ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

«Μάταιη της δύναμης ιαχή»…

*

ΑΤΙΤΛΟ

Μάταιη της δύναμης ιαχή και περιττό το τέρμα
της δόξας το αθάνατο – θεέ και να το τύχω!
της φλέβας μου σαν πάλλεται όπως από το δέρμα
το τύπωμά του να φανεί ως σάρκα μες σε στίχο·

όπως στα μάτια όνειρο, ίδιος ρυθμός της φύσης
σα γλίστρημα από του φωτός ανάμεσα τα φύλλα,
δυνάμει νά ’ναι αρκετό, έτσι και οι ωθήσεις,
οπόταν σπρώχνονται κορμιά κι ανάμεσά τους κύλα,

Ζωμέ Πνιχτέ του Έρωτα, του στιγμιαίου θανάτου
–άκου το σαν επίκληση, βοήθησε και δώσ’ μου–
ένα σημάδι σταθερό, της Μοίρας, του Φευγάτου
καθώς αδειάζει μέσα μου το μάταιο του κόσμου.

Έτσι κι απόψε, κάνε το, σ’ αυτήν εδώ την κλίνη
σαν σκέψης την απόδραση, μιαν αστραπή ιδέας,
νά ’ναι του σώματος μορφή, σε σώμα που συγκλίνει
σώμα ζεστό, που δίπλα μου να το φιλά ο Μορφέας.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

*

*

*

«Αυτός ο θάνατος δεν πρέπει να πεθάνει»

*

Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ερασιτέχνης πιθανόν. Με ύφος λοχία
που δυσμενώς τον πέταξαν στην Αττική,
του Τρίτου Ράιχ την πιο απαίσια επαρχία
– αυτή η θητεία πόσο, α πόσο διαρκεί…

Σφίγγει στα χέρια του τη φωτογραφική
κι ο νους του φεύγει… Νά τον, στην τραπεζαρία
μ’ όλη την οικογένεια πλάι, Κυριακή,
κι έχει Apfelstrudel, και Glühwein, και ησυχία…

Μα όλα αυτά είναι πια της μνήμης τα καρρέ.
Απ’ την αυγή, σ’ ένα πεδίο βολής στημένος
γυρεύει τώρα ένα γκρο πλαν ή ένα πλονζέ
των σκοτωμένων όταν θα τους κουβαλούν
– κι ο λάκκος ήδη περιμένει ο νιοσκαμμένος.
Κάποιοι πεθαίνουν, ναι. Και κάποιοι όμως δεν ζουν.

~.~

Ο ΜΕΛΛΟΘΑΝΑΤΟΣ

Πολύ βαθύτερα ο φακός τον διαπερνάει
απ’ όσο οι σφαίρες που στο στήθος του θα μπουν.
Έτσι όπως προχωρά κι αυτός στους άλλους πλάι
τα βλέφαρά του, ασάλευτα, λες και ρουφούν

όλο το φως – το τελευταίο που θα δουν.
Πρωί Δευτέρας, παγωνιά, Πρώτη του Μάη,
τα «Stillgestanden!» και τα «Marsch!» δεν τον πτοούν;
– διερωτώνται όσοι τον βλέπουν να περνάει.

Κι ύστερα πάλι, ποιον κοιτάει, τη ζωή,
αυτά που πίστεψε, εκείνα που θα χάσει,
ακούει των όπλων γύρω την οχλοβοή;
Δίπλα στις κάννες ο φακός, μια ακόμα κάννη,
το «Πυρ!» το ανέκκλητο κορδώνεται να πιάσει.
Αυτός ο θάνατος δεν πρέπει να πεθάνει.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Από τα «Διπλά σονέτα»

*

*

*

 

Τέσσερα διακείμενα

*

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Μου φαίνεται δεν διέφυγες
την ιερή μανία.
Δεν είναι το κορίτσι με το πιάνο
ούτε η απαισιοδοξία.

Κουράστηκες, αηδίασες
βρήκες στον έρωτα κρεμμύδια.
Μα το φεγγάρι κι η βραδιά
εξόντωναν τα φίδια

που τρώγαν την καρδιά σου. Ακόμα,
δεν θα ξεχάσω τι είδα·
σε δύο στιχουργήματα
νοστάλγησες την άγνωστη πατρίδα. (περισσότερα…)

Δώδεκα χρόνια

*

ΔΩΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Ἀπὸ τὴ μήτρα τοῦ ἑρμαφρόδιτου Πατίλη,
περιοδικὰ πολλά, ἱστολόγια, βιβλία,
πολλὴ καὶ διάφορη —ἐλαφρὰ ἢ βαρεία— ὕλη.
Ἀπ’ ὅλα ἕνα ἀπολαμβάνει ἀσυλία.

Εἶναι αὐτὸ ποὺ στὸ παλιὸ ἔβαλε «νέο».
Νέο ΑΦΜ, νέα διεύθυνση καὶ ὄψη.
Πιὸ βαρετὸ γραφιστικά, γι΄ ἄλλους ὡραῖο,
παιδὶ δίχως ὀμφάλιο λῶρο νἄχει κόψει.

Δὲν ἔχει ράφια, δὲν γουστάρει διαδρόμους·
βλέπει τὰ πράγματα αὐστηρά, μὰ καὶ σὰν πάρτι.
Μὲ αὐστηρὸ φέης κοντρόλ καὶ φαρδεῖς ὤμους
κι’ ὅποιος δὲν θέλει, ἂς δώσει κείμενα στὸν Χάρτη.

Γιατὶ στὰ σοῦπερ μάρκετ ἔχει ἀλλεργία.
Μὲ τὸ στανιὸ δὲν ἀναπτύσσονται οἱ παρέες.
Τὰ ἑτερόκλητα ἕλκονται δείχνει ἡ ἱστορία
καὶ μὲ τὸν διάλογο ἀναπτύσσονται οἱ ἰδέες.

Θ’ ἀπαριθμοῦσα τὰ όνόματα ἕνα-ἕνα,
ὅμως θὰ ξέχναγα κανέναν κι’ εἶναι κρίμα.
Μοῦ τελείωνει τὸ μελάνι ἀπ’ τὴν πέννα
καὶ τόσοι ποὖναι δὲν θὰ ἔβγαινε κι’ ἡ ρίμα.

Ὅσοι γνωρίζουν, ξέρουν ποιοί εἶν’ οἱ στηλοβάτες.
Ἀναρχικοί, κομμουνιστὲς τοῦ ἀμπεχώνου,
συντηρητοῦκλες μὲ δεμένες τὶς γραβάτες,
σοσιαλπρεκάριοι μὲ πεῖσμα ἡμιόνου,

οἱ φεμινίστριες, οἱ τροτσκιστές, οἱ νέοι
ποὺ ἐμπιστεύονται τὰ πρῶτα κείμενά τους,
οἱ χριστιανοί, οἱ ταξιδιῶτες, οἱ ἀκραῖοι,
οἱ νεοφορμαλιστὲς καὶ τὰ ἐπίμονά τους

(περισσότερα…)

Εννιά χειμωνιάτικα χαϊκού

*

Τροπαιοφόρος
Ο χειμώνας καλπάζει
Σαν στρατηλάτης

///

Ένα φλάουτο
Νανουρίζει το σέλας
Στην κάμαρά μου

///

Χνώτα του Βούδα
Στην παγωμένη λίμνη
Αταραξία

///

Αναζητώντας
Τον λιπόσαρκο μίτο
Μιας ηλιαχτίδας

///

(περισσότερα…)

«Πόσο ανυπεράσπιστη είναι η ομορφιά…»

*

Στο εργαστήριό του
είχε καταφέρει να αναστήσει
τους νεκρούς.
Το επίτευγμά του
δεν αναγνωρίστηκε.
Τι να τους κάνεις
τους αναστημένους
όταν γυρίζουν
ακριβώς όπως έφυγαν:
ετοιμοθάνατοι ζωντανοί.

///

Δεν του άρεσε να μαγειρεύει
να σιδερώνει.
Ήθελε να τρώει
φρεσκομαγειρεμένο φαγητό
ήθελε να φορά
φρεσκοσιδερωμένα ρούχα.
Δεν ήθελε να φροντίσει
τον εαυτό του
ήθελε να του φροντίσουν
τον εαυτό.

(περισσότερα…)

Ποιος ήταν ο Μπράνισλαβ Τεσάνοβιτς;

*

Η σπαρακτική ιστορία του Μπράνισλαβ Τεσάνοβιτς, συγκλόνισε τη Σουηδία όταν η σορός του βρέθηκε μετά από τέσσερα χρόνια μέσα στο διαμέρισμά του, με τα φώτα ακόμα αναμμένα και το ραδιόφωνο να παίζει ακόμα. Ο 78χρονος Σέρβος, ο οποίος ζούσε στη Στοκχόλμη για τέσσερις δεκαετίες, έμεινε στα αζήτητα για τρία χρόνια, οκτώ μήνες και οκτώ ημέρες και του δόθηκε το παρατσούκλι «ο πιο μοναχικός άνθρωπος του κόσμου». (Διαδίκτυο)

~.~

ΜΠΡΑΝΙΣΛΑΒ ΤΕΣΑΝΟΒΙΤΣ

Χρειάστηκαν τρία χρόνια,
οκτώ μήνες και οκτώ ημέρες
για να σβήσουν τα φώτα πού με τύφλωναν
και να κλείσουν επιτέλους το ραδιόφωνο πού έπαιζε.

Κι η όσφρηση άλλη
στην παγωμένη τούτη χώρα λησμόνησε
τη βρώμα πού το πτώμα αναδίδει.

Μου έλειψε το υπαίθριο σκάκι.
Το λάτρεψα.
Κι όμως
κανείς δεν μ’ αναζήτησε
μήτε Βασίλισσα μήτε Βασιλιάς
Άλογο Τρελός ή Πύργος
ούτε κι αυτό ακόμη το φτωχό αδύναμο Πιόνι.

Τόση μοναξιά. Τόση ακατάληπτη μοναξιά
πώς να τη νιώσει η καρδιά κι ο νους να εννοήσει
όχι των άλλων
μα ο χτύπος ο δικός μου της καρδιάς
και του μυαλού μου το γρανάζι; (περισσότερα…)

«Μακριά μονάχα!» Τρεις ωδές

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΚΡΙΔΗ

~.~

Ωδή υπ. αριθμ. 1

Χτυπάω, χτυπάω, χτυπάω τον σκληρό ρυθμό
μιας μούσας ξένης –έστω προγονικής–
με θάρρος ξεκινώντας πάντα
το ίδιο, χωρίς συντροφιά, ταξίδι.

Με φέρνει πότε σ’ ένδοξα αρχαία νησιά
και πότε στ’ άγρια, στ’ αγαλήνευτα
πελάγη που κανείς δέν ξέρει
ποιές ομορφιές στην οργή-τους κρύβουν.

Μακριά μονάχα! Δέν τις αντέχω πιά
τις ίδιες κάθε μέρα, τις ανιαρές
κουβέντες των ανθρώπων πού ’χουν
θάψει στην άμμο την άγκυρά-τους…

Τον χάρτη ανοίγουν κι όλοι μαζί μιλούν
για πλοία-θηρία, ναύλους κι ασφάλιστρα –
μα των κλειστών-τους οριζόντων
τον αρνητή τον θυμούνται μήπως;

Κι άν σχίσουν οι άνεμοι το πανί-μου, κι άν
γυρίσω μ’ άδεια χέρια – θα βγεί κανείς
ποτέ δακρύζοντας να υμνήσει
το άσκοπο κι όμως ωραίο ταξίδι; (περισσότερα…)

Γυναίκα της πολύχρυσης Μυκήνης

*

ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΧΡΥΣΗΣ ΜΥΚΗΝΗΣ

Γυναίκα της πολύχρυσης Μυκήνης
πάνω σε πέταλο χρυσού δαχτυλιδιού
γάλα απ’ τα βυζιά σου αν μου χύνεις,
μέλι απ’ το μελίσσι του κορμιού *
της ομορφιάς σου, αχ, τον πόνο θα μου πλύνεις
πού ’ναι σκληρός σα δάγκωμα φιδιού.

* Πάντα το εφηβαίο της γυναίκας μου θύμιζε μελίσσι σε διχάλα δένδρου.

///

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΑ ΖΩΓΡΑΦΙΣΜΕΝΑ
ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΚÁΛΜΠΑΡΗ

Δεν πήρανε τουλούπες
ομίχλης για να γνέσουν
νήμα από νερό
δεν πήρανε να κάνουν
σχοινί από ρυάκι
διασίδι ποταμάκι
θαλάσσιο υφαντό. (περισσότερα…)

Η απόφαση και άλλα διπλά σονέτα

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

1. Η ΑΠΟΦΑΣΗ

Όρος δεν ήταν. Έτσι του ’χαν πει.
Είχε όλο το ελεύθερο να κρίνει
με τρόπο που θεωρούσε συνεπή –
δική του και η τιμή και η ευθύνη.

Απ’ την πλευρά τους, μόνη προτροπή:
η απόφασή του άλλο μη βραδύνει –
ας πάψει πια να ομφαλοσκοπεί,
τι παίρνει, αυτό μετράει, και τι δίνει.

Κι εκείνος τους κατάλαβε σωστά:
δεν είχε τίποτε ν’ αποφασίσει,
η πόρτα που έβλεπε ανοιχτή μπροστά
ήταν η μία και μοναδική.
Ήδη, το μέλλον του ήταν όλο εκεί.
Δεν είχε παρά να τη δρασκελίσει.

2. Η ΠΟΡΤΑ

Στα λόγια μένει πάντοτε ανοιχτή
για όλους: βασιλείς, αστούς ή εργάτες, (περισσότερα…)

«Κάθε μικρή ή μεγάλη νίκη»

*

ΠΟΤÉ

Πάντα με βρίσκει απροετοίμαστη
κάθε μικρή ή μεγάλη νίκη του ΠΑΟΚ.
Φταίει που στη ζωή μου ήρθαν όλα τούμπα
και του γηπέδου το γαλακτερό φως
θηλάζουν τώρα άγνωστες μικρούλες.

Ποτέ δεν ξέρω τι να περιμένω
αν δηλαδή καίγεται μέσα του
το πάθος κατακόρυφο
ή μια λιμνούλα δάκρυα
μέσα απ’ το πράσινο του τάπητα αναβλύζει.

Τότε θυμάμαι
τον σύζυγο εκείνο στο βιβλίο του Γκοσποντίνοφ
όλα, λέει, τα δοκίμαζε πρώτη φορά
πατρότητα και στρείδια σε μια μέρα.
Σαν τον δικό μου ΠΑΟΚ, τον αποψινό
που, όπως  τα στρείδια, ολοπαίχνιδος
στην ίδια τάξη των Διθύρων* βασιλεύει.

ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ

Το ποίημα γράφτηκε ενώ ακόμη εξελισσόταν το χθεσινό παιχνίδι ανάμεσα στον Ολυμπιακό και τον ΠΑΟΚ.
*Τα στρείδια ανήκουν στην οικογένεια Οστρεΐδες και στην τάξη των Δίθυρων.

*

*

*

«Κάποια χαράματα τοῦ Αὐγούστου»

*

04:30΄ κάποια χαράματα τοῦ Αὐγούστου

Ξύπνησα ἤπια· μόνος σὲ στρῶμα μονό.
Θἄταν κάποιος θόρυβος τῆς νύχτας
ποὺ ἔκανε καὶ πάλι τὴ ζημιά…
Ὡραῖο πολὺ καὶ τὸ ὄνειρο ποὺ χάθηκε
ἡ αἴσθησή του ψηλαφητὴ ἀκόμη.
Στὸ πλευρό μου ξαπλωμένη Ἐσὺ
γυμνὸ τὸ σῶμα σου, εὔχυμο
οἱ ὦμοι ἀχιβάδα
τὰ καστανὰ μαλλιά σου παγίδα θαλπωρῆς
οἱ γοφοὶ σύκο μελωμένο
πόδια βελοῦδο, ἀπόλαυση τοῦ σεντονιοῦ. (περισσότερα…)