ΝΠ | Ποίηση Ξένη

Ezra Pound, Χιου Σέλγουην Μώμπερλυ (1/3)

 

EP 1

~.~

ΕZRA POUND

ΧΙΟΥ ΣΕΛΓΟΥΗΝ ΜΩΜΠΕΡΛΥ

Βίος και συναναστροφές

 

logo

 

Προλεγόμενα Μετάφραση Σημειώσεις
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

 

Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 ακριβώς ετών από την πρώτη έκδοση του Hugh Selwyn Mauberley στο Λονδίνο («Τhis edition of 200 copies is the third book of the Ovid Press: was printed by John Rodker and completed April 23rd, 1920»), το ηλεκτρονικό Νέο Πλανόδιον παρουσιάζει τo κορυφαίο έργο του Ezra Pound και του πρώιμου αγγλοαμερικανικού μοντερνισμού σε νέα, πλήρη και σχολιασμένη μετάφραση του Κώστα Κουτσουρέλη.

Το παρόν πρώτο μέρος του αφιερώματος περιλαμβάνει τα προλεγόμενα του μεταφραστή· το δεύτερο μέρος περιέχει το πρώτο και εκτενέστερο τμήμα της σύνθεσης· τέλος, το τρίτο μέρος περιέχει το δεύτερο και καταληκτικό τμήμα του Μώμπερλυ καθώς επίσης υπομνηματισμό του έργου.

Απόσπασμα της μετάφρασης προδημοσιεύθηκε στο τελευταίο χαρτώο τεύχος μας τον Δεκέμβριο που μας πέρασε (ΝΠ4, χειμώνας 2019-2020, σ. 3-10). Οι εικόνες από την πρώτη έκδοση του 1920 που κοσμούν την παρούσα δημοσίευση προέρχονται από τον ιστότοπο της Wikisource. Τα πρωτογράμματά της είναι έργο του χαράκτη E. Wadsworth. Τα ιχνογραφικά πορτραίτα είναι του Wyndham Lewis.

 

(περισσότερα…)

Χίλντε Ντομίν, Σε θέλω

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΕ ΘΕΛΩ

Χίλντε Ντομίν σε μετάφραση Έλενας Σταγκουράκη

 

Τα ποιήματα αυτά συνιστούν παιχνίδι τριπλό.
Όχι μόνο είναι ο τίτλος της συλλογής παραπλανανητικός (ή μήπως όχι;),
αλλά γράφτηκαν και γι’ άλλο σκοπό,
άλλο συγκείμενο από το σημερινό.
Και όμως, διαβάζοντάς τα σήμερα, διάβασα το σήμερα,
το παγκόσμιο Εδώ και το Τώρα.
Τα ‘διάβασα εις βάθος’ λοιπόν και τα προσφέρω
εν είδει χαιρετισμού
κι αλληλέγγυου νεύματος
-αυτήν την εποχή της οικουμενικής καραντίνας-
στα μάτια που θα συναντήσουν τα δικά μου
και θα δεχτούν την πρόσκληση σε αυτήν τη νέα ανάγνωση
―αυτήν τη μεταφορά.

Ε.Σ. 28.03.2020

(περισσότερα…)

Γιουν Σέον-ντο, Επτά σίτζο του φθινοπώρου

μετάφραση: ΤΟΝΙΑ ΚΟΒΑΛΕΝΚΟ

Ο Γιουν Σέον-ντο ή Κοσάν (1587-1671) είναι ο κορυφαίος εκπρόσωπος του σίτζο, της πιο χαρακτηριστικής μορφής της κλασσικής κορεατικής ποίησης, με περιεχόμενο στοχαστικό ή συμβολικό. Το κυριότερο έργο του Γιουν είναι το Καλεντάρι του ψαρά, ένας κύκλος από σαράντα σίτζο για τις τέσσερις εποχές. Βλ. ακόμη: https://neoplanodion.gr/2017/11/12/γιουν-σέον-ντο-δώδεκα-σίτζο/

* * *

Ειδυλλιακή του ψαρά η ζωή, μακριά από τις έγνοιες του κόσμου. Μην περιγελάτε τον γέρο ψαρά, σε κάθε πίνακα μέσα θα τον βρείτε. Όλες οι εποχές φέρνουν χαρά, μα το φθινόπωρο όλες τις ξεπερνά.

* * *

Σύννεφα προβατάκια αρμενίζουν, τα δέντρα κουβεντιάζουν στον αέρα. Με την πλημμυρίδα, πάμε στη Δυτική Λίμνη∙ με την άμπωτη  στην Ανατολική. Οι λευκές φτέρες και τα ρόδινα νούφαρα με κάνουν να χαμογελώ σε όλη τη διαδρομή.

* * *

Στο βάθος  πετούν αγριόπαπιες∙ τα βουνά πίσω τους πρώτη φορά τα βλέπω. Παντού μ’ αρέσει να ψαρεύω, αλλά αυτή η λιμνούλα είναι μαγεία. Ο ήλιος του δειλινού με το λαμπύρισμά του κεντάει στην επιφάνειά της χίλιες δυο κορφές.

* * *

Στόματα ασημένια, λέπια ζαφειρένια, πόσα ψάρια σήμερα μες στο καλάθι μου; Θα φτιάξω από καλάμια μια φωτιά να ψήσω τα πιο ωραία, ένα-ένα τη φορά.  Γέρνω το παλιό σταμνί ώσπου να ξεχειλίσει το κρασοπότηρό μου.

* * *

Απαλό αεράκι πλευρίζει τη βάρκα, τραβώ για το σπίτι με ανοιχτά πανιά. Κι ας πυκνώνει γύρω το σκοτάδι, εμένα με αγαλλιάζει η σιγαλιά. Τα φύλλα των δέντρων βαμμένα βυσσινιά και τα κρυστάλλινα νερά έχουν μια αιώνια ομορφιά.

* * *

Μα πού βρίσκομαι; Πού τελειώνει η γη, πού αρχίζει ο ουρανός;

Καμιά σκόνη* δεν φέρνει ως εδώ ο άνεμος για να πρέπει μετά από πάνω μου να την τινάξω. Κι αφού δεν άκουσα βρόμικα λόγια, ποιος ο λόγος να ξεπλύνω τα αυτιά μου;

*Πολιτική αναφορά στη ‘σκόνη’ του έξω κόσμου

**Ο ερημίτης Χσου Γιου έσπευσε να πλύνει τα αυτιά του με νερό απ’ το ποτάμι, όταν ο αυτοκράτορας του πρότεινε να του μεταβιβάσει τον θρόνο.

* * *

Με έχει σκεπάσει η παγωνιά απ’ την κορφή ως τα νύχια, κι όμως καθόλου δεν κρυώνω. Η βαρκούλα μου στενή, μα στενότερος ακόμα ο κόσμος. Τα ίδια ακριβώς θα κάνω αύριο, κι όλες τις άλλες μέρες που θα ’ρθούν.

ΓΙΟΥΝ ΣΕΟΝ-ΝΤΟ

Μάθιου Άρνολντ, Η παραλία του Ντόβερ

Η παραλία του Ντόβερ

1_7TdPq7EVjcA1eNBm0m-yTw.jpeg

(μτφρ.-σημείωμα: Κώστας Ζωτόπουλος)

DOVER BEACH

The sea is calm tonight.
The tide is full, the moon lies fair
Upon the straits; on the French coast the light
Gleams and is gone; the cliffs of England stand,
Glimmering and vast, out in the tranquil bay.
Come to the window, sweet is the night-air!
Only, from the long line of spray
Where the sea meets the moon-blanched land,
Listen! you hear the grating roar
Of pebbles which the waves draw back, and fling,
At their return, up the high strand,
Begin, and cease, and then again begin,
With tremulous cadence slow, and bring
The eternal note of sadness in.

Sophocles long ago
Heard it on the Ægean, and it brought
Into his mind the turbid ebb and flow
Of human misery; we
Find also in the sound a thought,
Hearing it by this distant northern sea.

The Sea of Faith
Was once, too, at the full, and round earth’s shore
Lay like the folds of a bright girdle furled.
But now I only hear
Its melancholy, long, withdrawing roar,
Retreating, to the breath
Of the night-wind, down the vast edges drear
And naked shingles of the world.

Ah, love, let us be true
To one another! for the world, which seems
To lie before us like a land of dreams,
So various, so beautiful, so new,
Hath really neither joy, nor love, nor light,
Nor certitude, nor peace, nor help for pain;
And we are here as on a darkling plain
Swept with confused alarms of struggle and flight,
Where ignorant armies clash by night.

~.~

Η ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΟΥ ΝΤΟΒΕΡ

Γαλήνια η θάλασσα αυτό το βράδυ.
Το φεγγάρι γεμάτο, λάμπει πάνω απ’ τα στενά
Η παλίρροια ανεβαίνει· στη γαλλική ακτή το φως
Τρεμοφέγγει και σβήνει·  απόκρημνοι ορθώνονται της Αγγλίας οι βράχοι,
Απέραντοι στον ήρεμο κόλπο και φωτισμένοι αχνά.
Έλα στο παράθυρο, ο βραδινός αέρας γλυκός!
Κοίταξε εκεί, στου αφρού τη μακριά γραμμή,
Όπου το πέλαγο σμίγει με την ασημόχροη απ’ το σεληνόφως γη
Άκου! Τον τραχύ ορυμαγδό
Των βοτσάλων που τα κύματα σύρουν και πετούν με ορμή,
Ενώ επιστρέφουν, ψηλά στον γιαλό.
Αενάως σταματούν και ξαναρχίζουν,
Με τρεμάμενο αργό ρυθμό σκορπίζουν
Της λύπης την αιώνια μουσική.

Ο Σοφοκλής, αιώνες πριν,
Άκουσε στο Αιγαίο αυτή τη μουσική
Και του ήρθε στον νου η άμπωτη και η πλημμυρίδα η θολή
Της δυστυχίας του γένους των ανθρώπων·
Αλλά κι εμείς μια ιδέα τέτοια αποκτούμε
Από τη θάλασσα αυτών των βόρειων τόπων
Τους ήχους της όταν ακούμε.

Η Θάλασσα της Πίστης ήταν κι αυτή
Κάποτε ισχυρή, αγκάλιαζε ακτές της γης
Σαν τις πτυχές γιρλάντας λαμπερής.
Όμως τώρα ακούω μόνο το μελαγχολικό
Που αποτραβιέται, μακρύ βουητό,
Ενώ υποχωρεί, στου βραδινού ανέμου την πνοή
πέρα σε αχανείς άκρες ζοφερές
Και στης ακτής τις πέτρες τις γυμνές.

Ω, αγάπη μου, ας είμαστε αληθινοί
Ο ένας απέναντι στον άλλον! Γιατί ο κόσμος που φαντάζει
Ν’ απλώνεται μπροστά μας σαν γη ονειρική,
Ποικιλμένος, όμορφος και τόσο καινούριος που μοιάζει,
Δεν έχει χαρά, ούτε αγάπη, ούτε φως στ’ αλήθεια,
Δεν έχει βεβαιότητα, ούτε ειρήνη, ούτε στον πόνο βοήθεια.
Και είμαστ’ εδώ, σαν σε πεδιάδα σκοτεινή
Που τη σαρώνουν συνθήματα ασαφή για αγώνα ή για φυγή,
Κι όπου συγκρούονται μέσα στη νύχτα και στην άγνοια, τόσοι στρατοί.

Νυκτομαχία: η τραγική ανθρώπινη κατάσταση.

Το ποίημα «Η παραλία του Ντόβερ» του Μάθιου Άρνολντ

Ο Matthew Arnold (1822-1888) υπήρξε Βρετανός ποιητής, λογοτεχνικός κριτικός, δοκιμιογράφος, μεταφραστής αποσπασμάτων του Ομήρου και εργάστηκε ως επιθεωρητής σχολείων. Ήταν γιος του Thomas Arnold, φημισμένου διευθυντή του Rugby School και αδελφός των συγγραφέων Tom Arnold και William Delafield Arnold. Ο Matthew Arnold έχει χαρακτηριστεί ως συγγραφέας με διδακτικό τόνο, που συμβουλεύει τον αναγνώστη επί σύγχρονων κοινωνικών θεμάτων.

Το Dover Beach  είναι το διασημότερο ποίημά του. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1867 στη συλλογή New Poems, αλλά από καταλειπόμενα σημειώματα του ποιητή φαίνεται ότι η σύνθεσή του μπορεί να είχε αρχίσει το 1849. Η πιο πιθανή χρονολογία δημιουργίας του είναι το 1851. Ο τίτλος, ο τόπος και το θέμα των εναρκτήριων περιγραφικών στίχων είναι η ακτή του Αγγλικού πορθμείου του Dover, στο Kent, απέναντι από το Calais της Γαλλίας, στο στενότερο τμήμα (21 μίλια) του Αγγλικού καναλιού, όταν ο Arnold πέρασε εκεί τον μήνα του μέλιτος, το 1851. Πολλές από τις παραλίες σε αυτό το τμήμα της Αγγλίας αποτελούνται από μικρές πέτρες ή βότσαλα παρά από άμμο, και ο Arnold περιγράφει την άμπωτη πάνω στις πέτρες ως «τραχύ ορυμαγδό» (grating roar).

Matthew-Arnold.jpgΜερικά αποσπάσματα και μεταφορές του ποιήματος έχουν γίνει πολύ γνωστά. Ο Arnold ξεκινά με μία νατουραλιστική και λεπτομερή  περιγραφή της νυχτερινής θέας της παραλίας του Dover, στην οποία τα ηχητικά στοιχεία παίζουν έναν σημαντικό ρόλο. Η παραλία είναι γυμνή και μόνο ένας υπαινιγμός ανθρώπινης παρουσίας γίνεται, με το φως που «τρεμοφέγγει και σβήνει». Σε συμφωνία με την παραδοσιακή άποψη, ότι το ποίημα γράφτηκε κατά τη διάρκεια του μήνα του μέλιτος του Arnold, έχει θεωρηθεί ότι ο ομιλητής μάλλον απευθύνεται στη σύζυγό του. Ο Arnold επικεντρώνεται σε δύο πλευρές αυτής της σκηνής, στα ηχητικά στοιχεία (στην πρώτη στροφή) και στην υποχωρητική δράση  της παλίρροιας (στη δεύτερη στροφή). Ακούει τον ήχο της θάλασσας ως «της λύπης την αιώνια μουσική». Αναφέρει τον Σοφοκλή, ο οποίος επίσης άκουσε αυτόν τον ήχο καθώς στεκόταν πάνω από μια ακτή του Αιγαίου πελάγους, αιώνες πριν. Αυτή η εικόνα του τραγικού ποιητή των κλασικών χρόνων, έχει ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως από διάφορους κριτικούς. Έχει επισημανθεί η διάκριση μεταξύ δύο διαφορετικών ερμηνειών της «αιώνιας μουσικής της λύπης». Ο  Σοφοκλής την βλέπει από την άποψη της τραγικής θέσης του ανθρώπου, ενώ ο Arnold, που ζει στον βιομηχανικό δέκατο ένατο αιώνα, ακούει σ’ αυτόν τον ήχο την υποχώρηση της θρησκείας και της θρησκευτικής πίστης. Έχει ερευνηθεί το έργο του Σοφοκλή, προκειμένου να ανακαλυφθεί κάποιο σχετικό απόσπασμα και έχουν προταθεί αποσπάσματα από τα έργα Αντιγόνη, Τραχίνιαι, Οιδίπους επί Κολωνώ και Φιλοκτήτης. Το συμπέρασμα ήταν ότι δεν υπάρχει κανένα απόσπασμα στα έργα του Σοφοκλή που να έχει άμεση σχέση με τους στίχους στο Dover Beach. Ο Έλληνας τραγικός ποιητής κάνει αναφορές μόνο στα αλλεπάλληλα χτυπήματα της Μοίρας πάνω σε μια συγκεκριμένη οικογένεια και πλησιέστερα στη μεταφορά αυτή του Arnold βρίσκεται ένα απόσπασμα από τις Τραχίνιες.

Στη συνέχεια ο αφηγητής στρέφεται στην δράση της παλίρροιας και  βλέπει στην υποχώρησή της μία μεταφορά της απώλειας της θρησκευτικής πίστης στη σύγχρονη εποχή, που για μια ακόμη φορά εκφράζεται με αναφορά σε ήχους («Όμως τώρα ακούω μόνο το μελαγχολικό/που αποτραβιέται μακρύ βουητό»). Αυτή η τρίτη στροφή αρχίζει με μια εικόνα όχι λύπης, αλλά χαράς, που μοιάζει σε ομορφιά με την εναρκτήρια εικόνα του ποιήματος.

Η τελική στροφή αρχίζει με το ποιητικό υποκείμενο να απευθύνεται στην αγαπημένη του και στη συνέχεια βαδίζει προς την διάσημη τελική μεταφορά, η οποία πιθανότατα παραπέμπει σε ένα απόσπασμα της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη (Ιστορίαι, βιβλίο Ζ΄, 44). Εκεί ο Θουκυδίδης περιγράφει μία αρχαία μάχη που έλαβε χώρα σε μία παρόμοια ακτή κατά τη διάρκεια της εισβολής των Αθηναίων στη Σικελία.  Η μάχη διεξήχθη τη νύχτα. Ο Αθηναϊκός στρατός αποπροσανατολίστηκε ενώ μαχόταν μέσα στο σκοτάδι και πολλοί από τους στρατιώτες κατά λάθος  σκότωσαν ο ένας τον άλλον. Αυτή η τελική εικόνα έχει επιδεχθεί διάφορες ερμηνείες από τους κριτικούς. Κατά μία άποψη, αυτή η «νυκτομαχία», η μάχη μέσα σε σύγχυση και άγνοια στη «σκοτεινή πεδιάδα», συνοψίζει μία κεντρική θέση για την ανθρώπινη κατάσταση.

Το ποίημα, ξεκινώντας απ’ το παρόν, μεταβαίνει στην Ελληνική κλασική εποχή, ύστερα (με την ανησυχία για την Θάλασσα της Πίστης) φτάνει στην Μεσαιωνική Ευρώπη, πριν επιστρέψει τελικά στο παρόν. Έχει επισημανθεί το προσεκτικό λεκτικό της εναρκτήριας περιγραφής, ο συνολικός συναρπαστικός ρυθμός και κυματισμός του ποιήματος, καθώς και ο δραματικός του χαρακτήρας.

fbd04008-b3ee-11e7-bd81-0feeb2b41cb44.jpeg

Το ποίημα αυτό είχε μεγάλη επίδραση στην αγγλική και αμερικανική λογοτεχνία και έχει αναφερθεί κατά σημαντικό τρόπο, με παραθέσεις αποσπασμάτων του, σε διάφορα μυθιστορήματα, ποιήματα, θεατρικά έργα και κινηματογραφικές ταινίες, όπως, εντελώς ενδεικτικά, στα μυθιστορήματα  Fahrenheit 451 του Ray Bradbury, Saturday του Ian McEwan, Portnoys Complaint του Philip Roth και στο κινηματογραφικό έργο Cabaret. Επίσης, έχει καταστεί πηγή για διάφορους τίτλους λογοτεχνικών έργων. Υπάρχουν διάφοροι τίτλοι μυθιστορημάτων που περιέχουν τη φράση darkling plain, (το darkling αποτελεί νεολογισμό που ανέδειξε ο Arnold στο ποίημα, σε αντιδιαστολή με τη λέξη sparkling). Επίσης, υπάρχουν τίτλοι που περιέχουν τις φράσεις clash by night, ignorant armies, όπως και The Armies of the Night, που αποτελεί τίτλο μυθιστορήματος του Norman Mailer. Ακόμη, υπάρχει και ένα διεθνές θρησκευτικό κίνημα με την ονομασία The Sea of Faith.

KΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ιώβ, μέρος β΄ (απόδοση Πέτρος Γιατζάκης)

~.~

Ι Ω Β
μέρος β’

απόδοση Πέτρος Γιατζάκης

Ο Θεός παιδαγωγεί μέσα από τα πάθη ( 5,17-5,27 )

17 Μακάριος ο άνθρωπος που νουθετεί ο Κύριος!
Τον κανόνα του Παντοδύναμου μην τονε χλευάζεις.

18 Ο Κύριος λαβώνει, αλλά κι επιδένει την πληγή,
Χτυπά, αλλά οι χείρες του γιαίνουν την πληγή.

19 Εξάκις εκ θλίψεων λυτρώσει σε,
Την εβδόμη κακό κανένα δε θα σ’ αγγίζει πια.

20 Στης πείνας τον καιρό από το θάνατο σε σώζει,
Στον πόλεμο σε φυλάει από του ξίφους την ισχύ.

21 Από την μάστιγα της κακογλωσσιάς βρίσκεις καταφύγιο,
Δεν είναι ανάγκη να καρδιοχτυπάς μπρος στην καταστροφή.

22 Τον όλεθρο και την πείνα θα περιγελάσεις,
Τα άγρια θεριά δε θα σε τρομάζουν πια.

23 Με τους λίθους του αγρού θα κλείσεις ειρήνη,
Και με τα ανήμερα θεριά θα έχεις συμμαχία.

24 Θα ξέρεις ότι η σκηνή σου είναι εν ειρήνη,
Κι ότι απ’ το βιός σου τίποτα δε λείπει.

25 Θα δεις το σπόρο σου να πληθαίνει·
Τα βλαστάρια σου θα’ ναι άπειρα σαν τα βότανα της γης.

26 Θα μπεις στον τάφο σφύζοντας ακόμα από ζωή,
Σαν θημωνιά στάρι θερισμένο στον καιρό του.

27 Κοίτα, όλα τούτα τα ερευνήσαμε και καταλεπτώς τα εξιχνιάσαμε.
Έτσι είναι, έτσι τα ακούσαμε. Όσο για σένα, άκουσε και δέξου τα!

~.~
(περισσότερα…)

Ιώβ, μέρος α΄ (απόδοση Πέτρος Γιατζάκης)

agios-iob-10-1024x680.jpg

~.~

Ι Ω Β

απόδοση Πέτρος Γιατζάκης

~.~

Το διηγηματικό πλαίσιο του ποιήματος (1,1 – 2,10)

Η δικαιοσύνη του Ιώβ ( 1,1 – 1,5 )

1,1 Στη χώρα την Αυσίτιδα ήτανε μια φορά ένας άνθρωπος με τ’ όνομα Ιώβ.

Ο άνθρωπος αυτός ήταν ακέραιος και δίκαιος· ήταν θεοσεβούμενος κι αποστρεφόταν καθετί κακό.

2 Του ’χαν γεννηθεί εφτά γιοί και τρεις θυγατέρες.

3 Το βιός του ήταν εφτά χιλιάδες γιδοπρόβατα, τρεις χιλιάδες καμήλες, πεντακόσια ζευγάρια βόδια, πεντακόσιες ασίνες[1] και πλήθος ολάκερο υποτακτικοί και υπηρέτες. Ο Ιώβ ήταν ο πιο πλούσιος κι ο πιο τρανός απ’ όλα τα τέκνα της Ανατολής.

4 Οι γιοί του είχαν το συνήθειο μεγάλα φαγοπότια στα σπίτια τους να φιλοξενούνε, ο καθένας με τη σειρά του, κι έστελναν και καλούσαν τις τρεις αδερφές τους να φάνε και να πιούνε μαζί τους.

5 Όταν τα μερόνυχτα των γλεντιών τελειώναν, ο Ιώβ έστελνε παραγγελιά να τους πει να καθαριστούν και να εξαγνιστούνε. Σηκωνόταν πρωί-πρωί και πρόσφερε ολοκαυτώματα, ένα για κάθε έναν απ’ αυτούς, διότι λόγιαζε: Ίσως τα παιδιά μου αμάρτησαν και βλαστήμησαν το Θεό μες στην καρδιά τους, μ’ έναν ανόσιο λογισμό τους. Αυτά είχε ο Ιώβ το συνήθειο πάντοτε να κάνει. 

~.~
(περισσότερα…)

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Ένα τραγούδι

merlin_146941737_28249d83-be29-4a0a-9b63-3759cd9ea983-articleLarge.jpg

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

Ένα τραγούδι

Το τραγούδι «Soldaten stod med sitt gevär», (στίχοι: Ingmar Bergman, μουσική: Erik Nordgren), ακούγεται στην ταινία του Σουηδού σκηνοθέτη, Ansiktet (1958).

Φαντάρος τ’ όπλο έχει αγκαλιά,
οι εχθροί κι η μάχη ’ναι κοντά,
λάβρες και μπόρες, κακός καιρός,
σέρνει το βήμα με κόπο εμπρός.

Από τα δάση χιμάν οι εχθροί,
τρόμος του κόβει τη χολή,
το αίμα ποτάμι ρέει στις πληγές,
χαίρεται ο χάρος τόσες ψυχές.

Της νίκης πήρε το στεφάνι,
της νύχτας η βροχή τον πιάνει,
για την καλή του μια γραφή
σκύβει και γράφει στο χαρτί.

Πνοή ’ναι η αγάπη,
ψυχή ’ναι, καρδιά,
κουράγιο είν’ η αγάπη,
ζεστή μι’ αγκαλιά.

Η αγάπη είναι μια,
είν’ αδιαίρετη, απλή,
είν’ εμπρός σου εδώ να
κι όμως μένει κρυφή.

~.~

Soldaten stod med sitt gevär
Det var krig och fienden var när
Solen lyste och vinden ven
Soldaten tågade på trötta ben

Fienden flög ur skogen fram
Det blev hett om örat på vår man
Knivarna blänkte och blodet spröt
Mången krigare, döden njöt

Soldaten bar seger i hatten
Det rängnade väldigt i natten
Soldaten satt för sej själv och skrev
Han skrev till kärestan långt ett brev

Kärlek ger vila
Kärlek ger tröst
Kärlek ger styrka
I klenaste bröst

Kärlek är ett
Kann aldrig bli två
Kärlek är lätt
Och svårt att förstå

Απόδοση από τα σουηδικά: Κώστας Κουτσουρέλης
με τη συνεργασία της Κορίνας Λεγάκη

Γιουν Σέον-ντο, Δώδεκα σίτζο

γιουν3

~ . ~   

μετάφραση: ΤΟΝΙΑ ΚΟΒΑΛΕΝΚΟ

Ο Γιουν Σέον-ντο ή Κοσάν (1587-1671) είναι ο κορυφαίος εκπρόσωπος του σίτζο, της πιο χαρακτηριστικής μορφής της κλασσικής κορεατικής ποίησης, με περιεχόμενο στοχαστικό ή συμβολικό. Το κυριότερο έργο του Γιουν είναι το Καλεντάρι του ψαρά, ένας κύκλος από σαράντα σίτζο για τις τέσσερις εποχές.

~ . ~

ΑΝΟΙΞΗ

Μια καινούρια μέρα ζεσταίνεται απ’ τον ήλιο της, τα πιο μεγάλα ψάρια κολυμπούν κοντά στην επιφάνεια. Δυο-δυο, τρεις-τρεις υψώνονται οι γλάροι, βουτάνε για λίγο χαμηλά κι απογειώνονται πάλι. Έτοιμα τα καλάμια του ψαρέματος, το κρασί το πήραμε μαζί;

~ . ~

Παραήπια: μάλλον με πήρε ο ύπνος∙ η βάρκα μου παρασύρθηκε στα βαθιά. Ολόγυρά μου επιπλέουν πέταλα ροδακινιάς· ίσως να πέφτει κάπου εδώ ο παράδεισος. Κι αν όχι, είμαι πάντως μακριά από τη σκόνη των ανθρώπων.

~ . ~

Παράτησα το ψάρεμα και κοιτάζω το φεγγαρόφωτο μέσα απ’ το καναβάτσο. Με έπιασε η νύχτα στα πράσα: άκου το κάλεσμα του κούκου. Τόση χαρά μου δίνει, που δεν θυμάμαι πια το δρόμο για το σπίτι.

~ . ~

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Σταμάτησε το ψιλόβροχο, κυλάει πάλι καθαρό το λασπωμένο ρέμα. Με το καλάμι του ψαρέματος στον ώμο, πλημμυρίζω προσμονή. Ποιος ζωγράφισε πάνω στο θολό ποτάμι τόσες βουνοκορφές;

~ . ~

Γέμισε με ρύζι τα φύλλα του λωτού, μας φτάνει να χορτάσουμε. Φοράω το καπέλο από μπαμπού, πού είναι η πράσινή μου νιτσεράδα; Ε, γλαροπούλι που ξέγνοιαστο πετάς, εσύ με ακολουθείς ή εγώ εσένα;

~ . ~

Ω, ναι, κι ας είναι το νερό θαμπό, τα πόδια μου τα πλένω.* Θα κάνω κουπί ως τον ποταμό Γου να δω τα χίλια χρόνια της οργής του.** Κι αν πάω στον ποταμό Τσ’ου, ίσως πιάσω κανένα ψάρι με ανθρώπινη ψυχή.***

* Σύμφωνα με ένα αρχαίο τραγούδι του Τσ’ου Γιουάν, εφόσον τα νερά του ποταμού είναι καθαρά μπορείς να πλύνεις μέσα το ψάθινο καπέλο σου – αν είναι βρόμικα, πλύνε τα πόδια σου.
** Ο Φου Τσ’ε, άρχοντας του Γου, εξοργισμένος με την αυτοκτονία ενός υπηκόου του, έβαλε να ξεθάψουν τη σορό, να τη βάλουν σε ένα σακί και να την πετάξουν στον ποταμό Γου.
*** Άλλη μια αναφορά στον Τσ’ου Γιουάν και στην πεποίθησή του ότι οι ψυχές των πνιγμένων μπαίνουν στα σώματα των ψαριών.

 

γιουν2

~ . ~

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Μόλις φθάνει στο ποτάμι το φθινόπωρο, παχαίνουνε τα ψάρια. Αμέτρητες οι ώρες της απόλαυσης καθώς μας λικνίζει απαλά το κυματάκι. Ολοένα ξεθωριάζει ο κόσμος του ανθρώπου και η απόσταση που ανοίγεται απ’ αυτόν τη χαρά μου διπλασιάζει.

~ . ~

Η πάχνη βάφει με γυαλιστερή μπογιά τα φύλλα, και μια στιλπνή σελήνη ανατέλλει. Ποιος να μοιραστεί μαζί μου το ασημένιο ετούτο φως – η Αίθουσα του Φοίνικα* απέχει από δω πολύ. Ο πράσινος λαγός ετοιμάζει τα μαγικά βοτάνια του** – θα τα ’δινα σε σπουδαίους ανθρώπους να τα πιούν.

* Η βασιλική αυλή
** Ένας θρύλος μιλάει για έναν λαγό στο φεγγάρι που αλέθει μαγικές σκόνες μέσα σε ένα γουδί.

~ . ~

Θα περπατήσω ως την πέτρινη καλύβα μου μες στα κυπαρίσσια να κοιτάξω το φεγγάρι όταν χαράζει. Πού είναι, όμως, το κρυφό μονοπάτι ανάμεσα στις φυλλωσιές που εκεί με βγάζει; Με κυνηγάει ένα σύννεφο όλο χιόνι, κι αυτή η κάπα του ερημίτη με βαραίνει.

~ . ~

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Έτοιμα το καλάμι και η πετονιά; Καλαφατίστηκαν καλά της βάρκας οι ρωγμές; Στον Τουνγκ-τινγκ, στον Ξιάο και τον Ξιανγκ λένε ότι κρουσταλλιάζουν πια τα δίχτυα. Το δίχως άλλο δεν υπάρχει μέρος καλύτερο για ψάρεμα, απ’ αυτό που βρίσκομαι τώρα εγώ.

~ . ~

Φύγανε τα ψάρια από τα ρηχά, γυρεύουν τα πιο βαθιά νερά. Θα τα ξετρυπώσουμε άραγε προτού μπει πάλι στην κρυψώνα του ο ήλιος; Οι σοφοί λένε πως ακόμα και τα χοντρά ψάρια τσιμπάνε, αν είναι το δόλωμα σωστό.

~ . ~

Τη νύχτα έπεσε χιόνι σιωπηλό, και βρέθηκα ξυπνώντας σε μια αστραφτερή καινούρια πλάση. Μια θάλασσα από γυαλί με περιβάλλει και πιο πέρα υψώνονται όρη από νεφρίτη. Μήπως είναι η χώρα του παραμυθιού, μήπως του ονείρου; Σίγουρα αυτός δεν είναι ανθρώπων κόσμος.

~ . ~

 

γιουν

«Εγώ δεν είμαι εγώ» – Αφιέρωμα στον Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (5/5)

*

Επιμέλεια Aφιερώματος-Mετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

~.~

Στην ανάρτηση αυτή μεταφράζουμε στην πλήρη τους μορφή τα ποιήματα του Χιμένεθ για τα οποία κάνει λόγο ο Αλφόνσο Αλέγκρε Χάιτσμαν στο δοκίμιό του για τον ποιητή, βλ. «Ποίηση μιας Ατλαντίδος», στο τέταρτο μέρος του παρόντος αφιερώματος. – Ε.Σ. 

~.~

Η πιστή του θέση 

Τα δέντρα και τα σύννεφα ριζώνουν
και ο ήλιος τα περνά με ειρήνη απτή.
Της ένωσης, τόσο μεγάλη η αγκάλη,
που την ποθεί ώς και η θάλασσα αυτή.
Η θάλασσα που, μακρινή, ζυγώνει,
η θάλασσα που ακούγεται αγριωπή.

Του σύμπαντος ο κύκλος αργοκλείνει,
και στη γαλάζια ώρα είναι εκεί
τα σύννεφα και κύματα μονάχα,
ως σύνθεση μια δόξας ύψιστης.
Το τέλος μες στο κέντρο ενυπάρχει,
του αιώνιου τη θέση την πιστή.

Γι’ αυτό εμείς εδώ ήρθαμε και παύει
το κάθε τι με λάμψη πρόσκαιρη.
Εδώ οι δρόμοι όλοι οδηγούνε,
και είσοδος και έξοδος μαζί.
Ανάπαυλα η ψυχή απολαμβάνει:
οι δρόμοι βρήκαν λήξη οριστική.

(Su sitio fiel)

~.~

(περισσότερα…)

«Εγώ δεν είμαι εγώ» – Αφιέρωμα στον Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (4/5)

*

Επιμέλεια Αφιερώματος-Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

~.~

Ποίηση μιας Ατλαντίδος

Ο ποιητικός πλούτος του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ

 του Αλφόνσο Αλέγκρε Χάιτσμαν

Ξεκινώντας την εισήγησή μου θα ήθελα να αναφερθώ στα λόγια ενός σπουδαίου ποιητή, ο οποίος αποτελεί για μένα, πέρα από δάσκαλο αγαπημένο, και φίλο αείμνηστο. Δεν είναι άλλος, από τον Ισπανό Χοσέ Άνχελ Βαλέντε, ο οποίος απεβίωσε στη Γενεύη τον Ιούλιο του 2000. Με αφορμή την έκδοση στην Ισπανία, την άνοιξη του 1999, του τόμου Ποίηση μιας Ατλαντίδος (Lírica de una Atlántida), ο Βαλέντε έγραψε στις πολιτιστικές σελίδες εφημερίδας της Μαδρίτης ένα σύντομο, ωστόσο ιδιαίτερης βαρύτητας, άρθρο, ενά φωτισμένο σχεδόν σημείωμα, υπό τον τίτλο «Ο Χουάν Ραμόν Χιμένεθ στο δικό μας φως του». Εκεί εξέθετε τις ουσιώδεις παρατηρήσεις του, όχι μόνο ως προς την εσωτερική κριτική αξία του ποιητή, αλλά και ως προς τους λόγους για τους οποίους κατόρθωσε δίχως καμιά αμφιβολία να συνιστά έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της ισπανικής γλώσσας στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. Το άρθρο εκείνο εκκινούσε με την εικόνα του νεαρού τότε ποιητή, ο οποίος, μετά βίας δέκα εννιά ετών, έφτανε στα 1900 στη Μαδρίτη και ξεκινούσε την πορεία του στην ποίηση χαίροντας της στήριξης των μεγάλων ποιητών της προηγούμενης γενιάς. «Χρόνια αργότερα», γράφει ο Βαλέντε, «τη στιγμή που ο Εμφύλιος διασκόρπιζε τους Ισπανούς ανά την υφήλιο, ο Χουάν Ραμόν ήταν, από κοινού με τον Ματσάδο, ο κεντρικός ποιητής της ισπανικής ποιητικής παράδοσης εκείνου του αιώνα. Στα μετεμφυλιακά χρόνια, η απόσταση, η θλιβερή τροπή που πήρε η ποίηση της Ιβηρικής και η κακεντρέχεια των ανθρώπων μετέτρεψαν τον Χιμένεθ σε φιγούρα μεθοδικά αποσιωπημένη, απόμακρη, και της οποίας το έργο, προς ντροπή μας, δεν διέθετε βαρύτητα στον χώρο των γραμμάτων εκείνης της εποχής. Τα τελευταία βιβλία του τον πήγαν πολύ πιο μακριά στον κόσμο της ποιητικής εμπειρίας απ’ ό,τι κατάφερε να φτάσει η γενιά του ’27, η οποία διαθέτει δύο μόνο ποιητές του διαμετρήματός του ως προς τη δημιουργική ένταση: τον Λόρκα και τον Θερνούδα».

Την εικόνα του έφηβου ποιητή που στις αρχές του 20ου αιώνα καταφθάνει στη Μαδρίτη, την ξαναπιάνει ο Βαλέντε στο τέλος του άρθρου του, προκειμένου να τονίσει τη σπουδαιότητα της συγκεντρωτικής έκδοσης του ύστερου έργου του Χιμένεθ, και μάλιστα με το πέρας του ίδιου αυτού αιώνα, οι αρχές του οποίου είδαν την έκδοση των πρώτων βιβλίων του. Ο Βαλέντε επεδίωκε έτσι να υποδείξει συμβολικά πως ο αιώνας ξεκίνησε και τελείωσε με την ποίηση του Χιμένεθ: «Τώρα πια ο αναγνώστης θα έχει στη διάθεσή του τα βιβλία, τα οποία δεν είχαμε έως τώρα την ευκαιρία να διαβάσουμε με τον κατάλληλο τρόπο ή την κατάλληλη στιγμή: Από την άλλη πλευρά, Ένα ύψωμα μεσημβρινό, Θεός επιποθούμενος και επιποθών, Ποταμοί που φεύγουν. Αυτή η επανεμφάνισή τους, με ενωμένες πλέον δυνάμεις, έχει ως αποτέλεσμα εκείνος ο έφηβος του 1900 που αναφέραμε στις πρώτες αράδες να κλείνει τώρα τον αιώνα, επιβάλλοντας το ανάστημά του, με όλο το βάθος και τον πλούτο της γλώσσας του. Εκείνος μας συναθροίζει και εξήγει ο ίδιος τον λόγο: ‘Κάθε φορά που στην Ισπανία θα κυριαρχεί μια μειοψηφία, θα στρέφει το πρόσωπό της σε μένα όπως στον ήλιο’». (περισσότερα…)

«Εγώ δεν είμαι εγώ» – Αφιέρωμα στον Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (3/5)

*

Επιμέλεια Aφιερώματος – Mετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

~.~

Χ Ω Ρ Ο Σ

Στον Χεράρδο Ντιέγο που έκρινε δίκαια αυτό το πρώτο εδάφιο όταν πρωτοδημοσιεύθηκε πριν χρόνια στο Μεξικό. Με λυρικές ευχαριστίες για τη διαρκή τιμιότητα της ανταπόκρισής του. – ΧΟΥΑΝ ΡΑΜΟΝ ΧΙΜΕΝΕΘ

Εδάφιο πρώτο

«Οι θεοί ουσία περισσότερη δεν είχαν από αυτήν που έχω εγώ.» Εγώ έχω, όμοια με εκείνους, την ουσία κάθε τι βιωμένου και κάθε τι που μένει να βιωθεί. Δεν είμαι μονάχα παρών, μα και φυγή, ρεύμα απ’ άκρη σ’ άκρη. Και αυτό που βλέπω εδώ και εκεί σε τούτην τη φυγή (ρόδα, φτερά, σκιά και φως) είναι όλα δικά μου, ανάμνηση και αγωνία δικές μου, προαίσθημα και λήθη. Ποιος από μένα περισσότερα γνωρίζει, ποιος, ποιος άνθρωπος, ποιος θεός μπορεί, μπόρεσε ποτέ ή θα μπορέσει να πει σε μένα τι είναι η ζωή μου και ο θάνατός μου, και τι δεν είναι; Αν κάποιος υπάρχει που το γνωρίζει, εγώ περισσότερο ακόμη από εκείνον το γνωρίζω, και αν υπάρχει κάποιος που το αγνοεί, περισσότερο από εκείνον εγώ το αγνοώ. Πάλη ανάμεσα σε αυτήν την άγνοια και αυτήν τη γνώση η ζωή μου, η ζωή του, η ζωή. Άνεμοι διαβαίνουν σαν πουλιά, πουλιά ίδια λουλούδια, λουλούδια ήλιοι και φεγγάρια, φεγγάρια ήλιοι σαν εμένα, σαν ψυχές, σαν σώματα, σώματα σαν τον θάνατο και την ανάσταση – σαν θεοί. Και είμαι θεός δίχως ξίφος, δίχως κάτι από αυτά που οι άνθρωποι με τη διάνοια δημιουργούν, παρά μονάχα με ό,τι της ζωής είναι καρπός, με ό,τι όλα τα αλλάζει: ναι, από φωτιά ή από φως, φως. Γιατί να τρώμε και να πίνουμε πράγμα άλλο από φως και από φωτιά; Καθώς γεννήθηκα στον ήλιο, και από τον ήλιο ήρθα εδώ στη σκιά, να είμαι άραγε από ήλιο και σαν ήλιος να φωτίζω; Η νοσταλγία μου, όμοια με εκείνην της σελήνης, είναι που κάποτε υπήρξα του ήλιου ήλιος και τώρα μια αντανάκλαση μονάχα.

Περνά η ίριδα τραγουδώντας σαν τραγουδώ κι εγώ. Αντίο ίριδα, θα συναντηθούμε άραγε ξανά, σαν την αγάπη του παντός, όπως μου συνέβη στον ήλιο, με τον ήλιο, εντός μου με εμένα; Η θάλασσα ήρεμη, γαλήνιος ο ουρανός, φως θεϊκό και γήινο τα έσμιγε σε λευκό, σε ασήμι, σε χρυσό απεραντοσύνης, σε πραγματικότητα μονή και διπλή: μια νήσος επέπλεε ανάμεσα στα δυο, στα δυο και σε κανέναν, και μια στάλα ίριδος λαμπρής, πέρλα γκρι, έτρεμε μέσα της. Εκεί θα βρίσκεται, τρέμοντας μέσα μου, η αποστολή που ποτέ ώς εμένα από το αλλού δεν θα φτάσει. Στη νήσο εκείνη, εκείνη την ίριδα, το τραγούδι εκείνο θα πορευτώ, ελπίδα μαγική, τη νύχτα ετούτη. Πόση αναστάτωση στα φυτά τα έκθετα σε έναν ήλιο καθάριο, καθώς, επιστρέφοντας σε μένα, χαμογελώ επιστρέφοντας πια στον κήπο τον απαρνημένο! Να προσμένουν κάτι περισσότερο από το πράσινο, από το άνθος, από τον καρπό; Να περιμένουν, σαν εμένα, εκείνο που με περιμένει, κάτι παραπάνω από το χώρο που καλύπτουν στο φως, κάτι παραπάνω από τη ζωή τους όπως τη ζούνε, όπως τη ζούμε, κάτι παραπάνω από την απώλεια του φωτός, παραπάνω από τον ύπνο και το ξύπνημα; Μα υπάρχει –οφείλει να υπάρχει– ένα σημείο, μια εξόδος: το μέρος απ’ όπου θα συνεχίσουμε πιο αληθινοί, με όνομα όχι επινοημένο, διαφορετικό από αυτό που είναι διαφορετικό και επινοημένο, και που στην απόγνωσή μας ονομάζουμε Όαση, Παράδεισο, Εδέμ, Ουρανό, και που δεν είναι τέτοιος, και εμείς γνωρίζουμε πως δεν είναι, σαν τα παιδιά που γνωρίζουν πως δεν είναι αυτό που δεν είναι και που πλάι τους πορεύεται.

(περισσότερα…)

«Εγώ δεν είμαι εγώ» – Αφιέρωμα στον Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (2/5)

*

Επιμέλεια Aφιερώματος – Mετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

~.~

ΧΟΥΑΝ ΡΑΜΟΝ ΧΙΜΕΝΕΘ

Π ο ι ή μ α τ α 

ΕΦΗΒΕΙΑ

Κάποια στιγμή στο μπαλκόνι
μείναμε οι δυο μας μονάχοι.
Απ’ τη γλυκειά εκείνη μέρα
ήμαστε οι δυο μας μια αγκάλη.
—Το νυσταγμένο τοπίο
κοιμόταν σε τόνους σκόρπιους
κάτω από ουρανό γκρίζο
και ροδαλό, φθινοπώρου.—
Της είπα, θα την φιλούσα·
τα μάτια ήρεμα κλείνει
και θησαυρό σαν να χάνει
τα δυο της μάγουλα δίνει.
—Πέφταν τα φύλλα φρυγμένα
στο σιωπηλό μέσα κήπο,
και στον αέρα αιωρούνταν
άρωμα από ηλιοτρόπιο.—

Να με κοιτάξει, πού τόλμη;
Της είπα, είμαστε ένα,
…κι έμειναν τα δυο της μάτια
μελαγχολικά, βρεγμένα.

(ADOLESCENCIA)

~.~

Η ΑΛΛΑΓΗ

Το γήινο, για σένα,
εξαίσιο εγίνη,
ουράνιο.
Και τότε,
το ουράνιο, για μένα,
ευχάριστα εγίνη
επίγειο.

(EL CAMBIO)

~.~

ΓΕΓΟΝΟΣ

Σαν έχει φύγει εκείνη,
το μάτι τη διακρίνει.
Μετά, καθώς γυρνάει,
στο πουθενά σκορπάει.

(EL HECHO)

~.~ (περισσότερα…)