ΝΠ | Σκέψη

Immanuel Kant, Ομορφιά και τέχνη

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

~.~

Η νύχτα είναι υψηλή, η μέρα ωραία.

~.~

Ο νους είναι υψηλός, η ευστροφία ωραία. Η τόλμη είναι υψηλή και μεγάλη, η πονηρία μικρή αλλά ωραία. Η προσοχή, είπε ο Κρόμγουελ, είναι η αρετή του ηγέτη. Η φιλαλήθεια και η ειλικρίνεια είναι απλοϊκή και ευγενής, ο αστεϊσμός και το ευγενικό κομπλιμέντο είναι λεπτά και ωραία. Η ευπρέπεια είναι η ομορφιά της αρετής. Ο ανιδιοτελής ζήλος στην υπηρεσία είναι ευγενής, η ευταξία και η ευγένεια είναι ωραίες. Οι υψηλές ιδιότητες εμπνέουν σεβασμό αλλά οι ωραίες αγάπη. Οι άνθρωποι που το αίσθημά τους στρέφεται κυρίως προς το κάλλος, αναζητούν τους ειλικρινείς, σταθερούς και σοβαρούς φίλους τους, μόνο στην ανάγκη· αλλά για την παρέα διαλέγουν εκείνον τον αστείο, ευπρεπή και ευγενικό που είναι κατάλληλος για τη συντροφιά. Κάποιους τους εκτιμούμε τόσο πολύ, ώστε μόλις που μπορούμε να τους αγαπήσομε. Εμπνέουν θαυμασμό αλλά είναι τόσο πολύ ανώτεροί μας, ώστε να μην τολμούμε να τους προσεγγίσομε με την οικειότητα της αγάπης.

~.~

Τα υψηλά αισθήματα στα οποία αίρεται καμιά φορά η συνομιλία σε μια συντροφιά υψηλού επιπέδου, πρέπει να διαλύονται ενδιάμεσα σε εύθυμα αστεία, και οι χαρές και τα γέλια πρέπει να σχηματίζουν με τη συγκινημένη και σοβαρή έκφραση μιαν ωραία αντίθεση που εναλλάσσει αβίαστα τα δύο αυτά είδη των αισθημάτων. Η φιλία χαρακτηρίζεται κυρίως από το γνώρισμα του υψηλού, ενώ ο γενετήσιος έρωτας από εκείνο του ωραίου. Ωστόσο, η τρυφερότητα και ο βαθύς σεβασμός προσδίδουν στον έρωτα μιαν ορισμένη αξιοπρέπεια και ένα ύψος, ενώ τα γοητευτικά αστεία και η οικειότητα εξυψώνουν στο αίσθημα τούτο το χρώμα του ωραίου. Η τραγωδία διακρίνεται από την κωμωδία ιδίως κατά τούτο: στην τραγωδία συγκινείται το αίσθημα για το υψηλό, στην κωμωδία για το ωραίο. Στην πρώτη φανερώνονται η μεγαλόψυχη θυσία για το καλό των άλλων, η τολμηρή αποφασιστικότητα στους κινδύνους και η δοκιμασμένη πίστη. Εδώ η αγάπη είναι μελαγχολική, τρυφερή και γεμάτη σεβασμό· η δυστυχία των άλλων προκαλεί αισθήματα συμπάθειας στο στήθος του θεατή και κάνει τη μεγαλόψυχη καρδιά του να χτυπά για τη δυστυχία του ξένου. Συγκινείται τρυφερά και συναισθάνεται την αξιοπρέπεια της δικής του φύσης. Αντιθέτως, η κωμωδία παρουσιάζει λεπτές μηχανορραφίες, παράξενες περιπλοκές και επιτήδειους που καταφέρνουν να ξεγλιστρήσουν, χαζούς που εξαπατώνται, ανέκδοτα και γελοίους χαρακτήρες. Εδώ η αγάπη δεν είναι τόσο κατηφής, αλλά εύθυμη και οικεία. Εν τούτοις, όπως σε άλλες περιπτώσεις έτσι και σε αυτές, μπορεί το ευγενές να συνδυασθεί σε κάποιο βαθμό με το ωραίο.

~.~

Ευχάριστο ονομάζει κανείς ό,τι τον ικανοποιεί· ωραίο ό,τι απλώς του αρέσει· καλό ό,τι εκτιμάται, εγκρίνεται, δηλαδή σε ό,τι θέτομε μιαν αντικειμενική αξία.

~.~

Καλαισθησία είναι η ικανότητα κρίσεως ενός αντικειμένου βάσει μιας αρέσκειας ή απαρέσκειας χωρίς κανένα συμφέρον. Το αντικείμενο μιας τέτοιας αρέσκειας λέγεται ωραίο.

~.~

Ωραίο είναι εκείνο που αρέσει κατά την αποτίμησή του και μόνο (άρα όχι μέσω της εντυπώσεως των αισθήσεων σύμφωνα με μιαν έννοια της διάνοιας). Από τούτα συνάγεται αφ’ εαυτού ότι θα πρέπει να αρέσει χωρίς οποιοδήποτε συμφέρον. (περισσότερα…)

Günther Anders, Η απαρχαίωση των μηχανών

*

Εισαγωγή-Μετάφραση ΗΛΙΑΣ ΑΛΕΒΙΖΟΣ

Γεννημένος το 1902 στο Μπρέσλαου της τότε Γερμανικής Αυτοκρατορίας (στη σημερινή Πολωνία), ο Günther Anders ανήκε σε εκείνη την εύρωστη, κυρίως γερμανόφωνη, εβραϊκή διασπορά από τα σπλάχνα της οποίας βγήκε κάποτε μια ολόκληρη σειρά σπουδαίων στοχαστών. Αλλά και η ζωή του ακολούθησε μια μοίρα κοινή με αυτή πολλών Εβραίων διανοουμένων της Ευρώπης. Κατά τα προπολεμικά χρόνια, υπήρξε αρχικά μαθητής του Χούσσερλ, υπό την επίβλεψη του οποίου εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή, και κατόπιν του Χάιντεγγερ. Λόγω της αντισημιτικής υστερίας και του πολέμου, κατέφυγε αρχικά στη Γαλλία και τελικά στις Η.Π.Α. Μετά το τέλος του πολέμου, επέστρεψε στην Ευρώπη· όχι στη Γερμανία (όπου «δεν ήθελε να ξαναπατήσει το πόδι του»), αλλά στην Αυστρία, όπου πέρα από το φιλοσοφικό του έργο, ενεπλάκη και ως ακτιβιστής στα κινήματα κατά της πυρηνικής ενέργειας.

Ο Άντερς αποτελεί περίπτωση ενός μάλλον παραγνωρισμένου στοχαστή του οποίου τα έργα ακόμα δεν έχουν τύχει κάποιας συστηματικής μετάφρασης, ούτε καν στα αγγλικά  – αν και κυκλοφορεί μια «ανεπίσημη» μετάφραση του βασικού του έργου στα αγγλικά, αλλά από δεύτερο χέρι, μάλλον από τα ισπανικά. Δύο είναι οι φιλοσοφικές παραδόσεις από τις οποίες κυρίως αντλεί: από τη μία είναι η φαινομενολογία των δασκάλων του, Χούσσερλ και Χάιντεγγερ· από την άλλη ένας κριτικός μαρξισμός, του είδους εκείνου που ανέπτυξε η σχολή της Φρανκφούρτης. Ωστόσο, σε προσωπικό επίπεδο, οι σχέσεις του με εκπροσώπους και των δύο αυτών παραδόσεων δεν υπήρξαν πάντοτε ανέφελες. Ειδικά στην περίπτωση του Heidegger, ο Άντερς δεν φάνηκε ποτέ αρκετά «μεγάθυμος» απέναντί του ώστε να του συγχωρέσει την εμπλοκή του με τη ναζιστική μηχανή. Όσον αφορά στη σχολή της Φρανκφούρτης, οι συγγένειες δεν ήταν μόνο θεωρητικές. Ο Anders ήταν ξάδερφος εκείνου του «περιφερειακού» μέλους της σχολής, του Βάλτερ Μπένγιαμιν· αλλά είχε επαφές και με τα υπόλοιπα μέλη κατά τη διαμονή όλων στις Η.Π.Α. Παρ’ όλα αυτά, δεν δίστασε να φανεί επικριτικός κατά του Αντόρνο για αυτό που ο ίδιος αντιλαμβανόταν ως απροθυμία του τελευταίου για μια πιο άμεση εμπλοκή στα πολιτικά τεκταινόμενα της μεταπολεμικής Ευρώπης. Κι ο Αντόρνο με τη σειρά του, στα προπολεμικά χρόνια, είχε απορρίψει τη διατριβή επί υφηγεσία (Habilitationsschrift στα γερμανικά) που είχε υποβάλει ο Άντερς – μια απόρριψη που, για τα δεδομένα του γερμανικού πανεπιστημίου, μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες, εφόσον αυτή η διατριβή αποτελούσε σχεδόν προαπαιτούμενο για μια ακαδημαϊκή καριέρα. Κατά ειρωνικό τρόπο, παρόμοιες περιπέτειες είχε και ο ξάδερφός του, ο Μπένγιαμιν, με τη δική του διατριβή, κάτι που του στοίχισε μια μόνιμη βιοποριστική αγωνία.

Εν πάση περιπτώσει, το βασικό του, δίτομο έργο Die Antiquiertheit des Menschen (Η απαρχαίωση του ανθρώπου), από το οποίο εδώ μεταφράζουμε ένα δοκίμιο, μπορεί να περιγραφεί συμπυκνωμένα ως εξής: μια προέκταση κι επεξεργασία των παρατηρήσεων του Μαρξ γύρω από την τεχνολογία, ιδωμένων μέσα από το πρίσμα των αναλύσεων του κριτικού μαρξισμού περί «ορθολογικότητας» (όπως αυτών στη Διαλεκτική του διαφωτισμού των Αντόρνο και Χορκχάιμερ και στην Έκλειψη του Λόγου του Χορκχάιμερ) και χρωματισμένων με τις υπαρξιστικές διαστάσεις μιας χαϊντεγγεριανής φιλοσοφίας. Όπως ο ίδιος το έθετε, φιλοδοξία του ήταν να αναπτύξει μια «φιλοσοφική ανθρωπολογία στην εποχή της τεχνοκρατίας». Η χρονολογία συγγραφής ορισμένων δοκιμίων αυτού του έργου ανάγεται ήδη στις δεκαετίες του 1950 και 1960· γεγονός που καθιστά τον Άντερς έναν από τους πρωτοπόρους στην προσπάθεια συστηματικής διερεύνησης των «επιπτώσεων της τεχνολογίας» (με την εξαίρεση της ιδιαίτερης περίπτωσης του Λούις Μάμφορντ, οι προηγούμενες τέτοιες απόπειρες, όπως του Χάιντεγγερ, ήταν πιο αποσπασματικές, ενώ κάποιες άλλες, όπως αυτές της σχολής της Φρανκφούρτης ή και του Κώστα Παπαϊωάννου, κινούνταν περισσότερο στη γραμμή μιας κριτικής του θετικισμού ως ιδεολογίας – κοσμοαντίληψης κι όχι τόσο ως εφαρμοσμένης τεχνικής). Αυτές οι χρονολογίες δεν είναι τυχαίες βέβαια. Ήταν ακριβώς η συνειδητοποίηση των καταστροφικών δυνατοτήτων των ατομικών όπλων που «ανάγκασε» ορισμένους διανοούμενους (κι όχι μόνο) να σκεφτούν εξ αρχής κι από μηδενική βάση τις σχέσεις των ανθρωπίνων κοινωνιών – και ειδικότερα των πιο «προηγμένων» – με τα τεχνολογικά επιτεύγματά τους. Κι ο Άντερς ήταν μία από τις πρώτες τέτοιες περιπτώσεις διανοουμένων (μια άλλη ήταν και ο Ζάκ Ελλύλ με το έργο του Η τεχνολογική κοινωνία, του 1964).

(περισσότερα…)

W. B. Yeats, Στοχασμοί και αποφθέγματα

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 4 / 6 ]

~.~

Επιλογή-Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν, έχουν ανθολογηθεί από το εκτενέστατο δοκιμιακό έργο του ποιητή. Μολονότι παρατίθενται εδώ χωρίς προκαθορισμένη σειρά, δίνουν μια πειστική όσο και γοητευτική γεύση από τη ρώμη αλλά και τη λεπταισθησία της γεητσιανής σκέψης. – ΚΚ

~.~

Οι Έλληνες, οι μόνοι τέλειοι καλλιτέχνες του κόσμου, έστρεψαν το βλέμμα τους εντός των συνόρων τους· εμείς σαν αυτούς, διαθέτουμε μια ιστορία γεμάτη με γεννήματα της φαντασίας όσο κανενός άλλου σύγχρονου έθνους, θρύλους που ξεπερνούν σε άγρια ομορφιά, καθώς νομίζω, όλους τους άλλους πέρα απ’ τους δικούς τους· στα χώματά μας, όπως και στα δικά τους, δεν υπάρχει ποτάμι ή βουνό που να μην έχει συνδεθεί στη συλλογική μνήμη με κάποιο γεγονός ή θρύλο· την ίδια στιγμή, λόγοι πολιτικοί έχουν κάνει την φιλοπατρία μεταξύ μας, πιστεύω, ακόμη πιο έντονη από τη δική τους. Θα ήθελα οι συγγραφείς και οι άλλοι τεχνίτες μας να κάνουν δική τους αυτήν την ιστορία κι αυτούς τους θρύλους, να μνημειώσουν ετούτα τα βουνά και τα ποτάμια κάνοντάς τα και πάλι ορατά μέσ’ απ’ τις τέχνες τους, έτσι που κάθε Ιρλανδός, κι ας βρίσκεται χιλιάδες μίλια μακριά, να είναι πάντα στον τόπο του. Είτε διαλέξουν θέμα τους τον θρύλο του Καστανού Ταύρου είτε τον ερχομό του Αγίου Πατρικίου, είτε τον πολιτικό αγώνα των μεταγενέστερων εποχών, ο υπόλοιπος κόσμος είναι τόσο πολύ παρών μες σ’ όλα αυτά που η αγάπη του θα παρακινήσει τα χέρια τους όσο, ίσως, τα χέρια κάποτε των Ελλήνων τεχνιτών. Με άλλα λόγια, η Ιρλανδία θα έπρεπε να αποκαταστήσει τις αρχαίες τέχνες, τις τέχνες όπως τις έβλεπαν στην Ιουδαία, στην Ινδία, στη Σκανδιναβία, στην Ελλάδα και στη Ρώμη, σε κάθε αρχαία γη· όπως τις καταλάβαιναν όταν συνέπαιρναν λαούς ολόκληρους και όχι μια δράκα ανθρώπους που μεγάλωσαν ως προνομιούχοι αργόσχολοι και έκαναν την ερμηνεία τους επάγγελμα.

~.~

Πείστηκα να μην αναζητώ ποτέ το σκηνικό ενός ποιήματος σε άλλη χώρα παρά στη δική μου, και νομίζω πως θα μείνω πιστός σ’ αυτή μου την πεποίθηση ώς το τέλος.

~.~

Δεν υπάρχει σπουδαία εθνικότητα χωρίς λογοτεχνία και, αντιστρόφως, δεν υπάρχει σπουδαία λογοτεχνία χωρίς εθνικότητα.

~.~

Ο Αριστοτέλης λέει ότι αν δώσεις μια μπάλα σ’ ένα παιδί, δεν πα’ να κοστίζει τρεις δεκάρες, αν είναι η καλύτερη στην αγορά, είναι υπόδειγμα μεγαλείου – και το ύφος, είτε στη ζωή είτε στη λογοτεχνία, πηγάζει, νομίζω, από την υπερβολή, απ’  αυτό το κάτι πέρα και πάνω από τη χρησιμοθηρία που σφίγγει την καρδιά. Στα μεταγενέστερα ποιήματά μου το ονομάζω Βυζάντιο, από εκείνη την πόλη όπου οι αχρείαστες μορφές των Αγίων πρόβαλλαν πάνω σε χρυσό ψηφιδωτό φόντο, και ένα τεχνητό πουλί τραγουδούσε πάνω σ’ ένα χρυσόδεντρο εμπρός στον αυτοκράτορα – και σ’ ένα ποίημά μου έχω φανταστεί τα πνεύματα να κολυμπούν, καβάλα σε δελφίνια που σχίζουν τις αισθησιακές θάλασσες, για να χορέψουν στα πλακόστρωτά της.

~.~ (περισσότερα…)

Στον στίβο του συμβολικού


*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Μέχρι πριν μερικές δεκαετίες ήταν ακόμα εφικτό για έναν επαγγελματία αθλητή να βγει δημοσίως και να διακηρύξει μεγαλοφώνως και με παρρησία, ως ένα σύγχρονο «έρκος Αχαιών», ότι «δεν είμαι το πρότυπο κανενός». Τέτοιες μεγαληγορίες μπορεί βέβαια να εκφέρονταν στα πλαίσια κάποιας διαφημιστικής καμπάνιας, αμβλύνοντας έτσι σε μεγάλο βαθμό τις όποιες αιχμές περιείχαν για την αδηφάγα βιομηχανία του θεάματος που δεν γνωρίζει φραγμούς. Έστω κι έτσι όμως, παρά τις απόπειρες απονεύρωσης και δημιουργικής ενσωμάτωσης τους σε πιο αποδεκτά πλαίσια, υποδείκνυαν κάτι βαρύνουσας σημασίας: τη δυνατότητα ύπαρξης της ετεροδοξίας και την ανάγκη αναμέτρησης με αυτή, ακόμα κι αν αυτή η αναμέτρηση γινόταν υπό τους όρους της ενσωμάτωσης.

Η εποχή που επέτρεπε τέτοιου είδους διανοητικές λεπτότητες και που είχε την απαραίτητη αυτοπεποίθηση ώστε να παρέχει χώρο σε αποκλίνουσες αντιλήψεις και ρητορικές λοξοδρομίες φαίνεται να έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Αρκεί πλέον μια απειροστή υπόνοια ότι ένας αθλητής τόλμησε να αγνοήσει τις επιταγές της πολιτικής ορθότητας για να ξεσηκωθούν εναντίον του οι διαδικτυακές και μιντιακές ορδές των σύγχρονων Καθαρών και Βογομίλων (ακόμα και από την άλλη άκρη του κόσμου, αρκεί η υπεύθυνη λίγκα να τους έχει πετάξει μερικά ψίχουλα στο παρελθόν), απαιτώντας τον κοινωνικό εξοστρακισμό του, τη συμβολική θυσία του πάνω σε μια πυρά που τρίζει από τα κλικ των like και των share. Μέχρι και ο εργοδότης του πεπτωκότος αθλητή εγκαλείται αν τυχόν δεν λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα προς «συμμόρφωση» του εργαζομένου του. Στη βάση ποιας λογικής όμως έχει φτάσει να θεωρείται αυτονόητο ότι ένας εργοδότης (και μάλιστα ιδιώτης) έχει το δικαίωμα να εγείρει αξιώσεις και απαιτήσεις περί του ορθώς εκφράζεσθαι των εργαζομένων του εκτός των ορίων του εργασιακού χώρου; Ο εύκολος ερμηνευτικός δρόμος για την εξήγηση αυτής της αλλαγής παραδείγματος των εργασιακών ηθών είναι αυτός που εκκινεί από μια υποτιθέμενη αυξημένη ευαισθησία των δυτικών κοινωνιών απέναντι σε φαινόμενα κακοποίησης και προσβλητικών συμπεριφορών για να καταλήξει λίγο – πολύ αβρόχοις ποσί σε ψευδαισθήσεις μεγαλείου περί κάποιας ηθικής προόδου των φιλελεύθερων «δημοκρατικών» καθεστώτων. Το ιστορικό βλέμμα, ωστόσο, έχει μάθει να είναι καχύποπτο απέναντι στις εύκολες ηθικολογικές ρητορείες που συχνά δεν είναι τίποτα άλλο παρά εφήμερος αφρός που ξεβράζουν στην επιφάνεια τα βαθιά ρεύματα μακράς διάρκειας της κοινωνικής αλλαγής. (περισσότερα…)

Σκέφτονται άρα υπάρχεις

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ

Το ζώο έχει πρόσωπο – ο άνθρωπος έχει μάσκα. Το ζώο το κοιτάζεις και βλέπεις την ψυχή του ζώου. Αν ξέρεις να βλέπεις, βλέπεις την αλήθεια του. Τον άνθρωπο τον κοιτάζεις και βλέπεις τον τρόπο με τον οποίο προσπαθεί να κρύψει την ψυχή του. Αν ξέρεις να βλέπεις, βλέπεις το ψέμα του.

Δύστυχο ζώο ο άνθρωπος. Δεν διάλεξε το ψέμα του. Του το έδωσαν για αλήθεια οι μάσκες που ψεύδονταν την ύπαρξή του. Παλεύει – παλεύει μια ζωή με την μάσκα του. Αν την αγαπήσει, τότε είναι που θ’ αρχίσει να ουρλιάζει μέσα του ό,τι δεν μπορεί να νιώσει πως η μάσκα του ανήκει. Αν την μισήσει, θ’ αρχίσει να δαγκώνει μέσα του ό,τι νιώθει πως απειλείται από την απόρριψη της μάσκας.

Έτσι κι αλλιώς χαμένος ο άνθρωπος πίσω από την μάσκα του. Έτσι κι αλλιώς μια προκατάληψη: σκέπτομαι άρα υπάρχω. Ώσπου ν’ ανακαλύψει πως το «σωστό» είναι: σκέπτονται άρα υπάρχω.

Και τότε η μάσκα γίνεται μάσκα της μάσκας. Την μάσκα δεν την επιλέγεις, δεν μπορείς να την φτιάξεις. Την μάσκα της μάσκας την επιλέγεις, μπορείς να την κατασκευάσεις. Μπορείς με μια κίνηση τερατώδους ψεύδους να υποκριθείς την αλήθεια.

Αυτός είναι ο «μηχανισμός» της πολιτικής επικοινωνίας: λέω τερατώδη ψέματα, για να σκεφτείς πως δεν μπορεί να είμαι τόσο ψεύτης. Άρα; Πίσω από την τερατώδη μάσκα βρίσκεται το πρόσωπο. Το πρόσωπο που τόσο θα ήθελες να βρίσκεται κάτω από την μάσκα σου ή το πρόσωπο που δεν θα ήθελες να βρίσκεται κάτω από την μάσκα σου.

Τα πάντα εκτός από την αμφιβολία. Η αμφιβολία είναι κουραστική, θέτει τόσα ερωτήματα. Και το χειρότερο: ζητάει απαντήσεις, με μόνο δεδομένο το χάος.

Κοιτάξτε τα πρόσωπά τους. Είναι οι μάσκες των μασκών που κρύβουν το χάος, το μηδέν, το τίποτα, αυτό που υπάρχει μόνο επειδή σκέπτεσαι.

Μια σκέψη θα μπορούσε να τους αφανίσει. Κι όμως αυτή η σκέψη δεν μπορεί να γίνει. Τι την κρατάει; Ο φόβος πως θα σταματήσουν να σκέπτονται και θα πάψεις να υπάρχεις!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

*

Ο φόβος να είσαι άνθρωπος

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ

Ο Homo sapiens sapiens ή απλά Άνθρωπος, το μόνο σωζόμενο υποείδος του Homo sapiens ή απλά Σοφού Ανθρώπου, θηλαστικό της οικογένειας των Ανθρωπιδών της υπεροικογένειας των Ανθρωποειδών της μικροτάξης των Κατάρρινων της ανθυποτάξης των Σιμιόμορφων της υποτάξης των Απλόρρινων της τάξης των Πρωτευόντων, πιθανόν θα υπάρχει όσο αναπαράγεται επαρκώς. Δυστυχώς αυτό δεν είναι στην εκλογή του. Το περιβάλλον του πλανήτη Γη δεν ενδιαφέρεται στο ελάχιστο για το τι πιστεύει ο άνθρωπος για τον εαυτό του και για την ανάπτυξή του.

Τα στοιχεία της φύσης θα μπορούσαν -και ενδεχομένως θα το κάνουν κάποτε- να αφανίσουν τον άνθρωπο, ο οποίος ακόμα και στην κορυφή της ανάπτυξής του, ακόμα και με τους καλύτερους όρους στον αγώνα επιβίωσης, δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα ροκανίδι σ’ έναν γιγάντιο αχυρώνα.

Άλλωστε, το ουσιώδες -όπως το θέτει ο ίδιος- δεν είναι η ύπαρξη του είδους του, η οποία είναι βέβαιο πως βαίνει αργά αλλά σταθερά προς τον αφανισμό, αλλά η ποιοτική ύπαρξή του και ίσως κάποια παράταση του αφανισμού – σε πλανητικό επίπεδο, φυσικά, αφού οι διαδικασίες του ηλικιακού συστήματος στο οποίο ανήκει η Γη είναι πέρα από τον έλεγχό του.

Σ’ αυτόν τον μάλλον αποτυχημένο αγώνα επιβίωσης, ο άνθρωπος είχε μέχρι πρότινος επινοήσει δύο εικόνες για την ίδια του την ύπαρξη: την τραγική και την μεσσιανική, στις οποίες βάσισε δύο τρόπους σκέψης: τον τραγικό και τον σωτηριολογικό. (περισσότερα…)

Richard Rorty, Ο φιλελευθερισμός ως ζήτημα καρδιάς

*

Μετάφραση: Ἕλενα Σταγκουράκη

Ἡ ἔννοια τοῦ φιλελευθερισμοῦ εἶναι τόσο εὐρεία καὶ περιλαμβάνει τόσο ἑτερογενῆ μεταξύ τους στοιχεῖα, ὥστε γεννᾶται τὸ ἐρώτημα ἂν ἀποτυπώνει ἐντέλει ἐπαρκῶς τὰ κύρια γνωρίσματα τῆς πολιτικῆς αὐτῆς κοσμοθεώρησης. Ὅμως, ἄν δὲν πρόκειται γιὰ συνεκτικὴ ἔννοια ποὺ συνδέει τοὺς φιλελεύθερους ὅλων τῶν ἀποχρώσεων μεταξύ τους, περὶ τίνος πρόκειται; Εἶναι δυνατὸν νὰ δοῦμε τὸν φιλελευθερισμὸ ὡς ζητήμα καρδιᾶς;

Οἱ φιλελεύθεροι χωρίζονται σὲ διάφορες ἐπιμέρους κατηγορίες: πιστοὶ καὶ ἀθεϊστές, αἰσιόδοξοι καὶ ἀπαισιόδοξοι, ὑποστηρικτὲς τοῦ Κὰντ ἢ τοῦ Μίλλ, εἴρωνες ἢ ἠθικολόγοι. Ὁ συνδετικὸς κρίκος ὅλων αὐτῶν τῶν διαφορετικῶν ἀνθρωπότυπων συνίσταται ὅμως σὲ κάτι διαφορετικό ἀπὸ αὐτές τους τὶς ἰδιότητες: τὴν ἱκανότητά τους νὰ μπαίνουν στὴ θέση ὅσων ὑποφέρουν. Οἱ φιλελεύθεροι παρακινοῦνται εὐκολότερα νὰ ἀντιδράσουν ἐμπρὸς στὴ βία, τὸν ἐξευτελισμὸ ἢ τὴν ἀδικία ἀπ’ ὅ,τι οἱ συντηρητικοί. Μπορεῖ νὰ μὴν συμμερίζονται τὴν ἴδια κοσμοθεώρηση, ὡστόσο τοὺς ἑνώνει ἡ συναισθηματικὴ ἀντίδραση. Ὁ φιλελευθερισμὸς εἶναι ζήτημα καρδιᾶς ὄχι πνεύματος. Ὁ τρέχων ὑποτιμητικὸς χαρακτηρισμὸς ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ συντηρητικοὶ στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες γιὰ τοὺς φιλελεύθερους εἶναι ἐνδεικτικός: «do-gooding bleeding hearts», κάτι σὰν «πονόκαρδες ἀδερφὲς Τερέζες».

Οἱ ἀπόπειρες νὰ θεμελιωθεῖ ὁ φιλελευθερισμὸς πάνω σὲ φιλοσοφικὴ βάση ἀστοχοῦν. Τὸ γεγονὸς ὅτι στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα λ.χ. ὑπῆρχαν δοῦλοι ἴσως ἦταν κάτι ἐσφαλμένο, ὄχι ὅμως καὶ παράλογο. Εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀποδείξουμε ὅτι ἡ δουλεία ὑπῆρξε ἱστορικὸ σφάλμα ἐπὶ τῆ βάσει ἀρχῶν τῶν ὁποίων ἡ ἰσχὺς εἶναι προφανὴς σὲ κάθε σκεπτόμενο ἄτομο κάθε ἐποχῆς καὶ κάθε τόπου. Ἐμεῖς, οἱ σύγχρονοι Εὐρωπαῖοι καὶ Ἀμερικανοί, ὑπερέχουμε ὅντως τῶν δουλοκτητῶν τοῦ παρελθόντος, ὅπως ὁ Περικλῆς καὶ ὁ Τόμας Τζέφφερσον, ἢ τοῦ παρόντος, ὅπως κάποιοι φύλαρχοι στὴ σημερινὴ Ἀφρική. Ὡστόσο, δὲν διαθέτουμε οὔτε καλύτερα συστήματα πίστεως οὔτε ὀρθότερη κρίση. Ἁπλῶς, εἴμαστε περισσότερο ἀπὸ ἐκείνους σὲ θέση νὰ συμμεριστοῦμε τὴν κατάσταση τῶν σκλάβων.

Ἑξαιρουμένων τῶν παθολογικῶν περιπτώσεων, καθένας δύναται νὰ συμπάσχει. Καθένας μοιράζεται τὸν πόνο τῶν μελῶν τῆς οἰκογένειάς του ἣ τῶν φίλων του. Οἱ δουλοκτῆτες συμμερίζονται τὶς ἀτυχίες τῶν ἄλλων δουλοκτητῶν, ὅπως καὶ οἱ βασανιστὲς ἐκεῖνες τῶν συναδέλφων τους. Παρὰ ταῦτα, στὶς περισσότερες κοινωνίες καὶ στὶς περισσότερες ἐποχὲς τῆς ἱστορίας τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ζωὴ ὑπῆρξε ὑπερβολικὰ δύσκολη καὶ ἀβέβαιη, ὥστε νὰ ἐπιτρέπει στὸν ἄνθρωπο νὰ διευρύνει τὴ συμπάθειά του ὥστε νὰ περιλάβει καὶ ἐκείνους ποὺ διέφεραν πολὺ ἀπὸ τὸν ἴδιο. Στοὺς δυὸ αἰῶνες ποὺ ἀκολούθησαν τὴ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση, ἡ κατάσταση τῆς μεσαίας τάξης στὴν Εὐρώπη καὶ τὴν Ἀμερικὴ ἐπέτρεψε σὲ πολλοὺς ἀκριβῶς αὐτό. Δὲν τίθεται βεβαίως ζήτημα ξαφνικῆς μεταστροφῆς τῶν μελῶν τοῦ ἀνθρωπίνου εἴδους καὶ προσχώρησής τους στὴ θεωρία τοῦ Κὰντ ποὺ θέλει τὸν ἄνθρωπο σκοπὸ καὶ ὄχι ταπεινὸ μέσο. Ἁπλῶς οἱ ἄνθρωποι, χάρη στὶς δικές τους πιὸ ἄνετες πλέον συνθῆκες διαβίωσης, ἔγιναν περισσότερο εὐαίσθητοι, περισσότερο γενναιόδωροι. Τοὺς ἐπετράπη ἔτσι νὰ θεωροῦν ἰσάξιο κάποιον, ἀκόμη καὶ ἐντελῶς διαφορετικὸ ἀπὸ τοὺς ἴδιους, ἐφόσον μετέχει τῆς κοινῆς ἀνθρώπινης μοίρας. Γιὰ νὰ μνημονεύσουμε τὰ λόγια τοῦ φιλοσόφου Πῆτερ Σίνγκερ, «διεύρυναν τὸν κύκλο τοῦ «Ἐμεῖς»». (περισσότερα…)

Εκφάνσεις του Μεταμοντέρνου: Η πολυπολιτισμικότητα

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

1.

Είναι περίεργο αλλά τα τελευταία χρόνια τα οποία είναι ταυτισμένα στη συνείδηση των πολιτών του πλανήτη με θέματα που αφορούν στην παγκοσμιοποίηση, στην ανταγωνιστικότητα, στο ελεύθερο εμπόριο, στην κατάρρευση των ανατολικών «σοσιαλιστικών» καθεστώτων και στην εξάπλωση της «δημοκρατίας» με τους γνωστούς αμερικάνικους τρόπους, μια ακόμα υπόθεση κυριαρχεί ως έμμονη ιδέα, κυρίως στις αναπτυγμένες χώρες του δυτικού κόσμου, αυτή της πολυπολιτισμικότητας.

Πολύ λίγες υποθέσεις έχουν σκορπίσει τόσο ενθουσιασμό όσο η πολυπολιτισμικότητα. Εκπρόσωποι πολιτικών κομμάτων, κυβερνητικοί αξιωματούχοι, στελέχη επιχειρήσεων, εκπαιδευτικοί, αναλυτές όλων των φασμάτων της κοινωνικής ζωής, αρχηγοί κρατών, για να ονομάσουμε λίγους από αυτούς, κηρύσσουν την αφοσίωση τους στην πολυπολιτισμικότητα. Σε όλα τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν σε διεθνή επίπεδο τα τελευταία χρόνια η έννοια της πολυπολιτισμικότητας ήταν παρούσα στην πρώτη γραμμή της επιχειρηματολογίας. Πρωταγωνιστές και σ’ αυτήν την υπόθεση οι κλασικοί φιλελεύθεροι και οι λεγόμενοι αριστεροί δημοκράτες πάσης φύσεως οι οποίοι για τους λόγους που θα ειπωθούν στη συνέχεια, έχουν καταστήσει τον πλουραλισμό και την πολυπολιτισμικότητα ένα άκρατο ιδεολόγημα σε μια εποχή «χωρίς ιδεολογία».

Θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι για μας δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με την πολυπολιτισμικότητα και με τη διαφορετικότητα. Εξάλλου στη φύση, στον υλικό και πολιτισμικό υπάρχει η ποικιλία και η διαφορετικότητα. Όμως μια συζήτηση για την πολυπολιτισμικότητα δεν προϋποθέτει απαραιτήτως, για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε τι εννοεί ο καθένας, μια πρώτη συζήτηση για το δεύτερο και βασικότερο συνθετικό της λέξεως, δηλαδή την έννοια του πολιτισμού; Διαφορετικά κινδυνεύουμε όλες οι συζητήσεις να είναι κενές νοήματος και περιεχομένου. Επίσης ακόμα χειρότερα υπάρχει κίνδυνος υποκατάστασης άλλων εννοιών, π.χ. της πολιτικής από την έννοια της πολυπολιτισμικότητας. Δηλαδή τι να σημαίνει άραγε η πολιτική που ασχολείται αποκλειστικά με την πολυπολιτισμικότητα; Ή ποια είναι η σχέση μεταξύ πολιτικής και πολυπολιτισμικότητας; Είναι κατανοητό ότι δεν προτιθέμεθα στο πλαίσιο αυτού του άρθρου να προβούμε στην προσέγγιση του όρου πολιτισμός. Οι λόγοι είναι προφανείς. Όμως μπορούμε διαπιστωτικά και όχι μόνο να προβούμε σε ορισμένες παρατηρήσεις που μπορούν να περιγράψουν το πρόβλημα και να κινητοποιήσουν τη σκέψη και τον στοχασμό. (περισσότερα…)

Σκέψεις για τη σωτηρία της νεότητας

*

του ΜΙΧΑΛΗ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

Ι. Ο ώριμος άνθρωπος οφείλει –πριν πεθάνει– να ξοδέψει όλα τα αποθέματα που διαθέτει. Και σωματικά και ψυχικά. Αν είναι δυνατόν, να μην αφήσει στον Χάρο τίποτε άλλο παρά μόνο ένα πέτσινο σακί γεμάτο με θρυμματισμένα κόκκαλα. Οι δεξαμενές αυτών των αποθεμάτων όμως πλάθονται και γεμίζουν όταν μέσα τους καταλήγουν τα πλουσιοπάροχα νερά της νεότητας. Άρα είναι ένα μέγεθος που καθορίζεται νωρίς στη ζωή του ανθρώπου. Τα ύδατα αυτά, αν και έχουν τη δυνατότητα να είναι χειμαρρώδη και γεμάτα με εύφορη ύλη, δεν σημαίνει ότι θα είναι και τέτοια. Ούτε σημαίνει ότι όλοι μας θα μπορέσουμε να φτάσουμε σε αυτό το επίπεδο πλησμονής. Χρειάζεται μέριμνα από νωρίς.

ΙΙ. Εκπαιδεύεται μια γενιά χωρίς πραγματικές εμπειρίες. Μια γενιά ανθρώπων που δεν έχουν επαφή με την αληθινή ζωή. Μια ολόκληρη στρατιά ανθρώπων που τους βιάζουν καθημερινώς στο να καλουπωθούν μέσα σε μια αλλοπρόσαλλη πνευματική αναπηρία, να εισέλθουν σ’ ένα αχυρένιο και παντελώς μέτριο πνευματικό προλεταριάτο, ενώ ταυτόχρονα τους παραμυθιάζουν για ελευθερίες, δικαιώματα και ευκαιρίες. Ο βιασμός εδώ έχει τη διττή σημασία της λέξης: είναι και βίαιος και βιαστικός (γρήγορος). Και στην τελική φάση του σχεδίου του πάντα άγαρμπος και με προφάσεις εν αμαρτίαις που θα ζήλευε ακόμα κι ο Προκρούστης. Έτσι, τα φρεάτια της σημερινής νεότητας κατασκευάζονται ρηχά διατρέχοντας τον άμεσο κίνδυνο να στερεύουν γρήγορα και να παραμένουν κατά την ενηλικίωση μόνο με τις κροκάλες του πάτου τους. Ή, έστω, μισογεμίζουν με ένα νερό γλυφό και παράξενο. Με νερό που αντί να σε ξεδιψά και να σε ξεκουράζει, περισσότερο σε συγχύζει, αφήνοντας σου ταυτόχρονα μια αίσθηση πίσσας στον ουρανίσκο, λες και έκανες πορείες μέσα στην έρημο κραδαίνοντας ένα άδειο παγούρι. (περισσότερα…)

Gottfried Benn, Ο μηδενισμός – και η υπέρβασή του

~ . ~

Επιμέλεια στήλης – Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

~.~

Μια εποχή στην οποία η δημιουργική ζωή του έθνους συντελούνταν σε έναν κλειστό πνευματικό χώρο, τον οποίο δεν είχαν διασπάσει ούτε οι εσωτερικοί αγώνες – οι αγώνες της μιας γενιάς εναντίον της άλλης και οι αγώνες των κοσμοθεωριών μεταξύ τους – καθώς μια πίστη, ένα αίσθημα παρέμεναν άτρωτα πέρα από όλες τις μεταβολές, μια τέτοια εποχή φαίνεται ότι υπήρξε για τη Γερμανία ο 17ος και ο 18ος αιώνας, και τη βλέπομε να τελειώνει περίπου με τον θάνατο του Γκαίτε. Η πίστη ή το αίσθημα που βρισκόταν στην ανατολή της εποχής αυτής λεγόταν: Θεός, ενώ στο τέλος λεγόταν: η Φύση. Αλλά μια Φύση, η αντίληψη για την  οποία είχε διαμορφωθεί κάτω από την επιρροή του Λάϊμπνιτς και του Σπινόζα· Φύση: ένα πανθεϊστικό Όλον, βέβαια ήδη ατομικοποιημένο, ή μάλλον, καθώς δεν υπήρχε ακόμη η έκφραση άτομο – δημιουργήθηκε για πρώτη φορά το 1805 με τις χημικές έρευνες του Dalton – ένα Όλον που έχει ήδη διαιρεθεί σε Μονάδες, αλλά η ανώτατη Μονάδα λεγόταν ακόμα Θεός, και μάλιστα διαβάζομε την έκφραση τούτη πολύ συχνά ακόμη και στον Γκαίτε. Βέβαια, ακόμη συχνότερα την απρόσωπη οικουμενιστική[1] έκφραση «Φύση», που είναι η αυθεντική του έκφραση, μιας φύσης που την αισθάνεται ακόμη εντελώς ανορθολογικά, που την χαιρετά λυρικά με στροφές προς τη σελήνη, για μιαν ακόμη φορά η παλιά, καλυμμένη, μητρική Φύση. Δεν της αποσπά κανείς από το σώμα της εξηγήσεις, λέει, αυτή είναι τα πάντα, της εμπιστεύομαι τον εαυτό μου, μπορεί να με μεταχειρίζεται, την υμνώ σε όλα τα έργα της.[2] Και οι προτάσεις αυτές από τον «Ύμνο στη Φύση» του έτους 1782, που βρίσκονταν στο Tiefurter Journal, είναι κατά κάποιον τρόπο τα αποχαιρετιστήρια λόγια της Δύσης προς έναν κόσμο, ο οποίος θεωρούνταν εδώ και 2000 χρόνια, άρα ήδη από την ελληνική μυθολογία ως έμψυχος, σε δένδρα και πλάσματα, ότι ήταν γεμάτος θεούς, και είχε δοθεί στον άνθρωπο.  (περισσότερα…)

Αιώνια επιστροφή

*

Σκέψου μια μέρα ή μια νύχτα ένας δαίμονας να τρύπωνε στην μοναξιά σου την πιο μοναχική και να σου ’λεγε: «Αυτή τη ζωή, όπως τη ζεις τώρα δα και την έζησες, θα τη ζήσεις και θα την ξαναζήσεις αμέτρητες ακόμη φορές· και τίποτε δεν θα ’ναι καινούργιο σ’ αυτήν, αλλά κάθε πόνος και κάθε ηδονή και κάθε ιδέα και στεναγμός και κάθε τι ανείπωτα μικρό και μεγάλο της ζωής σου όλα τους θά ’ρθουν ξανά να σε βρουν, κι όλα τους με την ίδια σειρά και με την ίδια τάξη».

ΦΡΗΝΤΡΙΧ ΝΙΤΣΕ, Η Χαρούμενη Επιστήμη

*

Μπόρις Γκρόυς, Για τον καλλιτεχνικό ακτιβισμό

*

Μετάφραση ΙΠΠΟΣ ΥΨΑΥΧΗΣ

Το ζήτημα του ακτιβισμού της τέχνης δηλαδή της δυνατότητάς της να λειτουργεί ως αρένα και μέσο για πολιτική διαμαρτυρία και κοινωνικό ακτιβισμό είναι από τα θέματα που συζητιούνται προσφάτως. Το ρεύμα του καλλιτεχνικού ακτιβισμού είναι κεντρικό στην εποχή μας γιατί είναι ένα νέο φαινόμενο αρκετά διαφορετικό από το ρεύμα της κριτικής τέχνης που μας έγινε οικείο τις τελευταίες δεκαετίες.

Οι ακτιβιστές της τέχνης δεν θέλουν απλώς να ασκούν κριτική στη συστημική τέχνη ή στις γενικές πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες κάτω από τις οποίες λειτουργεί αυτή. Μάλλον, ζητούν να αλλάξουν αυτές τις συνθήκες μέσω της τέχνης – όχι τόσο μέσα στο πλαίσιο της τέχνης αλλά και έξω από αυτό, να αλλάξουν την ίδια την πραγματικότητα. Υπάρχουν ακτιβιστές τέχνης που προσπαθούν να αλλάξουν τις συνθήκες διαβίωσης σε οικονομικά υπανάπτυκτες περιοχές, που εγείρουν οικολογικές ανησυχίες, που προσφέρουν πρόσβαση στον πολιτισμό και την εκπαίδευση στους πληθυσμούς των φτωχών χωρών και περιοχών, που προσελκύουν την προσοχή για τα δεινά των λαθρομεταναστών, τη βελτίωση των συνθηκών των ανθρώπων που εργάζονται σε καλλιτεχνικούς χώρους και ούτω καθεξής. Οι ακτιβιστές της τέχνης αντιδρούν στην αυξανόμενη κατάρρευση του σύγχρονου κοινωνικού κράτους και στην προσπάθεια αντικατάστασης του κοινωνικού κράτους με τις ΜΚΟ που για διαφορετικούς λόγους δεν μπορούν ή δεν πρόκειται να εκπληρώσουν το ρόλο τους. Οι ακτιβιστές της τέχνης θέλουν πράγματι να είναι χρήσιμοι, να αλλάξουν τον κόσμο, να κάνουν τον κόσμο καλύτερο αλλά ταυτόχρονα, δεν θέλουν να πάψουν να είναι καλλιτέχνες. (περισσότερα…)