Αντώνης Μπαλασόπουλος, Cappella Sestina

 

Λείπει, αὐτὸ τὸ σούρουπο, ἀπ᾽ τὸ ἐκκλησάκι ὁ Θεός
καὶ στὸ κατόπι του ἒμειναν οἱ κουρασμένοι ἀγγέλοι
τὸ κράτος τῆς ἀμπέλου δεσπόζει στὸ ἱερό,
μὲ μάνταλο γερὸ σφαλίζονται οἱ πύλες
καὶ στὰ κεριὰ οἱ θησαυροὶ τοῦ μελισσιού ἀνάβουνε
καὶ νά ὁ παππὰς ὁ ἔρημος, μὲ τ᾽ ἄμφια του μεθάει.

Ὅποιος μονάχος ἔμεινε μονάχος του μεθάει
λέει ὁ παππάς, καὶ γύρω του σκιές· ὅταν τοῦ λείψει κι ὁ Θεός
ἀκοίμητες οἱ ενοχὲς κι οἱ μνῆμες του ἀνάβουνε
ἂλλης ζωῆς καὶ πρότερης, ποὺ ντρέποντ᾽ οἱ ἀγγέλοι
ζωῆς κρυφῆς κί ἀδήλωτης μέσα στοῦ νοῦ τὶς πύλες
κι ἐκεῖ πηγαίνει, λειτουργᾶ, σὲ ἂτυπο ἱερό.

Πείνα τὸν ἒτρωγε μικρό. Τὸ πρῶτο ποὺ ἒνιωσε σὰν ἱερό
ἦταν τὸ φάσμα τοῦ θανάτου, ποὺ τό μυαλό μεθάει
μὲ τρόμο. Τὶ βρίσκεται πιὸ κεῖ, πίσω ἀπὸ τὶς πύλες
τοῦ ὁρατοῦ; Διάβολος ἦταν ἢ Θεός;
ρώταγε σὰν παιδί. Καὶ λέγαν οἱ ἀγγέλοι
«Στὸ μοναστήρι, Θέ, νὰ πᾶς, φούρνους ἐκεῖ ἀνάβουνε

καρβέλια ἐκεῖ χρυσίζουν». Μὰ τὸ ψωμὶ σὰ χόρτασε, ἀνάβουνε
ἑντός του ἄλλες, ἀπρόσμενες λαχτάρες, καὶ ἱερὸ
τοῦ φαίνεται τὸ σῶμα τὸ θνητὸ στὸ γύρω του: ἀγγέλοι
τριγυρνοῦν, τῆς σάρκας, μὲς στὸ νοῦ. Τὸ μάτι του μεθάει,
τὶς νύχτες λιώνει σὰ κερί, σωπαίνει ὁ Θεὸς
τὰ πρωϊνὰ πορεύεται σκυφτὸς στῶν πειρασμῶν τὶς πύλες.

Ὥσπου μιὰ μέρα ἐνέδωσε. Εὐθύς, τοῦ Κάτω Κόσμου οἱ πύλες
διάπλατα ἀνοίξανε. Βλέπει φωτιὲς ἂσβηστα πὼς ἀνάβουνε,
μιὰ πόλη ἄδεια βλέπει, καὶ τό δισάκι του νὰ βάζει ὁ Θεὸς
στὴν πλάτη του, νὰ μένει ἂδειο κι ἒρημο τὸ ἱερό.
Ἄχ! Πόσο ἀπρόσεκτο, πικρὰ τώρα στοχάζεται, ὅταν μεθάει
τὸ κορμί, τὸ ἀσκὶ αὐτὸ ποὺ τραγουδᾶ κάθε ποὺ ἔρωτα οἱ ἀγγέλοι

τὸ ποτίζουν. Καὶ πῶς ἀλλιῶς; Δέν εἷναι τῆς μπογιᾶς ἀγγέλοι
τούτοι. Μὲ ξίφη τὶς ἀνοίγουνε, τοῦ δέρματος τὶς πύλες
εὐφραίνεται τὸ εἷναι σου, εὐφραίνεται, μεθάει
πονᾶνε τὰ μηλίγγια σου κι ἱδρώνεις καὶ ἀνάβουνε
χέρια σάν μαύρη πίσσα, φωτιὲς μὲς στὶς παλάμες, κι εἷναι ἔνα ἄλλο ἱερὸ
ἐτοῦτο, ποὺ μέσα ἐκεῖ ζεῖ, εὐάλωτος, ἔνας μικρὸς Θεὸς

ποὺ τόν προδίδεις στὸ σταυρό, κι ὁ Θεὸς
ὁ ἄλλος τὸν νόμο ἀλλάζει. Μονάχος μένεις στὸ ἂδειο ἱερό.
Πληγές γεμίζει ἡ ζωή, ποὺ κι ἂν τὶς κλείσεις, ἂλλες πληγές ἀνάβουνε.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ