ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Ραχήλ Χαδάς, Ποιήματα για την Καμίλλα (2/3)

(Συνέχεια ἀπὸ τὸ 1ο μέρος)

Χαρά με την Εικόνα

αδαής στο θέμα χαίρεται την εικόνα
ΑΙΝΕΙΑΔΑ VIII 730

Άγνοια για τα πράγματα, χαρά με την εικόνα,
αδαείς στο θέμα, απολαμβάνουμε το θέαμα,
αναλφάβητοι στην ιστορία, τις συνθήκες,
συμβάντα, γεγονότα, την δημοκρατία και τον κόσμο,
ξεφτέρια στα πίξελ, σβέλτοι αλλάζουμε κανάλια,
απορροφούμε την παράσταση ως διασκέδαση.
Εικονίδια λάμπουν, κλείνουν το μάτι, παραμυθιάζουν.
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]Πραγματικότητα
είναι μία τεράστια οθόνη που την κοιτάμε
ερωτοχτυπημένοι,  έμμονοι εραστές
του σύμπαντος αυτού του σαγηνευτικού
σφηνωμένοι ο ένας στου άλλου τα γυαλένια μάτια.

~.~ (περισσότερα…)

Ραχήλ Χαδάς, Ποιήματα για την Καμίλλα (1/3)

Εισαγωγή

Η Ραχήλ Χαδάς, κόρη του διάσημου κλασικού φιλολόγου Mωϋσή Χαδάς, του οποίου ο πρόωρος θάνατος της έδωσε μια «πρόωρη αίσθηση της ζεύξης της αγάπης με την απώλεια», σπούδασε τα κλασικά γράμματα στο Χάρβαρντ, μεταπτυχιακά ποίηση στο Πανεπιστήμιο Τζονς Χόπκινς, με διδακτορικό στην συγκριτική λογοτεχνία στο Πρίνστον. Ενδιάμεσα έζησε αρκετά χρόνια στην Ελλάδα, περίοδος που αντηχεί στη λυρική ποίησή της μέσα από αναφορές στην αρχαία λογοτεχνία. Πρώιμες φιλίες με τον James Merrill και τον Alan Ansen επηρέασαν επίσης την πλούσια παραγωγή της στον δουλεμένο στίχο.

(περισσότερα…)

Δημήτρης Ἀγαθοκλῆς, 12+1 ἐρωτικὰ ποιήματα

ΤΡΙΣ ΕΞΑΜΑΡΤΕΙΝ

Τρίτη ϕορὰ ποὺ σμίγουμε.
Ἡ πρώτη ὅταν σ’ ἀγάπησα, ἡ δεύτερη
ὅταν μ’ ἀγάπησες κι ἐσὺ
(τώρα πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε σίγουροι).

Ποιός ξεκίνησε τὰ γλυκόλογα;
Ποιός τόλμησε νὰ σπάσει τὴ σιωπὴ
καὶ νὰ ϕιλήσει κάτω ἀπ’ τὸ ϕεγγαρόφωτο;

Τὸ ϕεγγαρόφωτο. Ἡ νύκτια ϐόμβα ποὺ ϑερίζει
οἰκοδομήματα καίει σάρκες ἐξαϋλώνει
τὴν ἄνοιξη, παγώνει τὸν χρόνο στὰ ρολόγια —
ὁ ἔρωτάς μας δὲν συμβιβάζεται μὲ λιγότερα
(ἐκκρίνουμε σὲ ποσότητες καταπιεσμένα ὑγρά).

Κάθε ἀντίσταση εἶναι μάταιη.

Στὴν πνιγηρὴ ἀγκαλιὰ μιᾶς ἀπείρου ἡδονῆς
ἀνεμίζουν οἱ κουρτίνες ἀπ’ τὰ ζωώδη ἔνστικτά μας
(οὔτε ἡ πρώτη οὔτε ἡ δεύτερη ϕορὰ εἶναι).
Τὸ ἀργυρὸ δρεπάνι ποὺ ζητάει τὴ συγκομιδή του.
Ἀβέβαιοι γιὰ τὰ αἰσθήματά μας σφίγγοντας
ἐγωιστικά, ἕως σκασμοῦ, ὁ ἕνας τὸν ἄλλον.

(Τρίτη καὶ ϕαρμακερή).

(περισσότερα…)

1821 : Το θείο χέρι που φλόγα κράταε κι ευλόγα

*

Πρόλογος-Ανθολόγηση-Σχόλια
ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Το να συνεορτάσουμε τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 χωρίς καμία επίμονη ματιά στη σημερινή κοινωνία μας, μόνο ως φολκλόρ και γελοιότητα μπορεί να ακουστεί. Αν και αυτό δεν απέχει πολύ από τις σημερινές κυβερνητικές επιλογές και επιδιώξεις.

Δεν έχουν περάσει πολλές δεκαετίες που οι εορταστικές εκδηλώσεις της 25ης Μαρτίου είχαν αποκλειστικά τον χαρακτήρα της εθνοπατριωτικής υποκρισίας, όπου οι μετεμφυλιοπολεμικοί ηγέτες του τόπου στις βροντώδεις ανοησίες τους μαγάριζαν, όταν τα έπιαναν στο στόμα τους, καί το Έθνος των Ελλήνων καί την πτωχή Πατρίδα. Και φυσικά το άλλο άκρο καιροφυλακτούσε. Στα χρόνια της μεταπολίτευσης και της ευτυχισμένης μας ένταξης στην Ευρώπη, με την υπόσχεση της καταναλωτικής ευμάρειας ―της μόνης υπόσχεσης που μπορούσε να δοθεί σε πιστό υποτελή― ήρθαμε αντιμέτωποι με το αντιδιαμετρικό αίσχος. Εθνοαποδόμηση αντί για εθνοπατριωτισμό. Στο σωρό της αποδομητικής επιχειρηματολογίας τους, το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο αλλά όχι το μόνο, εμφανίζεται με το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού και την ιδιαίτερη αναφορά του στο ’21. Αντί λοιπόν για κριτική σκέψη, αντί για συνεχή θεώρηση και αναθεώρηση, αντί για τίμια στάση απέναντι στο γεγονός μιας μεγάλης επανάστασης, είχαμε την ευκολία της αποδόμησης. Και μάλιστα όπως αυτή υπαγορευόταν και υπάκουα μεταφερόταν στην ελληνική πολιτική και πανεπιστημιακή ζωή, από τα ακαδημαϊκά επιτελεία ιδιαίτερα της αγγλικής ιστορικής σχολής. Μαζί στην προσπάθεια αυτή υπήρξαν οι νεοφιλελεύθεροι μιμητές ό,τι ξένου και οι δήθεν προοδευτικοί του θολού διεθνισμού. Απόπειρα τελικά, μιας αεθνικής πολιτικής που έδειχνε να συγκλίνει με οτιδήποτε άνοιγε, χωρίς όρους και όρια, σύνορα και πόρτες στα επαχθέστερα των σύγχρονων συμφερόντων. Η Δημοκρατία αναιρούταν μέσα στις ίδιες τις Δημοκρατίες. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, κάθε χρόνο γιορτάζαμε την ημέρα της Εθνικής Παλιγγενεσίας. Α ρε Μακρυγιάννη, να μας βλέπεις, να μας φτύνεις και πάλι ν’ ανοίγουν και να αιμορραγούν οι εφτά πληγές σου. (περισσότερα…)

Ιωάννης Καρασούτσας, Λόρδος Βύρων

 

Προλόγισμα – Απόδοση από τα Γαλλικά: Θάνος Γιαννούδης

 

Ενδεχομένως η πανδημία του COVID και τα συνακόλουθα μέτρα που επέφερε να μας στέρησαν τους μήνες που διανύουμε ορισμένες φαραωνικού τύπου και μεταμοντέρνας υφής εκδηλώσεις που είχαν προγραμματιστεί για τον εορτασμό των 200 ετών από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, οι τομείς, ωστόσο, της αρθρογραφίας, της διοργάνωσης διαδικτυακών ημερίδων και συνεδρίων και της έκδοσης σχετικών με την επέτειο βιβλίων και λευκωμάτων έχουν πάρει φωτιά. Ως μια μικρή συνεισφορά στην όλη προβληματική, αξίζει να κατατεθεί μέσω του Νέου Πλανοδίου η μετάφραση ενός ποιήματος γραμμένου στα γαλλικά από τον ―λησμονημένο σήμερα― ποιητή του 19ου αιώνα Ιωάννη Καρασούτσα, γραμμένο τη δεκαετία του 1840, με νωπές ακόμα τις μνήμες του Αγώνα. (περισσότερα…)

Αλίσια Στόλινγκς, Τρία ποιήματα για τον Κάτω Κόσμο

Εἰσαγωγὴ-Μετάφραση: Εἰρήνη Λουλακάκη-Μούρ

Ἡ Ἀλίσια Στόλινγκς γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε στὴν Ἀμερική. Ἀπό τό 1999 ζεῖ στὴν Ἑλλάδα μὲ τὸν σύζυγό της, δημοσιογράφο Γιάννη Ψαρόπουλο καί τὰ δυό τους παιδιά. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στὴν Ἀμερική καὶ στήν Ὀξφόρδη καὶ ἔχει δημοσιεύσει τέσσερις ποιητικές συλλογές.  Ἡ τελευταία της συλλογή Like (2018)[i] ἦταν ὑποψήφια γιά τό βραβεῖο Πούλιτζερ, ἐνῶ καί οἱ προηγούμενες, Ἐλιὲς (Olives, 2012), Ἅπαξ (Hapax, 2000) καὶ Ἀρχαϊκὸ Χαμόγελο (Archaic Smile, 1999), ἔλαβαν ἀπό τήν πρώτη στιγμὴ διακρίσεις καὶ βραβεῖα γιὰ τὸν ξεχωριστό τους χαρακτήρα. Ἡ μετάφρασή της τοῦ Περὶ τῆς Φύσεως τῶν Πραγμάτων τοῦ Λουκρήτιου τό 2007, γιὰ τὴν κλασικὴ σειρὰ τῶν Πένγκουιν, σὲ πρωτότυπους δεκατετρασύλλαβους μὲ ὁμοιοκαταληξία, ἀποτελεῖ μοναδικὸ μπὲστ σέλλερ ποὺ ὁ Πῆτερ Στόθαρτ του Times Litterary Supplement δὲν δίστασε νὰ χαρακτηρίσει ὡς μιὰ ἀπὸ τὶς «πιὸ ἐντυπωσιακὲς κλασικὲς μεταφράσεις τῶν τελευταίων χρόνων»[ii]. Γιὰ τὸ σύνολο τῆς δημιουργικῆς της παραγωγῆς ἡ Ἀλίσια Στόλινγκς ἔχει λάβει διακρίσεις καί ὑποτροφίες ἀπό ἱδρύματα ὅπως τό Γκούγκενχαϊμ, καθώς καὶ τὴν διαπρεπὴ «Χορηγία Ἱδιοφυΐας» τοῦ ἱδρύματος Μακάρθουρ γιὰ τὴν πρωτοτυπία καὶ τὶς δυνατότητες τοῦ ἔργου της. Τό 2018 ἀπό τήν ἴδια σειρά τῶν ἐκδόσεων Πένγκουιν ἐξέδωσε τά Ἔργα καὶ Ἡμέρες τοῦ Ἡσίοδου ἐνῶ τό 2019 μετέφρασε μὲ παιγνιώδη εὐρηματικότητα καὶ τὴν ψευδο-Ὁμηρικὴ Βατραχομυομαχία.

(περισσότερα…)

Κώστας Ζωτόπουλος, Περσικός σάπφειρος

 

Για να μοσχοπουλήσει παλαιά κοσμήματα,
χρυσά, αργυρά και πολυτίμους λίθους,
ο παλαιοπώλης της οδού Αδριανού
συνήθιζε να συνοδεύει τα ακριβά κομμάτια
με τα ιστορικά τους. Τα γνώριζε, έλεγε, απ’ τους πωλητές.
Και για να μην τον απατήσει η γηραιά του μνήμη
τα είχε καταγράψει σε χαρτάκια στο κουτί του καθενός.
Έτσι, σαν είδε έναν καλό πελάτη του να αμφιταλαντεύεται
για το πετράδι ενός περιδεραίου,
δεν υποχώρησε διόλου στην τιμή, το πούλησε αμέσως,
αφού πρώτα έβγαλε απ’ το κουτί του ένα χαρτί και διάβασε το ιστορικό:
«Ο ερυθρός περσικός σάπφειρος
που αν τον φωτίσεις με το φως του ήλιου
μοιάζει με ερυθροπυρωμένο άνθρακα,
λειάνθηκε από μαθητή του Κριτία για τον Δημόδικο
και χαρίστηκε στην Νικάνθη
δώρο για ένα φιλί απαλό».

ΚΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Νίκος-Στέφανος Κωσταγιόλας, Πεζοποιήματα

I

Έτσι κάθε καλοκαίρι, όλο και πιο μασημένοι από το χρόνο μ’ αναπόσπαστοι. Όλο και πιο βαθιά να θρέφει μες τα σπλάχνα μας το απέριττο, το λιγοστό, το αύταρκες.

Ίχνη στις πατούσες κυανά, στο τριχωτό της κεφαλής οι κόκκοι χρυσαφένιοι και ο ίσκιος των αρμυρικιών ισχνός να τον αναρριχάται η θύμηση. Μαύρο μοναχά διάσπαρτο βελόνες, όπως πάντοτε, στην κόγχη των μηρών.

Χτες μού ’δειξες εκείνη την πληγή που σού ’κανε στον πήχη κι έκλαψα. Έκλαψα όπως δεν είχα κλάψει εννέα χρόνια μοναξιάς. Έκλαψα για σ έ ν α και για μ έ ν α. Ήταν κυρτή κι είχε την όψη μισοφέγγαρου. “Εδώ μόνο η αφή πλουτίζει”, σκέφτηκα.

Σήμερα το πρωί σε ξανακοίταξα: Η σελήνη όδευε στην έκλειψη. Ο ήλιος ξημέρωνε στο γέλιο σου. (περισσότερα…)

Στιχάκιας, Παλιό καλούπι

 

 

Παλιό καλούπι σ’ έβγαλε∙ το λες και καμαρώνεις
Σου μπόλιασαν την έπαρση μέσα στο DNA
Και τώρα που τα χρέη σου αρχίζεις να πληρώνεις
Λες «πότε μούτσοι γίναμε από καπεταναίοι…»

Τα ψιλοκουτσαβάκικα τους ψευτοτσαμπουκάδες
Τα ξέχασες και τα ’σβησες τώρα που ο κώλος σφίγγει
Κι εσύ που ’ξερες κι έτρωγες σαν τους καλοφαγάδες
Αυτή η μπουκιά σε ζόρισε κι έκατσε στο λαρύγγι

Θυμάσαι που πρωτόβαλες μακρύ το παντελόνι
Να πιάνεις με το χέρι και να σφίγγεις τον καβάλο
(Από μικρό σε ζόριζε η πολλή τεστοστερόνη
Και μες στη θέση του μυαλού σου ’βαλε κάτι άλλο)

Τώρα ψελλίζεις «απ’ εμού… ποτήριον… παρελθέτω»
Το είδωλο που έχτιζες έσπασε σαν το τζάμι
Αυλαία στην παράσταση, στο θέατρο λουκέτο
Και γράφει ο ισολογισμός: Όλη η ζωή χαράμι

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΛΕΣΙΩΤΗΣ

 

 

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Cappella Sestina

 

Λείπει, αὐτὸ τὸ σούρουπο, ἀπ᾽ τὸ ἐκκλησάκι ὁ Θεός
καὶ στὸ κατόπι του ἒμειναν οἱ κουρασμένοι ἀγγέλοι
τὸ κράτος τῆς ἀμπέλου δεσπόζει στὸ ἱερό,
μὲ μάνταλο γερὸ σφαλίζονται οἱ πύλες
καὶ στὰ κεριὰ οἱ θησαυροὶ τοῦ μελισσιού ἀνάβουνε
καὶ νά ὁ παππὰς ὁ ἔρημος, μὲ τ᾽ ἄμφια του μεθάει. (περισσότερα…)

Δήμητρα Δημητρίου, Σεβίμ

 

(Παλιό δωμάτιο σε νησί. Σιγανά, στην αρχή,
και κάπως κουρασμένα) :

Έχει λίγη υγρασία στο λιόγερμα. Οικείος θόρυβος από νερό που κοχλάζει, μια ζεστή μυρωδιά από φασκόμηλο — ανασαίνουν για λίγο τα πνευμόνια μου. Κάποιος διψάει. Κάτι εσώτερο, πολύ δικό μας, αποσύρεται στην ταπεινή ησυχία — θα θέλατε λίγο τσάι;

Μ’ αρέσει αυτή η νοτερή ανάπαυση, τα πράγματα κάθονται στη θέση τους, σαν να μην έρχονται, σαν να μην ήρθανε ποτέ, σαν να μην προσπαθούν να κρατηθούν από κάπου ‒ησυχία‒ κι ούτε που θέλεις να τρομάξεις τα πουλιά μέσα στους λάργους ύπνους τους, γυρίζοντας μ’ ανάλαφρα πατήματα, και μόνο οι δυο μας θα μαντεύουμε τον ίσκιο μας καθώς θ’ απλώνεται πίσω μας ξαλαφρωμένος, ελεύθερος από τις έγνοιες κι απ’ τις νίκες του, ατάραχος σε μια γωνιά σ’ άκρη του κρεβατιού, σιμά στην πολυθρόνα, που τώρα κάθεσαι. (περισσότερα…)

Θεώνη Κοτίνη, Ημέρες καραντίνας

 

Καλά κλεισμένοι και φοβισμένοι με ασφάλεια
αναμένουμε.
Τις γνωματεύσεις, διαγγέλματα, διατάξεις.

Στο μεταξύ φιρμάνια των κρατούντων
γι’ αυτό και εκείνο που θα αλλάξει
όταν με το καλό ξανανταμώσουμε.

Κάτι ψιλά γραμμένα στις ειδήσεις,
π.χ. για εκείνο το «ψωμί παιδεία ελευθερία»
που κάπως σαν να δυσφορεί
σε εσπευσμένα νομοσχέδια
και εκσυγχρονιστικές αναγκαιότητες.

Καλά κλεισμένοι μες στον ύπνο, θα ξυπνήσουμε;

Καλά κλεισμένοι μες στον φόβο, θα εκπλαγούμε;

(περισσότερα…)