Επρόκειτο να περιληφθεί στο πρώτο τεύχος, που ευελπιστούσαμε τότε ότι δεν θα αργήσει. Το σχέδιο τελικά δεν προχώρησε και η συνομιλία μας, αποτυπωμένη χειρογράφως, παρέμεινε αδημοσίευτη. Την αναρτώ σήμερα στη μνήμη του σοφού και παθιασμένου μας δασκάλου. — Κώστας Κουτσουρέλης

— Έχετε μεταφράσει, μεταξύ άλλων πολλών, Πλάτωνα. Την Πολιτεία, πρωτίστως. Και νά που τώρα στρέφεστε στον Θουκυδίδη, έναν συγγραφέα αντιπλατωνικό, όπως τον είπαν, έναν «μαθητή των σοφιστών».

Κοιτάξτε, ο Πλάτων είναι φιλόσοφος και πηγαίνει κατά το χάρτη, ο Θουκυδίδης είναι πρωτίστως ιστορικός και πηγαίνει κατά το έδαφος· εδώ ριζώνουν οι μεγάλες διαφορές ανάμεσα στους δύο. Βέβαια ο χαρακτηρισμός της «αντιπλατωνικότητας» μας παραπέμπει σε σχέσεις του Πλάτωνα με τον Θουκυδίδη, ο οποίος ήταν αρκετά παλαιότερος και μάλλον δεν γνώριζε τον Πλάτωνα, ενώ δεν ξέρουμε επίσης αν ο Πλάτων γνώριζε ή είχε προσέξει το έργο του Θουκυδίδη· και αν κάτι στον Πλάτωνα μας φαίνεται ως αντίδραση στον Θουκυδίδη, πάλι δεν μπορούμε να ξέρουμε αν πραγματικά είναι κάτι τέτοιο κι όχι αντίδραση σε διανοήματα άλλου συγγραφέα της εποχής. Όσο τώρα για τη δική μου απόπειρα να μεταφράσω τον Θουκυδίδη, ήδη από τα χρόνια του Πανεπιστημίου αυτό το κείμενο είχε μιλήσει βαθιά μέσα μου και από τότε πάντοτε ήθελα να το μεταφράσω, αλλά το ανέβαλα συνεχώς «για αργότερα», ώσπου πριν από πέντε χρόνια ήλθε τελικά το πλήρωμα του χρόνου και το ξεκίνησα.

— Μεταφράσεις του Θουκυδίδη στα σύγχρονα ελληνικά υπάρχουν αρκετές. Πού νομίζετε ότι συγκλίνει και πού ότι αποκλίνει η δική σας εργασία;

Καλύτερη νεοελληνική μετάφραση του Θουκυδίδη είναι η παλιά καθαρευουσιάνικη του Ελευθερίου Βενιζέλου· από τις μεταφράσεις στη δημοτική ξεχωρίζει κατά τη γνώμη μου η μετάφραση του Α. Γεωργοπαπαδάκου. Εγώ προσπάθησα να μεταφέρω στη γλώσσα μας με ακρίβεια και σαφήνεια τα νοήματα του πρωτοτύπου και να περισώσω κάτι από την εκπληκτική πυκνότητα και λιτότητα των διατυπώσεων του Θουκυδίδη, στις οποίες δεν λείπει τίποτα και δεν περισσεύει τίποτα· επίσης να αποφύγω γλωσσικές ακρότητες που υπάρχουν πολλές στις περισσότερες νεοελληνικές μεταφράσεις του. Πρέπει ακόμη να σας πω ότι θα υπάρχουν πολλές υποσημειώσεις που θα ζωντανεύουν το κείμενο και θα το φέρνουν πολύ κοντά στον σύγχρονο αναγνώστη. Ως προς αυτό το τελευταίο, η δική μου εργασία αποκλίνει από όλες τις προηγούμενες.

*

(περισσότερα…)

Αναλογισμοί για την παρούσα κατάσταση του κόσμου

*

Ι

Τόσα και τόσα εκπληκτικά έχουν χαθεί
που για τα πλήθη θαύματα φαντάζαν
αλώβητα απ’ τους κύκλους της σελήνης
που τα κοινά και τα μικρά σκορπούν. Νά εκεί
μες σε μαρμάρινα και χάλκινα στολίδια
στεκόταν ένα ξόανο απ’ αρχαία ελιά,
πια η ελεφάντινη θεά πάει του Φειδία,
παν και τα ολόχρυσά τζιτζίκια στα μαλλιά.

Νέοι παιχνίδια είχαμε ωραία κι εμείς·
αρχές αδιάφορες για εγκώμια και ψόγους,
ρεγάλα κι απειλές· ζέση ικανή να λειώσει
σαν ήλιος το κερί κάθε αδικία της γης·
λέγαμε η γνώμη η κοινή θέλει καιρό
για να μας κρίνει, όμως θα ωριμάσει.
Τι ιδέα λαμπρή η ιδέα μας πως πια έχουν λείψει
μπράβοι, κακούργοι και ζαβοί απ’ τον κόσμο αυτό.

Ξεδοντιασμένοι ξαφνικά, γυμνοί διαμιάς
κι όλη η φριχτή στρατιά τους για το θεαθήναι·
τι κι αν υνιά δεν γίναν τα κανόνια ώς τώρα;
δεν βλάπτει, πίστευαν βουλή και βασιλιάς,
λίγο μπαρούτι πού και πού, χαρά στο πράμα,
για να ξεσκάν κι οι καημένοι οι σαλπιγκτές.
Μα και των ίππων της φρουράς μπορεί έτσι κάπως
να ξεμουδιάσουνε οι νυσταλέες οπλές.

Τώρα τις μέρες μας δράκοι τις κατοικούν,
διαρκώς στον ύπνο μας καλπάζουν εφιάλτες:
μες στο μεθύσι του μια μάνα ένας στρατιώτης
σφάζει στην πόρτα της και δεν τον ενοχλούν·
ιδρώνει η νύχτα από τον τρόμο όσο και πριν,
προτού συλλάβουμε την υψηλή θεωρία
περί ειρήνης που εφεξής το παν θα διέπει,
σαν τις νυφίτσες μες στον λάκκο ούτως ειπείν.

Αυτός που βλέπει τα σημάδια και τυφλά
στην ημιπλάνη δεν βουτά μιας κούφιας νάρκης·
αυτός που ξέρει ότι απ’ τα έργα μας κανένα
δεν διαρκεί, όση προσπάθεια και δουλειά,
όσα λεφτά κι υγείες κι αν χαραμιστούν,
αφού καμιά τιμή ή μνημείο δεν αντέχει,
παρηγοριά έχει μια μονάχα: οι θρίαμβοι όλοι
στης μοναξιάς το φάσμα πάνω ναυαγούν.

Κι ωστόσο, την παρηγοριά πού να τη βρεις;
Ερωτευόμαστε εκείνο που πεθαίνει,
τι άλλο να ειπωθεί; Στη χώρα αυτή μια μέρα,
το ’χεις κι εσύ σκεφτεί κι ας μην τ’ ομολογείς,
φανατισμένα χέρια, χέρια εμπρηστικά
στη ρημαγμένη Ακρόπολη φωτιά θ’ ανάψουν,
την ελεφάντινη θεά θα κομματιάσουν,
θα ξεπουλήσουν τα τζιτζίκια τα χρυσά. (περισσότερα…)

Γιατί υπάρχει ζωή;

*

Από τα τρία Μεγάλα Ερωτήματαγιατί υπάρχει κόσμος; γιατί υπάρχει ζωή; γιατί υπάρχει συνείδηση;») μόνο το δεύτερο είναι πράγματι ενδιαφέρον. Το πρώτο («γιατί υπάρχει κόσμος;») δεν επιδέχεται απάντηση συμβατή με τις νοητικές μας δυνατότητες. Είτε ο κόσμος είναι κτιστός είτε άκτιστος, είτε γεννιέται από ένα Πρώτο Κινούν είτε από τους κόλπους του Μηδενός, στην ουσία κάθε απόκριση μας είναι ασύλληπτη – καταπώς η έννοια του θεού· η κοσμολογία καταλήγει αδήριτα στην θεολογία.

Το τρίτο ερώτημα («γιατί υπάρχει συνείδηση;») είναι το πιο εύκολα απαντήσιμο. Όπως δείχνει η επικράτηση του homo sapiens sapiens στον πλανήτη, υπό ορισμένες συνθήκες η συνείδηση είναι ασφαλώς εξελικτικό πλεονέκτημα – βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον, αυτά τα 200.000 χρόνια που υπάρχουμε εμείς, οι άμεσοι πρόδρομοι και οι κοντινότεροι συγγενείς μας. Όπως ακριβώς τα δυνατά νύχια στους δεινοσαύρους ή το ασπόνδυλο σώμα στους τριλοβίτες (είδη που κυριάρχησαν για διάστημα ασύγκριτα μεγαλύτερο απ’ ό,τι ώς σήμερα ο άνθρωπος). Ότι από τα ένα ώς τέσσερα δισεκατομμύρια έμβια είδη που έζησαν στην γη, ή απ’ τα εκατομμύρια που ενδεχομένως ζουν σήμερα, ο άνθρωπος φαίνεται να είναι το μόνο είδος που ανέπτυξε συνείδηση, μοιάζει να ευνοεί μιαν εξήγηση βασισμένη στην «ανθρωπική αρχή», την μοναδικότητα του ανθρώπου δηλαδή. Όμως είναι στο πλαίσιο της στατιστικής πιθανότητας. Αν μάλιστα το είδος μας με την συμπεριφορά του οδηγεί στην μαζική εξάλειψη του εαυτού του και γενικά της ζωής στον πλανήτη, όπως λένε οι βιολόγοι (ανθρωπόκαινο, έκτη μαζική εξάλειψη…), έχουμε ίσως μιαν απάντηση και στο ερώτημα γιατί δεν έχουμε ανακαλύψει κάποια άλλη νοήμονα ζωή στο σύμπαν: η συνείδηση είναι βιολογικό γνώρισμα αυτοκαταστροφικό. (Οι ποιητές, βέβαια, έχουν φτάσει στο ίδιο συμπέρασμα πολύ νωρίτερα.)

Το μόνο ερώτημα που μένει συνεπώς σημαντικό και επείγον είναι το μεσαίο: γιατί υπάρχει ζωή; Γιατί ο Κόσμος (ή τα συνώνυμά του: ο Θεός, ο Χρόνος, η Ενέργεια, η Ύλη, το κοσμογόνο Μηδέν) δεν αρκούνται στην φαντασμαγορία των ήλιων και των αστερισμών, στα περιδινούμενα πάλσαρ και ηλεκτρόνια, στους αέριους ή βραχώδεις πλανήτες, στην αλφαβήτα των χημικών στοιχείων, στις λάβες των ηφαιστείων και στους πάγους των κομητών, στην παγχρωμία του φωτός και στην τυφλότητα του διαστημικού σκότους, γιατί δεν επαναπαύονται στην άτρωτη αιωνιότητα των ακτινοβολιών και των εσχάτων σωματιδίων; (περισσότερα…)

Προς τη Βηθλεέμ

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 12:23
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Υπάρχει θέμα δημοφιλέστερο αυτή την εποχή στη λογοτεχνία, στο σινεμά, στην τηλεόραση, στα ΜΜΕ, στην ιστοριογραφία, στις εκθέσεις κινδύνου των ειδημόνων, στις προγνώσεις της μπόρσας, στις αναλύσεις του πλανητικού ισοζυγίου ισχύος, στις προβολές των ειδημόνων του Μέλλοντος, από τη Συντέλεια του Κόσμου;

Οι κατακλυσμοί, οι λοιμοί, οι Αρμαγεδδώνες, οι Αποκαλύψεις, οι Doomsdays, ο μύχιος τρόμος εμπρός στα κραχ και τις καταρρεύσεις του πολιτισμού είναι βέβαια μοτίβο πανάρχαιο, σιόκαιρο της αυτεπίγνωσης του ανθρώπου: τα πάντα ρει, όλα θα τα ξεπλύνει το ποτάμι του χρόνου.

Όμως η έκρηξη τον τελευταίο καιρό, ειδικά την τελευταία 15ετία, είναι απαραγνώριστη. Η αλυσίδα των μεγακρίσεων (τραπεζικές και χρηματιστηριακές λοβιτούρες, νομισματικοί κλυδωνισμοί και κρατικές χρεοκοπίες, μεταναστευτικοί καταρράκτες και τρομοκρατικά κύματα, εσωτερικοί διχασμοί και ταυτοτικές συρράξεις, η δήωση της φύσης, οι πρωτόφαντες επιδημίες, οι νέοι θρησκευτικοί και ιδεολογικοί ζηλωτισμοί, οι αλλεπάλληλοι πόλεμοι), όλα αυτά έχουν, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, ενσταλλάξει, στην πλειονότητα ίσως, την υποψία του αναπόφευκτου: ο τρόπος ζωής που ακολουθούμε δεν είναι βιώσιμος, βρισκόμαστε σε ιστορικό σταυροδρόμι.

Έναν αιώνα πρωτύτερα, οι άνθρωποι είχαν την ίδια προαίσθηση. Ο Γέητς γράφοντας τη «Δευτέρα Παρουσία» του το 1919 (κάπου διάβασα ότι πρόκειται για το συχνότερα παρατιθέμενο κείμενο της αγγλόφωνης λογοτεχνίας), είχε πίσω του έναν Παγκόσμιο Πόλεμο, imperia ολόκληρα που διαλύθηκαν, την πανδημία της ισπανικής γρίπης. Έναν κόσμο δίχως κέντρο. Και, πολύ ορθά, ψυχανεμιζόταν τη συνέχεια που ο ίδιος δεν πρόλαβε (πέθανε στα 1939): τον επόμενο, τρισχειρότερο, Παγκόσμιο Πόλεμο, τα στρατόπεδα του βιομηχανικού θανάτου, την ατομική βόμβα, το σάρωμα και των υπόλοιπων ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών, τους ποικιλώνυμους ολοκληρωτισμούς.

Αναδρομικά, οι δεκαετίες της μεταπολεμικής ειρήνης και ευημερίας φαντάζουν περισσότερο όχι ως υπέρβαση αλλά ως περίσπαση πρόσκαιρη από τον ανήλεο νόμο της Ανάγκης, ως ιντερμέδιο παραπλανητικό, όπως η απατηλή νηνεμία πριν τη θύελλα. Ο κόσμος μετά το 1945 δεν έλυσε κανένα από τα κρίσιμα ζητήματα που γέννησαν οι Νέοι Χρόνοι και οι μεγάλοι συγγραφείς του Μεσοπολέμου απαράμιλλα περιέγραψαν. Μόλις σήμερα μάλιστα τα αντιμετωπίζουμε στην πραγματική τους έκταση. De te fabula narratur επομένως. Ο Ιρλανδός μιλάει για σένα, αδελφέ αναγνώστη. (περισσότερα…)

Το ΝΠ σας εύχεται Καλά Χριστούγεννα με ένα ποίημα του William Blake

*

~.~

*

Μικρός, δικός μας, απολογισμός για τη χρονιά που φεύγει

*

Ήταν καλή χρονιά αυτή που φεύγει για το ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ. Υποδεχτήκαμε νέους συνεργάτες και εγκαινιάσαμε καινούργιες και πρωτότυπες στήλες, όπως εκείνην για τη σύζευξη φωτογραφίας και λογοτεχνίας (με τον Ηλία Κεφάλα) και για τη βυζαντινή επιγραφική (με τον Γιώργο Πάλλη). Αυτές ήρθαν να προστεθούν σε άλλες παρόμοιες «raretés», για τα μέτρα του λογοτεχνικού μας τύπου πάντα, προπάντων στην ανθολογία της μεσαιωνικής ελληνικής ποίησης, που επιμελείται ο Ηλίας Μαλεβίτης, και στο florilegium της λατινικής και λατινογενούς γραμματείας, που την φροντίδα του έχει ο Φώτης Παπαγεωργίου. Οι δύο τελευταίες έχουν, νομίζω, ήδη εντυπωσιακή πορεία πίσω τους ποιοτικά, του Ηλία και ποσοτικά.

Στις «Σκυτάλες» ξεκινήσαμε να αναρτούμε τμηματικά δύο ολόκληρα πεζογραφικά βιβλία, του Δημήτρη Σολδάτου και του Δημήτρη Καρακίτσου αντίστοιχα, ενώ στη σχολιογραφία υποδεχτήκαμε πρόσφατα τα «Πρόσκαιρα» του Γιάννη Ταχόπουλου και στην κινηματογραφική κριτική την στήλη «Η ζωή παραμένει σινεμά»,  την επιμέλεια της οποίας έχει ο Βασίλης Πατσογιάννης. Αύριο, 23.12., ξεκινά η νέα δοκιμιογραφική στήλη του Ηρακλή Λογοθέτη. Τίτλος της: «Κλασσικά αποσιωπημένα».

Όπως συνέβη με όλα τα σημαδιακά συμβάντα των τελευταίων ετών (μεταναστευτικό, πανδημία, ρωσσοουκρανικά), το 2023 φιλοξενήσαμε στο ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ  πλήθος κειμένων που φωτίζουν από πολλές πλευρές (πολιτικά, ιστορικά, λογοτεχνικά) την αιματηρή αραβοϊσραηλινή σύγκρουση. Ειδικά στην συγκλονιστική εποχή που ζούμε, η ιδέα ότι τα γράμματα και οι τέχνες μπορούν να συνεχίζουν απερίσπαστα τον δρόμο τους, σνομπάροντας τη λάσπη της επικαιρότητας, φαντάζει όλο και πιο παράλογη. Ένα λογοτεχνικό περιοδικό που δεν είναι συγχρόνως και περιοδικό πολιτικό, με την ευρύτατη έννοια της λέξης, ούτε καν λογοτεχνικό δεν μπορεί να είναι.

Θυμίζω ακόμα το αφιέρωμα στα 80 χρόνια από τη γέννηση του Παναγιώτη Κονδύλη που κράτησε όλη τη χρονιά και θα περάσει και στην επόμενη. Επίσης, το 7ο έντυπο τεύχος μας το αφιερωμένο στον Έζρα Πάουντ που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι. Και βεβαίως, τις Νύχτες του Ιουλίου που για έβδομη συναπτή χρονιά συνδιοργανώσαμε στα Χανιά από κοινού με το Θέατρο Κυδωνία, με πλούσιο όπως πάντοτε πρόγραμμα και θερμή ανταπόκριση από το κοινό.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~.~

*