ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Πυγολαμπίδες π’ αργοσβήνουν στο γρασίδι

*

Πόσοι θα το ’θελαν σε τούτη τη ζωή
να ’ταν οι άκτορες των πιο μεγάλων ρόλων·
επιφανείς, διαπρεπείς ηθοποιοί
κι επικυρίαρχοι των πάντων και των όλων.

Άμλετ και Σκάρλετ, Δον Κιχώτης, Δον Ζουάν,
Σπάρτακος, Ληρ, Ηλέκτρα, Κρέων κι Αντιγόνη,
Σαρλώ, Οιδίπους, Τζόκερ, Λώρενς και Ταρζάν
να καθηλώνουν στο γυαλί και στο σεντόνι.

Μ’ αχ και να τόλμαγαν μια μέρα όλοι αυτοί,
οι αλλοπαρμένοι ματαιόφρονες αστοί,
μ’ αχ και να μπόραγαν μια μέρα όλες αυτές,
χαζοπαρμένες, ματαιόδοξες αστές,
να φανταστούν για μια στιγμή ποιος είν’ ο ρόλος
που όλων των ρόλων είναι η σκέπη και ο θόλος.

Είσαι παιδί, κι αυτός ο πρώτος σου ο ρόλος·
κι ίσως κι ο μόνος που θα μείνει εσαεί·
κάθε που μένεις μόνος, σκέτος κι όλος κι όλος,
ένα παιδάκι φοβισμένο, ένας σβώλος
κουλουριασμένος. Μια ολόκληρη ζωή,
θα ’σαι παιδί, θα είσ’ αδέρφι, γιος ή κόρη
φίλος, συνάδελφος, πολίτης, συγγενής
σύντροφος ή εχθρός, κορίτσι ή αγόρι
ή κάτι άλλο – κάποιος ρόλος αφανής,
πατέρας, μάνα και παππούς, γιαγιά, εγγόνι.
Μα όμως πάντα σαν ξανά μένουμε μόνοι,
ένα παιδί κουλουριασμένο στο σεντόνι
ψάχνει της μάνας του το γάλα για να πιει.

Έτσι λοιπόν κι εσύ καλέ μου ηθοποιέ,
άσε τους ρόλους τους μεγάλους για τους άλλους,
κείνους που ξέμειναν σε κάποιο φουαγιέ
ψάχνοντας χρώμα σε περσόνες παπαγάλους.

Και πιο πολύ σ’ αυτό το ισόβιο βαριετέ
είν’ να φροντίσεις πριν να πεις το «Εαυτέ»
να ’ναι ακόμα εαυτός – και ο δικός σου
κι όχι ένας ρόλος στους πολλούς στο παλμαρέ·
ηθοποιός σημαίνει φως, κι ας είν’ το φως σου.

Με δίχως πρόβα και ταλέντο και σπουδή
η ζωή μας πέταξε στο μαύρο της σανίδι,
με λίγο πυρ, λίγο λαρδί κι ένα δαδί,
να μη χαθούμε στο απέραντο σκοτίδι·
είμαστε μεις, θα το ’χεις καταλάβει ήδη,
πυγολαμπίδες π’ αργοσβήνουν στο γρασίδι.

ΑΡΗΣ ΜΑΝΟΥΡΑΣ

*

**

Φίλιππος Ιωάννου, Τέσσερα αρχαιοπρεπή επιγράμματα για την Επανάσταση του 1821

Φίλιππος Ιωάννου (1800-1880)

*

Μετάφραση Κωνσταντίνος Χρυσόγελος

~.~

Στον πατριάρχη Γρηγόριο

Ο δέσποτας Γρηγόριος, άλλος καλός ποιμένας,
τον εαυτό του πρόσφερε για χάρη των αμνών του.
Ναι, τα θηρία τον έφαγαν, μα το πιστό κοπάδι
από τα νύχια ξέφυγε των μανιασμένων λύκων.

~.~

Στους αρχιερείς της Ιεράς Συνόδου
που φονεύτηκαν από τους Οθωμανούς

Σύνεδροι του Γρηγόριου, κοινή είχατε φροντίδα
για το κοπάδι των πιστών· κοινός χαμός σας βρήκε.
Αφήστε τον Παράδεισο, για σήμερα μονάχα,
κι ελάτε να γιορτάσουμε την πάνδημη γιορτή μας.

~.~

Στον Παλαιών Πατρών Γερμανό

Ο Αντώνιος ξεσήκωσε τα πλήθη των Ρωμαίων
του Καίσαρα σαν έδειξε το ματωμένο ρούχο.
Κι ο Γερμανός υψώνοντας το λάβαρο στη Λαύρα
οδήγησε στον θρίαμβο, φωτίζοντας σαν φάρος.

~.~

Στον Ρήγα Φεραίο, τον πρωτομάρτυρα
της ελευθερίας του ελληνικού έθνους

Αν ταξιδέψεις κάποτε μακριά από την Ελλάδα,
στης Παννονίας τα βουνά, στου Δούναβη τις όχθες,
γείρε στο χώμα· τη φωνή θ’ ακούσεις του Φεραίου,
–σ’ αυτό το μέρος θάφτηκε– τέτοια να ξεστομίζει:
«Ντραπείτε· χέρια Χριστιανών, εμένα τον αθώο,
τα βάσανα πασχίζοντας να διώξω της πατρίδας,
στους Τούρκους με παρέδωσαν, τους άτεγκτους τυράννους,
κι αυτοί έσφαξαν το σώμα μου κι εδώ το παραχώσαν.
Μα το άσμα του ξεσηκωμού δεν έσβησε μαζί μου·
τους Έλληνες εμψύχωσε για να ριχτούν στη μάχη,
που αρματωμένοι χύθηκαν στου Πέλοπα τη χώρα
και την πατρίδα τράβηξαν απ’ τη στυγνή δουλεία».

*
Τα πρωτότυπα

(από: Φιλολογικὰ πάρεργα,
Ἀθήνησιν 1874, σσ. 597-8 & 653-4)

(περισσότερα…)

Γυναίκα

*

Πού πας με στολή αμαζόνας,
γυναίκα; Υπάρχει κανόνας
που σίγουρα δεν σ’ εξαιρεί·
παρά τις δεκάδες σου όψεις
θα είσαι υλικό για ονειρώξεις,
αξία, ασφαλώς, σταθερή.

Τι κρίμα, το λάγνο του μάτι
–οικτροί γεναριάτικοι γάτοι…–
εκεί στων χειλιών το lip gloss
ρηχά ν’ απομένει· τι κρίμα,
εσύ του κορμιού σου το σχήμα
κι αυτός ένας σκέτος φαλλός.

Οσμίζεται (λες απ’ την ήβη;)
το μαύρο ματιών σου μολύβι
πως γράφει από πίσω γκρεμό·
βορά εσύ πρωτόγονης πείνας
πως έχεις αγκάθια σκορπίνας
και θα του σταθείς στον λαιμό.

Συχνά, σ’ αγαπά μέχρι τρέλας.
Στη σκέψη καμιάς κουτσουκέλας
θα δέσει τον φόβο θηλιά
–αυτόν, που φυλάει τα έρμα–
θα σ’ οριοθετήσει με σπέρμα
ως κάνουν στη γη τα σκυλιά.

Γυναίκα, μην κλαις για όλα τούτα,
Μαρία, Ζαν ντ’ Αρκ, Σταχτοπούτα,
η προίκα μας είναι λειψή.
Μην κλαις θα περάσει· θ’ αλλάξει
ο κόσμος (αν κόσμος υπάρξει)
μα θα ’χεις περάσει κι εσύ.

ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

*

*

*

Οδυσσέας Ελύτης, 18.3.1996-18.3.2026

 

ΤΟ ΥΣΤΕΡΟ ΤΩΝ ΣΑΒΒΑΤΩΝ

Σσσς… πια τίποτε· τίποτε άσπρο ή λείο πια τίποτε
Μεθυστικό, μελωδικό, τίποτε· κανένα φωτισμένο από το πίσω μέρος
Νέφος ή συντροφιά του ανθρώπου έστω
Κάτι πένθιμο, λιποθυμιστικό, ύστερα που η μέρα των Παθών
Πήρε να γέρνει με το πλάι αργά και να βυθίζεται

Ποια ψυχή να φεύγει και μυρίζει
Τόσο δυνατά ο αέρας κι άλλο δεν αντέχω

Σσσς… μέσα στα σκοτεινά κανείς δεν ξέρει· παρεχτός
Καταπάνου στις κροκάλες, άκου, γδούποι απόκοσμοι όπως των ψαράδων ή
Σωμάτων που εισχωρούν το ένα στο άλλο ενώ τρέμει όλος ψυχή
Ο αιθέρας
.                  κι ένα αστέρι αδόκητα βρίσκει το θάρρος με το μέτωπό σου ν’ αγγιχτεί

Όλος λάθη φεύγω· φιλιά που επάνω μου έμειναν
Και τι ωραία στο ύψωμα τα κυπαρίσσια

Τι ωραία και πάλι ν’ αποχτούν αρχίζουν υπόσταση άλλη
Τα ουράνια γεγονότα. Των άστρων τα διατσέντα, οι λύπες, οι ευωδιές
Κι οι άλλες που απώλεσες παλαιές αισθήσεις επάνω στ’ ουρανού την ύλη
Νά τες τώρα που διαγράφονται: ο λίθος και το μνήμα κι ο στρατιώτης
Οι λευκές των γυναικών καλύπτρες κι η μακρά
Συνοδεία των αδικοχαμένων

Καιροί που πριν πολύ από τους γονιούς μου
Μ’ ορφανέψατε κι αποκούμπι αλλού δε βρήκα

Σσσς… μα κανείς, κανείς δεν ξέρει. Μήτε αέρας καν
Αν είναι αυτός που όταν στοχάζεσαι, τρελαίνει. Πιστευτός γίνεσαι από μόνου σου
Επειδή τα χέρια σου ήταν μαθημένα σε δεντρόκηπους όπου
Η θάλασσα εισχωρεί και τραβιέται γεμίζοντας μικρά λουλούδια
Φυσάει, φυσάει και λιγοστεύει ο κόσμος. Φυσάει
Φυσάει και μεγαλώνει ο άλλος· ο θάνατος ο πόντος ο γλαυκός κι ατελεύτητος
Ο θάνατος ο ήλιος ο χωρίς βασιλέματα.

Ελεγεία της Οξώπετρας, 1991

*

**

«…τη Συμμαχία του Θανάτου»

*

ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΠΟΙΗΜΑ

Όταν κάθε πρωί –μπορεί και με το χάραμα– σηκώνομαι
πάω στην τουαλέτα και βουρτσίζω και τα δόντια μου,
πλένω το στόμα μου, τα μάτια μου, το μέτωπο δροσίζω
με την παλάμη μου, τα δάχτυλα,
πίνω κι ένα ποτήρι ολόγεμο νερό…
Όταν θα φτιάξω τον καφέ μου και αρχίζω να τον πίνω,
σχεδόν μια ευτυχία με πλημμυρίζει που με κάνει ν’ απορώ
να σκέφτομαι «πώς είναι δυνατόν, τί μου συμβαίνει,
και είχα τόση θλίψη, ως αβάσταχτη, όλη τη νύχτα;».

Βέβαια που την είχα τη μεγάλη εκείνη θλίψη, υπάρχουν λόγοι, δεν μου γέμισε
χωρίς κανένα λόγο το μυαλό, δεν με φαρμάκωσε χωρίς καμμιάν αιτία…
Άδικος πόλεμος του ΝΑΤΟ ενάντια στη Ρωσία,
γενοκτονία, πολτοποίηση λαών
απ’ άλλους «ιερούς λαούς», όπως αυτός του Ισραήλ, κι ακόμα
εξόντωση μυριάδων αδερφών μου όπως τα δέντρα και τα ζώα
μ’ όπλα και φωτιά, κι ακόμα
καταστροφή του τόπου, παραλίες σκοτωμένες ή απλώς κακοποιημένες
απ’ τους βάρβαρους, (φίλους αδερφικούς της Κυβερνήσεως)
βουνά κακοποιημένα και νησιά και ποταμοί,
παράλογη, αναίτια εγκατάλειψη σχεδόν από τους πάντες, σα να είμαι
ήδη νεκρός.

Βεβαίως,

υπάρχουν λόγοι για την τόση μου τη θλίψη, το φαρμάκωμα αυτό
όλης της ύπαρξής μου. «Όμως κοίταξε,
κοίτα που ακόμα υπάρχουν γύρω σου και δέντρα, και λουλούδια και σπανίως βέβαια,
πουλιά
ή έντομα που είναι ευμορφότατα,
μέλισσες, βόμβοι, πεταλούδες, και υπάρχουν
άνθρωποι –ελάχιστοι βεβαίως–
που σ’ έχουν άγιό τους και που χαίρονται
μαζί σου να μιλούν, παίρνουνε δύναμη, κ’ υπάρχει εντέλει
καθώς μας λέει ο Ρίτσος στη Σονάτα του εκεί του σεληνόφωτος
μιλώντας για εκείνη τη γριά, βασανισμένη αρκούδα, που πορεύεται, μας λέει πως,
μ’ όλη τη δυστυχία της, τα τόσα βάσανά της, έχει σίγουρη,
παντοτινή «τη Συμμαχία του Θανάτου».

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

*

Αλέξανδρος Σχινάς, Εξορκισμοί θανάτου

*

Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 2 / 4 ]

Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Βλ. τo Πρώτο Μέρος και την Εισαγωγή του αφιερώματος εδώ.

~.~

ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΙ ΘΑΝΑΤΟΥ

Άρρητε, ανεκδιήγητε, ανείπωτε,
τα καταφέρνεις να ’σαι παντού και αείποτε.

Ακόρεστε, ύπουλε, ακατανίκητε,
κάθε στιγμή η έλευσή σου επίκειται.

Αναγνωρίζουμε το βήμα σου ως τάχιστον,
μην έρθεις όμως τώρα απότομα τουλάχιστον.

Μες στων δακρύων μας το πέλαγος αβύθιστε,
δώσ’ μας και συ μια προθεσμία ως είθισται.

Με πάθος σ’ εξορκίσαμε ως σήμερα εκατοντάκις,
διάπυρες οι δεήσεις μας κι ακόμα δεν ετάκης.

Όπως απ’ όλους τους βροτούς έτσι κι από εσέ
ακούει τέτοιες επικλήσεις τζάμπα και βερεσέ.

Όπως κι αν τον βρίσεις, «φύγε γρούνι», «άντε βου»,
δεν θίγεται, θα έρθει κανονικά στο ραντεβού.

Ο θάνατος στο λεξικό: ως λέγεται αυτόθι
πάει εκείνος που απ’ αυτόν κάποτε απαυτώθη.

Στου θάνατου το λεξικό είναι και αυτό το λήμμα:
Ο άνθρωπος εδώ στη γη είναι μονάχα λύμα.

(περισσότερα…)

Τρία σονέτα για το Μπιτ Παζάρ της Θεσσαλονίκης

*

ΤΟ ΣΕΝΤΟΝΙ

Σεντόνι βγάλανε σ’ ένα καλάθι
στα παλιατζίδικα, οδός Τοσίτσα.
Διπλό και μόνο του, σαν καλογρίτσα
Βαρδάρης έπιασε, θα κακοπάθει.

Φορά είναι πρώτη του, δεν έχει μάθει.
Κρυβόταν ήσυχα στην ντουλαπίτσα
ή στο κρεβάτι τους, που ήταν φωλίτσα
και του έρωτά τους βαστούσε πάθη.

Χέρια τ’ αρπάζουνε, το ξεδιπλώνουν.
Το καλοβλέπουνε μην γίνει λάθος
κουσούρια βρίσκουνε, το ακυρώνουν.

Λες κι ακυρώνονται ζωή και πάθος.
Τον έρωτά τους λες κι ελαττώνουν
του παλιοσέντονου μήκος και πλάτος.

(περισσότερα…)

Αστικό τοπίο

*

Ημέρες τώρα στον πεζόδρομο που παίζουν τα παιδιά
πλημμύρισε ο υπόνομος, ξεχείλισε
δεν έχει τόπο να πατήσεις.

Μα εκείνα πλατσουρίζουν παιχνιδίζοντας
και κάθε μέρα όλο βαθύτερα το πόδι τους στο λύμα.

Απ’ τα μπαλκόνια ακούγονται καινούρια ζευγαρώματα –
καινούρια νούφαρα στ’ απόνερα θα αφήσουν.
Κραυγές: χτυπιούνται
μανάδες με σπασμούς στο πάτωμα, ωχρές,
παπάδες που κηρύττουνε ουρλιάζοντας
και κάτι αριστεροί σε κρίση πανικού,
που έχουν ξεμείνει από Κεφάλαιο
και άλλον δεν έχουν πλούτο να επενδύσουν.

Μα εκείνα πλατσουρίζουν παιχνιδίζοντας
και κάθε μέρα όλο βαθύτερα το πόδι τους στο λύμα.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΡΕΜΝΙΩΤΗΣ

*

*

Αλέξανδρος Σχινάς, Προτροπές και παραινέσεις

*

Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 1 / 4 ]

Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Εκτός από το σύντομο αλλά καίριο για τον ελληνικό μοντερνισμό εκδεδομένο έργο του ο συγγραφέας Αλέξανδρος Σχινάς (1924-2012, βλ. Αφιέρωμα στο περιοδικό Χάρτης 69, Σεπτέμβριος 2024) κατέλιπε και ένα εκτενές ποιητικό πόνημα με τίτλο Εξορκισμοί. Σώζεται μαγνητοφωνημένο σε τρεις κασέτες που ταχυδρομήθηκαν κατά πάσαν πιθανότητα στις 5.5.1989, όπως προκύπτει από τη φθαρμένη πια σφραγίδα στον φάκελο. Πρόκειται για πάνω από χίλια σκωπτικά και αιχμηρά ομοιοκατάληκτα δίστιχα, ως επί το πλείστον, ποιήματα που έχουν ως βασικό θέμα τον θάνατο και την υποτιθέμενη υπέρβασή του με την Ανάσταση του Ιησού κατά τη χριστιανική θρησκεία.

Η ημερομηνία αποστολής λίγες ημέρες μετά το Πάσχα της χρονιάς εκείνης συσχετίζει το ποιητικό αυτό έργο με το πασχάλιο μήνυμα και την υπονόμευσή του με τον τρόπο της ποίησης, πόσο μάλλον που στη δεύτερη κασέτα ο Σχινάς αναφέρει συγκεκριμένα: «Θανόντος του θανάτου νέες ασκήσεις ομοιοκαταληξίας». Αναμφίβολα ο καταρράκτης αυτός των διστίχων δεν είναι δυνατόν να γράφτηκε και να εκφωνήθηκε μέσα σε λίγες μέρες. Μπορούμε όμως να θεωρήσουμε το Πάσχα του ’89 ως χρονική ένδειξη για την ολοκλήρωση και τη μαγνητοφώνηση του έργου.

Στη σύντομη εισαγωγή της πρώτης κασέτας με λίγες επεξηγήσεις για τους κανόνες των ομοιοκαταληξιών, ο συγγραφέας απευθύνεται ρητά «προς φιλοπαίγμονες στωικευόμενους». Τέτοιος ήταν και ο ίδιος ο Σχινάς, σαρκαστικός και προφασιζόμενος μια ανύπαρκτη αταραξία που επικάλυπτε την πυριφλεγέθουσα προσωπικότητά του. Και τον φανταζόμαστε τώρα τις μέρες εκείνες του ’89, μονάζοντα πια στο Έσσεν της Γερμανίας, να παίζει τις ομοιοκατάληκτες συλλαβές στο κομποσκοίνι του γράφοντας το δικό του ποιητικό Λειμωνάριον. Σήμερα απομένει σε μας να κρίνουμε αν το έργο αυτό είναι ή όχι μια αντισυμβατική, μοντέρνα ψυχωφελής διήγηση.

Αρχής γενομένης από αυτή την Δευτέρα και όλες τις λοιπές Δευτέρες του μηνός Μαρτίου, θα παρουσιάσουμε εδώ σε τέσσερις συνέχειες αποσπάσματα από τις ισάριθμες ενότητες του έργου: “Προτροπές και παραινέσεις”, “Εξορκισμοί θανάτου”, “Εξορκισμοί χριστιανικών δαιμονίων ή άνθη ανευλαβείας” και “Παμμιγή”.

Στην πρώτη κυριαρχεί ο διδακτικός τόνος, με τον οποίο ο συγγραφέας προσπαθεί να εξοικειώσει τον αναγνώστη με το αναπόφευκτο του θανάτου. Στη δεύτερη συγκεντρώνονται παντοδαπές θανατήσιες μνείες, επικλήσεις, προλήψεις για το τέλος της ζωής. Στην τρίτη διακωμωδείται η εξιδανικευμένη εικόνα του Ιησού και η πίστη στη μεταθανάτια ζωή. Η τέταρτη ενότητα έχει προφανώς προκύψει ενδιάμεσα και παράλληλα με τις ρίμες για τον θάνατο, κατά κάποιον τρόπο από κεκτημένη ποιητική ταχύτητα: έμμετρα χαριτολογήματα, θεματικά κατανεμημένα για όλους τους θεούς και δαίμονες της ιστορίας του πνεύματος και της ζωής του ανθρώπου.

— ΣΜ

(περισσότερα…)

Τέσσερα σονέτα του Γαλαξία

*

Νωχελικοί και σταθεροί οι αστερισμοί,
απαρασάλευτος ο θόλος, νους πρεσβύτη,
μα στον δικό μας, τον πολύπαθο πλανήτη
γοργά σωριάζονται οι διεθνείς οργανισμοί!

Η Μασσαλιώτιδα, κραυγή που ξεθωριάζει,
όνειρα αρχαία η Ιστορία ματαιώνει,
αποστολές διαρκώς η ΝΑΣΑ επανδρώνει
μα ο Δον Κιχώτης μπρος στο τζάκι του νυστάζει…

Βαθιά αφουγκράσου τα σημάδια που χαράσσει
μια κυκλική ή μια ευθύγραμμη πορεία·
τύχη ή αλυσίδα αιτιατών η Ιστορία;
Το μέλλον Καίσαρες πολλούς επιφυλάσσει…
προφήτες, ρηγάδες, πατέρες, Μεσσίες,
ζογκλέρ, τεχνοκράτες, γκουρού, δυστοπίες!

///

Σ’ ένα εργαστήριο μικροί θεοί αλαζόνες
πειραματίστηκαν με σχάσεις και συντήξεις
τροφοδοτώντας αλυσιδωτές εκρήξεις,
σενάρια ολέθρου και πυρηνικές κρυψώνες.

Πολτός σωμάτων και κρεουργημένες σάρκες,
κατηγορίες παλινδρόμησης ή προόδου;
Παρωχημένα πια τα τάγματα εφόδου
τα χαρακώματα και τ’ άρματα κι οι νάρκες! (περισσότερα…)

Για τις σκοτωμένες μαθήτριες του Ιράν

*

Αν ήσασταν εδώ,
αν ήσασταν εδώ κάπου κοντά οι σκοτωμένες μου κυρούλες,
κάπου εδώ κοντά ώστε να φτάνει η βενζίνη μου για νά ’ρθω,
θα ’ρχόμουν και με μία πιστολιά
θα ξάπλωνα κι εγώ ανάμεσά σας, κοριτσάκια μου.

Γνώρισα για καλά την ανθρωπότητα.
Δεν θέλω πια να ζω ανάμεσά τους.
Ούτε την δόξα τους ποθώ, ούτε τα πλούτη τους,
ούτε τα λόγια τους κι αυτή τους τη σοφία
όπου μωρός σαρκάζει τον μωρό,
όπου ηλίθιος θαυμάζει τον ηλίθιο,
όπου κακός συγχαίρει τον κακό,
όπου ο γυμνός πεσμένος προσκυνά
άλλον γυμνό που πάνω στο πετσί του
έχει καρφώσει τίτλους κι αξιώματα.

Δεν θέλω πια να ζω ανάμεσά τους,
εν μέσω σάκων που γεμάτοι είναι σκύβαλα
–ω Τόμας Έλιοτ πόσο σ’ αγαπώ!–
όπου βραβεία δίνει ο εις στον άλλονε
ποίησης και ειρήνης, επιστήμης και παντοίων
κατορθωμάτων και ηρωισμών,
στραγγαλισμών, γδαρμών, σφαγών, βασανισμών…

Θέλω εκεί
μες στο σκοτάδι που σας έριξαν, νυφούλες μου,
μαζί σας να βρεθώ, μέσα στο έρεβος,
όπου κοιμούνται οι αθώοι και οι άγνωστοι
τον ύπνο των ανέγγιχτων στον άπατον αιώνα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

*

*

Το σπίτι της

*

Ι.
.                       Το αερίζουμε συχνά
το άδειο λυπημένο σπίτι
με τα δεκαεπτά κουφώματα στον άνεμο
χάνει ένα προς ένα
τα τζάμια του στηθαίου
ξεφτίζει ο σοβάς ραγισματιές
πρόσωπο πρώην
τώρα στέκει σιωπηλό
βρίσκω κομμάτια του στο δρόμο
κρύσταλλα γέλια παλιάς πρωτοχρονιάς
στην παραλία του Μπάτη
ένα κλάμα ένας θυμός
αδέσποτα αλυχτούν τις νύχτες
τα κλωτσούν απρόσεκτοι διαβάτες
Κάθε που περνώ
βροντάνε τα πορτόφυλλα του έκτου
γέρνει απάνω μου ένας ίσκιος
μου αρπάζει το ψαθάκι του ήλιου
το σκίζει με τα δόντια
Tα βράδια ακούω
το κλάμα του απ’ τον Φλοίσβο να παφλάζει
φουσκώνουν οι σοβάδες
τρίζουν πατώματα ανισόπεδα
όρθια ξεσπαθώνουνε σανίδια
ατέλειωτος βαστά γερά
ο πόλεμος στον έκτο
στον πέμπτο ακούνε βήματα συρτά τα βράδια
ξαφνιάζονται τρομάζουν
και μόνο τα κακορίζικα πουλιά
βολεύτηκαν για τα καλά στην δυτική βεράντα
στήσαν φωλιές δίχως τα ξουτ της μάνας
μάταια σπόρια σπέρνοντας
πα’ στα στιλπνά πλακάκια
Κι είναι φορές που στο ψιλόβροχο
σηκώνεται ένα χαμένο χάδι της
μια κίνηση μισή που θέλει κάπου ν’ ακουμπήσει
διασχίζει φυλλοτρέμοντας την λεωφόρο
θερμό κι αμήχανο με φτάνει
και είναι πάντα βράδυ
αργά τη νύχτα

(περισσότερα…)