Η ανατροπή ως αφηγηματικό εργαλείο

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Πριν δύο δεκαετίες κανείς δεν είχε προβλέψει την αυξανόμενη άνοδο και ουσιαστικά την κυριαρχία της τηλεόρασης, μάρτυρες της οποίας γίναμε τα τελευταία χρόνια. Ίσα ίσα με τον ερχομό του ίντερνετ πολλοί υποστηρίξανε –όχι χωρίς κάποια κρυφή χαρά– ότι η τηλεόραση πνέει τα λοίσθια, ότι ο κόσμος θα της γυρίσει την πλάτη, ότι θα συρρικνωθεί, θα την ξεπεράσουν οι εξελίξεις και θα σβήσει. Οι αυτόκλητοι μάντεις διαψεύσθηκαν οικτρά. Η τηλεόραση όχι μόνο δεν πέθανε, αλλά κινδυνεύει να σκοτώσει τώρα και το σινεμά. Μιλάμε φυσικά για τη συνδρομητική τηλεόραση και το streaming.

Κατά γενική ομολογία το απόλυτο μέσο διασκέδασης σήμερα είναι το σήριαλ. Συγκεκριμένα το μοντέλο του αμερικάνικου σήριαλ που έχει αρχίσει να γίνεται αντικείμενο μίμησης και μελέτης πλέον και εκτός Αμερικής. Λαϊκό και συγχρόνως εκλεπτυσμένο, σύνθετο αφηγηματικά, αλλά και απλό, μαζικό και για τον καθένα ξεχωριστά, βαθύ αλλά και εύπεπτο, φαίνεται να ταιριάζει σε όλα τα γούστα. Και ενώ απευθύνεται ιδιαιτέρως σε συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες (άτομα κάτω των σαράντα-πέντε), δεν μοιάζει να περιορίζεται από το μορφωτικό ή το βιοτικό επίπεδο του κοινού του.

Η μεγάλη ζήτηση έφερε στην επιφάνεια νέες ανάγκες και όσον αφορά στην παραγωγή γραπτού λόγου. Ένα επεισόδιο μιας ώρας κρύβει πίσω του σενάριο εξήντα σελίδων. Μια σεζόν δέκα επεισοδίων συνοψίζεται σε ένα ογκώδες ντοσιέ με εξακόσιες σελίδες σεναρίου. Καν αν η σειρά συνεχιστεί και πάει στις πέντε ή έξι σεζόν, όπως συμβαίνει με τις περισσότερες περιπτώσεις μιλάμε για κειμενικό σώμα τριών χιλιάδων σελίδων και άνω. Όσο περίπου είναι και το Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο.

Απαιτήσεις τέτοιων αφηγηματικών διαστάσεων μπορούν να οδηγήσουν στην απελπισία τον σεναριογράφο. Φυσικά δεν είναι πλέον ένας εκείνος που γράφει, ειδικά στις μεγάλες παραγωγές, αλλά μια ολόκληρη δημιουργική ομάδα. Το βάρος επιμερίζεται. Ακόμα και έτσι όμως, πώς γίνεται να μην παγιδευτεί κανείς σε φαύλο κύκλο, να μην πέσει σε επαναλήψεις, σε παγίδες της πλοκής, σε ασυνέπειες, σε χάσματα; Είναι μια αχανής επικράτεια αυτή που διανοίγεται μπροστά στους συγγραφείς. Μια έρημος που δεν γεμίζει με αντικατοπτρισμούς, αλλά χρειάζεται αρδευτικά έργα, ρυμοτομία, και υποδομές, αν θέλει να την καταστήσει κατοικήσιμη.

Ακόμα και οι πιο επιδέξιοι σεναριογράφοι δεν καταφέρνουν να ξεπεράσουν αυτούς τους σκοπέλους καμιά φορά. Έτσι καταλήγουν με πλοκές που είναι αναμενόμενες, χαρακτήρες που μοιάζουν να ξεφουσκώνουν απότομα, δραματικά γυρίσματα που δεν προκαλούν συναισθηματικές αντιδράσεις στο κοινό.

Πώς αντιμετωπίζονται τέτοιου τύπου προβλήματα; Με διάφορους τρόπους. Στο τηλεοπτικό γράψιμο οι δύο πιο χαρακτηριστικοί είναι η ανάπτυξη του χαρακτήρα (character development) και οι ανατροπές, οι συστροφές της πλοκής, τα λεγόμενα τουίστ. Τα δυο τους έχουν αμφίδρομη σχέση και ιδανικά θα έπρεπε να εξετάζονται μόνο κατ΄ αντιπαράσταση. Λόγω έλλειψης χώρου όμως ας εστιάσουμε κυρίως στο δεύτερο.

Η ανατροπή, το αναπάντεχο ξάφνιασμα που αφήνει τον θεατή/αναγνώστη με την αίσθηση ότι του έχει αφαιρεθεί η γη κάτω από τα πόδια, είναι μια από τις αρχετυπικές δυνάμεις της αφήγησης. Είτε μιλάμε για τηλεοπτικό γράψιμο είτε αναφερόμαστε γενικότερα στη λογοτεχνία. Πρόκειται για εργαλείο παλιό που εντοπίζεται σε πολύ διαφορετικά αφηγηματικά είδη και διαπιστώνουμε τη χρήση του από τον Όμηρο μέχρι την Μαχαμπαράτα. Ωστόσο, αν και παλιό, φτάνει μέχρι τις μέρες μας άφθαρτο.

Με το σινεμά, την κινηματογραφική γραφή, η ανατροπή έγινε σχεδόν αξίωμα. Το Χόλυγουντ την αποθέωσε. Και για αυτό ίσως μέχρι ένα σημείο η ροπή προς τις ανατροπές ταυτίστηκε με το εύκολο και το ευτελές storytelling. Η ύπαρξη ενός εργαλείου όμως δεν μπορεί να ορίζεται από τέτοιους όρους. Δεν είναι καλό ή κακό. Όλα εξαρτώνται από τη χρήση του και τις ανάγκες που εξυπηρετεί.

Οι συγγραφείς του μοντερνισμού επιχείρησαν να απαξιώσουν και να καταβαραθρώσουν στην ουσία το εργαλείο, επαναπροσδιορίζοντας τις αφηγηματικές τους προτεραιότητες, και αρνούμενοι μέχρι ένα σημείο τον ρόλο του παραμυθά-αφηγητή που καλείται να τέρψει ή να κινήσει συναισθηματικά το κοινό του. Η παρακαταθήκη τους είναι ορατή μέχρι σήμερα (και) σε πολλούς Έλληνες συγγραφείς που –με αυταρέσκεια– δίνουν πρωτοκαθεδρία στη γλώσσα έναντι του περιεχομένου στα γραψίματά τους. Στην ουσία όμως απλώς αδυνατούν να αρθρώσουν ιστορίες. Κάποιοι διατείνονται ότι, ύφος=περιεχόμενο. Πιστεύουν ότι το ύφος από μόνο του είναι αρκετό για να δημιουργήσει περιεχόμενο. Αφενός αυτοί που το λένε δεν είναι συνήθως ο Ναμπόκοφ, ο Μοντιανό ή ο Προυστ, ώστε να μιλάνε με τέτοια αυτοπεποίθηση για τις επιδόσεις τους. Αφετέρου πρόκειται ούτως ή άλλως για ρομαντική και αφελή άποψη. Το δύσκολο είναι να πετύχεις αρτιότητα και στα δύο. Ο Όμηρος που αναφέραμε πριν, όπως κάθε ποιητής, πρόσεξε τις λέξεις του, αλλά δεν ξέχασε ότι αφηγείται συγχρόνως και μια ιστορία. Και η ιστορία για να αγγίξει το κοινό, για να ανοίξει συναισθηματικά ρήγματα, για να συγκλονίσει, δεν επαναπαύεται στο ύφος της, στην αισθητική των λέξεων και των φράσεων. Χρειάζεται άλλα θεμέλια.

Έχει ανατροπές η Κυρία Νταλαγουέι της Βιρτζίνια Γουλφ; Έχει ανατροπές το Βιβλίο της Ανησυχίας του Πεσσόα; Οι Αόρατες Πόλεις του Καλβίνο; Ο Ακατανόμαστος του Μπέκετ; Η απάντηση στο δήθεν ρητορικό μας ερώτημα μπορεί να μας εκπλήσσει. Και βέβαια έχουν! Ωστόσο σε τέτοιες περιπτώσεις η ανατροπή λαμβάνει άλλη μορφή. Δεν εντοπίζεται στις συστροφές της πλοκής ή στις αποφάσεις του εκάστοτε χαρακτήρα. Ενσταλάζεται εντούτοις σχεδόν σε κάθε παράγραφο, σε κάθε φράση, σε κάθε λέξη. Η ανατροπή είναι συμπαντική έννοια, έχει πολλές διαστάσεις και λαμβάνει ποικίλες μορφές. Ένα έργο όπως η Κυρία Νταλαγουέι, για παράδειγμα, με την εσκεμμένα ανύπαρκτη πλοκή, θα ήταν καθηλωμένο σε πλήρη ακινησία αν η συγγραφέας του δεν μετερχόταν (δεν κατόρθωνε να ανακαλύψει και να εφεύρει, στην ουσία) άλλες τεχνικές που το κινούν και του προσδίδουν μια ακατάβλητη ρυθμικότητα. Κάθε πρόταση που έπεται, μας δημιουργεί συναισθηματικό ή πνευματικό ξάφνιασμα, ακόμα και αισθητηριακές αντιδράσεις, είτε λόγω της αισθητικής της πρωτοτυπίας είτε λόγω του συναισθηματικού της φορτίου, είτε λόγω της πνευματικής της δύναμης.

~ . ~

Οι άνθρωποι θέλουν να διαβάζουν, να βλέπουν, να ακούν ιστορίες οι οποίες τους δονούν εσωτερικά. Κάποιες φορές μια περιγραφή, μια εικόνα, το πλέγμα κάποιων λέξεων, είναι αρκετά. Άλλοτε χρειάζεται κάτι παραπάνω: ιστορίες που περιστρέφονται γύρω από ήρωες με τους οποίους μπορεί και θέλει κάποιος να ταυτιστεί. Ήρωες για τους οποίους ανησυχούμε όταν κινδυνεύουν και αγωνιούμε μαζί τους μέχρι την ολοκλήρωση του ταξιδιού τους.

Για τον προσεκτικό παρατηρητή το σύνολο των διακλαδώσεων που σχηματίζεται πριν από κάθε αφηγηματική απόφαση δεν είναι ατέρμονο. Μπορεί οι επιλογές να φαίνονται πολλαπλές, αλλά δεν είναι άπειρες. Ίσα ίσα, σε μια αφήγηση που ορίζεται από νόμους αιτίου και αιτιατού και διέπεται από έναν στοιχειώδη ντετερμινισμό, οι συγκεκριμένες επιλογές μπορεί να περιοριστούν σε ένα ιδιαίτερα ευάριθμο σύνολο. Η πλοκή υπακούει σε νόρμες που έχει θεσπίσει ο ίδιος ο συγγραφέας. Και είναι νόρμες ακατάλυτες. Ο αποχρών λόγος, η τάξη και η λογική δεσπόζουν εκεί. Οι αυθαιρεσίες δεν συγχωρούνται. Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό, πολλές φορές, πλαίσιο δρα και παίζει τον ρόλο της η ανατροπή. Διευρύνει τον χώρο εκεί που φαινομενικά δεν υπάρχουν περιθώρια. Δημιουργεί μια στιγμιαία ανισορροπία για να κατακτήσει μια καινούργια ισορροπία. Κατασκευάζει μια τεχνητή κρίση που λειτουργεί ως καύσιμο για την ιστορία και την οδηγεί μπροστά.

Στους ίδιους νόμους υπόκειται και ο αφηγηματικός ήρωας. Έχει χάσει το δικαίωμα να αυθαιρετεί. Ο συγγραφέας σέβεται απόλυτα τους κανόνες, εάν δεν θέλει βέβαια να υπονομεύσει το καθεστώς της αφήγησης, εάν δεν θέλει να πετάξει τον αναγνώστη/θεατή έξω από τον κόσμο που με τόση επιμέλεια του έχει φτιάξει. Ο αφηγηματικός κόσμος είναι ένας κόσμος στέρεος, δομημένος, οργανωμένος, δίκαιος. Ένας κόσμος που έχει θεό.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

H πυρίκαυστη βάτος: Κινηματογράφος και «Θρησκευτική εμπειρία».

andrei-rublev1.png

του ΘΑΝΑΣΗ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗ*

Στον Σωτήρη Γουνελά

Η εναγώνια ατομική αναζήτηση του αναχωρητισμού. Μια σχέση αναπόσπαστη από την ανάγκη εναγκαλισμού του θείου. Η δύσκολη ανίχνευση της πραγματικότητας του καθημερινού βίου μέσω της αγκυροβόλησης στη θεία βούληση είναι κάποια από τα θεμελιακά στοιχεία που προβάλλει στο έργο του Αντρέι Ρουμπλιώφ, ο σκηνοθέτης Αντρέι Ταρκόφσκι.

Το ιστορικό Ο Ρώσος αγιογράφος Αντρέι Ρουμπλιώφ, περιπλανιέται στη χώρα του δοκιμάζοντας την πίστη του στις εσχατιές των ανθρώπινων σχέσεων. Στιγμιότυπα του μοναχικού βίου, συνεπής αναχωρητισμός αλλά και έντονη μαθητεία αποτελούν ισχυρές μνήμες που ορίζουν τον βίο του. Με μια συνεχή ηθική αμφιθυμία για το αν πράττει το καλό στη σχέση του με το θείο αναλαμβάνει αγιογραφικές εργασίες που του αναθέτουν μοναστήρια και πόλεις. Το έργο του έντονα καθορισμένο από την μαθητεία του στον μεγάλο δάσκαλο Θεοφάνη αποτελεί τομή ανάμεσα στην τότε βυζαντινή τέχνη και τα κέντρα που τη στήριζαν– και στην οπτική θεώρηση για κάτι το ιδιαίτερο ίσως και νεωτερικό για τον νέο τόπο, τη Ρωσία, η οποία επιθυμεί να γίνει διάδοχος του Βυζαντίου στην παντοκρατορία. Τούτο το ζύγιασμα παρότι φάνηκε ομαλό στη ζωγραφική δημιουργία του, αποτέλεσε για τον ίδιο προσωπικά ιδιαίτερα δύσκολο εγχείρημα. Σε μια ταραγμένη και σπαρασσόμενη από συνεχείς πολέμους χώρα η αναχωρητική του στάση, ως προσωπικό ήθος, και η έξοχη απόδοση της τέχνης του δεν ταίριαζαν πάντα.

Το ύφος του έργου παραπέμπει σε μια διαρκή σκιά αγώνα –μια σκιαμαχία άρνησης των καταστάσεων του παρόντος από τους ήρωες του έργου– «οὐ γὰρ ἔχομεν ὦδε τόπον ἀλλὰ τὸν μέλλοντα…». Τα γεγονότα εκλαμβάνονται ως πειρασμοί στην έρημο της ανθρώπινης ψυχής. Οι σχέσεις στα άκρα με άξονα ανθρώπους “σαλούς” για την κατάδειξη της αμαρτίας ή της άρσης της συμβατικής ηθικής.

andrei_tarkovsky-02.jpg

Ο Ταρκόφσκι ανιχνεύει μέσω της μνείας του στον μεγάλο Ρώσο αγιογράφο την παράλληλη με την πραγματικότητα μορφή της εμπιστοσύνης απέναντι στο θείο μέσω της αποκάλυψης. Τούτη ως ατομική εμπειρία ενέχει την έννοια της μεταστροφής (conversion). Mιας αιφνίδιας αλλαγής της διάθεσης του νου και των αισθημάτων, χωρίς την ιδιαίτερη προσοχή για την κατ’ αίσθηση αντίληψη, αλλά με την εμπιστοσύνη στην ακρόαση και τη μέριμνα της καρδιάς με κάθε ιδιωτική αφέλεια που η διάθεση αυτή εκδηλώνει. Ο σκηνοθέτης ξέρει ότι η απολυτότητα τούτης της σχέσης είναι επισφαλής. Την έκφραση τη δείχνει με τη σιωπή η οποία έρχεται μετά την ύστατη κρίση όπως αυτή προβάλλει στην αρχή των καρέ του έργου του.

Ξαναγυρίζω στη σκιαμαχία της κατάστασης πραγμάτων καθότι θα ήταν πολύ εύκολο να πούμε ότι ο σκηνοθέτης επιλέγει ασυνήθιστους ανθρώπους, ως κυνηγούς μιας μελλοντικής κατάστασης, προκειμένου να δειχτεί ενδεχομένως εύκολα το ηθικό πρόκριμα έναντι της συνήθους ανθρώπινης διαβολής. Το αντίθετο· η ίδια αποσυνάγωγη στάση των ατόμων γίνεται μέτρο κρίσης με την πρόθεση του σκηνοθέτη να αποβάλλει τη “ρετσινιά” του ηθικά άμεμπτου. Γι’ αυτό και παραπέμπει προς ένα αφήγημα ιστορικών αποτυπωμάτων. Φορείς ιδιοτήτων όπως δάσκαλοι, ηγούμενοι, μαθητές, ηγεμόνες και ληστές μετέχουν σε ένα συνεχή διάλογο στο προσκήνιο και το αποτύπωμα είναι μια ιστορία των αντιθέσεων. Φαινόμενο και εσωτερικότητα τελούν σε διαρκή διάλογο τον οποίον πρέπει να ακολουθεί το αφήγημα. Διάλογο από γεγονότα με το προσωπικό στοιχείο να αποκαλύπτει τον όγκο των ιστορικών δεδομένων αλλά και την πολλαπλότητα της συλλογικής και προσωπικής μας αποτυχίας.

Επιγραμματικά η παραπάνω εισαγωγή ιχνηλατεί τη θρησκευτική εμπειρία μέσα από απόπειρες δήλωσης απαρτίωσης ενός καρέ το οποίο ποτέ δεν θα είναι αυτοτελές. Ο σκηνοθέτης προβάλλει την εμπειρία ως ίχνος ατομικό με την αναγκαία ομοιότητα αναφοράς του στο πλήθος. Προς τούτο και επιλέγει ένα ύφος απλό και μια ματιά αθώα σαν του μικρού παιδιού που αναλαμβάνει πρόωρα ευθύνες. Κυριολεκτικά επιλέγει παραστάσεις με ιστορική μίξη για την ανάδειξη της έντασης των χαρακτήρων θέτοντας τη θρησκεία ως κομβικό πεδίο του ιστού της πλοκής. Εδώ η θρησκευτική εμπειρία δεν γίνεται αντικείμενο εννοιολόγησης ως μια συνεχή ανάλυση σε ερμηνευτικές προτάσεις με εκλογικευμένη συνύφανση. Η θρησκευτική εμπειρία πορίζει σε κάτι πρωτόλειο και συνάμα οικείο για τη ρωσική φυσιογνωμία του Ταρκόφσκι. Η εμπειρία του Ρώσου σκηνοθέτη στο έργο του είναι αλάνθαστη και ως γεγονός και ως παραλλαγή γι’ αυτό και οι ήρωες του που τη βιώνουν χάνονται στο μέγεθός της. Κρίνονται στην ύστατη κρίση. Σιωπούν μπροστά στο άφατο της απώλειας ή της σωτηρίας στο ανθρώπινο δράμα, και δείχνουν, τέλος, μιαν απύθμενη παιδικότητα μπροστά στη ματαιότητα της σιωπής του.

maxresdefault.jpg

Για να γίνω πιο σαφής. Μέσα από τούτη την παραγωγή όλη η πορεία του μεγάλου αγιογράφου είναι η προσωπική βιωτή ως σύμβολο ετεροβαρούς πορείας που δημιουργεί αναμφίβολα θεωρία γεγονότων, εννοιών, στάσεων και διαθέσεων. Η παιδικότητα για την οποία μίλησα πιο πάνω, αναδεικνύεται μέσα από τη σιωπή του μεσήλικα πλέον αγιογράφου ο οποίος την ενστερνίζεται λες και την έχει με ευκολία στην τσέπη του. Η «ηρακλείτεια ζαριά» των παιδιών σε ναούς και αγορές δεν δείχνει μόνο σχόλη αλλά κυρίως επινοητικότητα μήπως και επικρατήσουν οι αποφάσεις των μεγαλύτερων. Έτσι στο τέλος του έργου ένα παιδί ο Μπόρις με απίστευτες δεξιότητες αναλαμβάνει να ανακατασκευάσει ό,τι κατέστρεψαν οι παλιότεροι και καταρρέει όπως κάθε άνθρωπος μπροστά στο μέγεθος της ψυχικής αγωνίας γέρνοντας στο σώμα του Ρουμπλιώφ που ξαναβρίσκει τη λαλιά του. Τι μένει αναλλοίωτο και από τις πρώτες καταστροφές της βαρβαρότητας των Τατάρων αλλά και από την ματαιότητα της ανακατασκευής; Η Εκκλησία, ως σύμβολο πλέον της δικαιοσύνης για την ανθρώπινη καταφυγή από την κατάρρευση των μερών (ποιων μερών;). Μια πρόταση του σκηνοθέτη για την άρση της σκιαμαχίας με την προτροπή της σωτηριολογίας για την οποία η ευκρινέστερη εκδοχή της θα δοθεί στο κύκνειο άσμα του με το έργο του η Θυσία.

Τελικά τι θα μπορούσε να λάβει υπόψη της μια κινηματογραφική οπτική. Με ποια κριτήρια αποδίδεται ένα θρησκευτικό αφήγημα στην εκκοσμικευμένη πραγματικότητα. Ο Ταρκόφσκι δίνει απάντηση ζωής αναδεικνύοντας την αμεσότητα του βιώματος στη δυαδική σχέση του ανθρώπου με το θείο. Ο σκηνοθέτης προβάλλει στο πανί τον άνθρωπο που επιζητεί εναγώνια τη σχέση όχι μόνον ως δοχείο χάριτος αλλά κυρίως ως δράστη μιας ιστορίας «θεούμενης σάρκας», ενός σώματος που φέρεται και δρα σε μια ιστορία ανασύστασης και αποτυχίας των προσώπων.

Ο Ταρκόφσκι το επιτελεί στα έργα του με έναν παράδοξο / ιδιότυπο εξπρεσιονισμό εντός του οποίου θάλλει μια ρητή πνευματικότητα σε συνάφεια με μια διαρκώς πεπτωκυία φύση. Και τούτο το πετυχαίνει κυρίως θέτοντας αλλά την ίδια στιγμή αμφισβητώντας τη συνείδηση στην αμεσότητά της.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ


*Ο Θανάσης Σακελλαριάδης είναι Δ/ντής του Τομέα Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

 

 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |29. Χαρά Ναούμ

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Χαρὰ Ναούμ

its-at-bird-look-up-in-the-sky-its-its-7828878

(Ἄγρυπνες ἀντιλόπες, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2013)

Παθητικὸ κάπνισμα

ΙΙΙ
Κι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ράμφη
Ὅταν τελικῶς ἀποδεχθεῖς τὸ ἀνεπανόρθωτο
λὲς ράμφη ἄνθρωποι καὶ δὲ δακρύζεις
Οἱ ἄνθρωποι ἂν ποτὲ ἦταν πουλιὰ
σίγουρα θά ‘ταν ἀεροπλάνα
Ποτὲ μικρὲς χαριτωμένες κίσσες
νὰ ὀρέγονται βελανιδιὲς βατόμουρα
νὰ τὶς ὀρέγονται ἁρπακτικά

ἀεροπλάνα θά ‘ταν


Ἡ Χαρὰ Ναοὺμ γεννήθηκε τὸ 1985 στὸ Μαρούσι. Σπούδασε Ἱστορία καὶ Ἀρχαιολογία στὸ Πανεπιστήμιο Κρήτης καὶ ἔκανε μεταπτυχιακὸ στὸ Paris 7-Denis Diderot. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Κρήτη. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικά της βιβλία: Ἄγρυπνες ἀντιλόπες (2013) καὶ Τὰ βράδια πίσω ἀπ’ τὰ πουλιά (2015).

Σοφία Πόταρη, Τρία ποιήματα

 

της ΣΟΦΙΑΣ ΠΟΤΑΡΗ

H μιλιά της μηλιάς

Κορίτσι αποξεχάστηκε σ’ αφρομηλιάς τον ίσκιο,
είχε τα χείλη κόκκινα, τα μήλα μάγουλά του,
το μάτι εστραφτάλιζε σε τσίνορο βαθύσκιο
και στ’ άσπρο στήθος φρένιαζαν τα κρύφια τρέμουλά του.
Στην αγκαλιά του έσφιξε αετόπουλου τα στήθη
και χτένισε μακριά μαλλιά αλόγου αφηνιασμένου,
φίλησε μάτια φωτεινά που λάμπαν σπάνιοι λίθοι,
τα δάχτυλα σφιχτόμπλεξε στα δάχτυλα τ’ ανέμου.

Αηδόνι μου, κοτσύφι μου, μαυροχελιδονάκι,
τα χείλη του ρωτήσετε αν μ’ αγαπά λιγάκι!

Έρωτας το ξεπλάνεψε κι έρημο το αφήκε…
Άνεμος είναι κι αψηφά, αέρας και περνάει…
Αχ και φαρμάκι τρυφερό στην φλέβα του εμπήκε,
αχ και ποτάμι βούιξε και στα βαθειά το πάει…

Τρέχουν τα μάτια θάλασσες, βρύσες την γη ποτίζουν.
Μηλίτσα μου χαμήλωσε, καλή χρυσομηλιά μου.
Ωχ στην αγάπη του δεντρού τα μέσα του ελπίζουν…
Μηλίτσα μου, αδερφούλα μου, μήλο σου η καρδιά μου.
Τρέμει το δέντρο και βροντά, ξαγριεύονται τα φύλλα,
τα κλώνια σπάζουνε, στην γη στρώνουν πικρό στρωσίδι,
μα ένα κλωνί εκεί ψηλά πιάνει του γλυκομίλα
και στον λαιμό του στοργικά τυλίγεται άγριο φίδι…

Πάρε με, άντρα μου ουρανέ, πάρε με, άντρα μου Άδη,
κρέμα με ολόγυμνη στο φως, κάρφω με στο σκοτάδι…

Το σώμα του λαχτάρησε κι ο κλώνος σπαρταράει ,
στον ώμο απαλόγειρε του ήλιου το κεφάλι,
μήλο μικρό μαράθηκε και η μηλιά βογγάει,
λαβώθηκεν η ομορφιά, σκουλήκι για να βγάλει.
Στα μάτια του κυμάτισε μια θαλασοψιχάλα
κι έσταξε την αλμύρα της στο χώμα που κοιτούσαν,
πέσανε κι από την μηλιά τα μήλα τα μεγάλα,
κι ο κόσμος όλος ρίγησε στον πόνο που κρατούσαν.

Πώς το ψαράκι σπαρταράει δίχως φωνή να βγάνει,
έτσι αγκαλιάζει το κορμί αγάπη που δεν φτάνει…

Μήνες περνάνε και χρονιές και οι καιροί αλλάζουν,
μα ένα κλωνάρι στα ψηλά δεν σταματάει να κλαίει,
άνθη πετάνε τα κλαδιά και μήλα ξαναστάζουν…
Αχ κι η μηλιά η καλομηλιά, τί ιστορίες λέει…

~ . ~

Αστρικό φιλί

Άστραψες αστρικό φιλί, γαλαξιακό ζαφείρι
κι ο χρόνος κοντοστάθηκε για να σ’ απαλονίψει
τα δαχτυλάκια των ποδιών, που σε βαθύ κροντήρι,
πατήσανε την μοναξιά και στύψανε την θλίψη.

Μ’ έχυσες γάλα απ’ την λευκή των ομματιών σου κούπα
κι έπλασες σύμπαν τρυφερό σε πόθου γαλαξία,
πρωτόγαλα τα στήθια σου με βύζαξαν, σαν σου ’πα
πως μ’ ουρανεί το σώμα σου σε ιεροπραξία.

Αχ και παλιός να γύριζα πλανήτης στην τροχιά σου,
να σ’ είχα ήλιο στην ματιά, σελήνη στην πνοή μου,
δορυφορώντας σαν αστρί τον θείο έρωτά σου,
ουρανοδρόμοι εσύ κι εγώ σ’ αστερισμό διδύμου.

~ . ~

Ροβόλαγα τον λόφο

Βοτάνια μάζεψα άγρια με πέταλα πλοκάμια,
με φύλλα δροσοστάλαχτα, με ήλιο ερωτευμένα,
με μάτια π’ αγκιστρώνανε, με στόματα θαλάμια,
στο σώμα σου το τρυφερό για να πλεχτούν ένα – ένα.

Το φως σου με περίχυσε και δεν μπορώ να σβήσω
κι αν σβήσω κι αν νεκροχαθώ, σ’ εσένα θα γυρίσω.

Έκοψα φτέρη μυστική και σκίνου βλασταράκια,
να μπουν στο μαξιλάρι σου για να σε νανουρίζουν,
δάσους γλυκόπνοη δροσιά και σπήλιου τα λογάκια,
κισσού ριζούλες έπιασα για να σε γαργαλίζουν.

Γιατί είσαι μέλι και κρασί κι ανθί γλυκοθρεμμένο
και στων χειλιών σου την σχισμή το θέλω να πεθαίνω.

Τα πότισα τραγάκανθου μυρόβλητο ρετσίνι,
τα φίλησα, τα μέρωσα, τους είπα τ’ όνομά σου,
τους είπα για το σώμα σου, κρύα του Βάκχου κρήνη,
που με δροσίζει και με καίει στο θείο ξόδεμά σου.

Αχ, χείλη μου, χειλάκια μου, κοκκινοστοματάκι,
αχ, πιείτε με, μασήστε με, σάρκα και κοκκαλάκι.

Μαράθηκαν και λειώσανε στου κάλλους σου το λάμπος
και χύθηκαν στα χέρια μου να πέσουν να πεθάνουν,
την φλέβα θέλαν του λαιμού και του ποδιού το θάμπος,
θέλανε και τα χείλη σου να πιούνε, να γλυκάνουν.

Κολλιέδες τά ’πλεξα άπληστους για του λαιμού το χιόνι,
στολίδια να γυαλίσουνε στ’ αστράγαλου τ’ αμόνι.

Κι έτσι όπως ξέφρενη, τρελλή ροβόλαγα τον λόφο
κι άνοιγα χέρια και καρδιά στο αίμα του κορμιού σου,
σ’ είδα μπροστά μου γελαστόν μ’ αηδόνια μες στον κόρφο
και η καρδιά μου βρόντηξε στο χάδι του φιλιού σου.

Πανέμορφος ο αγριανθός και πώς μοσχοβολάει!
Mα στης παλάμης σου το φως, το φως του λησμονάει.

Σβήσανε τ’ άνθη, μάδησαν, μαράθηκαν τα φύλλα,
αέρας την σγουρόφυλλη ξετίναξε την φτέρη,
τα πόδια μου κοπήκανε σε πόθου ανατριχίλα,
το χέρι μου σαν μπλέχτηκε μες στο δικό σου χέρι.

Και το ρετσίνι χύθηκε νεράκι φλογισμένο,
σαν έλειωσα στο στόμα σου, μούρο λαχταρισμένο.

ΣΟΦΙΑ ΠΟΤΑΡΗ

Ένας αθάνατος τρελός

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Στα μέσα του 2018 κυκλοφόρησε επιτέλους, μετά από τριάντα σχεδόν χρόνια αποτυχημένων προσπαθειών, η τελευταία ταινία του Τέρι Γκίλιαμ, ο αριστουργηματικός Άνθρωπος που σκότωσε τον Δον Κιχώτη. Η αρχική σύλληψη της ιδέας χρονολογείται ήδη στο 1989, μετά τις Περιπέτειες του βαρώνου Μυνχάουζεν. Όπως ο μυθομανής βαρώνος, έτσι και το νέο σχέδιο του Γκίλιαμ έμελλε να περάσει από πολλές και αντίξοες περιπέτειες, μέχρι να φτάσει στον προορισμό του. Η ταινία πέρασε πραγματικά από σαράντα κύματα, ώσπου να επιτευχθεί τελικά η πραγματοποίησή της: ηθοποιοί αποχώρησαν, χρηματοδοτήσεις ματαιώθηκαν, τα σκηνικά καταστράφηκαν ολοσχερώς από καταιγίδα, παραγωγοί έσυραν τον σκηνοθέτη στα δικαστήρια. Εντέλει όμως ο Γκίλιαμ κατόρθωσε να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το αξεπέραστο μυθιστόρημα του Θερβάντες μ’ έναν ιδιόμορφο, μεταμοντέρνο και εντελώς προσωπικό τρόπο.

Κεντρικός ήρωας της ταινίας είναι ένας νεαρός επιτυχημένος σκηνοθέτης, ο Τόμπυ Γκριζόνι. Εξαιτίας ίσως της επιτυχίας του, ο Τόμπυ έχει μεταμορφωθεί σ’ ένα κυνικό και αλαζονικό ον: έχει εγκαταλείψει τον κινηματογράφο και σκηνοθετεί διαφημίσεις, κυνηγά μόνο το χρήμα και τις γυναίκες, βασανίζει διαρκώς τους συνεργάτες του με τις παράλογες απαιτήσεις του. Μοιραία έχει σταματήσει να ονειρεύεται και έχει χάσει την έμπνευσή του. Όλα αυτά όμως θ’ αλλάξουν ξαφνικά, όταν θα συναντήσει τον γέρο παπουτσή Χαβιέρ, τον άνθρωπο που είχε ενσαρκώσει τον Δον Κιχώτη σε μια μικρή ταινία που είχε σκηνοθετήσει ο Τόμπυ ως πτυχιακή εργασία δέκα χρόνια νωρίτερα. Ο δύστυχος γέρος μπήκε στο πετσί του ρόλου του και δεν μπόρεσε ποτέ να επιστρέψει στην πραγματικότητα. Έγινε οριστικά ο Δον Κιχώτης.

Στη συνέχεια της ταινίας, λαμβάνουν χώρα μια σειρά από κωμικοτραγικά επεισόδια: Ο Τόμπυ προξενεί, χωρίς να το θέλει, το ξέσπασμα μιας πυρκαγιάς στο μικρό χωριό του Χαβιέρ. Η τοπική αστυνομία τον συλλαμβάνει, αλλά εμφανίζεται ο Χαβιέρ καβάλα στ’ άλογό του και τον απελευθερώνει. Στη συμπλοκή μάλιστα πυροβολείται –πάλι από λάθος του Τόμπυ– ένας αστυνομικός. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ο Χαβιέρ και ο Τόμπυ, ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο, βρίσκονται χαμένοι στις ερημιές της Ισπανίας και η περιπλάνησή τους τους οδηγεί από άθλιους συνοικισμούς παράνομων μεταναστών μέχρι τα πολυτελή μέγαρα βαθύπλουτων Ρώσων ολιγαρχών. Στην πορεία τους συναντούν όλους τους ήρωες της παλιάς ταινίας του Τόμπυ: τον παπά και τον κουρέα του χωριού, αλλά και τη μικρή Ανχέλικα, που τώρα έχει γίνει μια πανέμορφη Δουλτσινέα. Συναντούν όμως και νέους δονκιχωτικούς ήρωες: έναν ύποπτο τσιγγάνο που εμφανίζεται συνεχώς μπροστά τους, ενσαρκώνοντας το πνεύμα της περιπλάνησης και της ελευθερίας· έναν πλούσιο φωνακλά παραγωγό, που επεμβαίνει διαρκώς στην πλοκή της ταινίας και στη ζωή του Τόμπυ· τη γυναίκα του παραγωγού, την Τζάκι, που προσπαθεί επίμονα ν’ αποπλανήσει τoν Τόμπυ· τον Ρώσο εκατομμυριούχο Αλεξέι Μίσκιν, στο πρόσωπο του οποίου σατιρίζεται ο Τραμπ.

Καθώς εξελίσσεται το ταξίδι του παράξενου ζεύγους, η πραγματικότητα συγχέεται όλο και περισσότερο με τη φαντασία στο μυαλό του Τόμπυ, αλλά και στο μυαλό των θεατών της ταινίας. Ενώ ο Τόμπυ είναι ρεαλιστής, παρασύρεται όλο και πιο πολύ από τις φαντασίες του Χαβιέρ. Κι ενώ αρχικά προσπαθεί να διαχωρίσει τη θέση του απ’ τα τρελά καμώματα του συντρόφου του, σιγά σιγά αρχίζει να βλέπει κι αυτός τον κόσμο μέσα από τα μάτια του. Στην αρχή της ταινίας, ο Τόμπυ βλέπει ολοκάθαρα την τρέλα του Χαβιέρ, την τρέλα του Δον Κιχώτη, που τον οδηγεί απ’ τη μια γελοία περιπέτεια στην άλλη, απ’ τη μια αποτυχία στην επόμενη, ακόμα χειρότερη, αποτυχία. Αισθάνεται γι’ αυτόν μόνο οίκτο και λύπηση, ακόμα και περιφρόνηση. Εξοργίζεται διαρκώς μαζί του, γιατί δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα και είναι εντελώς υπερφίαλος. Σιγά σιγά όμως αναπτύσσεται μεταξύ τους μια βαθιά φιλία. Κι όταν ο Χαβιέρ θα σκοτωθεί, έχοντας ξαναβρεί επιτέλους τα συγκαλά του, ο Τόμπυ θα τον θρηνήσει ειλικρινά, κι έπειτα θα πάρει τη σκυτάλη και θα συνεχίσει ο ίδιος αυτή την έμμονη τρέλα, αυτή τη χιμαιρική και ουτοπική παραφροσύνη του Δον Κιχώτη.

Ο Γκίλιαμ αντλεί συνέχεια από τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες, αλλά διασκευάζει κατά το δοκούν. Παίρνει απ’ αυτόν ιδέες, χαρακτήρες, επεισόδια. Για παράδειγμα, μεταφέρει σχεδόν αυτούσιο στην ταινία του το επεισόδιο με το τεχνητό άλογο Κλαβιλένιο από το δεύτερο βιβλίο του Δον Κιχώτη, κεφάλαια 36-41.[1] Κάποια υποτιθέμενη πριγκίπισσα Ντολορίδα από την Καντάγια εμφανίζεται ενώπιον του δούκα και της αυλής του και ζητά τον Δον Κιχώτη. Του αφηγείται τη θλιβερή της ιστορία: πώς μεγάλωσε μέσα σε μια πλούσια οικογένεια, πώς την ήθελαν πολλοί άντρες, πώς την καταράστηκε ο μάγος Μαλαμπρύνο επειδή εκείνη αρνήθηκε τον έρωτά του. Και τότε φέρνουν μπροστά στον Δον Κιχώτη τον Κλαβιλένιο, ένα τεράστιο ξύλινο άλογο. Δεν έχει παρά να το καβαλικέψει και να πετάξει με αυτό ως το φεγγάρι, όπου θα συναντήσει τον Μαλαμπρύνο, τον ορκισμένο εχθρό του. Αν φτάσει στο φεγγάρι, αμέσως μόλις τον αντικρίσει ο Μαλαμπρύνο, η κατάρα θα λυθεί. Όπως αποκαλύπτεται στη συνέχεια βέβαια, όλα αυτά είναι μια καλοστημένη φάρσα εις βάρος του Δον Κιχώτη, για να γελάσει ο δούκας και η παρέα του.

Στην ταινία το επεισόδιο του Κλαβιλένιο λαμβάνει χώρα στο μεσαιωνικό κάστρο που έχει αγοράσει ο Ρώσος ολιγάρχης Μίσκιν. Να σημειώσουμε ότι τα γυρίσματα έγιναν στη Μονή του Χριστού (Convento de Cristo) στο Τομάρ της Πορτογαλίας. Η μονή ήταν φρούριο των Ναΐτών, ένα σπουδαίο αρχιτεκτονικό έργο χτισμένο στις αρχές του 12ου αιώνα. Η επιλογή του συγκεκριμένου χώρου ως σκηνικού της ταινίας είναι εξαιρετική. Και οι εξωτερικοί και οι εσωτερικοί χώροι της μονής μάς μεταφέρουν στον όψιμο Μεσαίωνα και υπηρετούν τέλεια την πλοκή της ταινίας: βλέποντας το φρούριο, ο Χαβιέρ βυθίζεται ακόμη περισσότερο στη φαντασίωσή του ότι είναι ιππότης.

Το κομψοτέχνημα του Γκίλιαμ, μία απ’ τις καλύτερες ταινίες του, πέρασε ουσιαστικά απαρατήρητο. Οι κριτικοί το αντιμετώπισαν με επιφύλαξη και συγκατάβαση, ενίοτε και με αρνητικότητα. Σώθηκε από την πλήρη απόρριψη και την ολοτελή καταδίκη λόγω του ονόματος του σκηνοθέτη και από σεβασμό στον τριαντάχρονο αγώνα του να πραγματοποιήσει το καλλιτεχνικό του όραμα. Σε μεγάλο βαθμό όμως, οι κριτικοί δεν κατάλαβαν το έργο. Ο Άνθρωπος που σκότωσε τον Δον Κιχώτη είναι ένας ύμνος στην τρέλα, σ’ εκείνους τους ανθρώπους που κυνηγάνε μόνοι τους, ενάντια σε όλους και σε όλα, το ανέφικτο. Ο Δον Κιχώτης, ισχυρίζεται ο Τέρι Γκίλιαμ, είναι αθάνατος. Αν ένας φορέας του δονκιχωτισμού πεθάνει, θα βρεθεί αμέσως κάποιος νέος να τον αντικαταστήσει. Και είναι αθάνατος γιατί είναι αναγκαίος για τον κόσμο μας, όσο αναγκαία είναι η αναπνοή για τον άνθρωπο. Χωρίς αυτόν, χωρίς τα ουτοπικά οράματα, χωρίς τη φαντασία ότι ο κόσμος μπορεί ν’ αλλάξει και να γίνει δικαιότερος, χωρίς το όνειρο ότι οι άνθρωποι μπορούν ν’ αγαπήσουν ειλικρινά και ανυπόκριτα, ο κόσμος μας θα ’χε προ πολλού σταματήσει να ζει και ν’ αναπνέει. Ο Γκίλιαμ διασώζει έτσι και ανανεώνει το μήνυμα του Θερβάντες, την πίστη στη δυνατότητα ν’ αλλάξει και να μεταμορφωθεί ο κόσμος χάρη στα χιμαιρικά όνειρα μεμονωμένων ιδαλγών. Πώς όμως να γίνει κατανοητή σήμερα μια τέτοια ταινία και πώς ν’ αποκρυπτογραφηθεί ένα τέτοιο μήνυμα; Σήμερα όλα πρέπει να ’ναι ρυθμισμένα στην εντέλεια και υπολογισμένα με τη μέγιστη ακρίβεια. Τίποτα δεν μπορεί να αφεθεί στην τύχη, τίποτα δεν μπορεί να βγει εκτός προγράμματος. Ο Δον Κιχώτης είναι εξορισμένος από το αξιακό σύστημα της εποχής μας στην επικράτεια του απαράδεκτα γελοίου και του εγκληματικά επιπόλαιου.

Η ταινία του Γκίλιαμ κατηγορήθηκε, επίσης, από πολλούς κριτικούς για ασυναρτησία και χαοτικότητα όσον αφορά την πλοκή. Αυτή η ασυναρτησία όμως είναι θετικό και όχι αρνητικό στοιχείο της ταινίας. Αυτή η «οτινανοσύνη», για να χρησιμοποιήσουμε τον νεολογισμό των Σήφη Μάινα και Γιάννη Τζουβελέκη,[2] αφενός είναι μόνιμο γνώρισμα του έργου του Γκίλιαμ, και αφετέρου ταιριάζει ιδιαίτερα στη συγκεκριμένη ταινία, αφού αντιστοιχεί στην οτινανοσύνη του μυθιστορήματος, την οποία ο Γκίλιαμ αναπροσαρμόζει στη μεταμοντέρνα εποχή μας και σ’ ένα άλλο είδος τέχνης, τον κινηματογράφο.

Ο Γκίλιαμ αναπτύσσει στην ταινία του ένα από τα βασικά στοιχεία του μυθιστορήματος: τη διάκριση, αλλά και την αλληλεπικάλυψη, φαντασίωσης και φαντασίας, επικίνδυνης τρέλας και δημιουργικού ουτοπισμού. Στο μυθιστόρημα σατιρίζεται διαρκώς η φαντασίωση του Δον Κιχώτη ότι είναι μεσαιωνικός ιππότης, ότι θα ξαναζωντανέψει τις ιπποτικές αρετές, ότι θα σώσει τον κόσμο. Οι φαντασιώσεις του έρχονται σε αντίθεση με τον κοινό νου, όπως του επισημαίνει διαρκώς ο Σάντσο, που προσπαθεί μάταια να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. Επίσης, έρχονται σε αντίθεση με την εποχή του, με τον νεωτερικό κόσμο, με την επιστήμη και την τεχνολογία, με την εμπειρική πραγματικότητα που όλοι γνωρίζουμε. Μοιραία λοιπόν ο Δον Κιχώτης γίνεται ακατάπαυστα καταγέλαστος απ’ όσους συναντά στο δρόμο του. Πολύ συχνά, εξάλλου, η αντιμετώπιση που του επιφυλάσσεται είναι σκληρή και βίαιη: τον ξυλοφορτώνουν και τον χλευάζουν. Οι φαντασιώσεις του έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με την πραγματικότητα και συντρίβονται. Απ’ την άλλη πλευρά, η τρέλα του θερβαντικού ήρωα, ο αφελής ουτοπισμός του, το όνειρό του ν’ αλλάξει τον κόσμο, είναι που τον οδηγούν να συνεχίζει το ταξίδι του και παρασέρνουν τον Σάντσο να τον ακολουθεί. Η τρέλα του Δον Κιχώτη δεν είναι μόνο αρνητικά σημασμένη, ούτε καταδικάζεται πάντα ως σφάλμα. Αντίθετα, πολλές φορές είναι θετική αξία.

Ο Θερβάντες είναι κληρονόμος της αναγεννησιακής κοσμοθεωρίας. Ξέρει καλά όλη τη λαϊκή κοσμοθεωρία του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, που μέσα από το γέλιο και το καρναβάλι υμνεί το θάνατο του παλιού και τη γέννηση του νέου, τη διαρκή αναγέννηση και τη διαρκώς ανανεούμενη ζωή. Η αναγεννησιακή κοσμοθεωρία, τόσο στη λόγια όσο και στη λαϊκή μορφή της, έβλεπε κάτι θετικό και εξαιρετικό στην τρέλα. Η τρέλα, όπως και το γέλιο που προκαλούσε, δεν ήταν απαραίτητα κάτι άρρωστο και μη ανθρώπινο. Ενίοτε θεωρούνταν καθαυτό ανθρώπινο γνώρισμα. Οι τρελοί μπορούσαν να είναι φορείς μιας άλλης, ανώτερης ίσως, αλήθειας από τη συμβατική αλήθεια που γνωρίζουμε οι υποτιθέμενοι υγιείς.

Έτσι, κατά την Αναγέννηση γίνεται προσπάθεια να διακριθούν δύο είδη τρέλας: μια «καλή» και μια «κακή» τρέλα. Η μία τρέλα θεωρείται επικίνδυνη και καταστροφική για τον φορέα της, και γι’ αυτό καταδικάζεται κι επιδιώκεται η θεραπεία της. Η άλλη τρέλα όμως θεωρείται ευεργετική, και γι’ αυτό επαινείται και εγκωμιάζεται. Όποιος την κατέχει θεωρείται ευλογημένος και προνομιούχος, ενίοτε και άγιος ή εκλεκτός. Είναι διάσημη η διατύπωση της διάκρισης μεταξύ «καλής» και «κακής» τρέλας που κάνει ο Έρασμος σ’ ένα έργο που ονομάζεται, όχι τυχαία, Μωρίας εγκώμιον, δηλαδή Έπαινος της τρέλας. Εκεί η ίδια η Τρέλα λέει τα εξής:

Υπάρχουν λοιπόν σίγουρα δυο ειδών τρέλες: Μια εκείνη που οι εκδικήτριες Ερινύες ξερνούν μέσα απ’ την Κόλαση, όταν ξαπολούν τα φίδια τους και φυσούν στην καρδιά των ανθρώπων την οργή του πολέμου, την άσβηστη δίψα για χρυσάφι, τον ένοχο και στιγματισμένο έρωτα, την πατροκτονία, την αιμομιξία, την ιεροσυλία κι άλλες τέτοιες μάστιγες ή όταν κυνηγούν με τα τρομαχτικά δαυλιά τους τις συνειδήσεις που εγκλημάτησαν.

Η άλλη τρέλα είναι ολότελα διαφορετική, έρχεται από μένα κι είναι το πιο ποθητό πράμα του κόσμου. Γεννιέται όποτε μια γλυκιά πλάνη του μυαλού ελευθερώνει την ψυχή από τις μαύρες έγνοιες της και την παραδίνει σ’ ένα πέλαγος ηδονής. Αυτή τη φρεναπάτη, ο Κικέρωνας, όπως έγραφε σ’ ένα γράμμα του στον Αττικό, την ποθούσε σαν υπέρτατο δώρο των θεών, για να ξεχάσει μέσα της όλα του τα βάσανα.[3]

Ο Άνθρωπος που σκότωσε τον Δον Κιχώτη του Τέρι Γκίλιαμ έρχεται να μας θυμίσει πόσο αναγκαία είναι η τρέλα, πόσο ζωτική είναι η ύπαρξή της και πόσο θανατερή η απουσία της. Ο Δον Κιχώτης κυνηγά ανεμόμυλους, νομίζοντας ότι είναι γίγαντες. Ο σύγχρονος, απόλυτα ορθολογικός άνθρωπος δεν κυνηγά τίποτα, δεν ονειρεύεται καθόλου, αφού όλα τα όνειρα είναι ψεύτικα και μάταια, προορισμένα ν’ αποτύχουν. Έτσι όμως είναι πνευματικά και συναισθηματικά νεκρός. Είναι ο άνθρωπος που σκότωσε τον Δον Κιχώτη μέσα του, και στην ουσία έχει πάψει πια να ζει.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ


[1] Βλ. Μιγκέλ ντε Θερβάντες, Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα. Μέρος ΙΙ, μτφρ.-εισ.-σημ. Μελίνα Παναγιωτίδου, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2018, σελ. 414-460.

[2] Βλ. στο επεισόδιο «Ο άνθρωπος που σκότωσε τον Δον Κιχώτη» της διαδικτυακής εκπομπής Σινε-συμπόσιο, https://www.youtube.com/watch?v=8s9ZS641YWo.

[3] Εράσμου, Μωρίας εγκώμιον, μτφρ. Στρατής Τσίρκας, Ηριδανός, Αθήνα 1970, σελ. 81-82.

 

Ειρήνη Γιαννάκη, Σχεδίασμα για ένα καλοκαίρι

11.JPG

Ειρἠνη Γιαννάκη
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Σε πλάκες δαγκεροτυπίας παλιάς
πάγωσα
το καλοκαίρι αυτό
με κόπο το βύθισα στο ιώδιο
θέλει βάρος για να κάτσει η ελαφρότητα, βλέπεις
θέλει μια κάποια μελαγχολία για να αποκτήσει υπόσταση
ό, τι υπερίπταται
μαύρα νερά
βράχοι που σου γελούν απ’ τις σχισμές
ηφαίστεια που λουλουδίζουν
προκυμαίες που κυματίζουν
τζιτζίκια που για θάνατο κρυφομιλούν
περιμένοντας τον ερχόμενο
το καλοκαίρι αυτό
παίζει στο ριπίτ εδώ κι αιώνες
κι ας κράτησε μόνο μία σαιζόν
το καλοκαίρι αυτό
έσκασε σαν καρπούζι στο πάτωμα
κι αφού χάθηκε πια η μαλακή του καρδιά
γλείφουμε με λαχτάρα σκύλου τα κουκούτσια
το καλοκαίρι αυτό
ξεβράστηκε
σαν το μαρμάρινο κεφάλι του Διόνυσου
που άξαφνα φύτρωσε στην κορυφή ενός σκιάχτρου
για να ξυπνήσει πρωτογονισμούς λαμπρούς
να λύσει χρόνιους αποκλεισμούς
για να δοξάσει όλους τους αφελείς
ν’ αποτελειώσει τους επιρρεπείς.

Στην κοιλάδα με τις πεταλούδες
ονειρευτήκαμε
πως χανόμαστε
στις φωτιές του Άι-Γιάννη
πως σβήνουμε
και το μόνο που θυμόμαστε
είναι κάτι τόσο δα
ανάερο
σαν κόκκος σκόνης τα μεσημέρια

~.~


ΣΑΡΚΩΔΕΣ

Αν δεν χτυπά ανελέητα,
δεν είναι θέρος.

Αν δεν εκλιπαρείς για έλεος,
δεν είναι φως.

Αν δεν βαστούν νύχια γαμψά την αθωότητα,
δεν είναι δώρο.

Αν δεν υψώνεσαι λευκός καπνός ο ίδιος,
δεν είναι επιστροφή.

Αν δεν ζηλεύεις τον καρπό
που γέρνει γλυκά απ’ το βάρος
στο κλαρί,
αν δεν ορέγεσαι του ώριμου φρούτου την υφή,

εξόριστος θα μείνεις
θα βλέπεις μια ζωή από μακριά
κι όλο θα φτάνεις.

~.~

ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΗΡΧΑ

Είμαι χταπόδι
με χτυπά ο ψαράς στον βράχο
αφήνω φλογισμένα σάλια
ξεραίνομαι

Είμαι λιθρίνι
με έχουν πετάξει με βία στο καλάθι
μα εγώ σπαρταρώ
ακόμα

Είμαι τζιτζίκι
και μονολογώ
μα μια κρυφή ηδονή με διαπερνά
όταν ένα ζευγάρι χέρια με τραβούν
και μια ανθρώπινη φωνή με νανουρίζει

Είμαι νυχτοπεταλούδα
όλο με τραβά το φως
όλο με μεθάει
μα το σκοτάδι
πιο δυνατό

Είμαι στρείδι
στον ίδιο βράχο για χρόνια
κάτι με αποκολλά
τελειώνω

Είμαι γατάκι
σε ηλιόλουστη αυλή
άγνωστο χέρι με χαϊδεύει
αφήνομαι

Είμαι πυγολαμπίδα
βλέπω τα φαναράκια που πλησιάζουν
κι ύστερα γίνομαι
κόκκινο σειρήτι για τα παιδιά

Είμαι σαύρα
εδώ κι ένα εκατομμύριο έτη
ονειρεύομαι
πως αφήνω το αποτύπωμά μου στην πέτρα
για πάντα

Είμαι καρπός
βαραίνω
λυγίζω
πέφτω

Είμαι μυρμήγκι
βαδίζω χιλιόμετρα για ένα σκοπό
με άλλους μαζί
αλλά και μόνο
τον πετυχαίνω

Είμαι κηφήνας
δεν έχω κεντρί
πεθαίνω
για τη βασίλισσά μου

Είμαι φοράδα
γέρνουν τα μαστάρια μου βαριά απ’ το γάλα
κοιτώ το πουλαράκι στα μάτια
το βυζαίνω
κοιμάται

Είμαι κατσικάκι
βελάζω
από μια σπηλιά
στο βάθος της μέρας

Είμαι φιδοπουκάμισο
ό, τι απέμεινα
αφού πέταξα
καινούριο δέρμα

θα ’θελα
πως θα ’θελα
μα δυστυχώς
εγώ σκέφτομαι.

~.~

ΑΡΓΟΛΙΚΟΣ ΡΥΘΜΟΣ

Το τοπίο είναι ένα
ο χρόνος δεν υπάρχει
ο χρόνος μια καμπύλη
που τρώει την ουρά του
εδώ και τέσσερις χιλιάδες χρόνια
σ’ αγαπώ
εδώ και τέσσερις χιλιάδες χρόνια
από τότε που το είδος σου ενέσκηψε στη γη
με εκείνη την τρυφερότητα την αμυδρή στο καύκαλο
τη σιγουριά στα μέλη όταν λύνονται
εδώ και τέσσερις χιλιάδες χρόνια
σ’ αγαπώ
έπρεπε
ν’ αφανιστούνε ήπειροι
να ενωθούν στεριές
να εκραγούν ηφαίστεια
να ανοιχτούν σχισμές
για να σε ξαναβρώ.

Είμαστε δυο ημίθεοι διωγμένοι απ’ τους θεούς
γιατί αγάπησαν τη γη
πιότερο από νεφελώματα κι από καταγωγή.

Αν ξανοιχτείς για εκεί που σου μιλώ
θα δεις ένα νησί
και γύρω-γύρω μνήματα
θα δεις ένα νησί
και γύρω-γύρω πεύκα
στα στραφταλίσματα του ήλιου θα δεις
τι αγώνα ημιαντοχής το φως που δίνει
στην κατωφέρεια του αρχαίου ναού θα δεις
το δάσος που φουντώνει
μια θάλασσα στο βάθος το τοπίο να αυλακώνει.

Στη μέση του κάμπου του Αργολικού
θα δεις τη θάλασσα
στα ερείπια του ατελούς θα δεις
το τέλειο
σε πιο νωχελικές διαστάσεις.

ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |28. Βἀγια Κάλφα

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Βάγια Κάλφα

148

(Ληθόστρωτο, Ἀθήνα, Ἐκάτη, 2013)

Φίλοι

Ἄλλους τοὺς κατάπιε
Μιὰ αἵρεση
Ἄλλους τοὺς πῆρε
Μιὰ δάφνη ποὺ ἔφερε
Ὁ ἀέρας στὸν ὦμο σου
Λοξὴ
Κι ἔμειναν
Κάποιοι ἀπροσδόκητοι

Δὲν ξέρεις
Τί νὰ τοὺς κάνεις

~.~

Ἡ οὐρὰ τῶν ἀνέργων

Δὲν ἔχουν διάθεση
Καμιὰ γιὰ φιλίες, χειραψίες
Κι ἄλλες κοινωνικότητες
Ἐγκλωβισμένοι
Στὰ λαμπρά τους προσόντα
Δὲν πιάνουν κουβέντα
Ἀπροσχημάτιστα κρατοῦν
Ἀποστάσεις
Βλέμμα πέρα ἢ μπροστά

Ἀπ’ ἀνάγκη
Νὰ διαχωρίσουν τὴ μοίρα τους


Ἡ Βάγια Κάλφα γεννήθηκε τὸ 1984 στὴν Ἀλεξανδρούπολη. Σπούδασε Νέα ἑλληνικὴ φιλολογία στὴν Κομοτηνὴ καὶ στὸ Μπέρμιγχαμ. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ ποιητικές της συλλογές: Ἁπλὰ πράγματα (2012) καὶ Ληθόστρωτο (2013). Ποιήματά της ἔχουν δημοσιευτεῖ σὲ λογοτεχνικὰ περιοδικὰ καὶ ἱστολόγια.

Το πρόσωπο και το ιερό

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Το πρόσωπο και το ιερό
Μετάφραση-Επίμετρο: Σταύρος Ζουμπουλάκης
Εκδόσεις Πόλις, 2018, σ. 77

 

Αρχίζω κάπως ανάποδα.

Όταν η Βέιλ γράφει στις τελευταίες γραμμές του κειμένου ότι «Εικόνα αυτής της απρόσωπης και θεϊκής τάξης του σύμπαντος ανάμεσά μας είναι η δικαιοσύνη, η αλήθεια, η ομορφιά» (σ. 48), έχει προηγουμένως παραπέμψει στο ευαγγελικό: «όπως γένησθε υιοί του πατρός υμών του εν ουρανοίς, ότι τον ήλιον αυτού ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους». (ό.π.) Όμως, όταν θεωρεί ότι η ρήση αυτή «δεν συνάπτει εκεί την εικόνα ενός προσώπου, αλλά πρωτίστως την εικόνα μιας απρόσωπης τάξης», είναι σαν να λέει ότι ο Χριστός δεν είναι Πρόσωπο. Τις όψεις αυτές της ζωής, την αλήθεια, την ομορφιά και την δικαιοσύνη, μετά την ενανθρώπιση του Λόγου, τις γνωρίζουμε μέσα από το Πρόσωπο του Χριστού. Σάρκωση του Λόγου σημαίνει η Αλήθεια σε Πρόσωπο. Οι όψεις αυτές δεν υπάρχουν αυτόνομες παρά μονάχα όταν θεωρητικοποιούμε τη ζωή –δια της εννοιολογικής φιλοσοφίας– την μετατρέπουμε σε σύνολο αφαιρέσεων ή νομικών και αποδεικτικών διατυπώσεων. Γιατί μπορούμε θαυμάσια να θεωρήσουμε ότι η αλήθεια, η δικαιοσύνη και η ομορφιά είναι καθαρές αφαιρέσεις, είναι ιδέες ή έννοιες, ειδικά αν αναφερθούμε στην ευρωπαϊκή φιλοσοφία. Ωστόσο, αν αναφερθούμε στην αρχαιοελληνική, δεν είμαι βέβαιος ότι τα πράγματα είναι τόσο αφηρημένα. Το λέω αυτό γιατί στην Πολιτεία, ο Σωκράτης δεν κρίνει τα πολιτεύματα ως αριστοκρατία, δημοκρατία, τυραννία, ολιγαρχία κλπ., αλλά τον αριστοκράτη, τον δημοκράτη, τον τύραννο, τον ολιγάρχη: δηλαδή τον άνθρωπο με σάρκα και οστά και όχι το πολίτευμα-αφαίρεση.

Στην πατερική θεολογία γίνεται λόγος για ένωση ακτίστου και κτιστού, έχουμε ένωση Πατρός και Υιού κατά το «Ο Πατήρ μου και εγώ εν εσμέν». Αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, όπως μάλιστα έρχεται από την αρχαιότερη και γνησιότερη χριστιανική παράδοση. Η προσωπική πατερική θεολογία ή η εναλλαγή πρόσωπο-υπόσταση δεν ταυτίζεται με την περσοναλιστική φιλοσοφία. Και σίγουρα η Βέιλ δεν αναφέρεται (ούτε εξαρτάται στις διατυπώσεις της) από τη θεολογία των Πατέρων: των Καππαδοκών, του αγίου Μαξίμου κλπ. Και μάλλον ούτε καν τους ξέρει. Η παράδοσή της είναι η εβραϊκή, είτε το δέχεται είτε όχι, και η αρχαιοελληνική, καθώς έχει επάξια προσηλωθεί στην αφομοίωση της αρχαιοελληνικής πνευματικότητας (ποίηση, θεολογία, φιλοσοφία). Και βεβαίως είναι χριστιανή στην πράξη και κατά δήλωσή της  έχει μυστική ή ενορατική εμπειρία, προσωπικής συνάντησης με το Χριστό. Αλλά η θεωρητική της κατάρτιση είναι περισσότερο φιλοσοφική παρά θεολογική. Το γεγονός μάλιστα ότι εμμένει στον σταυρό και παραθεωρεί την Ανάσταση, την κατατάσσει στην ρωμαιοκαθολική Παράδοση, όπου σιγά-σιγά εξατμίζεται η αναστάσιμη διάσταση και κολλάμε στον σταυρό ή με τα λόγια του Κάλλιστου Γουαίαρ:

Στην δυτική όμως προσέγγιση υπάρχουν ορισμένα πράγματα που  κάνουν τους Ορθοδόξους να μην αισθάνονται και τόσο άνετα. Αισθάνονται πως η Δύση τείνει να θεωρεί τη Σταύρωση ως μεμονωμένο γεγονός, χωρισμένο από την Ανάσταση, με συνέπεια η εικόνα του Χριστού ως πάσχοντος Θεού να έχει στην πράξη αντικατασταθεί από την εικόνα τη πάσχουσας ανθρώπινης φύσης του Χριστού: ο πιστός στη Δύση, όταν σκέπτεται τον Σταυρό, πιο πολύ ενθαρρύνεται στο να προβάλλει μια συναισθηματική συμπάθεια για  τον άνθρωπο της θλίψης, παρά να εξυμνεί τον νικητή και θριαμβευτή βασιλιά.

(Κάλλιστος Ware, Η Ορθόδοξη Εκκλησία, μτφρ. Ιωσήφ Ροηλίδης, Ακρίτας, 1996, σ. 361)

Θέλοντας να ξεκαθαρίσω περισσότερο τη σχέση προσώπου και απροσωπίας που θέτει το κείμενο της Βέιλ παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα της ίδιας από το βιβλίο Εκλογή από το έργο της.[1]

Γράφει:

Αυτό που μέσα στον άνθρωπο είναι η ίδια η εικόνα του Θεού, είναι κάτι που μέσα μας συνδέεται με το γεγονός πως είμαστε πρόσωπα, αλλά δεν είναι αυτό το ίδιο το γεγονός. Είναι η ικανότητα ν’ απαρνηθούμε το πρόσωπο. Είναι η υπακοή. Κάθε φορά που ένας άνθρωπος ανέρχεται σ’ ένα ύψος τελειότητας που τον καθιστά δια μετοχής, ένα θείο όν, εμφανίζεται σ’ αυτόν κάτι το απρόσωπο, κάτι το ανώνυμο. Η φωνή του τυλίγεται στη σιωπή. Αυτό είναι φανερό στα μεγάλα έργα  της τέχνης και της σκέψης, στις μεγάλες πράξεις των αγίων και στα λόγια τους.

Είναι επομένως αλήθεια, κατά μία έννοια, πως πρέπει να συλλάβουμε τον Θεό ως απρόσωπο, δηλαδή κατά την έννοια πως Εκείνος είναι ο θείος τύπος ενός προσώπου που υπερβαίνει τον εαυτό του με την αυταπάρνηση. Να τον συλλάβουμε σαν ένα παντοδύναμο πρόσωπο ή αλλιώς, με το όνομα του Χριστού, ως ανθρώπινο πρόσωπο, σημαίνει να αποκλειστούμε από την αληθινή αγάπη του Θεού. Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει ν’ αγαπούμε την τελειότητα του ουράνιου Πατέρα, όπως τη βλέπουμε στο χωρίς διάκριση μοίρασμα του φωτός. Ο θείος, ο απόλυτος τύπος αυτής της αυταπάρνησης μέσα μας που είναι η υπακοή, αυτός είναι η δημιουργική και προστακτική αρχή μέσα στο σύμπαν, αυτός είναι η πληρότητα της ύπαρξης. (σ. 60)

Πρώτα-πρώτα πρέπει να λεχθεί εδώ ότι η Βέιλ μιλά για μια «σύλληψη του Θεού ως απρόσωπου», σαν η δουλειά αυτή να γίνεται κυρίως δια του νου. Και προσθέτει αμέσως «δηλαδή κατά την έννοια πως Εκείνος είναι ο θείος τύπος ενός προσώπου που υπερβαίνει τον εαυτό του με την αυταπάρνηση». Είναι σαν να περνά το πρόσωπο του Χριστού σε άλλο επίπεδο, στο επίπεδο της διανοητικής σύλληψης, ενώ από την άλλη, ο Χριστός είναι Αυτός που «υπερβαίνει τον εαυτό του με την αυταπάρνηση». Και ακολουθεί η παράδοξη διατύπωση: «Να τον συλλάβουμε σαν ένα παντοδύναμο πρόσωπο ή αλλιώς με το όνομα του Χριστού, ως ανθρώπινο πρόσωπο, σημαίνει ν’ αποκλειστούμε από την αληθινή αγάπη του Θεού». Εδώ είναι το ζήτημα: ο Χριστός δεν είναι ανθρώπινο πρόσωπο. Είναι Θεός που ενανθρώπισε… Ντύθηκε την ανθρώπινη σάρκα, αλλά όταν λέμε πρόσωπο για τον Χριστό εννοούμε θεανθρώπινο πρόσωπο. Γιατί δεν είναι άνθρωπος αλλά θεάνθρωπος, μοιράζεται η ανθρώπινη φύση με τη θεία («ασυγχύτως και αδιαιρέτως») ή πιο σωστά, ενώνεται. Δεν μπορούμε να κλείσουμε το πρόσωπο-Χριστός μέσα στην ανθρώπινη φύση. Ιδού το ζήτημα.

Επομένως, διασταυρώνοντας το συμπέρασμα αυτό με όσα λέει στο κείμενο Το πρόσωπο και το ιερό καταλαβαίνουμε ότι οι διατυπώσεις της δεν απορρέουν από μιαν οικείωση με την πατερική-αποκαλυπτική Θεολογία. Μάλιστα όταν μας συστήνει στο απόσπασμα που παρέθεσα ότι: «Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει ν’ αγαπούμε την τελειότητα του ουράνιου Πατέρα, όπως τη βλέπουμε στο χωρίς διάκριση μοίρασμα του φωτός. Ο θείος, ο απόλυτος τύπος αυτής της αυταπάρνησης μέσα μας που είναι η υπακοή, αυτός είναι η δημιουργική και προστακτική αρχή μέσα στο σύμπαν, αυτός είναι η πληρότητα της ύπαρξης», είναι σαν να χωρίζεται ο Πατέρας από τον Υιό και σαν η τελειότητα του ουράνιου Πατέρα να μην αφορά αυτό που λέμε στη θεολογία «τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος».

Εξάλλου, το ζήτημα της αυταπάρνησης, το οποίο θέτει και ξαναθέτει η Σιμόνη, πως αλλιώς παρουσιάζεται και ξεκαθαρίζεται αν όχι μέσα από την παρουσία και τη θυσία του Υιού;

Παρ’ όλα αυτά, έχει ξεχωριστή σημασία και γι’ αυτό άξιζε όντως να μεταφραστεί αυτό το κείμενο –και όχι τόσο για τα περί προσώπου και απροσώπου– ο τρόπος με τον οποίον η Βέιλ μεταγράφει ή αποτυπώνει στο χαρτί τη σύνθεση ή το συνδυασμό αλήθειας, δικαιοσύνης και  ομορφιάς. Η μεταγραφή αυτή και η αποτύπωση είναι πρώτιστα χριστιανική και ευαγγελική (χωρίς βέβαια να παραθεωρείται η περίπτωση της Αντιγόνης, για την οποία εξάλλου γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στις σσ. 24-25) και μάλιστα όταν αντιδιαστέλλει σφόδρα την αληθινή δικαιοσύνη με την ισχύουσα κατασταλτική δικαιοσύνη.

Τα ζητήματα αυτά της δικαιοσύνης την απασχόλησαν από πάντα. Το δείχνει αυτό ο προσωπικός αγώνας της ίδιας να διορθώσει τα λάθη της εφαρμοζόμενης δικαιοσύνης (κοινωνικής ή άλλης). Όταν αντιδιαστέλλει το τρίπτυχο αλήθεια-δικαιοσύνη-ομορφιά σε αυτό που ονομάζει κατασταλτική δικαιοσύνη έχει πίσω της Σωκράτη-Πλάτωνα (η Πολιτεία δεν είναι παρά λόγος περί Δικαιοσύνης – και μέσα εκεί υπάρχει και αλήθεια και ομορφιά) αλλά προπαντός έχει Χριστό και Ευαγγέλιο.

Τα ζητήματα αυτά τα αναπτύσσει πολύ περισσότερο στο βιβλίο της Attente de Dieu που ανέφερα και προηγουμένως. Ανατρέχω για μια ακόμη φορά στην Εκλογή όπου και τα κεφάλαια «Αγάπη του κόσμου» και ¨Αγάπη του πλησίον¨. Εκεί λοιπόν, μεταξύ άλλων, διαβάζουμε σχετικά με τη Δικαιοσύνη τα παρακάτω:

Τίποτα δεν βρίσκεται σε χειρότερη μοίρα από μια ανθρώπινη ύπαρξη που έχει περιβληθεί μια αληθινή ή ψεύτικη ενοχή και που βρίσκεται ολοκληρωτικά στη διάθεση μερικών ανθρώπων που με λίγες λέξεις θα αποφασίσουν για την τύχη της. Αυτοί οι άνθρωποι δεν της δίνουν προσοχή. Άλλωστε, από τη στιγμή που κάποιος πέφτει στα γρανάζια του ποινικού μηχανισμού ως τη στιγμή που βγαίνει-και αυτοί που ονομάζουμε ποινικούς κατάδικους , καθώς και οι  πόρνες, δεν βγαίνουν από εκεί σχεδόν ποτέ ως το θάνατό τους –δεν αποτελεί ποτέ αντικείμενο προσοχής. Όλα είναι κανονισμένα ως τις παραμικρότερες λεπτομέρειες, ως τις διακυμάνσεις της φωνής, για να την κάνουν να φαίνεται στα μάτια όλων και στα ίδια της τα μάτια ένα πράγμα βρωμερό, ένα αντικείμενο αποκρουστικό.  […] Δεν είναι δυνατόν να γίνεται διαφορετικά αν δεν υπάρχει ανάμεσα στον ποινικό μηχανισμό και το έγκλημα κάτι που καθαρίζει τα μιάσματα. Αυτό το κάτι  δεν μπορεί παρά να είναι ο Θεός. Μόνο η άπειρη καθαρότητα δεν έχει μιανθεί από την επαφή με το κακό.

Κάθε πεπερασμένη καθαρότητα εξ αιτίας αυτής της παρατεταμένης επαφής, γίνεται και η ίδια μίασμα. Με όποιον τρόπο και αν μεταρρυθμιστεί ο κώδικας, η τιμωρία δεν μπορεί να είναι ανθρώπινη αν δεν περάσει από τον Χριστό. (Εκλογή από το έργο της, σσ. 34-35)

Είναι βέβαιο ότι η Βέιλ είναι ένας εντελώς ξεχωριστός άνθρωπος μόνο και μόνο για το γεγονός ότι τολμά να γράψει πως: «Δεν εισέρχεται κανείς στην αλήθεια χωρίς να έχει περάσει μέσα από τη δική του εκμηδένιση χωρίς να έχει παραμείνει για πολύ σε κατάσταση άκρας και πλήρους ταπείνωσης». (Το πρόσωπο και το ιερό, σ. 36) Και μόνο η φράση αυτή τινάζει στον αέρα όλες τις φιλοσοφίες και τις θεωρητικές επάρσεις, γιατί μεταθέτει τη σημασία της ύπαρξης σε άλλο επίπεδο, έξω από το κυρίαρχο πνεύμα όλων σχεδόν των κοινωνιών, τουλάχιστον των τελευταίων αιώνων.

Η παραπάνω διατύπωση της Σιμόνης τἠς επέτρεψε να διεισδύσει βαθιά σε ζητήματα ψυχικής και πνευματικής τάξης, όπως σπάνια έχουν κάνει ψυχίατροι και ψυχαναλυτές. Ο τρόπος που μιλά για τη δυστυχία, για την οδύνη, για τον άνθρωπο μέσαθέ τους, για το πως η σκέψη μπορεί να μιλήσει γι’ αυτά, για την ανάλογη εμπειρία όταν συμβαίνει αυτό, για τη σχέση του ανθρώπου με την εκμηδένιση του εαυτού του για να φτάσει στην αλήθεια είναι μοναδικός. Εξίσου σπουδαία είναι η παρακάτω διατύπωση:

Χάρις στην αιώνια οικονομία της Πρόνοιας, ό, τι δημιουργεί ο άνθρωπος σε κάθε πεδίο, όταν τον κυβερνάει το πνεύμα της δικαιοσύνης και της αλήθειας, ενδύεται τη φεγγοβολή της ομορφιάς, (ό.π., σ. 39)

Έρχομαι τώρα στο «Επίμετρο» του μεταφραστή.

Πολύ σωστές είναι οι παρατηρήσεις του Σταύρου Ζουμπουλάκη όταν μιλά για τους μυστικούς και τη σχέση τους  ή μη με τον αναχωρητισμό και τον ασκητισμό. Γράφει:

Οι μυστικοί όλων των αιώνων, σε όποια θρησκεία κι αν ανήκουν, παρουσιάζουν μεγάλες ομοιότητες. Επί παραδείγματι, αντιμετωπίζουν όλοι αρνητικά την ατομικότητα, το εγώ, το προσωπικό θέλημα. Η ψυχή πρέπει να αδειάσει από όλα τα ατομικά στοιχεία, να κενωθεί, για να έρθει να κατοικήσει εκεί ο Θεός, η Αλήθεια. (ό.π., σσ. 72-73) Εδώ, αφήνοντας τα σχετικά με τον Μάιστερ Εκαρτ που λέγονται πιο κάτω, ας μου επιτραπεί νε σημειώσω μερικές αποσαφηνίσεις:

Η υπογράμμιση που κάνουν οι μυστικοί αρχίζει από τη στάση του Χριστού και συγκεκριμένα τη ρήση του –εκφρασμένη μάλιστα σε μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές πριν τη σύλληψή του– «όχι το δικό μου θέλημα αλλά το δικό Σου», και το ζήτημα από εκείνη την ώρα βρίσκεται σε αυτό το σημείο: όχι το δικό μου θέλημα αλλά του Πατρός. Ποιός υπογράμμισε πρώτος στις Επιστολές του αυτή τη διάσταση; Ποιος άλλος από τον Παύλο με τη ρήση: «Ζω ουκέτι εγώ, ζει εν εμοί Χριστός».

Όμως, εδώ προσοχή. Ο Χριστός είναι Πρόσωπο. Δεν υπάρχει στη χριστιανική παράδοση και μάλιστα την αρχαιότερη και αποκαλυπτική, δεν υπάρχει απροσωπία. Υπάρχει υπέρβαση του εγώ και του εαυτού έτσι ώστε να χριστοποιηθεί ο άνθρωπος, να γίνει καινός άνθρωπος. Αυτά, σε μια Παράδοση που έχει μέσα της Συμεών νέο Θεολόγο, Γρηγόριο Παλαμά και Νικόλαο Καβάσιλα, είναι  κ ο ι ν ο ί  τ ό π ο ι .  Αυτά είναι τα κλειδιά. Είναι άλλος ο μυστικισμός που αναπτύσσει ο Καθολικισμός και οι μυστικοί του, αν και πιστεύω ότι αυτοί βρίσκονται πιο κοντά στην Ορθόδοξη παράδοση. Και στο σημείο αυτό τίθεται το ερώτημα: τι σχέση έχουμε οι λεγόμενοι ορθόδοξοι με τη ρήση «όχι το δικό μου αλλά το δικό Σου», ή με το «ζη εν εμοί Χριστός» του Παύλου; Θα πρέπει κάποτε να απαντήσουμε.

Σε άλλο σημείο του ¨Επιμέτρου» διαβάζουμε:

Η σφοδρότητα με την οποία η Βέιλ επιτίθεται κατά της ιδέας του προσώπου ξενίζει, δεδομένου μάλιστα ότι η λέξη και η ιδέα αυτή ανήκουν πρωτίστως στη χριστιανική κληρονομιά. Ο Χριστός είναι  πρόσωπο, και οι αναφορές ή οι επικλήσεις στο πρόσωπο του, στα κάθε είδους χριστιανικά κείμενα, είναι κυριολεκτικά αμέτρητες. Την αγία Τριάδα τη συγκροτούν τρία πρόσωπα, και επίσης κάθε άνθρωπος που μετέχει σε μια χριστιανική σύναξη ή κοινότητα, ορίζεται, ήδη από την Καινή Διαθήκη, ως πρόσωπο (2 Κορ, 1:11). Η Βέιλ το ξέρει αυτό (σελ. 47-48) αλλά το προσπερνάει πολύ εύκολα. Επιπλέον, ο περσοναλισμός, εναντίον του οποίου ρητά στρέφεται, είναι ένα ρεύμα σκέψης χριστιανικής εμπνεύσεως. Με την ιδέα του προσώπου οι περσοναλιστές θέλησαν να διαφοροποιηθούν, τόσο από τον άκρατο ατομικισμό των φιλελευθέρων, όσο και από τον κοινωνισμό των μαρξιστών. (ό.π., σ. 57)

Πράγματι, φαίνεται πως την Βέιλ την ενδιαφέρει η σημασία του προσώπου για τον περσοναλισμό, όχι γενικά για το χριστιανικό πρόσωπο. Πάντως συνάπτει το πρόσωπο  με το ‘εγώ’ τη στιγμή που ένας Μπερντιάεφ –αλήθεια πως δεν αναφέρεται ποτέ στους ρώσους της διασποράς που ζούσαν στο Παρίσι και μάλιστα στον Μπερντιάεφ, προσωπικό φίλο της Μητέρας Μαρίας Σκομπτσόβα (νυν αγίας Μαρίας), η οποία, εξάλλου, στην αγάπη της για τους ανεξαρτήτως φύλου και φυλής αναγκεμένους είναι πολύ κοντά στη στάση της Βέιλ– γράφει για τη σχέση προσώπου-ατόμου:

Ο ρόλος του εγώ είναι να πραγματώσει μέσα του το πρόσωπο κα αυτή η πραγμάτωση είναι ένας αδιάκοπος αγώνας. Η αναγνώριση της προσωπικότητας μέσα του και η πραγμάτωσή της είναι οδυνηρές. Η προσωπικότητα είναι οδύνη και πολλοί, ανίκανοι να υπομείνουν αυτή την οδύνη, προτιμούν να χάσουν την προσωπικότητά τους. Η ίδια η ιδέα της κόλασης είναι αξεχώριστη από την διατήρηση του προσώπου: το απρόσωπο είναι δεν γνωρίζει την κόλαση. Το πρόσωπο δεν είναι ταυτόσημο με το άτομο. Το άτομο είναι κατηγορία τάξεως φυσικής, βιολογικής. Όχι μόνον το ζώο και το φυτό αλλά και η πέτρα, το γυαλί, και η κιμωλία είναι άτομα. Το πρόσωπο αντίθετα είναι μια κατηγορία όχι φυσική αλλά πνευματική, είναι έργο του πνεύματος όταν γίνεται κάτοχος της φύσης. Δεν υπάρχει πρόσωπο χωρίς πνευματική εργασία σχετικά με τη φυσική και ψυχική συγκρότηση του ανθρώπου

Και παρακάτω:

Το πρόσωπο είναι άλλο πράγμα από τη φύση όπως ο Θεός είναι άλλο πράγμα από τη φύση∙ και το πρόσωπο βρίσκεται σε στενή εξάρτηση από το Θεό γιατί το πρόσωπο είναι η εικόνα και η ομοίωση του Θεού μέσα στον άνθρωπο. Το πρόσωπο προϋποθέτει την ύπαρξη του υπερ-προσωπικού. Δεν υπάρχει πρόσωπο αν δεν υπάρχει κάτι πάνω από αυτό και στην περίπτωση αυτή αδειάζει από το περιεχόμενό του που είναι συγγενικό με το υπερ-προσωπικό. (Ν. Μπερντιάεφ, Πέντε στοχασμοί περί υπάρξεως, μτφρ. Β. και Σ. Γουνελάς, πρόλ. Μ. Μπέγζος, β΄ έκδοση, Παρουσία, 1996, σσ. 185-186, εξαντλ.)

Αυτή η διάσταση του προσώπου δεν υπάρχει στην Βέιλ. Ίσως δεν υπάρχει ούτε στον καθολικισμό, ούτε στον προτεσταντισμό. Τι υπάρχει σε σχέση με την απροσωπία και το πρόσωπο; Το λέει ο Ζουμπουλάκης λίγο πιο πέρα:

Η Βέιλ για να μη βραδυπορούμε, θεωρεί ότι πρόσωπο σημαίνει προνόμια, κοινωνικά προνόμια (σ. 27). Ο σκλάβος στις φυτείες, με την αλυσίδα στο πόδι, η ό άλλος στην αλυσίδα του εργοστασίου δεν έχουν πρόσωπο. Είναι τσαλαπατημένα σώματα και ψυχές, δαρμένα ζώα. >Πρόσωπο έχουν μόνο οι προνομιούχοι. Οι άλλοι δεν έχουν πρόσωπο, άρα δεν έχουν φωνή. Υποφέρουν βουβά. Το πολύ πολύ να ψελλίσουν. […] Η Βέιλ σε όλη τη ζωή της διάλεξε να είναι με αυτούς που δεν έχουν πρόσωπο, με τους κατατρεγμένους, πάσχισε να ταυτιστεί μαζί τους, να ακούσει και να μεταδώσει τη βουβή διαμαρτυρία τους. […] Για να μπορέσεις να ακούσεις την ανάκουστη φωνή ή τα ψελλίσματά τους, χρειάζεται ένα περιβάλλον σιωπής και ένα είδος προσοχής, που δεν είναι κάτι διαφορετικό από την καθαρή αγάπη (σ.11). («Επίμετρο», σσ. 58-59)

Ρωτάω: αυτή η καθαρή αγάπη μονάχα στους κατατρεγμένους στρέφεται; Για τους άλλους δηλαδή ισχύει κάτι άλλο; Μια μη καθαρή αγάπη ή ένα μίσος; Και πως μπορούμε να μιλήσουμε τόσο απόλυτα για το ότι ο εργάτης στο εργοστάσιο δεν έχει πρόσωπο! Πρόσωπο έχουν όλοι, και οι σκλάβοι. Μόνο που το πρόσωπό του είναι συντριμμένο, τσαλακωμένο, και εδώ έχει απόλυτο δίκιο η Βέιλ να στρέφει την αγάπη της σ’ αυτούς. Όμως, το ζήτημα του προσώπου ή της απροσωπίας δεν μπορεί να σχετίζεται ή να αποσαφηνίζεται μονάχα μέσω της αγάπης  των καταφρονεμένων.

Στο άλλο βιβλίο που προανέφερα και στο κεφάλαιο «Η αγάπη του πλησίον», η Σιμόνη φτάνει να ταυτίζει το Χριστό με τον πάσχοντα άνθρωπο, τον σκλάβο ή τον κατάδικο γράφοντας:

Ο Χριστός συγχώρεσε την μοιχαλίδα. Η λειτουργία της τιμωρίας δεν ταίριαζε στην επίγεια ύπαρξη που θα  κατέληγε στο σταυρό. Όμως δεν έδωσε εντολή να καταργηθεί η ποινική δικαιοσύνη. Επέτρεψε να συνεχίσουμε να ρίχνουμε πέτρες. Παντού λοιπόν όπου αυτό γίνεται δίκαια, εκείνος ρίχνει την πρώτη. Και όπως κατοικεί στον δύστυχο  πεινασμένο, που τον τρέφει ο δίκαιος, έτσι κατοικεί και στον δύστυχο κατάδικο που ο δίκαιος τον τιμωρεί. Δεν το είπε αλλά το έδειξε αρκετά πεθαίνοντας  σαν κατάδικος του  κοινού ποινικού δικαίου. Είναι το θείο πρόσωπο των καταδίκων. (Εκλογή, σ. 32)

Μπορεί να μην έδωσε εντολή να καταργηθεί η ποινική δικαιοσύνη, αλλά κάλεσε τους ανθρώπους να αλλάξουν ριζικά την ως τότε επικρατούσα νοοτροπία και κατάσταση. Η παρότρυνση προς τους μαθητές (και εξ αυτού προς όσους τον ακολουθούν) «αγαπάτε αλλήλους» ανοίγει το δρόμο για μετάθεση της προσοχής στα ένδον, για προσήλωση της προσοχής σ’ εκείνο το «η βασιλεία του Θεού εντός υμών έστιν» που ως τότε λειτουργούσε λειψά ή δεν λειτουργούσε καθόλου. Είναι  προβληματικό να πεις ότι ο Χριστός δεν καταργεί την ποινική δικαιοσύνη. Μήπως, άλλωστε, αυτή δεν ανήκει στο «βασίλειο του Καίσαρα»; Το βασίλειο του Χριστού «δεν είναι του κόσμου τούτου»  άρα και οι τιμωρίες του.

Ας προχωρήσουμε πιο γενικά. Ένα είναι σίγουρο. Την Βέιλ  την ενδιαφέρουν δύο κυρίως πράγματα: η αυταπάρνηση, στην οποία δίνει θεολογική διάσταση, γιατί την αναφέρει στον ίδιο τον Χριστό που απαρνείται την θεία φύση του για να κατέβει στη γη («εν μορφή Θεού υπάρχων εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λαβών», λέει ο Παύλος), και η υπέρβαση του εαυτού. Αυτά τα δύο ορίζουν την πορεία της και τη συγγραφική της προσφορά. Υπογραμμίζονται παντού. Άλλωστε, το ένα παραπέμπει στο άλλο. Ταυτόχρονα υπογραμμίζεται η μέσα διάσταση. Αυταπάρνηση σημαίνει απαρνούμαι τον εαυτό μου για χάρη του άλλου ή των άλλων και αυτό σημαίνει και υπέρβαση του εαυτού. Γιατί, τελικά, ο εαυτός δεν είναι το ατομικοποιημένο εγώ, αλλά το προσωποποιημένο άνοιγμα στο Φως που με ωθεί να συναντηθώ ουσιαστικά με τον άλλο. Αλλιώς δεν γίνεται ούτε να καταλάβω-νιώσω την παρουσία του άλλου, ούτε να τον αγαπήσω. Εάν δεχτούμε απροσωπία, δεν μπορούμε να την δεχτούμε παρά όπως την θέτει ο Απόστολος: «δεν ζω εγώ, ζει μέσα μου ο Χριστός». Ανεξάρτητα από τις διατυπώσεις της η Βέιλ ενδιαφέρεται για μια τέτοια πραγματικότητα. Το λέει στο βιβλίο της Η βαρύτητα και η Χάρη[2]:

Να κενωθούμε από τον κόσμο. Να ντυθούμε τη φύση του δούλου. Να κατεβούμε στο σημείο που καταλαμβάνουμε στο χώρο και στο χρόνο. Στο τίποτε. Να γυμνωθούμε από την αυταπάτη της βασιλείας του κόσμου. Απόλυτη μοναξιά. Τότε κατέχουμε την αλήθεια του κόσμου. (ό.π. στην παλιά έκδοση που προανέφερα, σ. 64)

Και μια άλλη φοβερή διατύπωση:

Δεν κατέχουμε τίποτα στον κόσμο-γιατί η τύχη μπορεί να μας τα στερήσει όλα-εκτός από το δικαίωμα να λέμε εγώ. Αυτό είναι που πρέπει να δώσουμε στο Θεό, δηλαδή να καταστρέψουμε. Δεν υπάρχει καμιά άλλη ελεύθερη πράξη που να μας επιτρέπεται, εκτός από την καταστροφή του εγώ. (ό.π., σ. 65)

Πολύ βαριά πράγματα θα πείτε. Ανέφικτα ή ανεφάρμοστα. Αληθινά ωστόσο. Ρίχνουμε μακριά το κοντάρι γιατί αν το ρίξουμε κοντά η προσπάθεια θα είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Σ’ ένα κόσμο που έχει βουλιάξει στην απόλαυση, στην ηδονή, στη βία και  την απάτη, στον οικονομισμό και την αποθέωση της σχέσης πουλάω-αγοράζω, πώς να ηχήσουν αυτά που γράφει η Βέιλ; Διαβάζω στο «Επίμετρο» του Ζουμπουλάκη:

Η σκέψη της Βέιλ, όπως και πολλών άλλων προφητών, μυστικών, δασκάλων, στοχαστών, ποιητών, είναι μια σκέψη του αδυνάτου, εξ ορισμού δηλαδή μη εφαρμόσιμη. […] Χωρίς αυτούς όμως, αν μείνουμε δηλαδή μόνο στα όρια του νόμου, τότε ο δρόμος προς την απανθρωπιά είναι ορθάνοιχτος, και μάλιστα με ήσυχη συνείδηση. Η φωνή τους είναι μια φωνή ανακλητική. Εκεί που ζούμε αμέριμνοι, στην κανονικότητα της αδιαφορίας μας για τους πάσχοντες, εκπληρώνοντας μόνο όσα επιβάλλει ο νόμος, η φωνή της Βέιλ μας ανακαλεί στην ανθρωπιά μας. Μας ανακαλεί δηλαδή στη μωρία της αγάπης. (σ. 76)

Όπως και νά ‘ναι η Βέιλ μἀς παραπέμπει στο Ευαγγέλιο και τον Παύλο. Αυτά τα χρειαζόμαστε, χριστιανοί και μη σήμερα, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Εκεί μέσα βρίσκουμε, τελικά, τη σημασία του προσώπου και της απροσωπίας.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ


[1] Το μετέφρασα το 1983 μαζί με την Β. Τριανταφύλλου και περιείχε κεφάλαια από διάφορα βιβλία της Βέιλ. Το συγκεκριμένο απόσπασμα προέρχεται από τη γαλλική έκδοση Attente de Dieu και συγκεκριμένα από το κεφάλαιο «Αγάπη για την τάξη του κόσμου». Είναι παράξενο πως δεν γίνεται στο «Επίμετρο» καμιά αναφορά σε αυτή την έκδοση, ενώ ήταν η πρώτη στα ελληνικά μετάφραση κειμένων της Βέιλ (που κακώς δεν επανεκδόθηκε).

[2] Το βιβλίο της Η βαρύτητα και η χάρη μεταφράστηκε ολόκληρο από την Αντιγόνη Βρυώνη και εκδόθηκε από τις εκδόσεις Αστρολάβος/Ευθύνη το 1989.

*(Πρώτη δημοσίευση τοῦ κειμένου: Σύναξη 149 (Ἰανουάριος-Μάρτιος 2019)

 

Νικολέτα Κούτη, Νεκροταφείο

68

Νεκροταφείο

Ξαπλωμένη στο μάρμαρο του πατέρα
Με ρουφάει ο ήλιος.
Με μισόκλειστα βλέφαρα
τον κάνω εικόνες μισοσβησμένες στα σύννεφα.
Πατέρα πού είσαι;
Εδώ στα κάτω χώματα, ή εκεί στον επάνω κόσμο;
Εσύ λες πως θα απαντήσουν τα κυκλάμινα.
Εγώ πάλι λέω τα γεράνια αντέχουν πιο πολύ
Και ίσως ξέρουν περισσότερα περί φθοράς.
Σου αφήνω ένα να συνομιλήσετε,
Με το λουλούδι του έλληνα ποιητή.

ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΚΟΥΤΗ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |27. Παναγιώτης Νικολαΐδης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Παναγιώτης Νικολαΐδης
396543_465301093501245_230522515_n

(Παραλογή, Ἀθήνα, Gutenberg, 2015)

Παραλογή Α

Ι
Μὲς στὸν πόλεμον
ἡ μάνα μου ἐβάσταν με σφιχτὰ
μὲς στ’ ἀγκαλια της τζι ἐβούραν
Ὲν εἶσεν νερὸν
Ἂμαν τζι ἐγίνην τὸ κακὸν
τζι ὁ τόπος ἐμοιράστηκεν
ἐστράφηκεν μὲ τὸ καλὸν ὁ τζύρης μου
τζι ἐγύρεψεν νὰ μὲ πιάσει
Ὲν τὸν ἐκατάλαβα
Ἐθώρουν λαλεῖ ἡ μάνα μου
μὲς στὰ μμάθκια του
τὸν φονιὰν
τζι ἔκλαια

~.~

Παραλογὴ Β

Παιδὶ κυνηγοῦσα πουλιὰ
Τ’ ἄλλα παιδιὰ ἐπεριπαίζαν με
Ρὲ ἦρτεν ὁ ἀτζαμὴς
ἔτσι ἐλαλοῦσαν με τζι ἐχαχανίζασιν
Μιὰν μέραν ἐνευρίασα
Ἐτέντωσα τὸ λάστιχον
τζι ἔσυρα μιὰν στὸν οὐρανὸν
μὲ οὗλλον μου τὸ γαίμαν
Ἔππεσεν ἕναν ἄτυχον πουλλὶν
τζι ἐνόμισα πὼς ἄνοιξεν ἡ τύχη μου
Πρώτην φορὰν εἶδα σελιόνιν
νὰ μὲ θωρεῖ μὲς στὰ μμάθκια
ὁλογαίματον
Ἔπια το μὲς στὰ σέρκα μου
τζι ἐβούρησαν κλάμοντα ἔσσω

Ἴντα ‘σεις πουλλίν μου τζι κλαίεις
ρωτᾶ με ἡ μάνα μου

~.~

Τοῦ δέντρου

Ι
Ποιός εἶδε πεῦκο στὸ βουνὸ
τζαὶ τερατσιὰν στὸν κάμπο
ποιὸς εἶδε δέντρον ἔμορφον
στὸ μέσο τῆς αὐλῆς του
Ἐγὼ εἶδα κόρη εὔμορφη
γλυκειὰν Ἀμαδρυάδα
νὰ θλίβεται νὰ δέρνεται
νὰ κιτρινοφυλλιάζει
Μουσκολοῶ τζαὶ σαίρουνται
τοῦ φεγγαρκοῦ τὰ σέιλη
τζαι τὰ πουλλούθκια τσιμπουροῦν
ψιχούθκια μὲ τὸ μέλιν
Μὰ ‘ρτεν ὁ κόσμος πούκουπα
στὸ στῆθος μέγας λίθος
τζι εἶδα πηλὸν εἶδα φωθκιὰν
τζαὶ τὰ πουλιὰ νὰ φεύκουν
Ὡς τρέμει ἡ καρδούλα μου
ἂς τρέμει τὸ γεφύρι
ὡς πέφτουνε τὰ φύλλα μου
νὰ πέφτουν οἱ διαβάτες

~.~

379370_591198270895508_172190301_n

(Ἡ νύφη τοῦ Ἰούλη, Ἀθήνα, Σμίλη, 2019)

θ’

Βρεγμένοι βγήκαμε πάνω στὸ βουνὸ
ἀκούγοντας μὲ προσοχὴ τὶς μηχανὲς
τῶν δέντρων.
Ἔτσι φτάσαμε γρήγορα στὴ μονή.
Στὸν πόλεμο τὸ Μπελαπάις
ἔγινε πρόχειρο νοσοκομεῖο
τραυματισμένων στρατιωτῶν.
Σήμερα εἶναι σημαντικὸ ἀξιοθέατο
(μὲ εἴσοδο παρακαλῶ)
καθὼς ὁ ἥλιος ρίχνει στὴν πλατεία
προκηρύξεις.
Ἐδῶ ἀγόρασε σπίτι
κι ὁ ποιητὴς τῶν Bitter lemons,
εἶπε μὲ ὕφος ὁ Ἀλέξανδρος.
Κι ὅμως, βλέποντας
ὅλο τοῦτο τὸ βαμβάκι τῆς ἀκτογραμμῆς
ἔμεινε μόνο στὸ κάδρο
τῆς οὐσίας τῶν πραγμάτων.
Μ’ αὐτὰ καὶ τ’ ἄλλα
ἦρθε ἡ ὥρα νὰ προχωρήσουμε.
Ἔτσι συμβαίνει.
Ἡ ζωὴ συνεχίζει νὰ μᾶς σπρώχνει μπροστά.
Ἕνα πουλὶ ὡστόσο
μᾶς κοιτᾶ καθὼς φεύγουμε
περίεργα.

~.~

ια΄

στὴν Ἀκανθοὺ τῆς μάνας μου

Ἄνοιξε δρόμο
ἀνάμεσα σ’ ἀγκάθια κι ἀγριόχορτα.
Λευκὰ λεπτά.
Ἀόρατα νήματα.
Σιγή.
Κι ὕστερα λέξεις ξένες
αἰχμηρὲς
μαῦρο σπαθί,
κι ἡ πόρτα κλείνει ἀδιάφορη
καὶ παγωμένη.

Φεύγοντας τοῦ ψιθύρισε μιὰ λεμονιά:
«Μὲν φύεις.
Μεῖνε, λαλῶ σου, τζι εἶμ’ ἀθθισμένη».

~.~

ιβ΄

Διάστικτοι ἀπὸ ξένη σήμανση
προχωρᾶμε ὅπως αἰσθάνεται κανεὶς
ὅταν πιαστεῖ σὲ ἱστὸ ἀράχνης.
Γι’ αὐτὸ στηρίζουμε τὸ τοπίο
μὲ ἀσπίδες ἠχηρές.
Γαλάτεια
Γιαλούσα
Κῶμα τοῦ Γιαλοῦ,
πέρκι φανεῖ ὁ δρόμος μας ξανὰ
κάτω ἀπ’ τὸν χρόνο.
Σὰν δέμα ματωμένο
φτάσαμε τελικὰ στὸ Ριζοκάρπασο.
Ἐκεῖ μᾶς ὑποδέχτηκαν οἱ φίλοι μας
μὲ γέλια καὶ φωνὲς
ψουμὶν χωρκάτικον, χαλλούμιν τζαὶ ἐλιὲς
λαλλέδες καὶ κυκλάμινα
μὲς στὴν αὐλὴ τοῦ Γυμνασίου.
Κι ὅπως ὁ χρόνος τῶν παιδιῶν περνᾶ γρήγορα
ἔτσι κι ἐμεῖς ἀγαπηθήκαμε στὸ φῶς.
Σὲ κάθε θάνατο, μᾶς εἶπαν,
πεθαίνει ἕνας ἄπειρος ἀριθμὸς
πραγμάτων καὶ μορφῶν.
Κι ὅμως, ἐμεῖς ἐδῶ σηκώνουμε
τὶς πιὸ μεγάλες πέτρες
τῆς ἱστορίας.

~.~

ιστ΄

τῆς Ἀργυρῶς

Ἦτουν νὰ παντρευτῶ Κυριακήν.
Παρασκευὴν ἐφέραν μου τὸ νυφικόν.
Ἐφόρησά το μόνον μιὰν φοράν
(ἄμπα τζαι λερωθεῖ)
τζι ὕστερις
ἄννοια τὸ ἐρμάριν μου κρυφὰ
τζι ἐθώρουν του.
Σάββατον ξημερώματα ἐγίνην ἡ εἰσβολή.
Τὸ νυφικὸν ἔμεινεν πίσω
κρεμασμένον
στὴν Περιστερωνοπηγήν.
Ἐικοσιμιὰν τοῦ Ἰούλη
Κυριακὴν
ἐσταμάτησαν οὕλλα τὰ πουλιὰ

στὸν ἀέραν.


Ὁ Παναγιώτης Νικολαΐδης γεννήθηκε στὴ Λευκωσία τὸ 1974. Σπούδασε φιλολογία καὶ ἐργάζεται στὴ Μέση Ἐκπαίδευση. Ἡ πρώτη του συλλογὴ Σὰν ἴαμβος καθρέφτης (Πλανόδιον, 2009) τιμήθηκε μὲ τὸ κρατικὸ βραβεῖο πρωτοεμφανιζόμενου λογοτέχνη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας καὶ Πολιτισμοῦ τῆς Κύπρου. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ συλλογές του: Σὰν ἴαμβος καθρέφτης (2009), Ξενιτεύομαι μ’ ἕνα φωνῆεν (2012), Οἰνοποίηση, 66 χαϊκοὺ γιὰ τὸ κρασὶν τζαὶ τὴν ποίησιν (2014), Παραλογή (2015) καὶ Ἡ νύφη τοῦ Ἰούλη (2019).

Χαν Κανγκ, Οι καρποί της γυναίκας μου (2/2)

*

Συνέχεια από το πρώτο μέρος

~.~

Η Χαν Κανγκ γεννήθηκε στο Γκουάντζου της Νότιας Κορέας και μετακόμισε στη Σεούλ στα δέκα της έτη όπου και σήμερα ζει. Σπούδασε κορεάτικη φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Γιόνσεϊ. Έχει βραβευτεί για τη γραφή της τόσο στην Κορέα όσο και διεθνώς: το μυθιστόρημά της Η Χορτοφάγος, το πρώτο της που μεταφράστηκε στα αγγλικά (από την Ντέμπορα Σμιθ), κέρδισε το Man Booker International Prize το 2016. Το διήγημα «Οι Καρποί της Γυναίκας μου» αποτέλεσε πρόδρομο της Χορτοφάγου. Άλλα έργα της: Έργα ανθρώπων, 2016, Το Λευκό Βιβλίο, 2017. Στις 10 Οκτωβρίου 2024, ανακοινώθηκε ότι τιμήθηκε από τη Σουηδική Ακαδημία με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας.

Μετάφραση από τα αγγλικά (βασισμένη στη μετάφραση της Ντέμπορα Σμιθ): Μαρία Σ. Μπλάνα

~.~

5

Σταδιακά, η γυναίκα μου έπαψε να μιλά. Δεν μίλαγε εκτός αν της μιλούσα, ακόμα και τότε όμως η μόνη απάντησή της ήταν ένα νεύμα ή μια χειρονομία. Όταν ύψωνα τη φωνή μου απαιτώντας μία απάντηση, εκείνη κοίταζε στο υπερπέραν, με την υπεκφυγή ζωγραφισμένη στο βλέμμα της. Ήταν πια εμφανής η διαρκής επιδείνωση στην όψη της, ακόμα και στο χλωμό φως της λάμπας φθορίου.

Δεδομένου ότι ο γιατρός δεν είχε βρει τίποτα παθολογικό, εκτός ίσως από κάποια φυσιολογική διαταραχή στο πεπτικό σύστημα της γυναίκας μου, άρχισα να πιστεύω πως αιτία του προβλήματος ήταν κάτι πιο απλό, κάτι που ίσως η γυναίκα μου αποζητούσε. Τι στο καλό όμως μπορούσε να λαχταρά τόσο;

Τα τελευταία τρία χρόνια ήταν τα πιο γαλήνια, τα πιο ήρεμα της ζωής μου. Η δουλειά μου δεν ήταν τόσο επίπονη, είχα την τύχη να έχω έναν σπιτονοικοκύρη που δεν μου έκανε ούτε μια φορά αύξηση στο νοίκι, είχα σχεδόν αποπληρώσει το δάνειο για το νέο διαμέρισμα, και είχα μια γυναίκα που μπορεί να μην ήταν εκθαμβωτικά ελκυστική, μα είχε όλα όσα ήθελα σ’ έναν σύντροφο. Ένιωθα την ευχαρίστηση να ρέει σαν ζεστό νερό μέσα σε βαθιά, ξέχειλη μπανιέρα, αναζωογονώντας το εξαντλημένο σώμα μου.

Τι πρόβλημα είχε λοιπόν η γυναίκα μου; Αν στ’ αλήθεια λαχταρούσε κάτι, δεν μπορούσα να φανταστώ πώς αυτό ήταν τόσο σοβαρό ώστε να μετατραπεί σε μια ψυχογενή ασθένεια. Κάθε φορά που αναρωτιόμουν για το αν η γυναίκα αυτή είχε το δικαίωμα να μου προξενεί τόση μοναξιά, ένιωθα λες κι όλη μου η ύπαρξη πλημμύριζε μ’ απέραντη απέχθεια, κι αυτό το αίσθημα με απομόνωνε, σαν ένα στρώμα σκόνης που είχε κατακάτσει πάνω μου.

Το πρωί της επόμενης Κυριακής, μια μέρα προτού φύγω για ένα επταήμερο επαγγελματικό ταξίδι στο εξωτερικό, παρατήρησα τη γυναίκα μου καθώς άπλωνε τη μπουγάδα στο μπαλκόνι. Οι μελανιές κάλυπταν πλέον τόσο πολύ τα χέρια της που τα λευκά μέρη στο δέρμα της φαινόντουσαν σαν ένα αρνητικό φωτογραφίας: σα να ‘ταν αυτά οι μελανιές, μικρές λευκές κηλίδες εδώ κι εκεί ανάμεσα σ’ όλο αυτό το μπλαβί. Κράτησα την ανάσα μου. Μπήκα μπροστά της, καθώς μετέφερε το άδειο καλάθι της μπουγάδας πίσω στο σαλόνι, και της ζήτησα να βγάλει τα ρούχα της. Αντιστάθηκε, μα της έβγαλα το μπλουζάκι της, αποκαλύπτοντας έναν ώμο βαμμένο σε βαθύ, θαμπό μπλε.

Πισωπάτησα παραπατώντας και κοίταξα το σώμα της. Οι άλλοτε πυκνές τρίχες στις μασχάλες της είχαν σχεδόν όλες πέσει, ενώ το χρώμα είχε ξεφτίσει από τις καφετιές της ρώγες, άλλοτε μαλακές και τρυφερές.
«Δεν πάει άλλο. Θα τηλεφωνήσω στη μητέρα σου». (περισσότερα…)

Θοδωρής Αρσένης, Οχτώ χαϊκού

του ΘΟΔΩΡΗ ΑΡΣΕΝΗ

Ι
Καθώς νυχτώνει
θα κοιμηθεί το βλέμμα
πάλι στο μαύρο.

ΙΙ
Η σιωπή αυτή,
τοίχος με συνθήματα
όλου του κόσμου.

III
Σκύλος που πεινά
τ’ αφεντικό του ψάχνει
μόνος και κλαίει.

IV
Επαίτες ζητούν
τη στέρηση που ’χουμε
για ξεπούλημα.

V
Άγνωστη μορφή,
βγες στο φως, μα της γνώσης
σβήσε την αρχή.

VI
Γυναίκα, άσε
τον πόνο και για λίγο
τη γέννησή μας.

VII
Όπου υπάρχεις
θα στέκεσαι σαν χρόνος
που σταμάτησε.

VIII
Τα ποιήματα,
σαν ημέρα Κυριακής,
είναι του ήλιου.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΡΣΕΝΗΣ

Ο Θοδωρής Αρσένης γεννήθηκε το 1999 στην Αθήνα, όπου και ζει. Σπουδάζει Ψυχολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ασχολείται με την ποίηση και τη μουσική.