ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Τρίτη ηλικία

*

Τί χρώμα έχει η χαρά, θυμάσαι;

Πόσο σ’ αρέσει να ξεχνιέσαι
και πόσο γρήγορα ξεχνάς.
Στης λύπης το μαντίλι δέσε
δώδεκα κόμπους ξενοιασιάς.

Τί κι άν θολώνει το ποτάμι,
τί κι άν οι θύμησες ριγούν;
Στης βουβαμάρας το θαλάμι
μήν τις αφήσεις να πνιγούν.

Βγές για περίπατο και μίλα.
Στο δάσος δέ σ’ ακούει κανείς.
Τα χρυσοκόκκινα τα φύλλα
σκύψε και μέτρα τα. Μπορείς;

Ασπριδερά, καφέ και γκρίζα
καβάλησαν στα κουτουρού
μικρά ομπρελάκια δίχως ρίζα
τα δαχτυλίδια ενος κορμού.

Τί χρώμα έχει η χαρά, θυμάσαι;
Βρές μια γερή βαλανιδιά
κι αφού την αγκαλιάσεις, άσε
στη φλούδα-της μια χαρακιά. (περισσότερα…)

Αντωνυμία

*

… απέθανεν και Καρασούτσας τις
ΟΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

Ο ένδοξος δέκατος ένατος αιώνας
με τις παλιγγενεσίες, τα ανδραγαθήματα
και άλλα τοιαύτα εθνικά ωραία.

Κι αν τον μνημονεύω δεν είναι για τα κραταιά
ούτε για το ξαστέρωμα της σκέψης
είναι για την άκρα περιφρόνηση της λέξης
που είπανε γι’ αυτόν την άλλη μέρα της θανής του.

Και ήταν εύρετρα της σορού αυτή η αντωνυμία
κέρμα ευτελές για τον περατάρη
για μένα πρώτο της ποίησης κεντρί
στα δεκαπέντε μου η γνωριμία με τους στίχους.

Τους σπουδαίους ύστερα τους γνώρισα
κι έγινε η αντωνυμία βάλσαμο και η κάργα αηδόνι.
Μα τη λέξη την αόριστη δεν ξέχασα ποτέ
πολλές φορές εις εν άστρον σηκώνω το κεφάλι
τους ίαμβους λέω του ποιητή (περισσότερα…)

Θέρετρα

*

Φριχτά μαντέματα λεν για τα γηρατειά:
Το κύμα, λεν, αφρούς στ’ αστέρια δεν θα υψώνει.
Χωρίς χαμόγελο η χλόη, τα νερά
χωρίς καρδιάς παλμό, χωρίς Θεό οι κλώνοι.
ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ (μετάφραση Γ. Κοροπούλης)

Και τώρα αρχίζει το φθινόπωρο:
Πού θα μας βγάλει αυτό; Ποιος ξέρει;
Η μέρα χάραζε πρωτόφαντη
κι ήταν η πλάση καλοκαίρι.

Κάποτε νόμισα μας μίλησαν,
Χαλκιδική, τα κύματά σου,
για μια στιγμή το σύμπαν άνοιξε…
Καιρέ, γιατί πια τρέχεις; Στάσου!

Ο ήλιος στην κορφή του ανέμιζε
κι εμείς, μικροί, δεν ξέραμ’ ότι
(καθώς χωρίς σκοπό γυρνούσαμε)
δεν είν’ αιώνια η νιότη.

Και τώρα αρχίζει το φθινόπωρο:
Αργά τα θέρετρα θ’ αδειάσουν.
Θα ’ρθούν βροχές, βροντές κι αγέρηδες
σωρούς τις μνήμες ν’ αραδιάσουν. (περισσότερα…)

Το 13ωρο

*

Σε δεκατρείς ώρες κάποιοι έχουν φτάσει Νέα Υόρκη
πίνουν καφέ στη Βία Βένετο στη Ρώμη
Σε δεκατρείς ώρες το φως το έχει φάει το σκοτάδι
ένα παιδί κουράστηκε να περιμένει και νυστάζει
Σε δεκατρείς ώρες τα φρούτα έχουν πλέον ωριμάσει στο καλάθι
η πρωινή βροχή έχει ψηλώσει το χορτάρι
Σε δεκατρείς ώρες η θάλασσα έχει αλλάξει δέκα γνώμες
ο πλανητάρχης έχει ειρηνεύσει δέκα χώρες
Σε δεκατρείς ώρες κάποιοι έχουν φάει κι έχουν πιει κι έχουνε σιέστα
Σε δεκατρείς ώρες κάποιοι είναι ακόμα στη δουλειά,
μα συναινέσαν

Σε δεκατρείς ώρες
κάποιοι απολύθηκαν, μα φταίξαν.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

*

*

*

Τα μυστικά εργαλεία της ανθρώπινης φωνής

*

Τα όργανα γραφής ως ανάθημα και βίωμα
στα αρχαία ελληνικά επιγράμματα

του ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΣΙΑΠΛΕ

~.~

Πλησιέστατα, δεξιά που μπαίνεις, στην βιβλιοθήκη
της Βηρυτού θάψαμε τον σοφό Λυσία,
γραμματικόν. Ο χώρος κάλλιστα προσήκει.
Τον θέσαμε κοντά σ’ αυτά του που θυμάται
ίσως κ’ εκεί — σχόλια, κείμενα, τεχνολογία,
γραφές, εις τεύχη ελληνισμών πολλή ερμηνεία.
Κ’ επίσης έτσι από μας θα βλέπεται και θα τιμάται
ο τάφος του, όταν που περνούμε στα βιβλία.
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, «Λυσίου Γραμματικού τάφος» (1914)

Πριν από την ανακάλυψη της τυπογραφίας η διαδικασία της γραφής ήταν μια αργή και επίπονη χειρωνακτική διαδικασία. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά υλικά που τους χορηγούσε με αφθονία η φύση: καλάμια, πέτρες, μεταλλικά ή ξύλινα εργαλεία. Το μελάνι παραγόταν από φυτικές ή ζωικές ουσίες, ενώ το υλικό γραφής μπορούσε να είναι οτιδήποτε: από φύλλα και φλοιούς δέντρων, πηλό, λινάρι και κηρωμένες πινακίδες μέχρι πάπυρο, περγαμηνή και χαρτί. Η τυπογραφία, ωστόσο, όπως αναπτύχθηκε τον 15ο αιώνα από τον Ιωάννη Γουτεμβέργιο, άλλαξε ριζικά τόσο τη λειτουργία της γραφής όσο και τα μέσα με τα οποία αυτή πραγματοποιείται: από το χειρόγραφο περάσαμε στο έντυπο βιβλίο, η γραφή έπαψε να είναι προνόμιο των λίγων. Αυτή η ριζική μεταβολή δεν ήταν δυνατόν να αφήσει ανεπηρέαστα και τα όργανα γραφής.

Η γραφή δεν συνιστούσε απλώς έναν πρακτικό μηχανισμό καταγραφής, αλλά μια πολύπλοκη τελετουργία λόγου και ύλης, στην οποία η σχέση του γραφέα με τα όργανα γραφής διαμορφωνόταν μέσα από ένα δυναμικό πλέγμα εξάρτησης και ελέγχου. Η αποτύπωση του λόγου στο υλικό υπόστρωμα δεν αποτελούσε ουδέτερη ή απλώς μια διεκπεραιωτική διαδικασία· αντιθέτως, ήταν έκφραση σωματικής επιτέλεσης και τεχνικής δεξιότητας, όπου ο γραφέας λειτουργούσε ως μεσολαβητής ανάμεσα στο άυλο νόημα και την ένυλη ενσάρκωσή του.

Τα εργαλεία γραφής —ο κάλαμος, το μελάνι και ο πάπυρος— δεν προσφέρονταν ως άψυχα και ομοιογενή μέσα, αλλά ως ενεργά υλικά, με περιορισμούς και δυνατότητες που απαιτούσαν συνεχή διαχείριση. Ο κάλαμος για παράδειγμα, όργανο από φυσικό καλάμι, έπρεπε να τροποποιηθεί κατάλληλα: να κοπεί, να ξυστεί, να ακονιστεί, ώστε να εξασφαλίσει την επιθυμητή ροή του μελανιού και την καθαρότητα των γραμμάτων. Ο γραφέας, με άλλα λόγια, δεν ήταν απλός χειριστής του εργαλείου του·ήταν κατασκευαστής του, υπεύθυνος για τη βελτιστοποίηση της υλικής του συμπεριφοράς. Η ελάχιστη παρέκκλιση στη γωνία κοπής ή στην υφή της άκρης μπορούσε να διαταράξει ολόκληρη την πράξη της γραφής.

Παρομοίως, το μελάνι απαιτούσε γνώσεις παρασκευής, διατήρησης και χρήσης. Δεν υπήρχε σταθερή, εμπορική σύνθεση· η ποιότητά του εξαρτιόταν από τοπικές παραδόσεις, υλικά και εμπειρική γνώση. Η χειροποίητη του φύση καθιστούσε τον γραφέα όχι μόνο καταναλωτή, αλλά και συμμέτοχο στην ίδια την παραγωγή του μέσου. Όμοια, ο πάπυρος, ως οργανικό υλικό με ποικίλη υφή, πάχος και απορροφητικότητα, απαιτούσε ιδιαίτερη εξοικείωση· δεν ήταν απλό υπόβαθρο, αλλά ενεργός συνομιλητής στη διαδικασία της εγγραφής.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η σχέση του γραφέα με τα εργαλεία του χαρακτηριζόταν από μια διαλεκτική αλληλεξάρτηση: εξαρτιόταν απολύτως από τις ιδιότητες των υλικών του, αλλά ταυτόχρονα επεδίωκε και συχνά κατόρθωνε να επιβάλει πάνω τους το προσωπικό του ύφος, την τεχνική του ιδιοσυγκρασία και την αισθητική του πρόθεση. Η γραφή μετατρεπόταν έτσι σε ενσώματη εμπειρία, όπου η υλικότητα του μέσου διαμόρφωνε –αλλά και διαμορφωνόταν– από την πνευματική εργασία του γραφέα. Εν τέλει, ο γραφέας δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένος από τα εργαλεία του. Η πνευματική του λειτουργία τελούσε υπό συνεχή υλική διαπραγμάτευση, γεγονός που αναδεικνύει την προτυποποίηση του γραπτού λόγου όχι ως στατικής μορφής, αλλά ως ζωντανού και δυναμικού συμβάντος, όπου ο τεχνίτης και τα τεχνήματα συνδιαμορφώνουν την έκφραση του νοήματος.

Η σύνδεση ανάμεσα στον γραφέα και τα όργανα εργασίας του δεν διακοπτόταν μετά την απόσυρση του από την ενεργό δράση: τα εργαλεία της τέχνης τους εξακολουθούσαν να διατηρούν έναν σχεδόν ιερό χαρακτήρα: γίνονταν αντικείμενα μνήμης, φορείς ταυτότητας και σύμβολα ενός βίου αφιερωμένου στη γραφή. Αυτή η σχέση επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι τα όργανα γραφής αποτυπώνονται στον διάκοσμο των επιτύμβιων στηλών ως σημαντικός δείκτης της ταυτότητας, της κοινωνικής θέσης και της εγγραματοσύνης του νεκρού ή αποτελούν μέρος του κτερισματικού συνόλου που συνόδευαν τον θανόντα στην τελευταία του κατοικία.[1] Το έθιμό μάλιστα αυτό δεν αφορούσε αποκλειστικά τους άνδρες: όργανα γραφής (γραφίδες, ξέστρα, μελανοδοχείο) έχουν εντοπιστεί ακόμη και σε γυναικείες πριγκιπικές ταφές.[2] (περισσότερα…)

«Ένα αντίο δεν είναι ποτέ αρκετό»

*

Σαν και σήμερα πριν οκτώ χρόνια
Στην αλμυρίδα ξέπλυναν
Τα κύματα την ζωή του
Και πριν την τελευταία του πνοή
Συλλαβιζε το μην φοβάσαι

Έτσι και τώρα
Τα αλμυρά δάκρυα στην θάλασσα κυλούν
Και προσπαθώ να τον αποχαιρετήσω
Με λέξεις που δεν έχω
Με πόνο που δεν βγαίνει
Σαν βράχος αντιστέκεται
Και ας λίγο λίγο ξύνεται

Ένα αντίο δεν είναι ποτέ αρκετό
Γιατί όσο ζεις θυμάσαι
Και ποτέ δεν αποχαιρετάς.

ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΚΟΥΤΗ

*

*

*

«Το μηδέν βαθιά στα πράγματα βρυχάται»

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΗΛΙΚΙΑ
Ρουμπάι

Es muss sein

Περνά και ξανανθίζουνε χρυσά οι στίχοι έπη
κορίτσι είκοσι χρονών. Περνά – και δεν με βλέπει.
Και η Ζωή, βασίλισσα, με ακουμπά στον ώμο
και ψιθυρίζει μες στον νου τον Νόμο:
                                                                    «Έτσι πρέπει».

~.~

ΘΕΜΑ ΚΥΡΙΑΡΧΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ

Το νερό μες στην κλεψύδρα λιγοστεύει
και στερεύει το νερό στην ιπποκρήνη.
Ο Αιώνας σου παράξενα αγριεύει.
Ένα τίποτε τα πάντα καταπίνει.

Ό,τι πέρασε για πάντα έχει περάσει
κι ό,τι έρχεται δεν έρχεται για σένα.
Ό,τι έγινε γραφτό είναι να χαλάσει.
Τα γραφτά θα εξισωθούν με τα σβησμένα.

Το αλύγιστο αφύσικα λυγίζει
και το αήττητο ηττάται, δεν αντέχει.
Νέος άνεμος σαρώνει και σφυρίζει.
Μέλλον λέγεται και δεν σε περιέχει.

*    *    *

Οτιδήποτε στα χέρια σου κι αν πιάσεις,
πάντα ο θάνατος και μόνο σ’ αγκαλιάζει.
Τον ταΐζεις… αλλά δεν θα τον χορτάσεις,
το κορμί σου αλέθει όλο και σπαράζει. (περισσότερα…)

Η κυρία Νίκη

*

Η κυρία Νίκη

Τ’ απογέματα ποτίζει τα λουλούδια της
κι έπειτα φοράει τα καλά της τα ρούχα, τα γοβάκια της
και το νυφιάτικο το ψευτομαργαριταρένιο της το κολιέ
βάφεται ανεπιτήδευτα, χτενίζεται
και κάθεται στο μπαλκονάκι της
προσμένοντας να περάσει
το τελευταίο το παλληκάρι της ζωής της
καβάλα στ’ άλογό του.
Κι αυτό διαβαίνει από μπροστά της καθημερινά
και πάντα χαμογελαστά της νεύει
αν και ποτέ δε σταματάει να ξεπεζέψει
νερό να της ζητήσει και μαζί του να την πάρει.
Κι είναι το παλληκάρι αυτό
απ’ τη βιτρίνα της Lacoste,
λίγο πιο πέρα απ’ το σπίτι της,
που φεύγει κάθε απόγεμα
για να διαβεί και να τη χαιρετίσει
μόνο που άλογο δεν έχει
και πώς να ξεπεζέψει; (περισσότερα…)

Βουλιμία

*

Σαν το χρυσόψαρο στη γυάλα κολυμπάω
καταναλώνοντας διαρκώς εικόνες·
στου διαδικτύου τον χυλό τσαλαβουτάω,
το βλέμμα στυλωμένο στις οθόνες

Καταβροχθίζοντας με βουλιμία
επικαιρότητα, e-μέηλ, διαφημίσεις,
αλήθειες «post» με σαντιγύ, βικιπαιδεία·
χωρίς ειρμό, με οδηγούν οι παρορμήσεις

Στον ονειρόκοσμο των σόσιαλ μίντια,
ξαναμοντάρω έναν νέο εαυτό·
της ντοπαμίνης μια κορύφωση αιφνίδια,
μιαν επικύρωση κρυφή αποζητώ (περισσότερα…)

Ίρις

*

ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΙΡΙΔΑ

Ω Ίρις, το ουράνιο τόξο μου, Ίρις, η αγγελιοφόρος των θεών, Ίρις εσύ των οφθαλμών μου, Ίρις, το άνθος του Φθινόπωρου… Ίρις, η πολυαγαπημένη μου, Ίρις, η σκάλα εσύ των Ουρανών, Ίρις, νεράιδα της Ραΐνας, Ίρις, η νύμφη εσύ της Κασταλίας….

Ω Ίρις, με το μίνι το λευκό και με το πέπλο σου, ω Ίρις, νύφη εσύ που προσκυνάς μπρος στον ναό του Παρθενώνα, ω Ίρις, στον Κρυφό Γιαλό μας η ολόγυμνη, ω Ίρις, στο ενδέκατο, το δάχτυλό μου, δαχτυλίδι…

Ίρις, ω έκσταση κι ουράνια χαρά, Ίρις, η γήινη ευτυχία… Ίρις, φτασμένη απ’ το Παντού κι από το Πάντα.

///

ΑΣ ΗΤΑΝ

Ας ήταν να ’χα εσένανε εκεί βαθιά στον Άδη
η ομορφιά σου Ήλιου φως να κάνει το σκοτάδι.

Να με φιλάς κι όσο βαστώ, γλυκό βυζί να πιάνω,
αλλ’ αχ, σα μπαίνω μέσα σου, στο άφταστο να φτάνω.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

*

*

Καμπύλο τόξο

*

thy body is the song
SWINBURNE, Anactoria

Κορίτσι από νύχτα φωτεινή
παλιά μου αγάπη κι ακριβή μου φίλη
θέλω το σώμα σου να τραγουδήσω
όταν με άλλον, ή άλλη, ή και μόνη σου,
καλλίσφυρη, μ’ ανοιχτά τα πόδια χαίρεσαι
τα δώρα της θεάς της δολοπλόκου,
δυο ιερά στρουθία φτεροκοπούν
πάνω απ’ τις ρώγες σου, στα χείλη σου
μια λέξη καίει· καίει η λέξη η χρυσή,
απλώνεται η ασημένια σου ανάσα
στο σεντόνι, στα κλειστά σου μάτια
σβήνει της θύμισής μου το κερί,
τεντώνεσαι σαν καμπύλο τόξο
τελειώνεις στο σκοτάδι.

ΝΙΚΟΣ Β. ΟΡΦΑΝΟΣ

*

*

*

 

Η Άννα Φρανκ στη Γάζα

*

Ογδόντα χρόνια φύγαν μες στο μνήμα
που μ’ εγκιβώτισε ο λιμός κι ο τύφος
κι έλεγα ο κόσμος τώρα θα ’χει αλλάξει,
θα ’χει η σκληρή καρδιά του μαλακώσει…
Το μίσος όμως μένει μίσος πάντα
κι ο φόβος ίδια μυρωδιά αναδίδει·
η πείνα, ο θάνατος, η πολιορκία,
πάντα ίδια· ο χρόνος και ο τόπος μόνο
αλλάζει, και η λίστα των θυμάτων.
Η ιστορία μια σιδερένια ρόδα
κι οι αυλακιές στις πλάτες των αθώων
προδίνουν την αέναη τροχιά της.
Φυτρώνεις όπου σ’ έσπειρε το ζάρι
κι ύστερα έρχεται η φάκα και σε κλείνει·
να ψάχνεις να κρυφτείς στον προβολέα
να ονειρεύεσαι ψωμί και γάλα
τα λιγδερά μαλλιά σου να λουστράρουν
την μπότα που συνθλίβει τη ζωή σου… (περισσότερα…)