Γιώργος Μπλάνας, Σωκράτους απολογία

Γιώργος Μπλάνας (17.07.1959 – 18.02.2024)
///

ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΑΠΟΛΟΓΙΑ

Δεν ξέρω αν σας έπεισαν τα λόγια τους,
εγώ όμως παραλίγο να ξεχάσω ποιος είμαι και τι θέλω εδώ.
Η αλήθεια είναι πως μαγείρεψαν σωστά τις λέξεις, τις προτάσεις τους,
και θα μπορούσα να μείνω απόλυτα ικανοποιημένος
από το αποτέλεσμα, αν το ψέμα δεν ήταν πάντα κάπως δυσκολοχώνευτο
—ιδίως όταν συνοδεύεται από κάποια υπερβολή στην μουσικότητα.
Εν πάση περιπτώσει, έχω γερό στομάχι. Κι έτσι πρέπει.
Αν ξερνούσα εδώ μπροστά σας την βλακεία τους,
θα ήταν οπωσδήποτε χαμένοι. Προχωρώ,
λοιπόν, και παραδέχομαι πως είπαν μία τουλάχιστον αλήθεια:
τα πάω πολύ καλύτερα απ’ αυτούς με την μαγειρική των λέξεων, γι’ αυτό
πανικοβλήθηκαν, και τώρα ακόμη ιδρώνουν πάνω απ’ τα τζετζερέδια τους,
θαρρώντας πως είναι στο έλεος μου. Μεταξύ μας, δεν έχουν άδικο. (περισσότερα…)

Μαύρος θάνατος

*

στον Κώστα Κουτσουρέλη,
«ταριχευτή» της Ευρώπης
«Εγώ, ο πολύς ταξιδευτής των γαλανών εκτάσεων,
κατάβαθά μου λαχταρώ τη γηραιάν Ευρώπη»
ΑΡ. ΡΕΜΠΩ (μτφρ. Αλ. Μπάρας)

Ευρώπη μου, προσέρχομαι σιγά,
τον άταφο νεκρό μη μαγαρίσω.
Περάσαν οι χρονιές που ένα σου «ja»
αρκούσε τους καιρούς ν’ αναρριγά
– του Τρίτου Κόσμου πια κρατάς το ίσο.

Ευρώπη μου, πανούκλα δολερή
μου λεν πως έχει επάνω σου ενσκήψει
και κάθε σου αξία σταθερή,
στο φόβο μη σου σβήσει το κερί,
ξηλώνεται χωρίς καμία τύψη.

Ευρώπη μου, βαρκάδα στο κενό,
πώς χάνεσαι πνιγμένη στην πανώλη!
Κι ας πρόστρεξαν κοντά σου με κανό,
αντίκρυσαν τον βασιλιά γυμνό
– δε θα σ’ το πουν, αλλά το ξέρουν όλοι. (περισσότερα…)

Τέρπειν ἅμα καὶ διδάσκειν

*

τοῦ ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Πολλοὶ μέμφονται σήμερα τὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα ἐπειδὴ καταναγκάζει, λέει, τοὺς μαθητὲς στὸ παπαγάλισμα μιᾶς ἄχαρης καὶ ξηρῆς, ὅπως ὑποστηρίζουν, διδακτικῆς ὕλης. Καὶ ζητοῦν νὰ καρυκεύσουν τὶς μεθόδους του μὲ νέες, ποὺ νὰ περιλαμβάνουν τὴν τέρψη. Γιὰ νέα παιδαγωγία, συμμετοχική, μαθητοκεντρικὴ μάλιστα, εἶναι ὁ λόγος. Οἱ δὲ διδάσκοντες προτρέπονται νὰ ζητοῦν ἀνυπερθέτως τὴ γνώμη τῶν διδασκομένων, μεταξὺ ἄλλων μὲ ἐρωτήματα τοῦ τύπου:

«Τί σοῦ ἀρέσει νὰ κάνεις στὸ σχολεῖο; Τί ἄλλο θὰ σοῦ ἄρεσε νὰ κάνεις, ἀλλὰ δὲν τὸ κάνεις; Παίζεις μὲ ὅποιο παιχνίδι θέλεις; Παίζεις μὲ ὅποιο παιδὶ θέλεις; Λὲς τὶς ἀπόψεις σου γι’ αὐτὸ ποὺ θέλεις νὰ γίνεται στὴν τάξη μας; Ἐσὺ καὶ τὰ παιδιὰ τῆς τάξης σου παίρνετε ἀποφάσεις γι’ αὐτὰ ποὺ γίνονται στὸ μάθημα;»

«Τέτοιου εἴδους ἐρωτήσεις», διαβάζουμε στὸ ἴδιο ἐπίσημο κείμενο, ἕναν ὁδηγὸ πρὸς τοὺς δασκάλους τοῦ Δημοτικοῦ ἐγκεκριμένο ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας, «ὑποστηρίζουν ἕνα κλίμα ὅπου τὰ παιδιὰ κατανοοῦν ὅτι οἱ ἀπόψεις τους εἶναι σημαντικές», καὶ συνδιαμορφώνουν μ’ αὐτὲς «μιὰ εὐχάριστη καὶ δημιουργικὴ ἐκπαιδευτικὴ διαδικασία.»

Ὅμως ὅταν πρόκειται γιὰ τὸ «καλλιτεχνικὸ σύστημα», πολλοὶ (συχνὰ καὶ οἱ ἴδιοι) πρεσβεύουν τὸ ἀνάποδο. Ὅσο δύσκολο, ὅσο δυσκατάποτο καὶ στριφνὸ κι ἂν εἶναι τὸ καλλιτέχνημα, ἰσχυρίζονται, ἡ εὐθύνη βαραίνει ὄχι τὸν δημιουργὸ ἀλλὰ τὸν φιλότεχνο. Ἐκεῖνος εἶναι ποὺ ὀφείλει μὲ καιρὸ καὶ μὲ κόπο νὰ μαθητεύσει στὸ ἔργο, καὶ παραιτούμενος ἀπὸ τὴν προσδοκία τῆς ἄμεσης ἀπόλαυσης, νὰ καταστεῖ ἄξιός του.

«Ἄκουσα τὴ Βαλκυρία τοῦ Βάγκνερ», ὁμολογοῦσε ἤδη τὴ δεκαετία τοῦ 1880 ὁ Ἀλεξάντερ Γκλαζοῦνοφ.

«Δὲν κατάλαβα γρί. Δὲν μοῦ ἄρεσε καθόλου. Τὴν ἄκουσα δεύτερη φορά. Πάλι δὲν κατάλαβα τίποτα. Τὴν τρίτη φορά, τὰ ἴδια. Πόσες φορὲς νομίζετε ἄκουσα αὐτὴ τὴν ὄπερα ὥσπου νὰ τὴν καταλάβω; Ἐννιά! Τὴ δέκατη ἐπιτέλους τὰ ἔπιασα ὅλα. Καὶ τότε μοῦ ἄρεσε πολύ.»

Καὶ ὁ ὁμότεχνός του Ἄρνολντ Σαῖνμπεργκ μισὸν αἰῶνα ἀργότερα ὑπερθεμάτιζε.

«Θὰ τὸ ἔχετε ἀσφαλῶς καταλάβει ὅτι δὲν εἶμαι φιλόδοξος καὶ ὅτι δὲν περιμένω ἀπὸ τὸ κοινὸ νὰ κατανοήσει τὴ μουσική μου μὲ τὴν πρώτη κιόλας ἀκρόαση. Θὰ ἤμουν εὐχαριστημένος ἂν μὲ τὴ δέκατη πέμπτη ἀκρόαση ἔπαυε ἁπλῶς νὰ τὴν ἀπεχθάνεται». (περισσότερα…)

Η υποκρισία του ευρωτραμπισμού

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Τα δυο κυρίαρχα χαρακτηριστικά της νέας προεδρίας Τραμπ, που την διαφοροποιούν μέχρι στιγμής από την πρώτη, είναι η επιθετική πολιτική έναντι της Ευρώπης στην βάση ενός συνεκτικού σχεδίου ριζικής αναδόμησης της διατλαντικής σχέσης και η προώθηση ιδεολογικών συμμάχων ανά τον κόσμο, και κυρίως στην Ευρώπη. Και τα δυο αυτά στοιχεία προϋπήρχαν στην λογική του τραμπισμού, τώρα όμως παίρνουν μια πιο καθαρή και οργανωμένη μορφή.

Από την μια μεριά, η επιθετικότητα του Τραμπ έναντι της Ευρώπης ξεπερνάει την εμμονή του με τους δασμούς και την προσωπική του αντιπάθεια για τους παλιούς φίλους του Ομπάμα, όπως η Άγκελα Μέρκελ. Σήμερα η πολιτική των ΗΠΑ στην Ευρώπη φαίνεται να αντανακλά ένα πιο οργανωμένο σχέδιο, πάνω στις βάσεις του τραμπισμού βέβαια αλλά και με στρατηγικά μακρόπνοα χαρακτηριστικά. Αφορά την βίαιη επανεξισορρόπηση της διατλαντικής σχέσης με όρους όχι απλά αυτοκρατορικής εποπτείας των ΗΠΑ αλλά αποικιακής εξάρτησης της Ευρώπης.

Στο σχέδιο του Τραμπ και των δυνάμεων που έχουν συσπειρωθεί τριγύρω του, η Ευρώπη μετατρέπεται σε μόνιμο αγοραστή αμερικανικής ενέργειας (κάτι που ξεκίνησε επί Μπάιντεν με την εξαναγκαστική αποκόλληση της ευρωπαϊκής αγοράς από το ρωσικό αέριο), αλλά και οπλικών συστημάτων. Εκεί αποσκοπεί άλλωστε η εντεινόμενη ρητορεία περί ανάγκης της Ευρώπης να «πληρώνει για την δική της ασφάλεια». Ταυτόχρονα, η εσωτερική αγορά της ΕΕ πρέπει, με αντάλλαγμα την μη-επιβολή καταστροφικών δασμών από τις ΗΠΑ, να απεμπολήσει όλους τους ρυθμιστικούς της κανόνες σε ζητήματα ανταγωνισμού, φορολογίας, προσωπικών δεδομένων και ιδιωτικότητας και να αφήσει τους αμερικανικούς γίγαντες της ψηφιακής τεχνολογίας να κυριαρχήσουν με τους δικούς τους όρους εις βάρος ευρωπαϊκών εταιρειών αλλά και καταναλωτών. Αν και πιθανότατα αυτό βρίσκει ακόμα κάποιες αντιστάσεις στο κατεστημένο των ΗΠΑ, στο μυαλό του Τραμπ η Ευρώπη μάλλον δεν αξίζει να είναι κάτι παρά πάνω από ένα συμπροτεκτοράτο των ΗΠΑ και της Ρωσίας, η οποία έτσι μπορεί να πειστεί να απαρνηθεί την συμμαχία της με την Κίνα. (περισσότερα…)

Πάνος Θεοδωρίδης, Σπαράγματα μεταφράσεων

Νεανική φωτογραφία του συγγραφέα από τη σελίδα του στο fb

~.~

Η θανή του Πάνου Θεοδωρίδη επισπεύδει την κατάθεση αυτής της μικρής ανθοδέσμης από σύντομες μεταφράσεις του βυζαντινών ποιημάτων, μέσα σε κείμενά του, σαν μικρό φόρο τιμής στη μνήμη του. Αρχιτέκτονας, ποιητής, συγγραφέας, ηθοποιός, αρθρογράφος, μπλόγκερ, πολυσχιδής άνθρωπος. Η αγάπη κι η βαθιά γνώση του για το Βυζάντιο και τη λογοτεχνική όσο και την υλική κληρονομιά του υπήρξε παθιασμένη και μεγάλη. Ας αναφέρω μοναχά το πάθος του με τους νερόμυλους και το σενάριο που έγραψε για την ταινία Δοξόμπους, όπου έπαιζε κι ο ίδιος. Ας επιτραπεί κατ’ εξαίρεσιν, σ’ αυτή την μικρή ανθολόγηση να συμπεριλάβουμε, ως κολοφώνα της, ένα άλλο κείμενό του που εκφράζει την αγάπη του για τον Μανουήλ Φιλή.

Πριν δυόμισι χρόνια του είχα ζητήσει να συμπεριλάβω στην Ανθολογία της Βυζαντινής ποίησης ορισμένα σπαράγματα βυζαντινών ποιημάτων αποδοσμένων στη νεοελληνική, που είχε σε ορισμένες αναρτήσεις του στο φέησμπουκ. Ταυτόχρονα τον είχα ρωτήσει και για ένα μικρό κομμάτι που το παρουσίαζε σαν απόσπασμα από τον Μανουήλ Φιλή.

άλλο να βρίσκεσαι γυμνός το θέρος
κι άλλο στου χειμώνα το εξοχικό παραγώνι
παρόμοια άλλο να θλίβεσαι που είσαι θνητός
κι άλλο να θλίβεσαι γιά φίλο πεθαμένο.

Μου απάντησε πως ήταν πλαστό. Κι όμως συλλογίζομαι τώρα πόσο λιτό κι απέριττο, αληθινό, επιτύμβιο επίγραμμα μοιάζει· ταιριαστό και για τη δική του μνήμη. Ας είναι ελαφρύ το χώμα…

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~•~

Ιωάννης Γεωμέτρης, ο και Κυριώτης:

Όλα τα πάντα ανθούν, το αμπέλι παλεύει να γεννήσει
ξεχειλίζει το φρέσκο μέλι από τις κερήθρες […]

/// (περισσότερα…)

Το Μεταλλείο

Πάνος Θεοδωρίδης (1948-14.2.2025)

*
Χρόνια πολλά με απασχολούσε η συγκέντρωση ενός άφθονου, άνισου και ποικίλου έργου, που το αρχειοθετούσα μια στα πέντε χρόνια, το κράτησα ενωμένο ένα διάστημα και κατά καιρούς έχανα από μετακομίσεις κάποια ανέκδοτα κείμενα. Πίστευα ότι δεν τους άξιζε ο όρος Άπαντα, ίδιον ταλαντούχων αυτουργών και επουργών.

Εκείνο το βράδυ, εικοσιέξι ετών, διδάχτηκα ότι τα δικά μου άπαντα έπρεπε να έχουν τίτλο το Μεταλλείο. Χώρος που περιέχει πολύτιμα μέταλλα και σκωρίες, λιθορριπές και αγραμμάδες, αφεντικά και εργάτες, χρήματα και προσφάι, ερπετά και πουλάκια, βουνό και θάλασσα.

Κι έτσι το έργο μου δεν θα συγκεντρωνόταν ως θρασύδειλη απόπειρα διαιώνισης αλλά ως φυσική περίπου συσσώρευση λέξεων. Ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα, δοκίμια, ρητά, ημερολογιακές σημειώσεις, ταξιδιωτικά, ερμηνείες αρχαίων και μεσαιωνικών κειμένων, στατιστικοί πίνακες, σπαράγματα διατριβών και μονογραφιών, επιστολές, ομιλίες, δεκάρικοι λόγοι, άρθρα και επιφυλλίδες, θεατρικά, σενάρια, νεκρολογίες, αναφορες, δημοσιοϋπαλληλικά κείμενα, απολογίες και αρχαιολογικά ανάλεκτα με τον ιδιώνυμο τίτλο varia minora. Και αυτά, όχι καταχωρημένα ανά είδος λόγου, παρά ανά εποχές κυριάρχων γυναικών, η Εποχή της Μαριάνθης, η Εποχή της Δυναμό και παρόμοια. (περισσότερα…)

Χαντίθ (απόσπασμα)

*

Η ΒΟΥΣ

Τῶν πιστευόντων εἰς τὰ ἀποκαλυφθέντα σοι
καὶ εἰς τὰ πρὸ σοῦ γενόμενα·
τῶν
πιστευόντων εἰς τὴν ἡμέραν τὴν ἐσχάτη
(K, B΄ 3)

I.

Ἐκσφενδονίζει πύρινες τὶς λέξεις
στὰ μάτια σου ἀνάμεσα σὰν ξίφος,
ἀφοῦ θαρρεῖς κακὸ πὼς βάζει ὁ νοῦς του
μονάχα, καὶ καλὸ πολὺ σπανίως.
Τὶς λέξεις ἢ τὴ λέξη· ναί, σὰν βέλος
ποὺ τρίτο ἀνοίγει μάτι στὸ κρανίο
μὲ φλόγες καθὼς σβήνει ἀπιστίες
ἀπίστων καὶ πιστῶν ποὺ ἀμφιβάλλουν.
Μὰ αὐτὸς τὰ τρίχινά του τὰ σαλβάρια
τὰ πέταξε καὶ τώρα τὸ μετάξι
χαϊδεύει τὸ ἱδρωμένο του σαρκίο.
Καρφάκι δὲν τοῦ καίγεται ‒ κοιτάει
τὸν ἥλιο, τὶς καμῆλες, τὰ τουρμπάνια
ποὺ πάνω στὰ εὐτελῆ χρυσαφικά του
(κάθε ἕναν, δηλαδή, κόκκο ἐρήμου)
τρέχουν νὰ ἐκτελέσουν τὶς βουλές του
ποὺ μὲ ἀναγκαιότητα μεγάλη
ξεπρόβαλαν σὰν νύχτα μὲ δρεπάνι.
Δὲν θέλει καὶ πολλά: μονάχα λόγια.
Μιὰν ἄρνηση καὶ μιὰ μικρὴ ἐλπίδα,
ἁπλά, πολὺ ἁπλά,
σὰν ἀγελάδα. (περισσότερα…)

«Παράσημα τρόμου»

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Στη δέκατη ποιητική συλλογή του Γ. Καλοζώη Γκλεν Γκουλντ και άλλα ποιήματα (Φαρφουλάς, 2024), ο διάσημος Καναδός πιανίστας Γκλεν Γκούλντ αποτελεί (όπως εξάλλου δηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου) μια προβεβλημένη πατρική και καλλιτεχνική φιγούρα, έναν σπουδαίο καλλιτέχνη πρόγονο γνωστό αφενός για την ιδιορρυθμία και την εκκεντρικότητά του (στις συναυλίες επέλεγε να παίζει πάντα χρησιμοποιώντας μία πτυσσόμενη καρέκλα που είχε μετασκευάσει κόβοντας τα πόδια της ο πατέρας του,[1] συνήθιζε να σιγοτραγουδά κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, φοβόταν υπερβολικά το κρύο, τις μολύνσεις και τις ασθένειες, έπαιρνε πολλά φάρμακα κάθε είδους και συχνά αισθανόταν πως ήταν άρρωστος, αρκετές φορές χωρίς λόγο) και αφετέρου για τη στάση απομόνωσής του από τη συμβατική κοινωνική ζωή.  Ο ίδιος ο Γκουλντ έλεγε για τη διαφορετικότητά του: «Δεν πιστεύω πως ο τρόπος ζωής μου έχει ομοιότητες με εκείνον των περισσότερων ανθρώπων και είμαι ευτυχής για αυτό. Ο τρόπος ζωής και το έργο μου έχουν γίνει ένα. Αν αυτό είναι εκκεντρικότητα, τότε είμαι εκκεντρικός». Ο Γκουλντ, ωστόσο, δεν θεωρούσε τον εαυτό του αντικοινωνικό, όπως τον κατηγορούσαν ορισμένοι. Απλώς, τον διέκρινε, όπως είχε δηλώσει, μια «αυτοπειθαρχία υπό τη μορφή απομόνωσης από την κοινωνία», που όπως πίστευε ήταν απαραίτητη σε κάθε καλλιτέχνη ο οποίος επιδίωκε «να χρησιμοποιήσει το μυαλό του για δημιουργικούς σκοπούς».[2] (περισσότερα…)

Τζούλυ Οτσούκα, Diem perdidi

*

Προλόγισμα – Μετάφραση:
ΜΑΡΙΑ Σ. ΜΠΛΑΝΑ

Η Julie Otsuka (γεν. 1962) είναι Αμερικανίδα ζωγράφος και συγγραφέας με ιαπωνικές ρίζες. Αντλεί από την προσωπική της ζωή για να γράψει αυτοεθνογραφικά ιστορικά μυθιστορήματα για τη ζωή των Ιαπωνοαμερικανών. Το 2002 δημοσίευσε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο When the Emperor was Divine, το οποίο αναφέρεται στα στρατόπεδα εγκλεισμού των Ιαπωνοαμερικανών κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ιστορία ξεκινά στην Καλιφόρνια, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, και βασίζεται στον παππού της Οτσούκα, ο οποίος συνελήφθη ως ύποπτος για κατασκοπεία την επομένη της επίθεσης στο Περλ Χάρμπορ. Το μυθιστόρημά της βραβεύτηκε με το Asian American Literary Award και το American Library Association Alex Award το 2003. Η Οτσούκα συνέχισε να γράφει για την ιστορία της οικογένειάς της και το 2011 δημοσίευσε το παρόν διήγημα με τίτλο Diem Perdidi, σκιαγραφώντας τη μητέρα της που έπασχε από άνοια. Αυτό το διήγημα ήταν ο πρόδρομος του τρίτου μυθιστορήματός της που δημοσιεύτηκε το 2022 με τίτλο Τhe Swimmers (Κολυμπώντας), το οποίο αναφέρεται περαιτέρω στην εμπειρία της ως κόρη μιας μητέρας με άνοια και κυκλοφορεί στα ελληνικά σε μετάφραση Θωμά Σκάσση από τις εκδ. Πατάκη.

«Amici, diem perdidi!» Φίλοι μου, έχασα τη μέρα μου! Φράση που φέρεται να είπε ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Τίτος στους φίλους του, στη σκέψη πως δεν είχε κάνει τίποτα εκείνη τη μέρα για να βοηθήσει κάποιον άνθρωπο. (Σουητώνιος, De Vita Caesarum)

~.~

Θυμάται πώς τη λένε. Θυμάται πώς λένε τον πρόεδρο. Θυμάται πώς λένε τον σκύλο του προέδρου. Θυμάται σε ποια πόλη μένει. Και σε ποια οδό. Και σε ποιο σπίτι. Σ’ αυτό με την μεγάλη ελιά στον κήπο, στη γωνία του δρόμου. Θυμάται τι χρονιά έχουμε. Θυμάται τι εποχή είναι. Θυμάται τη μέρα που γεννήθηκες. Θυμάται την κόρη που γεννήθηκε πριν από σένα –Είχε τη μύτη του πατέρα σου, αυτό πρωτοπρόσεξα πάνω της– αλλά δεν θυμάται τ’ όνομα εκείνης της κόρης. Θυμάται τ’ όνομα του άντρα που δεν παντρεύτηκε –Φρανκ– κι έχει φυλαγμένα τα γράμματά του σ’ ένα συρτάρι πλάι στο κρεβάτι της. Θυμάται πως παντρεύτηκες κάποτε αλλά αρνείται να θυμηθεί τ’ όνομα του πρώην άντρα σου. Εκείνος ο άντρας, έτσι τον αποκαλεί. Δεν θυμάται πώς έπαθε τις μελανιές στα μπράτσα της ή ότι πήγατε βόλτα μαζί το πρωί. Δεν θυμάται ότι έσκυψε κάποια στιγμή, στη βόλτα, κι έκοψε ένα λουλούδι από το παρτέρι του γείτονα και το έβαλε στα μαλλιά της. Ίσως τώρα με φιλήσει ο πατέρας σου. Δεν θυμάται τί έφαγε χτες βράδυ ή πριν πόση ώρα πήρε τα φάρμακά της. Δεν θυμάται να πίνει αρκετό νερό. Δεν θυμάται να χτενίζει τα μαλλιά της.

Θυμάται τους αποξηραμένους λωτούς που κρέμονταν κάποτε από τις μαρκίζες του σπιτιού της μητέρας της στο Μπέρκλεϋ Είχαν το πιο όμορφο πορτοκαλένιο χρώμα. Θυμάται ότι στον πατέρα σου αρέσουν πολύ τα ροδάκινα. Θυμάται πως, κάθε Κυριακή πρωί, στις δέκα, την πηγαίνει βόλτα κάτω στη θάλασσα, με το καφέ αυτοκίνητο. Θυμάται πως κάθε απόγευμα, λίγο πριν αρχίσει το δελτίο ειδήσεων των οκτώ, βγάζει δύο τυχερά μπισκότα σε ένα χάρτινο πιάτο και της ανακοινώνει ότι θα κάνουν πάρτυ. Θυμάται πως τις Δευτέρες επιστρέφει από το κολέγιο στις τέσσερις, και πως ακόμα και πέντε λεπτά ν’ αργήσει, εκείνη βγαίνει στην αυλόπορτα να τον περιμένει. Θυμάται ποιο είναι το δικό της δωμάτιο και ποιο το δικό του. Θυμάται πως το δωμάτιο που κοιμάται τώρα ήταν κάποτε το δικό σου δωμάτιο. Θυμάται πως δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα.

Θυμάται τον πρώτο στίχο του How High the Moon. Θυμάται τον εθνικό ύμνο. Θυμάται το ΑΜΚΑ της. Θυμάται το τηλέφωνο της κολλητής της, της Τζιν, παρόλο που η Τζιν πέθανε πριν έξι χρόνια. Θυμάται ότι η Μάργκαρετ έχει πεθάνει. Θυμάται ότι η Μπέττυ έχει πεθάνει. Θυμάται ότι η Γκρέης έπαψε να της τηλεφωνεί. Θυμάται ότι η μητέρα της πέθανε πριν εννέα χρόνια, ενώ σκάλιζε τον κήπο της, και τη νοσταλγεί ολοένα και περισσότερο κάθε μέρα. Αυτός ο πόνος δεν σβήνει. Θυμάται το νούμερο με το οποίο η αμερικανική κυβέρνηση φακέλωσε στην οικογένειά της όταν άρχισε ο πόλεμος. 13611. Θυμάται ότι τους έστειλαν στην έρημο, μαζί με την μητέρα και τον αδελφό της, τον πέμπτο μήνα εκείνου του πολέμου και ότι τότε πήρε για πρώτη φορά το τραίνο. Θυμάται τη μέρα που επέστρεψαν στο σπίτι. 9 Σεπτέμβρη, 1945. Θυμάται τον συριγμό του αέρα στο φύλλωμα της φασκομηλιάς. Θυμάται τους σκορπιούς και τα μυρμήγκια. Θυμάται τη γεύση της σκόνης. (περισσότερα…)

Ο Κονδύλης και οι επιστημολογικές μεταθεωρίες [Β]

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Ο Κονδύλης δεν ορίζει κάποια, έστω και εντελώς γενικά, κριτήρια με βάση τα οποία μπορεί να κριθεί η θεωρία του, αλλά και οι υπόλοιπες θεωρίες. Επιμένει όμως εμφατικά στο γεγονός ότι η θεωρία του είναι εμπειρικά ελέγξιμη και μάλιστα κατά το πλείστον ελεγμένη μέσα από τα μεγάλα έργα του, τα οποία ως εφαρμογές της γενικής του θεωρίας δεν έχουν ανασκευασθεί από άλλες εργασίες, εμπειρικού επίσης περιεχομένου.

Τι σημαίνει άραγε αυτό το «εμπειρικά ελέγξιμη» για τον Κονδύλη; Η απάντηση δεν είναι δύσκολη: η ιστορική επαλήθευση. Ολόκληρο το ιστοριογραφικό του έργο (Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, Συντηρητισμός, Η κριτική της μεταφυσικής, Θεωρία του πολέμου, Ο νεοελληνικός Διαφωτισμός, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού) θεωρούσε ότι ήταν εμπειρική απόδειξη της Περιγραφικής Θεωρίας της Απόφασης (Ισχύς και Απόφαση, Επιστήμη, Ισχύς και Απόφαση) που αποτελούσε τη θεωρητική του αρχή.

Με την απάντηση αυτή κάπου στο βάθος της οθόνης εμφανίζεται η φιγούρα του Χέγκελ μέσω Κοζέβ:

«για τον μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο, το αποτέλεσμα της κλασσικής “διαλεκτικής”, του “διαλόγου”, δηλαδή η νίκη σε μια “συζήτηση” καθαρά λεκτική, δεν αποτελεί επαρκές κριτήριο αλήθειας. Με άλλα λόγια η “διαλεκτική” που κινείται στο επίπεδο του λόγου δεν μπορεί, κατά τη γνώμη του, να καταλήξει ως τέτοια σε οριστική λύση ενός προβλήματος (δηλαδή λύση που παραμένει αμετάβλητη σε όλη τη διάρκεια του χρόνου που την ακολουθεί). Για τον απλό λόγο ότι, αν αρκεστούμε στην ομιλία, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να “εξαλείψουμε” οριστικά ούτε τον αντιλέγοντα ούτε συνεπώς την ίδια την αντίφαση, γιατί ανασκευάζω κάποιον δεν σημαίνει κιόλας ότι τον νικώ. Η “αντίφαση” ή η “αντιμαχία” δεν μπορούν να “αρθούν διαλεκτικά” παρά μόνο στο μέτρο όπου διαδραματίζονται στο ιστορικό πεδίο της ενεργούς κοινωνικής ζωής».[1]

Γράφει ο Κονδύλης[2] (περισσότερα…)

«Νά που μου στήθηκες πάλι μπροστά στον καθρέφτη»

*

Σώμα της δίψας, γυμνό, με αλάτι και φώς ζυμωμένο,
πόσο αυστηρά με κοιτάς! Πώς να σου δώσω πνοή;
Τρέμοντας πάντα λυγίζει μπροστά-σου το αμάθητο γόνυ,
τρέμει κι η φλόγα που καίει δίχως αγάπη, κρυφά,
της ηδονής το λιβάνι. Κι εσύ δέ μιλάς, δέ σαλεύεις,
ξένο, ακατάδεχτο, οκνό… Σκλάβο-σου τί με κρατά;

///

Νά που μου στήθηκες πάλι μπροστά στον καθρέφτη. Ρυτίδες
σκάβει, όλο σκάβει το αργό χέρι του χρόνου, κι εσύ,
μάτια-μου, πώς τις κοιτάς! Λές και διαβάζεις το γράμμα
κάποιου χαμένου εραστή που έλαβες μόλις προχτές
και σου θυμίζει εναν κόσμο δικό-σου κάποτε, οικείο,
κι ύστερα απλώς βαρετό. Ξέχασες κιόλας πολλά:
πρόσωπα, ονόματα, δρόμους… Με κόπο θυμάσαι απʼ τη γλώσσα
πού ʼχατε φτιάξει μαζί λίγες σπαστές συλλαβές. (περισσότερα…)

Η χαρά στην Οδύσσεια του Καζαντζάκη

*

του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΤΖΑΝΟΥ

«Μερονυχτού γεμίζεις τη χαρά και γεμισμό δεν έχει!»
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Οδύσσεια (Δ 948)

01| Αν και δεν θα ήταν στις προθέσεις του, ο Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957) έγραψε την Οδύσειά του (1938)[1] σε μια γλώσσα που, μοιάζοντας κατά κάποιον τρόπο με το πρότυπό της, δεν μιλήθηκε, τουλάχιστον ως προς την έκταση του γλωσσικού πλούτου της. Η ανεξάντλητη δεξαμενή λέξεων της Οδύσειας έκανε, αυτομάτως, κάποιους διανοούμενους ή μη να φερθούν σαν τους μαθητές εκείνους που, αμήχανοι μπροστά στην άγνωστή τους αρχαία ελληνική γλώσσα, λοιδορούν τα κείμενά της. Προτού εκδοθεί η Οδύσσεια, το περιοδικό Νέα Εστία είχε δημοσιεύσει πλαστούς στίχους της ξαφνιάζοντας τον Καζαντζάκη: «Εγώ ποτέ δεν της έδωκα, πού τους βρήκε;» γράφει σε γράμμα του στον Παντελή Πρεβελάκη[2]. Όπως έδειξα σε παλαιότερη εργασία, ο φαρσέρ, που παραπλάνησε τον διευθυντή της Νέας Εστίας Γρηγόριο Ξενόπουλο, ήταν ο Γεράσιμος Γρηγόρης. Ο Καζαντζάκης έστειλε τον επόμενο χρόνο διευκρινιστικό γράμμα στο περιοδικό, αλλά ο πλαστογράφος δεν είχε ανακαλυφθεί· ο Ξενόπουλος αναρωτιόταν μήπως είναι ο Ναπολέων Λαπαθιώτης[3]. Αργότερα, στο πνεύμα της αμφισβήτησης του καζαντζακικού έργου, ο Δημήτρης Χατζής, μάλλον για λόγους που δεν έχουν να κάνουν αμιγώς με τη λογοτεχνία, αστειεύτηκε στο διήγημά του «Η διαθήκη του καθηγητή» με την περιβόητη «κρητική ματιά». Περιγράφοντας κάποιο πρόσωπο του διηγήματος, λέει: «Ήταν ένας κρητίκαρος ίσαμε το νταβάνι και – το ξέραν όλοι – δε χάριζε κάστανα σε κανέναν – η κρητική ματιά!…»[4].

Με σκοπό να υποβοηθήσει την έκδοση του έπους του, ο Καζαντζάκης συνέγραψε ένα κατατοπιστικό κείμενο με την υπόθεσή του. Αφού διασαφηνίσει ότι η δική του Οδύσσεια, αποτελούμενη από 33.333 δεκαεπτασύλλαβους στίχους, ξεκινά από εκεί όπου τελειώνει η Οδύσσεια του Ομήρου, γράφει για τις τέσσερις πρώτες ραψωδίες τα ακόλουθα:

«Ο Οδυσσέας, αφού σκότωσε τους μνηστήρες, πλαντούσε μέσα στο μικρό του νησί· δε χωρούσε πια στη γυναίκα, στο γιο, στους παλιούς θεούς του, στην πατρίδα, κι αποφάσισε να φύγει πάλι από την Ιθάκη και να επιχειρήσει το στερνό του, το αγύριστο ταξίδι.

»Διάλεξε λοιπόν μερικούς συντρόφους όπως τους πεθυμούσε: ψυχές γενναίες και λεύτερες, σώματα γερά, σκάρωσε καινούριο καράβι, πάντρεψε το γιο του με τη Ναυσικά για να του κάμουν εγγόνι να μη χαθεί η γενιά του, κι ένα πρωί έκαμε πανιά κι ανοίχτηκε στο πέλαο.

»Άρχισε το μέγα στερνό ταξίδι. Άραξε πρώτα-πρώτα στο λιμάνι της Σπάρτης, ανέβηκε στην ξακουσμένη πολιτεία, γλίτωσε τον παλιό του συμπολεμιστή Μενέλαο από την ανταρσία του λαού, έφαγε κι ήπιε και κουβέντιασε μαζί του, άρπαξε την Ελένη, που πλαντούσε κι αυτή μέσα στη νέα ασήμαντη καθημερινή ζωή, κι έφυγε μαζί της»[5]. (περισσότερα…)