*
ΝΠ | Ποίηση Ελληνική
Εννιά χειμωνιάτικα χαϊκού
*
Τροπαιοφόρος
Ο χειμώνας καλπάζει
Σαν στρατηλάτης
///
Ένα φλάουτο
Νανουρίζει το σέλας
Στην κάμαρά μου
///
Χνώτα του Βούδα
Στην παγωμένη λίμνη
Αταραξία
///
Αναζητώντας
Τον λιπόσαρκο μίτο
Μιας ηλιαχτίδας
///
«Πόσο ανυπεράσπιστη είναι η ομορφιά…»
*
Στο εργαστήριό του
είχε καταφέρει να αναστήσει
τους νεκρούς.
Το επίτευγμά του
δεν αναγνωρίστηκε.
Τι να τους κάνεις
τους αναστημένους
όταν γυρίζουν
ακριβώς όπως έφυγαν:
ετοιμοθάνατοι ζωντανοί.
///
Δεν του άρεσε να μαγειρεύει
να σιδερώνει.
Ήθελε να τρώει
φρεσκομαγειρεμένο φαγητό
ήθελε να φορά
φρεσκοσιδερωμένα ρούχα.
Δεν ήθελε να φροντίσει
τον εαυτό του
ήθελε να του φροντίσουν
τον εαυτό.
Ποιος ήταν ο Μπράνισλαβ Τεσάνοβιτς;
*
Η σπαρακτική ιστορία του Μπράνισλαβ Τεσάνοβιτς, συγκλόνισε τη Σουηδία όταν η σορός του βρέθηκε μετά από τέσσερα χρόνια μέσα στο διαμέρισμά του, με τα φώτα ακόμα αναμμένα και το ραδιόφωνο να παίζει ακόμα. Ο 78χρονος Σέρβος, ο οποίος ζούσε στη Στοκχόλμη για τέσσερις δεκαετίες, έμεινε στα αζήτητα για τρία χρόνια, οκτώ μήνες και οκτώ ημέρες και του δόθηκε το παρατσούκλι «ο πιο μοναχικός άνθρωπος του κόσμου». (Διαδίκτυο)
~.~
ΜΠΡΑΝΙΣΛΑΒ ΤΕΣΑΝΟΒΙΤΣ
Χρειάστηκαν τρία χρόνια,
οκτώ μήνες και οκτώ ημέρες
για να σβήσουν τα φώτα πού με τύφλωναν
και να κλείσουν επιτέλους το ραδιόφωνο πού έπαιζε.
Κι η όσφρηση άλλη
στην παγωμένη τούτη χώρα λησμόνησε
τη βρώμα πού το πτώμα αναδίδει.
Μου έλειψε το υπαίθριο σκάκι.
Το λάτρεψα.
Κι όμως
κανείς δεν μ’ αναζήτησε
μήτε Βασίλισσα μήτε Βασιλιάς
Άλογο Τρελός ή Πύργος
ούτε κι αυτό ακόμη το φτωχό αδύναμο Πιόνι.
Τόση μοναξιά. Τόση ακατάληπτη μοναξιά
πώς να τη νιώσει η καρδιά κι ο νους να εννοήσει
όχι των άλλων
μα ο χτύπος ο δικός μου της καρδιάς
και του μυαλού μου το γρανάζι; (περισσότερα…)
«Μακριά μονάχα!» Τρεις ωδές
*
του ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΚΡΙΔΗ
~.~
Ωδή υπ. αριθμ. 1
Χτυπάω, χτυπάω, χτυπάω τον σκληρό ρυθμό
μιας μούσας ξένης –έστω προγονικής–
με θάρρος ξεκινώντας πάντα
το ίδιο, χωρίς συντροφιά, ταξίδι.
Με φέρνει πότε σ’ ένδοξα αρχαία νησιά
και πότε στ’ άγρια, στ’ αγαλήνευτα
πελάγη που κανείς δέν ξέρει
ποιές ομορφιές στην οργή-τους κρύβουν.
Μακριά μονάχα! Δέν τις αντέχω πιά
τις ίδιες κάθε μέρα, τις ανιαρές
κουβέντες των ανθρώπων πού ’χουν
θάψει στην άμμο την άγκυρά-τους…
Τον χάρτη ανοίγουν κι όλοι μαζί μιλούν
για πλοία-θηρία, ναύλους κι ασφάλιστρα –
μα των κλειστών-τους οριζόντων
τον αρνητή τον θυμούνται μήπως;
Κι άν σχίσουν οι άνεμοι το πανί-μου, κι άν
γυρίσω μ’ άδεια χέρια – θα βγεί κανείς
ποτέ δακρύζοντας να υμνήσει
το άσκοπο κι όμως ωραίο ταξίδι; (περισσότερα…)
Γυναίκα της πολύχρυσης Μυκήνης
*
ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΧΡΥΣΗΣ ΜΥΚΗΝΗΣ
Γυναίκα της πολύχρυσης Μυκήνης
πάνω σε πέταλο χρυσού δαχτυλιδιού
γάλα απ’ τα βυζιά σου αν μου χύνεις,
μέλι απ’ το μελίσσι του κορμιού *
της ομορφιάς σου, αχ, τον πόνο θα μου πλύνεις
πού ’ναι σκληρός σα δάγκωμα φιδιού.
* Πάντα το εφηβαίο της γυναίκας μου θύμιζε μελίσσι σε διχάλα δένδρου.
///
ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΑ ΖΩΓΡΑΦΙΣΜΕΝΑ
ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΚÁΛΜΠΑΡΗ
Δεν πήρανε τουλούπες
ομίχλης για να γνέσουν
νήμα από νερό
δεν πήρανε να κάνουν
σχοινί από ρυάκι
διασίδι ποταμάκι
θαλάσσιο υφαντό. (περισσότερα…)
Η απόφαση και άλλα διπλά σονέτα
*
του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ
~.~
1. Η ΑΠΟΦΑΣΗ
Όρος δεν ήταν. Έτσι του ’χαν πει.
Είχε όλο το ελεύθερο να κρίνει
με τρόπο που θεωρούσε συνεπή –
δική του και η τιμή και η ευθύνη.
Απ’ την πλευρά τους, μόνη προτροπή:
η απόφασή του άλλο μη βραδύνει –
ας πάψει πια να ομφαλοσκοπεί,
τι παίρνει, αυτό μετράει, και τι δίνει.
Κι εκείνος τους κατάλαβε σωστά:
δεν είχε τίποτε ν’ αποφασίσει,
η πόρτα που έβλεπε ανοιχτή μπροστά
ήταν η μία και μοναδική.
Ήδη, το μέλλον του ήταν όλο εκεί.
Δεν είχε παρά να τη δρασκελίσει.
2. Η ΠΟΡΤΑ
Στα λόγια μένει πάντοτε ανοιχτή
για όλους: βασιλείς, αστούς ή εργάτες, (περισσότερα…)
«Κάθε μικρή ή μεγάλη νίκη»
*
ΠΟΤÉ
Πάντα με βρίσκει απροετοίμαστη
κάθε μικρή ή μεγάλη νίκη του ΠΑΟΚ.
Φταίει που στη ζωή μου ήρθαν όλα τούμπα
και του γηπέδου το γαλακτερό φως
θηλάζουν τώρα άγνωστες μικρούλες.
Ποτέ δεν ξέρω τι να περιμένω
αν δηλαδή καίγεται μέσα του
το πάθος κατακόρυφο
ή μια λιμνούλα δάκρυα
μέσα απ’ το πράσινο του τάπητα αναβλύζει.
Τότε θυμάμαι
τον σύζυγο εκείνο στο βιβλίο του Γκοσποντίνοφ
όλα, λέει, τα δοκίμαζε πρώτη φορά
πατρότητα και στρείδια σε μια μέρα.
Σαν τον δικό μου ΠΑΟΚ, τον αποψινό
που, όπως τα στρείδια, ολοπαίχνιδος
στην ίδια τάξη των Διθύρων* βασιλεύει.
ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ
Το ποίημα γράφτηκε ενώ ακόμη εξελισσόταν το χθεσινό παιχνίδι ανάμεσα στον Ολυμπιακό και τον ΠΑΟΚ.
*Τα στρείδια ανήκουν στην οικογένεια Οστρεΐδες και στην τάξη των Δίθυρων.
*
*
*
«Κάποια χαράματα τοῦ Αὐγούστου»
*
04:30΄ κάποια χαράματα τοῦ Αὐγούστου
Ξύπνησα ἤπια· μόνος σὲ στρῶμα μονό.
Θἄταν κάποιος θόρυβος τῆς νύχτας
ποὺ ἔκανε καὶ πάλι τὴ ζημιά…
Ὡραῖο πολὺ καὶ τὸ ὄνειρο ποὺ χάθηκε
ἡ αἴσθησή του ψηλαφητὴ ἀκόμη.
Στὸ πλευρό μου ξαπλωμένη Ἐσὺ
γυμνὸ τὸ σῶμα σου, εὔχυμο
οἱ ὦμοι ἀχιβάδα
τὰ καστανὰ μαλλιά σου παγίδα θαλπωρῆς
οἱ γοφοὶ σύκο μελωμένο
πόδια βελοῦδο, ἀπόλαυση τοῦ σεντονιοῦ. (περισσότερα…)
«Τι σχέση έχω εγώ μ’ αυτό το πρόσωπο»
*
Τι σχέση έχω εγώ μ’ αυτό το πρόσωπο,
που με κοιτάζει επίσημα κι επιτιμητικά.
Κάπου το ξέρω, βέβαια,
ή μάλλον κάπου το ήξερα.
Συγκατοικούσαμε κάποτε
μπορεί και να συγκατοικούμε
– θύματα συνωνυμίας και πλαστοπροσωπίας.
Τι σχέση έχω εγώ μ’ αυτό το πρόσωπο στον καθρέφτη,
τι σχέση έχω εγώ με τον καθηγητή!
ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ
(1926-2016)
Για τον καινούργιο χρόνο
*
WISHLIST
Να ξυπνώ περισσότερο ήλιος
και να πέφτω πιο λίγο σκοτάδι.
Να με θες όπως είμαι. Το χάδι
στο κορμί μου ν’ απλώνει ζεστό.
Στο ποτήρι να μη λείπει ο φίλος.
Να ξεχάσω το ρήμα «χρωστώ».
Το πλοκάμι του νου να γουλίσω
στης καρδιάς τον ιερό μετεωρίτη.
Να χυθώ στου σκοπού μου την κοίτη
και στη βύθια που προσπερνώ
τη φωνή, να κρατήσω το ίσο.
Το «εν δυνάμει» να κάνω ικανό.
Να φυτεύω τα λόγια μου χάμω
να βλαστήσουν μετά από μένα.
Να πετώ τα ξεχαρβαλωμένα.
Να γελάω. Κι αν είναι γραφτό
ν’ αγαπιέμαι ίσα που ν’ αποκάμω.
Να θυμάμαι το ποίημα μου αυτό.
ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ
*
*
*
Στους ομοτέχνους του Νέου Πλανοδίου – Ένα ποιητικό δώρο Χριστουγέννων
*
ΣΤΟΥΣ ΟΜΟΤΕΧΝΟΥΣ
Χριστέ μου, δεν θ’ αντισταθώ καθόλου αυτό το βράδυ,
πετώ με θάρρος την αιδώ μες στο ξερό πηγάδι.
Καλπάζει η αγάπη μου η σφοδρή με του έρωτα τον ίππο
και στάθηκε να πιει νερό στον μυστικό μου κήπο.
Μακάριο το πένθος μου και το πικρό μου δάκρυ
αν έβρισκα το ταίρι μου στου πέλαγου την άκρη,
μα αν κάποτε ξεστράτιζε το γλυκερό της βέλος
δεν θα έκλεινα τα μάτια μου μπροστά στο βίαιο τέλος.Τριγύρω μου καλή χορεία
φωτίζει την τρωτή πορεία
και δώρα τέτοια με κερνάει
στη θλίψη που με προσπερνάει:σονέτα απ’ τη Μαρία πρίμα
της Άννας την ωραία ρίμα
του Νίκου τους στεντόρειους ήχους
μελωδικούς του Θάνου στίχους
σφοδρές απ’ τον Θανάση δόσεις
στον Ρίλκε τέλειες αποδόσεις
από του Κώστα τη γραφίδα.
Ζαλίζει το άγγιγμα του Μίδα
όμως το φρούτο δεν αλλάζει·
η γεύση πάντα συναρπάζει.Στην πτώση μου με τέτοια συνοδεία
ξορκίζω την πανάρχαιη τραγωδία.ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ
*
*
*











