*
ΝΠ | Ποίηση Ελληνική
Αστικό τοπίο
*
Ημέρες τώρα στον πεζόδρομο που παίζουν τα παιδιά
πλημμύρισε ο υπόνομος, ξεχείλισε
δεν έχει τόπο να πατήσεις.
Μα εκείνα πλατσουρίζουν παιχνιδίζοντας
και κάθε μέρα όλο βαθύτερα το πόδι τους στο λύμα.
Απ’ τα μπαλκόνια ακούγονται καινούρια ζευγαρώματα –
καινούρια νούφαρα στ’ απόνερα θα αφήσουν.
Κραυγές: χτυπιούνται
μανάδες με σπασμούς στο πάτωμα, ωχρές,
παπάδες που κηρύττουνε ουρλιάζοντας
και κάτι αριστεροί σε κρίση πανικού,
που έχουν ξεμείνει από Κεφάλαιο
και άλλον δεν έχουν πλούτο να επενδύσουν.
Μα εκείνα πλατσουρίζουν παιχνιδίζοντας
και κάθε μέρα όλο βαθύτερα το πόδι τους στο λύμα.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΡΕΜΝΙΩΤΗΣ
*
*
Αλέξανδρος Σχινάς, Προτροπές και παραινέσεις
*
Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 1 / 4 ]
Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ
Εκτός από το σύντομο αλλά καίριο για τον ελληνικό μοντερνισμό εκδεδομένο έργο του ο συγγραφέας Αλέξανδρος Σχινάς (1924-2012, βλ. Αφιέρωμα στο περιοδικό Χάρτης 69, Σεπτέμβριος 2024) κατέλιπε και ένα εκτενές ποιητικό πόνημα με τίτλο Εξορκισμοί. Σώζεται μαγνητοφωνημένο σε τρεις κασέτες που ταχυδρομήθηκαν κατά πάσαν πιθανότητα στις 5.5.1989, όπως προκύπτει από τη φθαρμένη πια σφραγίδα στον φάκελο. Πρόκειται για πάνω από χίλια σκωπτικά και αιχμηρά ομοιοκατάληκτα δίστιχα, ως επί το πλείστον, ποιήματα που έχουν ως βασικό θέμα τον θάνατο και την υποτιθέμενη υπέρβασή του με την Ανάσταση του Ιησού κατά τη χριστιανική θρησκεία.
Η ημερομηνία αποστολής λίγες ημέρες μετά το Πάσχα της χρονιάς εκείνης συσχετίζει το ποιητικό αυτό έργο με το πασχάλιο μήνυμα και την υπονόμευσή του με τον τρόπο της ποίησης, πόσο μάλλον που στη δεύτερη κασέτα ο Σχινάς αναφέρει συγκεκριμένα: «Θανόντος του θανάτου νέες ασκήσεις ομοιοκαταληξίας». Αναμφίβολα ο καταρράκτης αυτός των διστίχων δεν είναι δυνατόν να γράφτηκε και να εκφωνήθηκε μέσα σε λίγες μέρες. Μπορούμε όμως να θεωρήσουμε το Πάσχα του ’89 ως χρονική ένδειξη για την ολοκλήρωση και τη μαγνητοφώνηση του έργου.
Στη σύντομη εισαγωγή της πρώτης κασέτας με λίγες επεξηγήσεις για τους κανόνες των ομοιοκαταληξιών, ο συγγραφέας απευθύνεται ρητά «προς φιλοπαίγμονες στωικευόμενους». Τέτοιος ήταν και ο ίδιος ο Σχινάς, σαρκαστικός και προφασιζόμενος μια ανύπαρκτη αταραξία που επικάλυπτε την πυριφλεγέθουσα προσωπικότητά του. Και τον φανταζόμαστε τώρα τις μέρες εκείνες του ’89, μονάζοντα πια στο Έσσεν της Γερμανίας, να παίζει τις ομοιοκατάληκτες συλλαβές στο κομποσκοίνι του γράφοντας το δικό του ποιητικό Λειμωνάριον. Σήμερα απομένει σε μας να κρίνουμε αν το έργο αυτό είναι ή όχι μια αντισυμβατική, μοντέρνα ψυχωφελής διήγηση.
Αρχής γενομένης από αυτή την Δευτέρα και όλες τις λοιπές Δευτέρες του μηνός Μαρτίου, θα παρουσιάσουμε εδώ σε τέσσερις συνέχειες αποσπάσματα από τις ισάριθμες ενότητες του έργου: “Προτροπές και παραινέσεις”, “Εξορκισμοί θανάτου”, “Εξορκισμοί χριστιανικών δαιμονίων ή άνθη ανευλαβείας” και “Παμμιγή”.
Στην πρώτη κυριαρχεί ο διδακτικός τόνος, με τον οποίο ο συγγραφέας προσπαθεί να εξοικειώσει τον αναγνώστη με το αναπόφευκτο του θανάτου. Στη δεύτερη συγκεντρώνονται παντοδαπές θανατήσιες μνείες, επικλήσεις, προλήψεις για το τέλος της ζωής. Στην τρίτη διακωμωδείται η εξιδανικευμένη εικόνα του Ιησού και η πίστη στη μεταθανάτια ζωή. Η τέταρτη ενότητα έχει προφανώς προκύψει ενδιάμεσα και παράλληλα με τις ρίμες για τον θάνατο, κατά κάποιον τρόπο από κεκτημένη ποιητική ταχύτητα: έμμετρα χαριτολογήματα, θεματικά κατανεμημένα για όλους τους θεούς και δαίμονες της ιστορίας του πνεύματος και της ζωής του ανθρώπου.
— ΣΜ
Τέσσερα σονέτα του Γαλαξία
*
Νωχελικοί και σταθεροί οι αστερισμοί,
απαρασάλευτος ο θόλος, νους πρεσβύτη,
μα στον δικό μας, τον πολύπαθο πλανήτη
γοργά σωριάζονται οι διεθνείς οργανισμοί!
Η Μασσαλιώτιδα, κραυγή που ξεθωριάζει,
όνειρα αρχαία η Ιστορία ματαιώνει,
αποστολές διαρκώς η ΝΑΣΑ επανδρώνει
μα ο Δον Κιχώτης μπρος στο τζάκι του νυστάζει…
Βαθιά αφουγκράσου τα σημάδια που χαράσσει
μια κυκλική ή μια ευθύγραμμη πορεία·
τύχη ή αλυσίδα αιτιατών η Ιστορία;
Το μέλλον Καίσαρες πολλούς επιφυλάσσει…
προφήτες, ρηγάδες, πατέρες, Μεσσίες,
ζογκλέρ, τεχνοκράτες, γκουρού, δυστοπίες!
///
Σ’ ένα εργαστήριο μικροί θεοί αλαζόνες
πειραματίστηκαν με σχάσεις και συντήξεις
τροφοδοτώντας αλυσιδωτές εκρήξεις,
σενάρια ολέθρου και πυρηνικές κρυψώνες.
Πολτός σωμάτων και κρεουργημένες σάρκες,
κατηγορίες παλινδρόμησης ή προόδου;
Παρωχημένα πια τα τάγματα εφόδου
τα χαρακώματα και τ’ άρματα κι οι νάρκες! (περισσότερα…)
Για τις σκοτωμένες μαθήτριες του Ιράν
*
Αν ήσασταν εδώ,
αν ήσασταν εδώ κάπου κοντά οι σκοτωμένες μου κυρούλες,
κάπου εδώ κοντά ώστε να φτάνει η βενζίνη μου για νά ’ρθω,
θα ’ρχόμουν και με μία πιστολιά
θα ξάπλωνα κι εγώ ανάμεσά σας, κοριτσάκια μου.
Γνώρισα για καλά την ανθρωπότητα.
Δεν θέλω πια να ζω ανάμεσά τους.
Ούτε την δόξα τους ποθώ, ούτε τα πλούτη τους,
ούτε τα λόγια τους κι αυτή τους τη σοφία
όπου μωρός σαρκάζει τον μωρό,
όπου ηλίθιος θαυμάζει τον ηλίθιο,
όπου κακός συγχαίρει τον κακό,
όπου ο γυμνός πεσμένος προσκυνά
άλλον γυμνό που πάνω στο πετσί του
έχει καρφώσει τίτλους κι αξιώματα.
Δεν θέλω πια να ζω ανάμεσά τους,
εν μέσω σάκων που γεμάτοι είναι σκύβαλα
–ω Τόμας Έλιοτ πόσο σ’ αγαπώ!–
όπου βραβεία δίνει ο εις στον άλλονε
ποίησης και ειρήνης, επιστήμης και παντοίων
κατορθωμάτων και ηρωισμών,
στραγγαλισμών, γδαρμών, σφαγών, βασανισμών…
Θέλω εκεί
μες στο σκοτάδι που σας έριξαν, νυφούλες μου,
μαζί σας να βρεθώ, μέσα στο έρεβος,
όπου κοιμούνται οι αθώοι και οι άγνωστοι
τον ύπνο των ανέγγιχτων στον άπατον αιώνα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ
*
*
*
Το σπίτι της
*
Ι.
. Το αερίζουμε συχνά
το άδειο λυπημένο σπίτι
με τα δεκαεπτά κουφώματα στον άνεμο
χάνει ένα προς ένα
τα τζάμια του στηθαίου
ξεφτίζει ο σοβάς ραγισματιές
πρόσωπο πρώην
τώρα στέκει σιωπηλό
βρίσκω κομμάτια του στο δρόμο
κρύσταλλα γέλια παλιάς πρωτοχρονιάς
στην παραλία του Μπάτη
ένα κλάμα ένας θυμός
αδέσποτα αλυχτούν τις νύχτες
τα κλωτσούν απρόσεκτοι διαβάτες
Κάθε που περνώ
βροντάνε τα πορτόφυλλα του έκτου
γέρνει απάνω μου ένας ίσκιος
μου αρπάζει το ψαθάκι του ήλιου
το σκίζει με τα δόντια
Tα βράδια ακούω
το κλάμα του απ’ τον Φλοίσβο να παφλάζει
φουσκώνουν οι σοβάδες
τρίζουν πατώματα ανισόπεδα
όρθια ξεσπαθώνουνε σανίδια
ατέλειωτος βαστά γερά
ο πόλεμος στον έκτο
στον πέμπτο ακούνε βήματα συρτά τα βράδια
ξαφνιάζονται τρομάζουν
και μόνο τα κακορίζικα πουλιά
βολεύτηκαν για τα καλά στην δυτική βεράντα
στήσαν φωλιές δίχως τα ξουτ της μάνας
μάταια σπόρια σπέρνοντας
πα’ στα στιλπνά πλακάκια
Κι είναι φορές που στο ψιλόβροχο
σηκώνεται ένα χαμένο χάδι της
μια κίνηση μισή που θέλει κάπου ν’ ακουμπήσει
διασχίζει φυλλοτρέμοντας την λεωφόρο
θερμό κι αμήχανο με φτάνει
και είναι πάντα βράδυ
αργά τη νύχτα
«Μάταιη της δύναμης ιαχή»…
*
ΑΤΙΤΛΟ
Μάταιη της δύναμης ιαχή και περιττό το τέρμα
της δόξας το αθάνατο – θεέ και να το τύχω!
της φλέβας μου σαν πάλλεται όπως από το δέρμα
το τύπωμά του να φανεί ως σάρκα μες σε στίχο·
όπως στα μάτια όνειρο, ίδιος ρυθμός της φύσης
σα γλίστρημα από του φωτός ανάμεσα τα φύλλα,
δυνάμει νά ’ναι αρκετό, έτσι και οι ωθήσεις,
οπόταν σπρώχνονται κορμιά κι ανάμεσά τους κύλα,
Ζωμέ Πνιχτέ του Έρωτα, του στιγμιαίου θανάτου
–άκου το σαν επίκληση, βοήθησε και δώσ’ μου–
ένα σημάδι σταθερό, της Μοίρας, του Φευγάτου
καθώς αδειάζει μέσα μου το μάταιο του κόσμου.
Έτσι κι απόψε, κάνε το, σ’ αυτήν εδώ την κλίνη
σαν σκέψης την απόδραση, μιαν αστραπή ιδέας,
νά ’ναι του σώματος μορφή, σε σώμα που συγκλίνει
σώμα ζεστό, που δίπλα μου να το φιλά ο Μορφέας.
ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ
*
*
*
«Αυτός ο θάνατος δεν πρέπει να πεθάνει»
*
Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ
Ερασιτέχνης πιθανόν. Με ύφος λοχία
που δυσμενώς τον πέταξαν στην Αττική,
του Τρίτου Ράιχ την πιο απαίσια επαρχία
– αυτή η θητεία πόσο, α πόσο διαρκεί…
Σφίγγει στα χέρια του τη φωτογραφική
κι ο νους του φεύγει… Νά τον, στην τραπεζαρία
μ’ όλη την οικογένεια πλάι, Κυριακή,
κι έχει Apfelstrudel, και Glühwein, και ησυχία…
Μα όλα αυτά είναι πια της μνήμης τα καρρέ.
Απ’ την αυγή, σ’ ένα πεδίο βολής στημένος
γυρεύει τώρα ένα γκρο πλαν ή ένα πλονζέ
των σκοτωμένων όταν θα τους κουβαλούν
– κι ο λάκκος ήδη περιμένει ο νιοσκαμμένος.
Κάποιοι πεθαίνουν, ναι. Και κάποιοι όμως δεν ζουν.
~.~
Ο ΜΕΛΛΟΘΑΝΑΤΟΣ
Πολύ βαθύτερα ο φακός τον διαπερνάει
απ’ όσο οι σφαίρες που στο στήθος του θα μπουν.
Έτσι όπως προχωρά κι αυτός στους άλλους πλάι
τα βλέφαρά του, ασάλευτα, λες και ρουφούν
όλο το φως – το τελευταίο που θα δουν.
Πρωί Δευτέρας, παγωνιά, Πρώτη του Μάη,
τα «Stillgestanden!» και τα «Marsch!» δεν τον πτοούν;
– διερωτώνται όσοι τον βλέπουν να περνάει.
Κι ύστερα πάλι, ποιον κοιτάει, τη ζωή,
αυτά που πίστεψε, εκείνα που θα χάσει,
ακούει των όπλων γύρω την οχλοβοή;
Δίπλα στις κάννες ο φακός, μια ακόμα κάννη,
το «Πυρ!» το ανέκκλητο κορδώνεται να πιάσει.
Αυτός ο θάνατος δεν πρέπει να πεθάνει.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ
Από τα «Διπλά σονέτα»
*
*
*
Τέσσερα διακείμενα
*
ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ
Μου φαίνεται δεν διέφυγες
την ιερή μανία.
Δεν είναι το κορίτσι με το πιάνο
ούτε η απαισιοδοξία.
Κουράστηκες, αηδίασες
βρήκες στον έρωτα κρεμμύδια.
Μα το φεγγάρι κι η βραδιά
εξόντωναν τα φίδια
που τρώγαν την καρδιά σου. Ακόμα,
δεν θα ξεχάσω τι είδα·
σε δύο στιχουργήματα
νοστάλγησες την άγνωστη πατρίδα. (περισσότερα…)
Δώδεκα χρόνια
*
ΔΩΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
Ἀπὸ τὴ μήτρα τοῦ ἑρμαφρόδιτου Πατίλη,
περιοδικὰ πολλά, ἱστολόγια, βιβλία,
πολλὴ καὶ διάφορη —ἐλαφρὰ ἢ βαρεία— ὕλη.
Ἀπ’ ὅλα ἕνα ἀπολαμβάνει ἀσυλία.
Εἶναι αὐτὸ ποὺ στὸ παλιὸ ἔβαλε «νέο».
Νέο ΑΦΜ, νέα διεύθυνση καὶ ὄψη.
Πιὸ βαρετὸ γραφιστικά, γι΄ ἄλλους ὡραῖο,
παιδὶ δίχως ὀμφάλιο λῶρο νἄχει κόψει.
Δὲν ἔχει ράφια, δὲν γουστάρει διαδρόμους·
βλέπει τὰ πράγματα αὐστηρά, μὰ καὶ σὰν πάρτι.
Μὲ αὐστηρὸ φέης κοντρόλ καὶ φαρδεῖς ὤμους
κι’ ὅποιος δὲν θέλει, ἂς δώσει κείμενα στὸν Χάρτη.
Γιατὶ στὰ σοῦπερ μάρκετ ἔχει ἀλλεργία.
Μὲ τὸ στανιὸ δὲν ἀναπτύσσονται οἱ παρέες.
Τὰ ἑτερόκλητα ἕλκονται δείχνει ἡ ἱστορία
καὶ μὲ τὸν διάλογο ἀναπτύσσονται οἱ ἰδέες.
Θ’ ἀπαριθμοῦσα τὰ όνόματα ἕνα-ἕνα,
ὅμως θὰ ξέχναγα κανέναν κι’ εἶναι κρίμα.
Μοῦ τελείωνει τὸ μελάνι ἀπ’ τὴν πέννα
καὶ τόσοι ποὖναι δὲν θὰ ἔβγαινε κι’ ἡ ρίμα.
Ὅσοι γνωρίζουν, ξέρουν ποιοί εἶν’ οἱ στηλοβάτες.
Ἀναρχικοί, κομμουνιστὲς τοῦ ἀμπεχώνου,
συντηρητοῦκλες μὲ δεμένες τὶς γραβάτες,
σοσιαλπρεκάριοι μὲ πεῖσμα ἡμιόνου,
οἱ φεμινίστριες, οἱ τροτσκιστές, οἱ νέοι
ποὺ ἐμπιστεύονται τὰ πρῶτα κείμενά τους,
οἱ χριστιανοί, οἱ ταξιδιῶτες, οἱ ἀκραῖοι,
οἱ νεοφορμαλιστὲς καὶ τὰ ἐπίμονά τους
Εννιά χειμωνιάτικα χαϊκού
*
Τροπαιοφόρος
Ο χειμώνας καλπάζει
Σαν στρατηλάτης
///
Ένα φλάουτο
Νανουρίζει το σέλας
Στην κάμαρά μου
///
Χνώτα του Βούδα
Στην παγωμένη λίμνη
Αταραξία
///
Αναζητώντας
Τον λιπόσαρκο μίτο
Μιας ηλιαχτίδας
///
«Πόσο ανυπεράσπιστη είναι η ομορφιά…»
*











